21 Δεκεμβρίου 2023

Δεξιότητες και κατάρτιση: 3. Χαμηλές δεξιότητες = χαμηλή παραγωγικότητα;

Δημοσιεύθηκε ως Special Report της εφημερίδας «Καθημερινή» (Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023).

Όλες οι έρευνες που αναλύουμε σε άλλο άρθρο δείχνουν ότι, παρά τον πληθωρισμό πτυχίων, συγκριτικά με τους πολίτες άλλων χωρών, στο πεδίο των δεξιοτήτων υστερούμε σημαντικά.

Ο καλόπιστος αναγνώστης μπορεί εδώ να αναρωτηθεί: «Και λοιπόν; Γιατί είναι μεγάλο πρόβλημα αυτό; Δεν καταφέρνουμε τελικά να τα βγάζουμε πέρα και χωρίς δεξιότητες;»

Πράγματι: χάρη στον ήλιο, τη θάλασσα, και την ένταξη στην ΕΕ, τα βγάζουμε πέρα. Μέχρι εκεί όμως. Όπως εξηγούσαμε σε πρόσφατη σειρά άρθρων, ακόμη και η σχετικά ταχεία ανάπτυξη της τελευταίας διετίας φαίνεται να έχει εξαντλήσει τη δυναμική της, και πλέον αναπαράγει τα προβλήματα (π.χ. διόγκωση του εξωτερικού ελλείμματος) που το 2010 οδήγησαν στην κρίση χρέους. Η αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης, κεντρική έγνοια της έκθεσης της Επιτροπής Πισσαρίδη – δηλαδή η ενίσχυση των δυναμικών οικονομικών δραστηριοτήτων υψηλότερης προστιθέμενης αξίας (και υψηλότερων αμοιβών), που παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες που στέκονται ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές – παραμένει ζητούμενο.


Η σημασία της παραγωγικότητας

Μια οικονομία μπορεί να μεγαλώσει με δύο και μόνο τρόπους: αυξάνοντας την απασχόληση του εργατικού δυναμικού (το ποσοστό του πληθυσμού που εργάζεται, και τον συνολικό αριθμό των ωρών εργασίας), ή/και αυξάνοντας την παραγωγικότητα της εργασίας (το προϊόν που παράγεται ανά εργαζόμενο, ή ανά ώρα εργασίας).

Η Ελλάδα υστερεί και στα δύο αυτά μεγέθη. Το ποσοστό απασχόλησης στη χώρα μας ξεπέρασε το αντίστοιχο του 2008 μόλις το καλοκαίρι του 2023, και παραμένει το δεύτερο χαμηλότερο στην ΕΕ (μόνο στην Ιταλία είναι χαμηλότερο). Όσο για την παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα, η τελευταία έκθεση του ΟΟΣΑ για τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις (Οκτώβριος 2023) αναφέρει ότι είναι 29% χαμηλότερη από το μέσο όρο των κρατών μελών του ΟΟΣΑ, και 56% χαμηλότερη από το μέσο όρο των 5 κρατών μελών με την καλύτερη επίδοση (στοιχεία 2022).

Παραδόξως, παρότι τόσο η χαμηλή παραγωγικότητα όσο και οι χαμηλές δεξιότητες συνιστούν σοβαρούς περιοριστικούς παράγοντες για την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της χώρας, η μεταξύ τους σχέση είναι σύνθετη. Στην Ιταλία και στην Ισπανία, η παραγωγικότητα της εργασίας είναι υψηλότερη από ό,τι στην Ελλάδα, παρότι οι βασικές δεξιότητες (κατανόησης κειμένου, ή αριθμητικής) είναι χαμηλότερες. Οι διαφορές ανάμεσα στα κράτη μέλη του ΟΟΣΑ στην παραγωγικότητα της εργασίας δεν συσχετίζονται στατιστικά με τις διαφορές στις βασικές δεξιότητες των εργαζομένων.


Αιτίες της χαμηλής παραγωγικότητας στην Ελλάδα

Πώς τότε ερμηνεύεται το χάσμα παραγωγικότητας μεταξύ της Ελλάδας και των άλλων χωρών; Τα δεδομένα του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι δύο παράγοντες ευθύνονται για αυτό: ο πρώτος είναι η χαμηλή ένταση κεφαλαίου (που μετρά τον όγκο του παραγωγικού κεφαλαίου στην εθνική οικονομία), ενώ ο δεύτερος είναι η χαμηλή συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής (TFP) (που μετρά το πόσο παραγωγικά συνδυάζεται η εργασία, το κεφάλαιο, οι πρώτες ύλες, η ενέργεια, και άλλες εισροές).

Διάγραμμα 3Προσδιοριστικοί παράγοντες της παραγωγικότητας της εργασίας (%)


(Για την καλύτερη κατανόηση του τι σημαίνει συνολική παραγωγικότητα των συντελεστών παραγωγής, και γιατί είναι σημαντική, δείτε το τρίλεπτο φιλμάκι του Γραφείου Στατιστικών Εργασίας των ΗΠΑ.)

Συνεπώς, εάν προηγουμένως δεν αυξηθούν οι παραγωγικές επενδύσεις, και δεν βελτιωθεί η διαχειριστική ικανότητα των μάνατζερ των ελληνικών επιχειρήσεων να συνδυάζουν τους διαθέσιμους υλικούς και άυλους πόρους με τον πιο παραγωγικό τρόπο, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων από μόνη της θα έχει περιορισμένη συμβολή στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας.

Φυσικά, ισχύει και το αντίστροφο: εάν από τη μια μέρα στην άλλη αυξάνονταν οι παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα και ταυτόχρονα βελτιωνόταν η διαχειριστική ικανότητα των Ελλήνων μάνατζερ, τότε οι χαμηλές δεξιότητες των εργαζομένων θα αποδεικνύονταν τροχοπέδη για την ανάπτυξη. Μόνο τότε όμως.


Ο ρόλος του εργασιακού περιβάλλοντος

Πάντως, προς το παρόν τουλάχιστον, οι χαμηλές δεξιότητες των εργαζομένων δεν φαίνεται να είναι ο κύριος περιοριστικός παράγοντας για την επιτάχυνση της διατηρήσιμης ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Ένας λόγος για αυτό είναι ότι η θετική επίδραση των δεξιοτήτων των εργαζομένων στο παραγόμενο προϊόν προϋποθέτει ένα εργασιακό περιβάλλον που να τις ενσωματώνει και να τις αξιοποιεί.

Όπως αναφέρει προηγούμενη έκθεση του ΟΟΣΑ: «Η εντατική χρήση δεξιοτήτων επεξεργασίας πληροφοριών εκ μέρους των εργαζομένων σχετίζεται στενά και θετικά με την εφαρμογή μεθόδων διοίκησης επιχειρήσεων και μορφών οργάνωσης της εργασίας που περιγράφονται ως εργασιακές πρακτικές υψηλής απόδοσης. […] Οι εργαζόμενοι σε θέσεις εργασίας που επωφελούνται από τέτοιες πρακτικές κάνουν μεγαλύτερη χρήση δεξιοτήτων κατανόησης και σύνταξης κειμένου, αριθμητικής, τεχνολογίας, και επίλυσης προβλημάτων.»

Τα δεδομένα δείχνουν ότι στην Ελλάδα ελάχιστες θέσεις εργασίας βρίσκονται σε επιχειρήσεις ή σε οργανισμούς που υιοθετούν εργασιακές πρακτικές υψηλής απόδοσης: μόλις το 10%, δηλαδή λιγότερες από ό,τι σε όλες τις χώρες που πήραν μέρος στη σχετική έρευνα του ΟΟΣΑ, εκτός από την Τζακάρτα (Ινδονησία). Στις Σκανδιναβικές χώρες το ποσοστό των θέσεων εργασίας σε επιχειρήσεις ή οργανισμούς που εφαρμόζουν τέτοιες πρακτικές υπερβαίνει το 40%.

Διάγραμμα 4Επιχειρήσεις ή οργανισμοί που υιοθετούν εργασιακές πρακτικές υψηλής απόδοσης


Σε παρόμοια συμπεράσματα οδηγεί η μελέτη του Δείκτη Ψηφιακής Οικονομίας και Κοινωνίας (DESI) της ΕΕ. Τα αποτελέσματα του δείκτη για το 2022 δείχνουν ότι «η Ελλάδα κατατάσσεται 22η στην ΕΕ όσον αφορά την ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας στις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μόνο το 39% των [μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων] παρουσιάζουν τουλάχιστον βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης, έναντι 55% που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ.»


Οι δεξιότητες των εργοδοτών

Εξίσου αποκαρδιωτικά είναι τα ευρήματα άλλων ερευνών για την οργάνωση και τη διοίκηση των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Η Παγκόσμια Έρευνα Διοίκησης Επιχειρήσεων (WMS) συλλέγει στοιχεία από τυχαίο δείγμα μεταποιητικών επιχειρήσεων μεσαίου μεγέθους σε αρχικά 20 (πλέον 35) χώρες από όλον τον κόσμο, με σκοπό να ερμηνεύσει τις διαφορές παραγωγικότητας μεταξύ χωρών, καθώς και μεταξύ επιχειρήσεων στο εσωτερικό κάθε χώρας.

Τα αποτελέσματα της έρευνας WMS δείχνουν ότι οι χαμηλές επιδόσεις της χώρας μας δεν περιορίζονται στις δεξιότητες των μαθητών και των εργαζομένων (και των ανέργων), αλλά αφορούν επίσης τις διαχειριστικές ικανότητες των εργοδοτών. Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας (για το 2014), οι μάνατζερ των ελληνικών μεταποιητικών επιχειρήσεων κατέγραφαν χαμηλότερες επιδόσεις από εκείνες των ομολόγων τους στην Ινδία, στη Βραζιλία, στην Κίνα, στην Αργεντινή, στη Χιλή, καθώς και σε όλες τις υπόλοιπες χώρες της έρευνας. Στις τρεις πρώτες θέσεις της διεθνούς κατάταξης βρίσκονταν οι μάνατζερ στις ΗΠΑ, στη Γερμανία, και στη Σουηδία.

Διάγραμμα 5Διαχειριστικές ικανότητες των μάνατζερ μεταποιητικών επιχειρήσεων


Πρόσφατη μελέτη συνόψιζε τα αποτελέσματα της έρευνας WMS ως εξής: «Οι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν τις χειρότερες επιδόσεις σε θέματα που απαιτούν διαχείριση ανθρώπων, προγραμματισμό και εποπτεία, που απαιτούν συνέργειες, διάλογο, και συνεργασία. Τα καταφέρνουν καλύτερα σε θέματα που απαιτούν τη λήψη αποφάσεων, ενδεχομένως από ένα μόνο άτομο.»

Άλλη επισκόπηση των ευρημάτων της ίδιας έρευνας κατέληγε σε αντίστοιχα συμπεράσματα, και στη συνέχεια πρόσθετε κάτι άλλο ενδιαφέρον: «Ο μέσος Έλληνας μάνατζερ δείχνει να μην έχει συναίσθηση του πόσο παρωχημένες είναι οι διοικητικές του πρακτικές, ενώ ταυτόχρονα αισθάνεται μεγάλη αυτοπεποίθηση για την ποιότητα του μάνατζμεντ της επιχείρησής του.»


Αναντιστοιχία δεξιοτήτων

Σε συνθήκες χαμηλών ικανοτήτων των εργοδοτών, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι τα ουσιαστικά προσόντα των εργαζομένων εκτιμώνται λιγότερο από ό,τι τα τυπικά. Όπως δείχνουν τα δεδομένα του ΟΟΣΑ, σε σχέση με άλλες χώρες, στην Ελλάδα η απασχόληση και οι αμοιβές επηρεάζονται λιγότερο από τις δεξιότητες και περισσότερο από το επίπεδο εκπαίδευσης. (Όπως είδαμε αλλού, τα δύο αυτά δεν συμβαδίζουν πάντοτε).

Πράγματι, μεταξύ ατόμων με το ίδιο εκπαιδευτικό επίπεδο, τα άτομα με καλύτερες δεξιότητες είχαν ελαφρώς χαμηλότερη πιθανότητα να εργάζονται, και αμείβονταν ελάχιστα περισσότερο. Αντιστρόφως, μεταξύ ατόμων με τις ίδιες δεξιότητες, εκείνα με υψηλότερο εκπαιδευτικό επίπεδο είχαν σαφώς υψηλότερη πιθανότητα να εργάζονται, ενώ αμείβονταν σημαντικά περισσότερο. Τα τυπικά προσόντα εκτιμώνται στη χώρα μας περισσότερο από τα ουσιαστικά.

Διάγραμμα 6Συμβολή δεξιοτήτων κατανόησης κειμένου στην απασχόληση και στις αποδοχές


Μάλιστα, τα δεδομένα δείχνουν ότι στην Ελλάδα η κατοχή υψηλών δεξιοτήτων ανάγνωσης (κατανόησης περίπλοκων κειμένων) επηρεάζει ελάχιστα τις αμοιβές των χαμηλόμισθων, ενώ αυξάνει λίγο τις αμοιβές των υψηλόμισθων (πολύ λιγότερο από ό,τι σε άλλες χώρες).

Επί πλέον, παρότι οι δεξιότητες στην Ελλάδα είναι αναμφίβολα χαμηλές, πολλοί εργαζόμενοι απασχολούνται σε θέσεις εργασίας που απαιτούν χαμηλότερες δεξιότητες από ό,τι εκείνοι διαθέτουν. Όπως σημειώνει σχετική μελέτη του ΟΟΣΑ, στην Ελλάδα το 28% των εργαζομένων διέθεταν υψηλότερες δεξιότητες κατανόησης κειμένου από ό,τι απαιτούσε η δουλειά τους – μπορούσαν δηλαδή να θεωρηθούν υπερκαταρτισμένοι. Σε καμιά άλλη χώρα δεν ήταν τόσο υψηλό αυτό το ποσοστό. (Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 11%.)

Ίσχυε και το αντίστροφο: το 7% των εργαζομένων στην Ελλάδα διέθεταν χαμηλότερες δεξιότητες κατανόησης κειμένου από ό,τι απαιτούσε η δουλειά τους – ήταν δηλαδή υποκαταρτισμένοι. (Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 4%.)

Διάγραμμα 7: Αναντιστοιχία δεξιοτήτων κατανόησης κειμένου και απαιτήσεων θέσης εργασίας (%)


Και στις αναλύσεις του CEDEFOP, η αναντιστοιχία δεξιοτήτων αναδεικνύεται ως ιδιαίτερο πρόβλημα της χώρας. Η επίδοση της Ελλάδας στον επιμέρους δείκτη «αντιστοίχιση τυπικών προσόντων» του Ευρωπαϊκού Δείκτη Δεξιοτήτων για το 2022 ήταν 1,1 (στα 100), δηλαδή 98,9% χαμηλότερη από την «ιδεώδη επίδοση». (Η «ιδεώδης επίδοση» είναι η υψηλότερη επίδοση των τελευταίων 7 ετών μεταξύ όλων των χωρών που συμμετέχουν στην έρευνα.) Όσο για την επίδοση της χώρας στον δείκτη «απασχόληση πρόσφατων αποφοίτων ΑΕΙ» ήταν μηδέν (0,0).

Όχι αβάσιμα, οι εργοδοτικές οργανώσεις αποδίδουν την υπερκατάρτιση – εν μέρει τουλάχιστον – σε εσφαλμένες επιλογές εκπαιδευτικής πολιτικής. Η βαθμιαία απαξίωση της μέσης τεχνικής και της ανώτερης τεχνολογικής εκπαίδευσης, που έφτασε στο αποκορύφωμά της με την κατάργηση και «ανωτατοποίηση» των ΤΕΙ το 2018-2019, τροφοδοτεί την αναντιστοιχία δεξιοτήτων: μια μεταποιητική μονάδα που αναζητά εργοδηγό, ή τεχνικό, ή τεχνολόγο συχνά δεν έχει άλλη επιλογή από το να προσλάβει κάποιον (υπερκαταρτισμένο) απόφοιτο Πολυτεχνείου.


Ας ανακεφαλαιώσουμε τα συμπεράσματά μας έως αυτό το σημείο.

Όλες οι διεθνείς συγκρίσεις δείχνουν ότι οι μέσες δεξιότητες των μαθητών, των πτυχιούχων, των εργαζομένων, των ανέργων, και των εργοδοτών στην Ελλάδα παραμένουν απελπιστικά χαμηλές, παρά τον πληθωρισμό των «χαρτιών» – από τα πτυχία και τους μεταπτυχιακούς τίτλους έως τα πιστοποιητικά κατάρτισης.

Η παραγωγικότητα της εργασίας είναι επίσης πολύ χαμηλή συγκριτικά με τις άλλες χώρες – τόσο χαμηλή που δεν επιτρέπει την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης της Ελλάδας.

Όμως προσοχή: για τη χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα δεν ευθύνονται τόσο οι χαμηλές δεξιότητες των εργαζομένων, όσο η μεγάλη ένδεια παραγωγικών επενδύσεων, καθώς και οι οργανωτικές και διαχειριστικές αδυναμίες των ελληνικών επιχειρήσεων.

Άλλωστε, παρά το απελπιστικά χαμηλό επίπεδο των δεξιοτήτων στη χώρα μας, απίστευτα πολλές θέσεις εργασίας απαιτούν χαμηλότερες δεξιότητες από αυτές που διαθέτουν οι εργαζόμενοι που τις κατέχουν.

Το λογικό συμπέρασμα των παραπάνω είναι ότι η αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων δεν μπορεί από μόνη της να συμπαρασύρει την ελληνική οικονομία προς ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης. Στο σημείο όπου βρισκόμαστε σήμερα, η προτεραιότητα πρέπει να είναι οι παραγωγικές επενδύσεις, και η αναβάθμιση των διαχειριστικών δεξιοτήτων των εργοδοτών.

Δεξιότητες και κατάρτιση: 4. Η αξία της κατάρτισης

Δημοσιεύθηκε ως Special Report της εφημερίδας «Καθημερινή» (Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023).

Εάν, για τους λόγους που αναλύονται αλλού, η αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων από μόνη της δεν αρκεί για την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας (που είναι απαραίτητη για τη μετακίνηση της ελληνικής οικονομίας προς ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης), τότε μήπως θα πρέπει να συμβιβαστούμε με σχολεία που ενθαρρύνουν την αποστήθιση, ή με πανεπιστήμια που παράγουν λειτουργικά αναλφάβητους πτυχιούχους;

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι ένα κατηγορηματικό «όχι». Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να εξασφαλίζει ότι όλοι οι πολίτες κατέχουν τις βασικές δεξιότητες (κατανόησης κειμένου και αριθμητικής), όπως επίσης και ένα ελάχιστο σύνολο γενικών γνώσεων (π.χ. ιστορίας και γεωγραφίας), καθώς και εργαλεία για την απόκτηση ειδικότερων γνώσεων αργότερα. Και επειδή η εποχή μας δεν πάσχει από έλλειμα πληροφόρησης, αλλά αντίθετα από πληθωρισμό πληροφοριών, χρειαζόμαστε εξίσου επειγόντως ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να καλλιεργεί τη φιλομάθεια, την ευθυκρισία, και την ανεξάρτητη σκέψη.

Αφήνουμε σε μελλοντικό Special Report την ανάλυση των συγκεκριμένων χαρακτηριστικών ενός τέτοιου εκπαιδευτικού συστήματος, και των μέτρων πολιτικής που θα ωθήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα της δικής μας χώρας να κινηθεί προς μια τέτοια κατεύθυνση. Σε αυτό το Special Report επικεντρωνόμαστε στο ειδικότερο θέμα της επαγγελματικής κατάρτισης.

Ας αρχίσουμε από τα βασικά. Η μεγάλη αξία της επαγγελματικής κατάρτισης είναι η συνεισφορά της στην αντιμετώπιση 4 μεγάλων προβλημάτων πολιτικής απασχόλησης.


Ένταξη των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας

Σε όλες τις χώρες του κόσμου, η ανεργία είναι υψηλότερη μεταξύ των νέων από ό,τι μεταξύ των μεγαλύτερων σε ηλικία. Η έλλειψη προϋπηρεσίας όσων για πρώτη φορά ψάχνουν για δουλειά είναι μια προφανής αιτία, που εξ ορισμού ισχύει σε όλον τον κόσμο.

Όμως, τα δεδομένα της Eurostat δείχνουν ότι δεν τα πάνε όλες οι χώρες το ίδιο άσχημα στην κρίσιμη μετάβαση από την εκπαίδευση στην απασχόληση. Για παράδειγμα, το 2022 το ποσοστό ανεργίας των νέων 20-24 ετών στην Ελλάδα (29,1%) ήταν έξη φορές υψηλότερο από ό,τι στη Γερμανία (5,0%), ενώ στην ηλικιακή ομάδα 30-34 ετών ήταν «μόλις» τετραπλάσιο (13,2% στην Ελλάδα έναντι 3,4% στη Γερμανία).

Μην φανταστείτε ότι αυτό είναι κληρονομιά της κρίσης της δεκαετίας του ’10, που εκτίναξε τα ποσοστά ανεργίας στη χώρα μας: το 2008, όταν στην ηλικιακή ομάδα 30-34 ετών το ποσοστό ανεργίας ήταν παρόμοιο στις δύο χώρες (8,7% στην Ελλάδα και 7,7% στη Γερμανία), στους νέους 20-24 ετών ήταν υπερδιπλάσιο στην Ελλάδα (21,2%) από ό,τι στη Γερμανία (10,3%).

(Υπενθυμίζεται ότι το ποσοστό ανεργίας υπολογίζεται εξαιρώντας τους «ανενεργούς», δηλαδή όσους δεν εργάζονται ούτε αναζητούν εργασία, π.χ. επειδή σπουδάζουν, ή φροντίζουν παιδιά, ή έχουν συνταξιοδοτηθεί.)

Συνεπώς κάτι άλλο εξηγεί το γιατί στη Γερμανία η ένταξη των νεοεισερχόμενων στην αγορά εργασίας γίνεται τόσο ομαλά. H επιτυχία αυτή μπορεί να αποδοθεί (μεταξύ άλλων) και στο λεγόμενο δυαδικό σύστημα μαθητείας, στοιχείο της πλούσιας βιομηχανικής κληρονομιάς της χώρας αυτής, καθώς και της εποικοδομητικής συνεργασίας μεταξύ συνδικάτων και εργοδοτών.

Το δυαδικό σύστημα φέρνει σε επαφή τους αποφοίτους λυκείων με επιχειρήσεις διατεθειμένες να τους παρακολουθούν ως μαθητευόμενους, και συχνά να τους προσλάβουν με κανονική σύμβαση όταν ολοκληρωθεί η μαθητεία τους.

Η μαθητεία διαρκεί 3 χρόνια, συνδυάζει μαθήματα στις σχολές κατάρτισης με πρακτική άσκηση στην επιχείρηση, και καλύπτει περισσότερα από 300 επαγγέλματα (βοηθοί διοίκησης, μηχανικοί αυτοκινήτων, νοσηλευτές, προγραμματιστές, ειδικοί σε logistics, μηχανικοί αεροσκαφών, πωλητές κ.ά.)

Σύμφωνα με τα στοιχεία του αρμόδιου Ομοσπονδιακού Ινστιτούτου Επαγγελματικής Κατάρτισης (BIBB), το δυαδικό σύστημα μαθητείας στη Γερμανία εντάσσει κάθε χρόνο σχεδόν 470.000 μαθητευόμενους σε επιχειρήσεις διαφόρων κλάδων, από τη μεταποίηση μέχρι τις υπηρεσίες.

Το γερμανικό μοντέλο έχει αναγνωριστεί διεθνώς ως ένα από τα πιο αποτελεσματικά συστήματα κατάρτισης (ενδεχομένως το πιο αποτελεσματικό), καθώς συνδυάζει αρμονικά την ακαδημαϊκή γνώση με την πρακτική άσκηση, και οδηγεί στην απόκτηση δεξιοτήτων υψηλής ποιότητας. Άλλες χώρες (Αυστρία, Ελβετία, Ολλανδία, Δανία, Σιγκαπούρη, Αυστραλία κ.ά.) έχουν εμπνευστεί από αυτό, προφανώς με διαφοροποιήσεις ως προς διάφορες επιμέρους πλευρές.

Όπως εξηγούμε αλλού, στην Ελλάδα το δυαδικό σύστημα εφαρμόζεται από την δεκαετία του ’50 στις σχολές μαθητείας του ΟΑΕΔ, ενώ σήμερα στις Επαγγελματικές Σχολές Μαθητείας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ), καθώς και στο Μεταλυκειακό Έτος – Τάξη Μαθητείας των Επαγγελματικών Λυκείων (ΕΠΑΛ).

(Περισσότερες πληροφορίες στα ελληνικά για την επαγγελματική κατάρτιση στη Γερμανία εδώ.)


Δουλειές για «προβληματικές περιπτώσεις»

Ένα άλλο πρόβλημα είναι η ένταξη στην αγορά εργασίας των λιγότερο απασχολήσιμων – όπως είναι οι πρόσφυγες, οι παραβατικοί, ή οι αποφυλακισμένοι. Εδώ το ζητούμενο είναι όχι απλώς η απόκτηση δεξιοτήτων εκ μέρους των άμεσα ενδιαφερομένων, αλλά και ο κατευνασμός των επιφυλάξεων (ή των προκαταλήψεων) των πιθανών εργοδοτών. Τρία θετικά παραδείγματα από την Ιταλία, μια χώρα με χαμηλές επιδόσεις και προβληματικό σύστημα παραγωγής δεξιοτήτων, αλλά επίσης μεγάλη παράδοση εθελοντισμού, καθώς και πειραματισμού σε τοπικό επίπεδο.

Το πρώτο αφορά την ένταξη των αποφυλακισμένων. Όπως εξηγεί πρόσφατο άρθρο, τη δεκαετία του ’80 το Κέντρο Αρωγής Ανηλίκων (CAM), που στελεχώνεται από εθελοντές, χρηματοδοτείται από δωρεές, και φιλοξενείται στο Δικαστήριο Ανηλίκων του Μιλάνου, δοκιμάζει μια καινούρια προσέγγιση: να προσφέρει στα νεαρά άτομα που έχουν εκτίσει την ποινή τους μια πραγματική εργασιακή εμπειρία, σε μια πραγματική επιχείρηση, με ωράριο, πειθαρχία, και μικρή αμοιβή. Για έξη μήνες, ο εργοδότης μιας μικρής ή μεσαίας επιχείρηση αναλαμβάνει το αγόρι (ή κάποιο από τα λίγα κορίτσια), του μαθαίνει τη δουλειά, πάντοτε σε επικοινωνία με έναν εθελοντή σύμβουλο εργασίας, αποδεχόμενος το ρίσκο που συνεπάγεται η πλήρης απειρία (και συχνά αναξιοπιστία) του νεαρού μαθητευομένου. Εάν η μαθητεία ολοκληρωθεί ικανοποιητικά, το CAM καταβάλλει στον μαθητευόμενο μια «υποτροφία μαθητείας». Με την άδεια της Επιθεώρησης Εργασίας (ο διευθυντής της οποίας πείθεται ότι η ιδέα είναι καλή, παρότι το νομικό καθεστώς είναι ασαφές), το πρόγραμμα τίθεται σε εφαρμογή. Αργότερα, με νόμο του 1997, νομιμοποιείται και τυπικά.

Από τις 123 υποτροφίες μαθητείας που χορηγήθηκαν από το 2010 έως το 2021, οι 99 κατέληξαν στην πρόσληψη του μαθητευόμενου από την επιχείρηση όπου πραγματοποιήθηκε η μαθητεία: το ποσοστό επιτυχίας (80,4%, ή 92,5% αν εξαιρεθούν οι περιπτώσεις όπου ο εργοδότης δεν μπόρεσε να συνεχίσει, χωρίς ευθύνη του μαθητευόμενου, που πέρασε σε άλλη επιχείρηση), ξεπερνά κατά πολύ το αντίστοιχο ποσοστό επιτυχίας των προγραμμάτων μαθητείας της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης και των Κέντρων Κατάρτισης των Περιφερειών (σπανίως πάνω από 25%).

Το άρθρο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι για την επιτυχία του προγράμματος καθοριστικός υπήρξε ο ρόλος των εθελοντών του Κέντρου Αρωγής Ανηλίκων, στοιχείο που υπογραμμίζει τη σημασία της πλαισίωσης των μαθητευόμενων από εργατικούς και ευσυνείδητους συμβούλους εργασίας.

Το δεύτερο παράδειγμα αφορά την κοινωνική ένταξη αιτούντων ασύλου στην περιφέρεια του Piemonte (με πρωτεύουσα το Τορίνο). Το πρόγραμμα κοινωνικής καινοτομίας FORWORK αξιολόγησε τα αποτελέσματα ενός μείγματος εντατικής ατομικής παρακολούθησης (από συμβούλους εργασίας), κατάρτισης, και πρακτικής άσκησης. Οι ερευνητές πήραν αναλυτική συνέντευξη στην αρχή και στο τέλος του προγράμματος από 1.200 αιτούντες ασύλου, εκ των οποίων οι 600 έλαβαν κατάρτιση και πρακτική άσκηση (ομάδα παρέμβασης), ενώ οι άλλοι 600 όχι (ομάδα ελέγχου).

Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης έδειξαν ότι τα άτομα της ομάδας παρέμβασης είχαν σημαντικά μεγαλύτερη πιθανότητα απασχόλησης σε σύγκριση με εκείνα της ομάδας ελέγχου, ενώ η διαφορά αυξανόταν με το χρόνο (φθάνοντας τις 20 ποσοστιαίες μονάδες μετά από ενάμιση έτος). Επίσης, η συμμετοχή στο πρόγραμμα βελτίωσε τη γνώση της ιταλικής γλώσσας και αύξησε τις επαφές με Ιταλούς, διευκολύνοντας έτσι την κοινωνική ένταξη των αιτούντων ασύλου.

Το τρίτο παράδειγμα αφορά το ίδρυμα «Πλατεία των Επαγγελμάτων» (Piazza dei mestieri) με έδρα το Τορίνο, και υποκαταστήματα στο Μιλάνο και στην Κατάνια (Σικελία). Με την εμπνευσμένη καθοδήγηση των δύο ιδρυτών, με προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα, το ίδρυμα προσφέρει επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση σε λυκειακό και μεταλυκειακό επίπεδο, στους τομείς της αγροδιατροφής, του τουρισμού, και της πληροφορικής, με την υποστήριξη της τοπικής αυτοδιοίκησης, των μη κερδοσκοπικών οργανώσεων, καθώς και των επιχειρήσεων.

Οι εγκαταστάσεις του ιδρύματος στο Τορίνο, εξαιρετικής βιομηχανικής αισθητικής (σε ένα πρώην βυρσοδεψείο του 19ου αιώνα), στεγάζουν όχι μόνο αίθουσες διδασκαλίας, αλλά και παραγωγικές μονάδες: εστιατόριο, ζυθοποιείο, αρτοποιείο, τυπογραφείο, εργαστήριο σοκολάτας (προϊόν με μεγάλη παράδοση στο Τορίνο), καθώς και αίθουσες εκδηλώσεων, συναυλιών, και παραστάσεων. Η εργασία στις παραγωγικές μονάδες του ιδρύματος είναι υποχρεωτικό μέρος της μαθητείας – και είναι ανοιχτές στην πόλη.

Στελέχη των επιχειρήσεων της περιοχής έρχονται συχνά να δώσουν παρουσιάσεις, με την ελπίδα να προσελκύσουν τους μαθητευόμενους. Οι καταναλωτές που αγοράζουν μπύρα, σοκολάτα, ή ψωμί έρχονται στα καταστήματα της Πλατείας των Επαγγελμάτων από όλο το Τορίνο, και από πιο μακριά ακόμη – το ίδιο και οι πελάτες του μπαρ και του εστιατορίου. Ο στόχος είναι η υψηλή ποιότητα των προϊόντων, και της εξυπηρέτησης. Με τα λόγια του Dario Odifreddi, συνιδρυτή και προέδρου του ιδρύματος: «φιλοδοξία μας είναι ο εθισμός των μαθητών στην ομορφιά».

Το ποσοστό απασχόλησης των αποφοίτων πλησιάζει το 100%. Πολλά από αυτά τα παιδιά θα ήταν άνεργα, χωρίς προοπτικές – ενώ στην Κατάνια αρκετά θα κατέληγαν στην κύρια επιχειρηματική δραστηριότητα της περιοχής: το οργανωμένο έγκλημα.


Αντιστοίχιση δεξιοτήτων

Όπως δείχνουν τα δεδομένα της Eurostat, 38% των πτυχιούχων πανεπιστημίου στην Ελλάδα (έναντι 23% στην ΕΕ) εργάζονται σε επαγγέλματα χαμηλών ή μεσαίων δεξιοτήτων, τα οποία δεν απαιτούν πτυχίο. Λαμβάνοντας υπόψη και αυτό το στοιχείο, οι τιμές του δείκτη ESI που εκπονεί το CEDEFOP κατέτασσαν την Ελλάδα στην 30η (προτελευταία) θέση το 2022 ως προς την αντιστοίχιση δεξιοτήτων. Το μεγάλο ποσοστό ετεροαπασχολουμένων, μαζί με την υψηλή ανεργία των νέων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, συμβάλλουν αρνητικά στην επίδοση αυτή.

Σε παρόμοια συμπεράσματα οδηγεί η μελέτη των δεδομένων του ΟΟΣΑ για τα ουσιαστικά προσόντα. Το ποσοστό υπερκατάρτισης στην Ελλάδα έφθανε το 28% με βάση τις δεξιότητες κατανόησης κειμένου, και το 22% με βάση τις δεξιότητες αριθμητικής – σημαντικά υψηλότερο από ό,τι σε όλες τις άλλες χώρες που πήραν μέρος στην έρευνα PIAAC. (Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 11% και για τις δύο κατηγορίες βασικών δεξιοτήτων.)

Αντιστρόφως, το ποσοστό υποκατάρτισης στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερο και διέφερε λιγότερο από το αντίστοιχο ποσοστό των άλλων χωρών: ήταν 7% με βάση τις δεξιότητες κατανόησης κειμένου, ή 4% με βάση τις δεξιότητες αριθμητικής (με μέσο όρο ΟΟΣΑ 4% και για τις δύο κατηγορίες).

Στην Ελλάδα η αναντιστοιχία δεξιοτήτων αφορά τα λεγόμενα soft skills, για τα οποία έγινε λόγος νωρίτερα, αλλά επίσης την έλλειψη στελεχών του εμπορικού ναυτικού, τεχνικών και τεχνολόγων στη μεταποίηση, ακόμη και υδραυλικών και ηλεκτρολόγων – καθώς επίσης και το πλεόνασμα «αδιόριστων πτυχιούχων», νομικών και ιατρών. (Αντίθετα με την πρώτη κατηγορία, οι δύο τελευταίες είναι σε θέση να αυξάνουν τεχνητά τη ζήτηση για τις υπηρεσίες τους, μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον.)

Η αντιστοίχιση των προσόντων των εργαζομένων (και των ανέργων) με τις απαιτήσεις των θέσεων εργασίας που δημιουργούν οι επιχειρήσεις είναι βασικός στόχος της επαγγελματικής κατάρτισης και της διά βίου μάθησης.


Αντιμετώπιση της τεχνολογικής ανεργίας

Το τέταρτο πρόβλημα πολιτικής απασχόλησης στο οποίο μπορεί να συνεισφέρει καθοριστικά η (επανα)κατάρτιση είναι η αντιμετώπιση των συνεπειών της τεχνολογικής προόδου. Πράγματι, κάθε φορά που αλλάζει η τεχνολογία, οι επιχειρήσεις που δεν καταφέρνουν να προσαρμοστούν χάνουν μερίδιο αγοράς, και τελικά καταλήγουν να φυτοζωούν ή να χρεωκοπούν, ενώ όσοι εργάζονται σε τέτοιες επιχειρήσεις χάνουν τη δουλειά τους.

Αυτό δεν είναι καινούριο: είναι συνυφασμένο με την ιστορία του καπιταλισμού, από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης μέχρι τις μέρες μας. Συχνά, η τεχνολογική πρόοδος δεν δυσκολεύει απλώς κάποιες επιχειρήσεις, αλλά αχρηστεύει ολόκληρους κλάδους, όπως η ατμοκίνηση, ή η τηλεγραφία.

Παρά τις ανησυχίες για το «Τέλος της Εργασίας», που επανέρχονται με μαθηματική ακρίβεια σε κάθε κύμα τεχνολογικής αλλαγής από τη Βιομηχανική Επανάσταση και μετά (με τους «Λουδίτες» των αρχών του 19ου αιώνα να σπάνε τα νέα τότε κλωστοϋφαντουργικά μηχανήματα που τους έπαιρναν τις δουλειές), τελικά κάθε νέα τεχνολογία δημιούργησε περισσότερες θέσεις εργασίας από όσες κατέστρεψε. Είναι ακόμη πολύ νωρίς για να ξέρουμε αν η ρομποτική και η τεχνητή νοημοσύνη θα ακολουθήσουν την ίδια εξέλιξη. Ας ελπίσουμε ότι αυτή τη φορά δεν θα είναι όλα διαφορετικά.

Ακόμη και έτσι, όμως, οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται από τη νέα τεχνολογία διαφέρουν σημαντικά από εκείνες που καταστρέφονται: πολλές από αυτές βρίσκονται σε άλλους κλάδους, σε άλλες περιοχές (ή και ηπείρους), και απαιτούν εργαζόμενους με διαφορετικές δεξιότητες. Η μαζική επανακατάρτιση των χαμένων της τεχνολογικής προόδου, μαζί με την κοινωνική προστασία όσων δεν μπορούν να επανακαταρτιστούν, είναι τα μόνα εργαλεία που διαθέτουν οι δυτικές δημοκρατίες για να αποφύγουν κοινωνικές αναταραχές μεγάλης κλίμακας.

Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ένα καλό σύστημα κατάρτισης μπορεί να κάνει τη διαφορά. Στη Γερμανία, ανάμεσα σε όσους εργαζόμενους έκαναν επαναλαμβανόμενες εργασίες ρουτίνας που αυτοματοποιήθηκαν, λίγοι βγήκαν στην ανεργία: οι περισσότεροι άλλαξαν δουλειά. Μάλιστα, όσοι από τους τελευταίους επανακαταρτίστηκαν, και μετά μετακινήθηκαν σε πιο απαιτητικές θέσεις εργασίας, απέφυγαν τις εισοδηματικές απώλειες που συνήθως συνοδεύουν τέτοιες μετακινήσεις.

Αντίθετα, στις ΗΠΑ, οι περισσότεροι από όσους κατείχαν θέσεις εργασίας που απαξιώθηκαν από την αυτοματοποίηση, ή εργάζονταν σε επιχειρήσεις που έκλεισαν λόγω φθηνών εισαγωγών από την Κίνα, κατέληξαν άνεργοι ή «ανενεργοί» (δηλαδή έπαψαν καν να ψάχνουν δουλειά). Ακόμη και όσοι βρήκαν άλλη δουλειά, πληρώνονταν πολύ λιγότερο από ό,τι στην προηγούμενη θέση εργασίας. Με άλλα λόγια, οι πιο τυχεροί από τους πρώην καλοπληρωμένους βιομηχανικούς εργάτες έγιναν ταμίες σε σούπερ μάρκετ ή υπάλληλοι της Amazon, ενώ οι λιγότερο τυχεροί το έριξαν στα οπιούχα (και άρχισαν να ψηφίζουν Τραμπ).

Η έλλειψη ευκαιριών επανακατάρτισης σε τοπική κλίμακα μπορεί να είναι μοιραία.


Δεξιότητες και κατάρτιση: 5. Οι δοκιμασίες της κατάρτισης στην Ελλάδα


Δημοσιεύθηκε ως Special Report της εφημερίδας «Καθημερινή» (Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023).

Στη χώρα μας το τοπίο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό και χαμηλές επιδόσεις.

Αρχική επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (υπό την ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας) παρέχουν οι Επαγγελματικές Σχολές της ΔΥΠΑ (πρώην ΟΑΕΔ), τα Επαγγελματικά Λύκεια (ΕΠΑΛ), τα δημόσια και ιδιωτικά Ινστιτούτα Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΙΕΚ), και το Μεταλυκειακό Έτος – Τάξη Μαθητείας των ΕΠΑΛ.

Συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (υπό την ευθύνη του Υπουργείου Εργασίας) προσφέρουν τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης (ΚΔΒΜ), το Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, και οι επιχειρήσεις.

Από κατακερματισμό χαρακτηρίζεται και η χρηματοδότηση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης. Ο κρατικός προϋπολογισμός χρηματοδοτεί τα ΕΠΑΛ, τις Επαγγελματικές Σχολές, τα δημόσια ΙΕΚ κ.ά. Έως και το 2021, οι επιχειρήσεις αντλούσαν πόρους για προγράμματα ενδοεπιχειρησιακής κατάρτισης από τον Λογαριασμό για την Απασχόληση και την Επαγγελματική Κατάρτιση (ΛΑΕΚ), ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε (με το Ν4921/2022), με την προοπτική να αντικατασταθεί από νέο (υπό δημιουργία) φορέα. Τέλος, ευρωπαϊκά κονδύλια χρηματοδοτούν προγράμματα και επενδύσεις στις υποδομές της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης.

Όλες οι μελέτες (του ΟΟΣΑ, του CEDEFOP, της διαΝΕΟσις, του ΙΟΒΕ, του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, της Επιτροπής Πισσαρίδη, καθώς και της ίδιας της κυβέρνησης) συμπίπτουν στο ότι η ποιότητα της παρεχόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης είναι πολύ χαμηλή και πολύ μακριά από τις ανάγκες των εργαζομένων, των ανέργων, και των επιχειρήσεων.

Η δημόσια παροχή, π.χ. στα ΕΠΑΛ, πάσχει από όλα τα προβλήματα της δημόσιας εκπαίδευσης – και επιπλέον από την αρνητική εικόνα των επαγγελματικών λυκείων, από την προβληματική κοινωνική σύνθεση των μαθητών (οικογένειες μεταναστών, ή διαλυμένες, ή υπερβολικά φτωχές για να πληρώσουν φροντιστήριο, ή όλα αυτά μαζί), καθώς και από την έλλειψη διασύνδεσης με πραγματικές θέσεις εργασίας, με αναπόφευκτη συνέπεια την γενικευμένη αδιαφορία και την εκτεταμένη παραβατικότητα.

Η ιδιωτική παροχή, ιδίως στα ΚΔΒΜ, έχει συχνά προσχηματικό χαρακτήρα, αποσκοπώντας περισσότερο στην απορρόφηση κοινοτικών πόρων, καθώς και στη στήριξη του εισοδήματος των καταρτιζόμενων (και των διδασκόντων, και πάνω από όλα των ιδιοκτητών των ΚΔΒΜ), και πολύ λιγότερο ή καθόλου στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων.


Η μεταρρύθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης 

Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να αξιολογήσει κανείς την απόπειρα ανασυγκρότησης της αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης που εξήγγειλε ο Υπουργός Παιδείας με νομοσχέδιο που κατατέθηκε στις 31 Οκτωβρίου 2023. Η κεντρική ιδέα του νομοσχεδίου φαίνεται να είναι ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ των Επαγγελματικών Σχολών, των ΕΠΑΛ, των ΙΕΚ, και του Μεταλυκειακού Έτους – Τάξης Μαθητείας, με απώτερο στόχο την συνύπαρξή τους σε νέα ενισχυμένα campus τεχνικής εκπαίδευσης.


Η ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση 

Κατάρτιση παρέχεται και από τις επιχειρήσεις. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, στο σύνολο της ΕΕ οι 2 στις 3 επιχειρήσεις (67,8%) όλων των κλάδων και κάθε μεγέθους παρείχαν στο προσωπικό τους επαγγελματική κατάρτιση (στοιχεία 2020). Στην Ελλάδα, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν πολύ χαμηλότερο: η 1 στις 6 επιχειρήσεις (17,8%) παρείχε κατάρτιση στο προσωπικό της.

Διάγραμμα 8: Επιχειρήσεις που παρέχουν ενδοεπιχειρησιακή κατάρτιση (%)

Η υστέρηση της Ελλάδας δεν μπορεί να αποδοθεί στο μικρό μέγεθος των επιχειρήσεων: ακόμη και αν επικεντρωθούμε στις μεγάλες επιχειρήσεις (με 250+ εργαζόμενους), το ποσοστό εκείνων που προσέφεραν επαγγελματική κατάρτιση στο προσωπικό τους ήταν σημαντικά χαμηλότερο από τον κοινοτικό μέσο όρο: 59,5% στην Ελλάδα έναντι 92,8% στην ΕΕ.


Τα αδιέξοδα της «απορροφητικότητας»

Τα Κέντρα Δια Βίου Μάθησης – ΚΔΒΜ (πρώην Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης – ΚΕΚ) χρηματοδοτούνται σχεδόν αποκλειστικά από ευρωπαϊκά κονδύλια. Τα τελευταία είναι αληθινός πακτωλός. Στα εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου έχουν προστεθεί άλλα πολλά από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, καθώς και από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης. Μικρότερα (αλλά επίσης σεβαστά) ποσά είχαν δαπανηθεί από το 1986 που τέθηκαν σε εφαρμογή τα πρώτα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα έως την τρέχουσα περίοδο.

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο εάν τα πολλά δις ευρώ που η χώρα εισέπραξε από την ΕΕ οδήγησαν ποτέ στη δημιουργία μιας (1) έστω θέσης εργασίας για κάποιον από τους εκατοντάδες χιλιάδες καταρτιζόμενους. Διαχρονικά οι ελληνικές κυβερνήσεις έβλεπαν τους κοινοτικούς πόρους για την κατάρτιση που εισέρρεαν ως εργαλείο στήριξης του εθνικού εισοδήματος, όχι ως επένδυση στις (χαμηλές) δεξιότητες των Ελλήνων. Μια ολόκληρη αγορά δημιουργήθηκε τεχνητά, με σκοπό την απορρόφηση των κοινοτικών πόρων για την κατάρτιση. Η μεγιστοποίηση της απορροφητικότητας αυτών των πόρων έγινε εθνικός στόχος, που επιδιώχθηκε σθεναρά, παρότι δεν επιτεύχθηκε ποτέ.

Δειλές προσπάθειες ρύθμισης της αγοράς, με τον καθορισμό κριτηρίων (συνήθως τεχνικών) για την πιστοποίηση των ΚΕΚ/ΚΔΒΜ, προσέκρουσαν στις διαμαρτυρίες των άμεσα ενδιαφερομένων, καθώς και σε πολιτικές πιέσεις για τη χαλάρωση των κριτηρίων («Να μην χαθεί ούτε ευρώ!»).

Σε αυτές τις συνθήκες, η κατάρτιση – δηλαδή η μετάδοση χρήσιμων και ουσιαστικών γνώσεων και δεξιοτήτων στους καταρτιζόμενους, ώστε να έχουν καλύτερες προοπτικές απασχόλησης με υψηλότερες αμοιβές – αγνοήθηκε ως στόχος και μετατράπηκε σε πρόσχημα για την απορρόφηση κοινοτικών πόρων.


Η κατάρτιση ως πρόσχημα

Αρχικά, το πρόσχημα αυτό δεν τηρείτο καν: πολλά προγράμματα απλώς δεν γίνονταν, ενώ οι επιθεωρητές της ΕΕ που επισκέπτονταν τη διεύθυνση που είχε δηλωθεί για να αξιολογήσουν τις εγκαταστάσεις του φορέα δεν έβρισκαν τίποτε. Από κάποια στιγμή και ύστερα, τα προσχήματα άρχισαν να τηρούνται καλύτερα, με την έννοια ότι τα μαθήματα γίνονταν – όμως τα προγράμματα συνέχισαν να έχουν κατά κανόνα χαμηλή ή μηδενική αξία.

Ήταν όμως όλοι ικανοποιημένοι: οι καταρτιζόμενοι που εισέπρατταν μια μικρή μα ευπρόσδεκτη αμοιβή, οι διδάσκοντες που συμπλήρωναν το εισόδημά τους, και πάνω από όλα οι επιχειρήσεις (τα παλιά ΚΕΚ και τα νέα ΚΔΒΜ) που καρπώνονταν το μερίδιο του λέοντος.

Η ανάγκη τήρησης των προσχημάτων έδωσε ισχυρά κίνητρα στα ΚΕΚ/ΚΔΒΜ να συντάξουν καταλόγους μονίμων καταρτιζόμενων, οι οποίοι προσκαλούνταν να συμμετάσχουν σε κάποιο πρόγραμμα – ξανά και ξανά και ξανά.

Τόσο πολύ και τόσο εύκολο χρήμα, με μόνη προϋπόθεση τη διοικητική απόφαση έγκρισης κάποιου προγράμματος, δημιούργησε ευκαιρίες αθέμιτου πλουτισμού, καθώς και – όπως ψιθυρίζεται, χωρίς να τεκμηριώνεται ανοιχτά – διαφθοράς.

Η διαβόητη υπόθεση «σκοιλ ελικικου» συνοψίζει το πώς γίνεται αντιληπτή στη χώρα μας η αξιοποίηση των κοινοτικών κονδυλίων για την κατάρτιση. Την άνοιξη του 2020, ο τότε Υπουργός Εργασίας ενέκρινε προγράμματα τηλεκατάρτισης επιστημόνων, με εκπαιδευτικά υλικά γεμάτα ακατάληπτες φράσεις («σκοιλ ελικικου», «μέτζη του νέουκτη» κ.ά.). Η υπόθεση οδήγησε τελικά στην παραίτηση του τότε Υπουργού – όμως ακόμη και σοβαρά στελέχη της κυβέρνησης εξηγούσαν ότι ο θόρυβος ήταν «άδικος», αφού ο στόχος των προγραμμάτων δεν ήταν η κατάρτιση αλλά η εισοδηματική στήριξη των επαγγελματικών ομάδων εν μέσω πανδημίας.


Μια απόπειρα συμμαζέματος

Το νέο σύστημα για την κατανομή των κοινοτικών κονδυλίων για την κατάρτιση που αναλογούν στην ΔΥΠΑ προβλέπει πιστοποίηση των ΚΔΒΜ, των προγραμμάτων σπουδών, καθώς και των καταρτιζόμενων, μέσω συστήματος voucher και ελεύθερης επιλογής παρόχου.

Μέχρι στιγμής, τα προβλήματα ανακυκλώνονται: τα προγράμματα σπουδών εκπονούνται από τις εταιρείες πιστοποίησης, τα ΚΔΒΜ απλώς υιοθετούν έτοιμο κάποιο πρόγραμμα σπουδών, και στη συνέχεια διαγκωνίζονται για την προσέλκυση καταρτιζόμενων προσφέροντάς τους πλούσια δώρα (υπολογιστές κ.ά.), ενώ στο τέλος όλοι οι καταρτιζόμενοι πιστοποιούνται από τις εταιρείες πιστοποίησης για τις γνώσεις που απέκτησαν με τον καλύτερο βαθμό.

Οι διατάξεις του Ν4921/2022 («Δουλειές Ξανά») προβλέπουν αυστηροποίηση των σχετικών πρακτικών. Οι καταρτιζόμενοι άνεργοι θα εισπράττουν μόνο το 70% της προβλεπόμενης επιδότησης εάν δεν πιστοποιηθούν. Τα ΚΔΒΜ θα διαγράφονται από το μητρώο επιλέξιμων φορέων κατάρτισης εάν τουλάχιστον 50% των καταρτιζόμενων ανέργων δεν έχουν βρει δουλειά μέσα σε 1 έτος από το τέλος της κατάρτισης. Οι εγγεγραμμένοι άνεργοι που αρνούνται 3 προσφορές απασχόλησης θα διαγράφονται από το μητρώο ανέργων (και θα χάνουν την επιδότηση ανεργίας, και την επιδότηση κατάρτισης) – κτλ.

Μπροστά στις αντιδράσεις (σε κάποιο βαθμό δικαιολογημένες, συνήθως ιδεοληπτικές), καμία από τις παραπάνω διατάξεις δεν έχει εφαρμοστεί μέχρι τώρα. Οι εταιρείες πιστοποίησης δεν έχουν στερήσει την πιστοποίηση από κανέναν καταρτιζόμενο, ανεξαρτήτως επίδοσης στις σχετικές εξετάσεις. Κανένα ΚΔΒΜ δεν έχει διαγραφεί από το μητρώο επιλέξιμων φορέων, ακόμη και αν κανείς από τους ανέργους που κατάρτισε δεν έχει βρει δουλειά 1 χρόνο μετά. Οι υπάλληλοι της ΔΥΠΑ δεν έχουν διαγράψει ούτε έναν άνεργο, ακόμη και εάν είναι γνωστός «βαουτσεράκιας» που ζει από τη διαδοχική συμμετοχή του σε επιδοτούμενα προγράμματα.


Καλούτσικες πρακτικές

Διασώζεται κάτι σε αυτό το μάλλον νοσηρό τοπίο της κατάρτισης; Σε κάποιο βαθμό, ναι.

Σε πολλά ΕΠΑΛ το επίπεδο των διδασκόντων και των υποδομών δεν είναι καθόλου άσχημο. Όσοι μαθητές, συχνά παιδιά μεταναστών, επείγονται να μπουν στην οικογενειακή επιχείρηση (για να γίνουν ηλεκτρολόγοι, υδραυλικοί, μαραγκοί κ.ά.) δεν ενδιαφέρονται για κοπάνα ή για χαβαλέ. Σε κάποια ΕΠΑΛ (π.χ. σε ειδικότητες νοσηλευτών, βοηθών μικροβιολόγων, βρεφονηπιοκόμων), όπου – όχι συμπτωματικά – φοιτούν περισσότερα κορίτσια, η πειθαρχία είναι καλύτερη και η μάθηση πιο ουσιαστική.

Το Μεταλυκειακό Έτος – Τάξη Μαθητείας έχει αξιόλογη επιτυχία. Οι συμμετέχοντες (απόφοιτοι ΕΠΑΛ) παρακολουθούν μαθήματα στο σχολείο 1 μέρα την εβδομάδα, και εργάζονται σε κάποια επιχείρηση ή (συχνότερα) σε κάποιον δημόσιο φορέα τις υπόλοιπες 4 μέρες την εβδομάδα, με μικρή αμοιβή ως μαθητευόμενοι, υπό την παρακολούθηση ενός σχολικού συμβούλου.

Σε αρκετά ΙΕΚ, η διετής φοίτηση (μαθήματα στα 3 πρώτα εξάμηνα και πρακτική άσκηση στο 4ο εξάμηνο) είναι αρκετά ουσιαστική. Όλο και περισσότεροι σπουδαστές προτιμούν το ΙΕΚ από το πανεπιστήμιο («καλύτερα συντηρητής κλιματιστικών παρά αδιόριστος μαθηματικός»), ενώ όλο και πιο συνηθισμένο είναι το φαινόμενο σπουδαστές ΙΕΚ να έχουν πτυχίο ΑΕΙ. Η πρακτική άσκηση αξιολογείται, ενώ η επαγγελματική επάρκεια των αποφοίτων ΙΕΚ πιστοποιείται από τον Εθνικό Οργανισμό Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού (ΕΟΠΠΕΠ). Το ποσοστό επιτυχόντων στις σχετικές εξετάσεις του ΕΟΠΠΕΠ είναι σημαντικά κάτω από 100%, γεγονός ενθαρρυντικό.

Γενικά, το επίπεδο ανεβαίνει όταν οι ευκαιρίες απασχόλησης είναι πραγματικές. Στην Τρίπολη, όπου η διάνοιξη της Εθνικής Οδού και τα κίνητρα δίκαιης μετάβασης στην μετά τον λιγνίτη εποχή έχουν αναθερμάνει την τοπική οικονομία, στελέχη των νέων εργοστασίων έχουν απευθυνθεί στα ΕΠΑΛ και στα ΙΕΚ της περιοχής για να καλύψουν τις ανάγκες τους σε προσωπικό, με αποτέλεσμα την αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για σπουδές εκ μέρους των διδασκομένων (και ίσως των διδασκόντων).


Μη επιδοτούμενη κατάρτιση

Ταυτόχρονα, συνεχίζουν να διεξάγονται με επιτυχία τα μη επιδοτούμενα προγράμματα κατάρτισης της ΔΥΠΑ με τη συνεργασία της Microsoft, της Cisco, του Coursera κ.ά.

Πολλά μη επιδοτούμενα προγράμματα κατάρτισης παρέχονταν στο παρελθόν από τα ΙΕΚ (χωρίς δίδακτρα στα δημόσια, με δίδακτρα στα ιδιωτικά). Πλέον, μετά την υπερτροφική επέκταση της επιδοτούμενης κατάρτισης (με κοινοτική χρηματοδότηση), τέτοια προγράμματα σπανίζουν.

Μη επιδοτούμενη κατάρτιση παρέχεται όμως και από τα πανεπιστήμια. Για παράδειγμα, το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ) προσφέρει πάνω από 570 προγράμματα συμπληρωματικής εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, πολλά από τα οποία στοχεύουν στην παροχή γνώσεων και δεξιοτήτων γύρω από επαγγέλματα αιχμής (πληροφορική, τεχνητή νοημοσύνη, logistics κ.ά). Το κόστος των προγραμμάτων καλύπτεται από τους ίδιους τους καταρτιζόμενους, και είναι κατά κανόνα υπολογίσιμο: ενδεικτικά, το τετράμηνης διάρκειας πρόγραμμα «Supply Chain Manager – Operational Level» κοστίζει 510 ευρώ, με εκπτώσεις για ανέργους, πολύτεκνους κ.ά.


Επιδοτούμενη απασχόληση

Ενώ τα ευρωπαϊκά κονδύλια για την κατάρτιση φαίνονται να κατασπαταλώνται, τα αντίστοιχα για την επιδότηση της απασχόλησης δείχνουν να πιάνουν περισσότερο τόπο, τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό. Επίσημα στοιχεία και προσωρινές εκτιμήσεις δείχνουν ότι από τις αρχές Αυγούστου 2019 έως και τα τέλη Νοεμβρίου 2023 περίπου 155.000 άνεργοι βρήκαν δουλειά μέσω προγραμμάτων επιδοτούμενης απασχόλησης της ΔΥΠΑ.

Σε αυτό συνέβαλε το γεγονός ότι στη διάρκεια της πανδημίας το ποσοστό επιδότησης αυξήθηκε, ενώ χαλάρωσαν προσωρινά οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για τη συμμετοχή των επιχειρήσεων στα προγράμματα της ΔΥΠΑ. Έκτοτε πάντως το ποσοστό επιδότησης επανήλθε στα προηγούμενα επίπεδα, ενώ ενεργοποιήθηκε εκ νέου η δέσμευση των επιχειρήσεων να διατηρήσουν τις θέσεις εργασίας και μετά το τέλος της επιδότησης.

Μια παρενέργεια της επιδοτούμενης απασχόλησης είναι ο εθισμός των επιχειρήσεων στην φθηνή εργασία. Μια πρώτη προσπάθεια αξιολόγησης της αποτελεσματικότητας των σχετικών προγραμμάτων της ΔΥΠΑ σε περίοδο 18 μηνών (Ιούνιος 2020 – Δεκέμβριος 2021) έδειξε ότι σε δείγμα 40.000 ωφελημένων, 77,6% εργάζονταν ακόμη 6 μήνες μετά τη λήξη του προγράμματος, ενώ 12 μήνες μετά το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 50,6%.

Εν τω μεταξύ, οι «Ημέρες Καριέρας» που οργανώνει η ΔΥΠΑ για να φέρει σε επαφή άτομα που αναζητούν εργασία με επιχειρήσεις που αναζητούν προσωπικό έχουν μέχρι στιγμής αποφέρει 5.000 περίπου (μη επιδοτούμενες) προσλήψεις.

Δεξιότητες και κατάρτιση: 6. Σώζεται η κατάσταση;

Δημοσιεύθηκε ως Special Report της εφημερίδας «Καθημερινή» (Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023).

Πώς αναβαθμίζονται οι δεξιότητες των πολιτών σε μια χώρα με προβληματικό σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης;

Όχι εύκολα, είναι η σύντομη απάντηση. Δεν είναι εύκολο να απαλλαγεί κανείς από το αίσθημα ματαιότητας και απαισιοδοξίας, το οποίο διακατέχει τους περισσότερους συνομιλητές μας, και εμάς τους ίδιους. Θα μπορούσε εύκολα κανείς να απαριθμήσει τα χρόνια προβλήματα, τα οποία έχουν κακοφορμίσει σε τέτοιο βαθμό, που είναι πλέον δύσκολο όχι απλώς να εφαρμόσει κανείς λύσεις, αλλά ακόμη και να τις φανταστεί.

Όμως ποια εναλλακτική υπάρχει; Εάν μείνουμε στο σημερινό επίπεδο, όπου πολλοί μαθητές δεν είναι σε θέση να καταλάβουν το απλό κείμενο που διαβάζουν, πολλοί απόφοιτοι πανεπιστημίου είναι λειτουργικά αναλφάβητοι, και πολλοί μάνατζερ αγνοούν τα βασικά (ενώ βέβαια θεωρούν τον εαυτό τους ιδιοφυΐα), την έχουμε πραγματικά πολύ άσχημα.

Δεν είναι μόνο ότι θα πρέπει να πούμε αντίο στο στόχο της (διατηρήσιμης) οικονομικής ανάπτυξης, από την οποία εξαρτάται η ευημερία της γενιάς των παιδιών μας. Είναι επίσης ότι θα πρέπει να συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι θα ζούμε σε μια κοινωνία που ενημερώνεται από το Tik Tok, και σε μια δημοκρατία ευάλωτη στη σαγήνη των fake news και των αυταρχικών λύσεων.

Άρα δεν διαθέτουμε την πολυτέλεια να παραιτηθούμε από τον εντοπισμό λύσεων. Σε ποια κατεύθυνση θα πρέπει να τις αναζητήσουμε;

Η απαξίωση της τεχνικής εκπαίδευσης έρχεται από πολύ μακριά, ως απόρροια μιας ολόκληρης σειράς άλλων σοβαρών προβλημάτων: είναι συνυφασμένη την περιφρόνηση της χειρωνακτικής εργασίας στην κοινωνία και στην οικογένεια, με την παρακμή της δημόσιας εκπαίδευσης, με την αποβιομηχανοποίηση κ.ά. Αντιστρόφως, η ενίσχυση του κύρους της αρχικής επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης (ΕΠΑΛ, ΙΕΚ, μαθητεία) θα εξαρτηθεί όχι μόνο από την (απαραίτητη) αναδιοργάνωση του τομέα, αλλά και από το κατά πόσο συνοδεύεται από την ανασύνταξη όλης της δημόσιας εκπαίδευσης, καθώς και από την αναζωογόνηση της μεταποίησης και των υπηρεσιών υψηλότερης ειδίκευσης.

Η συνεχιζόμενη επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (ΚΔΒΜ) είναι χωρίς αμφιβολία το πιο νοσηρό κομμάτι του συστήματος. Η σταδιακή αυστηροποίηση των κανόνων που επιχειρείται από την ΔΥΠΑ ίσως φέρει καρπούς. Ταυτόχρονα, είναι ανάγκη να ενταθεί η επιτελική δουλειά, με τη συμβολή των κοινωνικών εταίρων, για την προετοιμασία ενός αποτελεσματικότερου συστήματος κατάρτισης: διάγνωση των αναγκών της αγοράς εργασίας, επαγγελματικά περιγράμματα, μετασχηματισμός των επαγγελμάτων, σύγχρονα προγράμματα σπουδών, εξειδικευμένοι εκπαιδευτές, επαγγελματική συμβουλευτική, εκπαιδευτικά εγχειρίδια, αυστηρή πιστοποίηση δεξιοτήτων κ.ά.

Από την άλλη, ο πακτωλός ευρωπαϊκών κονδυλίων έχει ξεπεράσει προ πολλού το σημείο πέρα από το οποίο είναι εφικτή η αξιοποίησή τους, ακόμη και εάν ήταν επιθυμητή (που για κάποιους από τους εμπλεκόμενους δεν είναι). Τα αποτελέσματα της απορρόφησής τους με πρόσχημα την (επιδοτούμενη) κατάρτιση είναι πλέον αρνητικά: η επιδοτούμενη κατάρτιση, όπως γίνεται στη χώρα μας, εξευτελίζει την απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων, εθίζει τους καταρτιζόμενους στο κυνήγι της επιδότησης, και στρεβλώνει την οικονομία – καθιστώντας λιγότερο ελκυστική την ενασχόληση με πραγματικές παραγωγικές δραστηριότητες, και επιβραβεύοντας την «επιχειρηματικότητα της αρπαχτής».

Συνεπώς, η εξυγίανση του τομέα περνάει μέσα από την σταδιακή απεξάρτηση από τον πακτωλό ευρωπαϊκών κονδυλίων για την κατάρτιση, ή τουλάχιστον από το μεγαλύτερο μέρος του. Ας γίνεται στο εξής με εθνικούς πόρους η στήριξη του εισοδήματος των (πραγματικών) ανέργων, όπως άλλωστε προβλέπουν οι κανόνες της ΕΕ. Ας παραιτηθούμε από την διεκδίκηση κονδυλίων για δράσεις που τελικά ζημιώνουν τη χώρα (παρότι ωφελούν κάποιους). Ας κινηθούμε προσεκτικά προς ένα μικρότερο μέγεθος συνεχιζόμενης επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, με λιγότερα και καλύτερα προγράμματα. Και ας διοχετεύσουμε τους υπόλοιπους κοινοτικούς πόρους που μας αναλογούν σε έργα υποδομών – στην τεχνική εκπαίδευση, στη διά βίου μάθηση, αλλά και στους υπόλοιπους τομείς της οικονομίας όπου οι ανάγκες μπορεί να είναι μεγαλύτερες.

Τέλος, ας θυμηθούμε ότι εάν ο στόχος μας είναι η σταδιακή μετατόπιση της ελληνικής οικονομίας προς ένα δυναμικότερο μοντέλο ανάπτυξης, για να τον πετύχουμε δεν αρκεί να επενδύουμε στην αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων. Αυτή, ακόμη και όταν γίνεται σωστά, πέφτει στο κενό όσο οι επιχειρήσεις παραμένουν εγκλωβισμένες σε δραστηριότητες χαμηλής τεχνολογίας, χαμηλής παραγωγικότητας, και χαμηλής ανταγωνιστικότητας.

Όπως δείχνουν τα στοιχεία που παρουσιάσαμε αλλού, η αύξηση της παραγωγικότητας περνά κατά προτεραιότητα μέσα  από την προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων έντασης κεφαλαίου, καθώς και από την βελτίωση των διαχειριστικών ικανοτήτων των εργοδοτών και των μάνατζερ των ελληνικών επιχειρήσεων.

Τότε και μόνο τότε θα πιάσει τόπο η αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων, που σήμερα παραμένει προβληματική – και τόσο μα τόσο αναγκαία.

19 Νοεμβρίου 2023

Η άλλη κρατικοδίαιτη επιχειρηματικότητα



Δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 19 Νοεμβρίου 2023). 

Εδώ και δύο αιώνες το ελληνικό κράτος επιδοτεί συστηματικά τους ελεύθερους επαγγελματίες (και τους αγρότες, και τις μικροεπιχειρήσεις) με μυριάδες τρόπους. Επιτρέπει την καταπάτηση δημόσιου χώρου (πεζοδρομίων, κτημάτων, παραλιών). Χαρίζει δάνεια (όπως επί δικτατορίας στους αγρότες). Καθορίζει χαμηλές εισφορές (όπως με το Ν4670/2020 που έσπευσε να περάσει η κυβέρνηση, ακυρώνοντας τη μερική εξίσωση των όρων ασφάλισης που είχε επιβάλει η Τρόικα). Προβλέπει χαριστικούς όρους συνταξιοδότησης (για αγρότες, νομικούς, μηχανικούς, υγειονομικούς κ.ά.). Προσφέρει «δωρεάν παιδεία» (το δικαίωμα των γιατρών ή των δικηγόρων να σπουδάζουν τα παιδιά τους στα ελληνικά ΑΕΙ με χρήματα φορολογουμένων με χαμηλότερο εισόδημα από ό,τι οι ίδιοι). Πάνω από όλα, το κράτος επιδοτεί την αυτοαπασχόληση κάνοντας τα στραβά μάτια στη φοροδιαφυγή.

Η πολιτική αυτή φέρνει αποτέλεσμα. Όπως δείχνουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το ποσοστό αυτοαπασχόλησης στη χώρα μας είναι μακράν το υψηλότερο στην ΕΕ (30,3% το 2021, έναντι κοινοτικού μέσου όρου 15,3%), ενώ ξεπερνά το αντίστοιχο λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, όπως είναι η Χιλή, η Κόστα Ρίκα, ή η Τουρκία.

Η Ελλάδα, με την ευγενική χορηγία των φορολογουμένων, παράγει περισσότερους δικηγόρους και γιατρούς (και μηχανικούς, και αρχιτέκτονες) από όσους χρειάζεται. Εκείνοι στη συνέχεια αποκτούν δυσανάλογη πολιτική ισχύ, καταλαμβάνουν θέσεις επιρροής, και στρεβλώνουν την δημόσια πολιτική προς όφελος τους, επιβάλλοντας νόμους που δημιουργούν τεχνητά εισοδήματα (π.χ. αυξάνοντας την δικηγορική ύλη, ή εμποδίζοντας την εξωδικαστική ρύθμιση των διαφορών), εκβιάζοντας την πολιτική εξουσία ακόμη και σε περιόδους έκτακτης ανάγκης (όπως συνέβη την εποχή των Μνημονίων).

Επιβεβαιώνοντας τη σχετική ρήση, οι ευεργετηθέντες δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους προς το ελληνικό κράτος φοροδιαφεύγοντας κατά συρροή και κατ’εξακολούθηση. Το πόσο ακριβώς, το υπαινίσσονται τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ: Οι μισοί και πάνω ελεύθεροι επαγγελματίες (54%) δηλώνουν μηδενικό εισόδημα. Άλλο ένα τρίτο σχεδόν (31%) δηλώνουν ετήσιο εισόδημα από 1 έως 10.000 ευρώ.

Με αυτά και με αυτά, η φορολογία των ελεύθερων επαγγελματιών στη χώρα μας αποδίδει μόλις 2,1% των συνολικών φορολογικών εσόδων, έναντι 5,1% στην ΕΕ (στοιχεία Eurostat). Με άλλα λόγια, στη χώρα μας ο μέσος ελεύθερος επαγγελματίας συνεισφέρει στα φορολογικά βάρη πέντε φορές λιγότερο (αναλογικά) από όσο ο αντίστοιχος Ευρωπαίος: έχουμε αναλογικά διπλάσιους ελεύθερους επαγγελματίες από τον κοινοτικό μέσο όρο, ενώ το μερίδιο τους στα φορολογικά έσοδα είναι δυόμιση φορές μικρότερο.

Κατά καιρούς το πράγμα ξεφεύγει, οπότε η εκάστοτε κυβέρνηση αισθάνεται την ανάγκη να συμμαζέψει κάπως την κατάσταση. Αυτό συνέβη την περίοδο 1994-1999, όταν ο Αλέκος Παπαδόπουλος, από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών, θεσμοθέτησε τα λεγόμενα «αντικειμενικά κριτήρια». Παρά την κινητοποίηση των θιγομένων, την αντιπολιτευτική δημαγωγία, και την εσωκομματική υπονόμευση, τα αντικειμενικά κριτήρια πέτυχαν το στόχο τους: αποκατέστησαν (σε κάποιο βαθμό) το αίσθημα δικαιοσύνης, αύξησαν τα φορολογικά έσοδα, συνέβαλαν στην δημοσιονομική εξυγίανση, και βοήθησαν την κυβέρνηση Σημίτη να πετύχει την ένταξη στη ζώνη του ευρώ.

Η πρόσφατη ανακοίνωση των νέων τεκμηρίων για τη φορολόγηση των ελευθέρων επαγγελματιών εκ μέρους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προκαλεί στους αναγνώστες κάποιας ηλικίας μια αίσθηση déjà-vu: τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά, πριν τριάντα σχεδόν χρόνια – και την κινητοποίηση των θιγομένων, και την αντιπολιτευτική δημαγωγία, και την εσωκομματική υπονόμευση.

Ζήτω τα αντικειμενικά κριτήρια λοιπόν; Όχι ακριβώς. Δεν είναι φοροφυγάδες όλοι όσοι δηλώνουν εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο: κάποιοι απλώς φυτοζωούν, ελλείψει εναλλακτικών. Ούτε θα θιγεί από τα νέα μέτρα ο μεγαλοδικηγόρος ή ο μεγαλογιατρός: αντίθετα, με δηλωθέν μηνιαίο εισόδημα 1.200 ευρώ και πάνω, θα ωφεληθεί από τη μείωση του Τέλους Επιτηδεύματος.

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Βραχυπρόθεσμα, λίγα πράγματα. Στις ΗΠΑ, όπου κινδυνεύεις να πας φυλακή για φοροδιαφυγή (όπως συνέβη στον Αλ Καπόνε), ο μέσος ελεύθερος επαγγελματίας κρύβει από την Εφορία μεγαλύτερο μέρος των πραγματικών εισοδημάτων του από ό,τι ο Έλληνας συνάδελφός του. Μόνο που οι αυτοαπασχολούμενοι στις ΗΠΑ είναι 6,6% των εργαζομένων (ενώ στην Ελλάδα 30,3%).

Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Μεσοπρόθεσμα, η δημόσια πολιτική πρέπει να προσανατολιστεί στην ακύρωση κάθε διάταξης, ρύθμισης και πρακτικής που αποθαρρύνει μια επιχείρηση να μεγαλώσει και να προσλάβει προσωπικό. Η κρατική επιδότηση της αυτοαπασχόλησης είναι ένα από τα σημαντικότερα τέτοια εμπόδια.

Αυτή άλλωστε ήταν μια από τις συστάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη για την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης. Στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από την πανηγυρική υποδοχή των πορισμάτων της σχετικής Έκθεσης, η κρατική επιδότηση της αυτοαπασχόλησης (και της μικροεπιχειρηματικότητας) έχει αυξηθεί και άλλο. Η επαναφορά των τεκμηρίων είναι ένα μικρό, δειλό βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση.

28 Οκτωβρίου 2023

Πολιτική ενέργειας: από τις επιδοτήσεις στα επιδόματα

 


Δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2023). 

Η νέα πολιτική της κυβέρνησης για τους λογαριασμούς ρεύματος, φυσικού αερίου, και πετρελαίου θέρμανσης αναμένεται να ανακοινωθεί επίσημα την Τετάρτη 1 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσανατολίζεται σε μια δέσμη μέτρων που θα περιλαμβάνει τη θεσμοθέτηση ενιαίου τιμολογίου για όλους τους παρόχους, την αναβάθμιση του επιδόματος θέρμανσης με γεωγραφικά και εισοδηματικά κριτήρια, καθώς και το «οριστικό τέλος των οριζόντιων επιδοτήσεων». Με τα νέα μέτρα ολοκληρώνεται η αργή στροφή της κυβερνητικής πολιτικής από τις επιδοτήσεις στα επιδόματα.

Είναι σωστή αυτή η στροφή; Κατά τη γνώμη μου, κάθε πολίτης που νοιάζεται για τη «δίκαιη μετάβαση» (όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται η προσαρμογή της ενεργειακής πολιτικής των κρατών μελών της ΕΕ με σκοπό την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής χωρίς κοινωνικούς κλυδωνισμούς) δεν μπορεί παρά να χαιρετίσει την εγκατάλειψη της αδιάκριτης επιδότησης των λογαριασμών, χωρίς κριτήρια εισοδήματος ή κατανάλωσης, που χαρακτήριζε την αρχική αντίδραση της κυβέρνησης στην εκτόξευση των τιμών ενέργειας την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2022.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιθυμία της κυβέρνησης (κάθε κυβέρνησης, παντού στην Ευρώπη και αλλού) να προστατεύσει τους καταναλωτές από τις απότομες αυξήσεις των τιμών ενέργειας παραμένει απολύτως θεμιτή. Η πράσινη μετάβαση για να είναι αποτελεσματική πρέπει να είναι δίκαιη. Αυτό άλλωστε είναι το δίδαγμα της εξέγερσης των «κίτρινων γιλέκων» κατά της αύξησης της φορολογίας στα καύσιμα το χειμώνα του 2018 στη Γαλλία, ή της πρόσφατης υπαναχώρησης της γερμανικής κυβέρνησης από την απαγόρευση της εγκατάστασης λεβήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στις κατοικίες που ανάγκαζε τους καταναλωτές να εγκαταστήσουν (ακριβότερες) αντλίες θερμότητας. Πολύ περισσότερο στη χώρα μας, όπου σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat το ποσοστό όσων δήλωναν ότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να ζεστάνουν το σπίτι τους ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ (μετά τη Βουλγαρία).

Όμως, παρότι θεμιτή ως προς τον στόχο, η αρχική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης ήταν βαθιά προβληματική: ήταν δημοσιονομικά ανεύθυνη (επιβάρυνε υπερβολικά τον κρατικό προϋπολογισμό), περιβαλλοντικά αναχρονιστική (σπαταλούσε τους πόρους του Ταμείου Μετάβασης της ΕΕ και αποδυνάμωνε τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας αντί να τα ενισχύει), και ταυτόχρονα κοινωνικά άδικη (μοίραζε το μερίδιο του λέοντος της δημόσιας ενίσχυσης σε εύπορους καταναλωτές με πολλά και μεγάλα σπίτια). 

Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής δεν άργησαν να φανούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το κόστος για το δημόσιο ταμείο της αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας το 2022 ήταν στην Ελλάδα μακράν υψηλότερο από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα: 4,87% του ΑΕΠ, έναντι μόλις 2,82% του ΑΕΠ στην Ιταλία και στην Πολωνία που μοιράζονταν τη δεύτερη θέση. (Βλ. OECD Energy Support Measures Tracker.) Αν και το κόστος αυτό καλύφθηκε κατά τα τρία τέταρτα από το Ταμείο Μετάβασης της ΕΕ και κατά το ένα τέταρτο από εθνικούς πόρους, επρόκειτο για μνημειώδη σπατάλη, και μάλιστα στη χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος (ως ποσοστό του ΑΕΠ) στην Ευρώπη.

Στη συνέχεια βέβαια, από το φθινόπωρο του 2022, η πολιτική των οριζόντιων επιδοτήσεων μετριάστηκε κάπως (π.χ. το ύψος της επιδότησης κλιμακωνόταν αντιστρόφως με το ύψος της κατανάλωσης), χωρίς πάντως να εγκαταλειφθεί τελείως. Εάν οι πληροφορίες αποδειχθούν ορθές, αυτό θα γίνει τώρα, με ισχύ από την αρχή του νέου έτους.

Φυσικά, έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας για να φτάσουμε σε μια δίκαιη και αποτελεσματική πολιτική δίκαιης μετάβασης στην Ελλάδα. Τα λιγνιτωρυχεία πρέπει να κλείσουν, τα σχέδια για εξορύξεις υδρογονανθράκων να εγκαταλειφθούν, οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά να υποστηριχθούν με αποφασιστικότητα παρά τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, οι ενεργειακές κοινότητες να ενθαρρυνθούν, η άσκοπη κατανάλωση ενέργειας στα δημόσια κτίρια να περιοριστεί δραστικά, τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας στις ιδιωτικές κατοικίες να αναβαθμιστούν, οι σχετικές διαδικασίες να απλοποιηθούν.

Η στροφή της κυβερνητικής πολιτικής από τις επιδοτήσεις στα επιδόματα είναι ένα θετικό πρώτο βήμα. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι το τελευταίο.


24 Σεπτεμβρίου 2023

Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο είναι ισχυρότερο παρά ποτέ

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην εκδήλωση για την Παρουσίαση της Έκθεσης της Επιτροπής Σοφών για το Μέλλον της Κοινωνικής Προστασίας και του Κράτους Πρόνοιας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023), και δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023).

Σύμφωνα με μια αρκετά διαδεδομένη vulgata, στην Ευρώπη και ιδίως στην Ελλάδα, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο βρίσκεται σε επιθανάτια αγωνία – εδώ και 50 χρόνια. Οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις (1973 & 1978) το συντάραξαν συθέμελα, η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού το υπονόμευσε, η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση και στη συνέχεια (στην Ευρώπη) η κρίση χρέους ήταν η χαριστική βολή (μια ακόμη), η πρόσφατη πανδημία το αποτελείωσε, η δε ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (με τις συνέπειές της: επανεμφάνιση του πληθωρισμού και ενίσχυση των αμυντικών δαπανών) το έθαψε ακόμη πιο βαθιά.

Σωστά; Αυτό δεν είναι το κυρίαρχο αφήγημα; Όπως επαναλαμβάνεται σε δεκάδες άρθρα και ομιλίες;

Πρόκειται για δημοφιλή ιστορία: έχει εύληπτη πλοκή, κακούς και καλούς, αρχή μέση και τέλος. Έχει μόνο ένα μειονέκτημα: ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ας ρίξουμε μια ματιά στα δεδομένα. Η κοινωνική δαπάνη στην ΕΕ των 27 έφτασε σχεδόν το 32% του ΑΕΠ το 2020 (και παρέμεινε πάνω από το 30% μετά το τέλος της πανδημίας). Ποτέ στο παρελθόν οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν αφιέρωναν τόσο μεγάλο μερίδιο του πλούτου που παρήγαγαν στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Καθόλου άσχημη επίδοση για ένα σύστημα που (πάντοτε σύμφωνα με τη vulgata) χαροπαλεύει, ή έχει ήδη αποδημήσει υπό το βάρος των απανωτών χτυπημάτων της μοίρας.

Θα μου πείτε: «Και η ανισότητα; Η φτώχεια; Δεν αυξάνονται αλματωδώς;» Στις ΗΠΑ, ναι. Στη Βρετανία, επίσης. Στην ΕΕ κατά μέσο όρο, όχι. Σε κάποια κράτη μέλη η ανισότητα αυξάνεται (συνήθως λίγο). Σε άλλα μειώνεται (επίσης λίγο).

«Ναι, ΟΚ – αλλά στην Ελλάδα;» Στη χώρα μας, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται (και από ό,τι πιστεύουν) πολλοί, η εισοδηματική ανισότητα βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών. Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας μείωσε τα εισοδήματα (δυστυχώς), συμπιέζοντας την κατανομή τους (ευτυχώς). Η δε κοινωνική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αυξηθεί καθαρά: αμέσως πριν τον κορωνοϊό (το 2019) πλησίαζε το 25%, ενώ αμέσως πριν την κρίση χρέους (το 2007) ήταν κάτω από το 21%. Και για να προλάβω την επόμενη ένσταση, ισχύει ότι το κλάσμα ανέβηκε επειδή έπεσε ο παρονομαστής (υποχώρησε το ΑΕΠ), αλλά αυτό οδηγεί σε δύο συμπεράσματα: πρώτον, διαψεύδει το αφήγημα της κατάρρευσης (η προτεραιότητα που δίνουμε στην κοινωνική προστασία δεν έχει εξασθενήσει, παρότι το μέγεθος της πίτας έχει μειωθεί), και δεύτερον, υποδεικνύει ότι τώρα πρέπει να δώσουμε έμφαση στην αύξηση του παρονομαστή, με άλλα λόγια σε μια κοινωνική πολιτική επιταχυντή της ανάπτυξης, αντί για τροχοπέδη (όπως ήταν την δήθεν «χρυσή εποχή» πριν τα Μνημόνια).

Γίνεται να έχουμε και ταχύρρυθμη (βιώσιμη) ανάπτυξη και υψηλού επιπέδου κοινωνική προστασία; Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα δείχνει ότι γίνεται. Οι πιο επιτυχημένες και δυναμικές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν το πιο στιβαρό και ποιοτικό κοινωνικό κράτος. Και τα δύο αυτά συνδέονται: η Ολλανδία ή η Δανία είναι δυναμικές οικονομίες επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας εκεί λειτουργεί σωστά (προστατεύει τους φτωχούς και τους ανέργους, διευκολύνει και τους δύο γονείς να συνδυάσουν οικογενειακές και επαγγελματικές ευθύνες, ενώ επίσης επενδύει στην καλή υγεία και στις δεξιότητες όλων των πολιτών).

«Όλα καλά λοιπόν;» Όχι βέβαια. Στις προηγμένες κοινωνίες προκύπτουν συνεχώς νέες ανάγκες. Η ψηφιακή οικονομία απαιτεί ριζική αναβάθμιση των δεξιοτήτων: όχι απλώς απορρόφηση των κονδυλίων για επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (στο οποίο είμαστε πρωταθλητές), αλλά ουσιαστικά προγράμματα σπουδών που εφοδιάζουν τους καταρτιζόμενους με αληθινές γνώσεις (στο οποίο είμαστε ουραγοί). Όσοι δεν τα καταφέρουν – άτομα ή χώρες – κινδυνεύουν να μείνουν για δεκαετίες στο περιθώριο της παγκόσμιας οικονομίας.

Το ίδιο ισχύει για τις υπόλοιπες προκλήσεις: H κλιματική αλλαγή απαιτεί προστασία για τα θύματα των θεομηνιών και μέριμνα για τους χαμένους των πράσινων φόρων. Η μακροβιότητα επιβάλλει αλλαγή προσανατολισμού (λιγότερες συντάξεις και περισσότερη υγεία), με στόχο το ενεργό γήρας. Η καθίζηση των γεννήσεων δεν αντιμετωπίζεται με προσλήψεις πολυτέκνων στο Δημόσιο, αλλά με αλλαγή παραδείγματος ώστε να πάψει να είναι η χώρα μας εχθρική για τους νέους, εχθρική για τα νέα ζευγάρια, και εχθρική για τα παιδιά. Κάπου εδώ να αναφέρουμε ότι χρειαζόμαστε επίσης μια πιο ψύχραιμη μεταναστευτική πολιτική, με λιγότερη εχθροπάθεια και περισσότερη ενσωμάτωση, πάντοτε με στόχο τη λελογισμένη αναζωογόνηση των κοινωνιών μας – εκτός αν προτιμάμε μια γερασμένη Ελλάδα με πληθυσμό 6 εκατομμυρίων. Και δεν αφορούν αυτά μόνο την Ελλάδα: το ίδιο ισχύει π.χ. για την πλούσια Βόρεια Ιταλία όπου ζω και εργάζομαι, καθώς και για άλλες χώρες και περιφέρειες στην Γηραιά (…) Ήπειρο.

Το κοινωνικό κράτος είναι το ισχυρό χαρτί της Ευρώπης στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει επιτυχώς αυτές τις δυσκολίες – και άλλες. Θα το κατορθώσει μόνο εάν καταφέρει να ανανεωθεί, στην Ελλάδα και παντού.

17 Σεπτεμβρίου 2023

Κράτος και αγορά αντιμέτωποι με την κλιματική αλλαγή



Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023).

Οι διαδοχικές καταστροφές του περασμένου καλοκαιριού – του φριχτού καλοκαιριού του 2023 που όσοι το έζησαν θα το θυμούνται για πολλά χρόνια – έφεραν στην επιφάνεια τις πιο αποκρουστικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας. Την απέχθεια των περισσότερων εκλεγμένων (σε όλα τα επίπεδα: από το αρμόδιο υπουργείο έως το τελευταίο δημοτικό διαμέρισμα) για ο,τιδήποτε απαιτεί μακροπρόθεσμο σχέδιο, προσήλωση στο στόχο, φροντίδα για τον τόπο, δουλειά για το κοινό καλό. Την αδυναμία της δημόσιας διοίκησης να προβλέψει τους κινδύνους, να αναλάβει πρωτοβουλίες, να κινηθεί με ταχύτητα και ευελιξία, να εγκαταλείψει την ευθυνοφοβία και τον ασφυκτικό φορμαλισμό. Την μυωπία των τοπικών κοινωνιών, τον εγωισμό των μυριάδων συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, την καχυποψία τους για οποιαδήποτε αλλαγή, την αντίθεσή τους σε ό,τι τους ξεβολεύει, την αμεριμνησία τους – μέχρι να συμβεί η καταστροφή. Αυτός είναι ο χειρότερος εαυτός μας. Δεν υπάρχει βέβαια μόνο αυτός: δεν λείπουν οι διορατικοί πολιτικοί, ούτε οι εργατικοί δημόσιοι λειτουργοί, ούτε οι συνεννοήσιμοι πολίτες. Είναι όμως απελπιστικά λίγοι, και απελπιστικά απομονωμένοι. Προς το παρόν, κερδίζουν οι άλλοι. Και χάνουμε όλοι.

Ελπίζοντας ότι έχουμε πάρει το μάθημά μας, πώς πρέπει να κινηθούμε για να αντιμετωπίσουμε την επόμενη κλιματική κρίση;

Τρεις σύντομες παρατηρήσεις, μένοντας στο πεδίο της οικονομίας και της δημόσιας πολιτικής:

1. Εάν κάτι έδειξε το φριχτό καλοκαίρι που μόλις περάσαμε είναι ότι χωρίς αποτελεσματικό κράτος δεν πάμε πουθενά. Όχι υπερτροφικό, όχι γραφειοκρατικό, όχι εχθρικό προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις: απλώς αποτελεσματικό. Ικανό να ρυθμίζει τους κανόνες της συλλογικής συμβίωσης, και να τους επιβάλλει. Είμαστε πολύ μακριά από ένα τέτοιο κράτος. Ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες και επιτυχημένες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης (από τη ΜΟΔ και τα ΚΕΠ των κυβερνήσεων Σημίτη έως την ψηφιακή διακυβέρνηση της σημερινής κυβέρνησης) παρέκαμπταν την κρατική μηχανή αντί να την αναβαθμίζουν. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Δεν είμαι σίγουρος πώς (άλλοι ξέρουν πολύ καλύτερα), ελπίζω με διακομματική συναίνεση (που σήμερα είναι δυσεύρετη), όμως ένα είναι βέβαιο: περιθώρια για αναβολές δεν υπάρχουν.

2. Στην εξεταστική περίοδο του περυσινού καλοκαιριού δεν απέτυχε μόνο το κράτος: απέτυχε επίσης η ιδιωτική πρωτοβουλία. Δεν θα αναφερθώ στον γνωστό οπορτουνισμό πολλών ελληνικών επιχειρήσεων, που έχει και θετικές πλευρές (π.χ. την ετοιμότητα στην αξιοποίηση των ευκαιριών). Θα σημειώσω μόνο ότι το μοντέλο ανάπτυξης από το οποίο δεν φαίνεται να ξεκολλάμε εύκολα είναι συγκλονιστικά αυτοκαταστροφικό: τα μπαρ στις περιοχές Natura, τα ντους στις παραλίες άνυδρων νησιών, ο οικοδομικός οργασμός στις Κυκλάδες και αλλού, πριονίζουν το κλειδί στο οποίο καθόμαστε όλοι. Με αυτό το ρυθμό, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, η «ομορφότερη χώρα στον κόσμο» θα είναι μια έρημος από τσιμέντο, με κακόγουστα και ντεμοντέ θέρετρα, με τουρίστες που δεν γνωρίζουν ούτε σέβονται τον τόπο, με βρώμικες παραλίες, και αφόρητη ζέστη. (Για να μην μιλήσω για το χειρότερο σενάριο: όλα τα προηγούμενα συν την τουρκική επιθετικότητα.) Εάν ένα τέτοιο μέλλον δεν μας αρέσει, θα πρέπει από τώρα να εξυγιάνουμε τον τουριστικό κλάδο, να περιορίσουμε τη μετάστασή του, να διαφοροποιήσουμε την εθνική οικονομία.

3. Χωρίς επώδυνα μέτρα, η κλιματική αλλαγή δεν αντιμετωπίζεται. Το ρεύμα πρέπει να ακριβύνει, το ίδιο και η βενζίνη, τα αεροπορικά ταξίδια, και πολλά άλλα αγαθά που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε «πρώτης ανάγκης». Ποιο ήταν όμως το δίδαγμα της εξέγερσης των «κίτρινων γιλέκων»; Όχι (μόνο) ότι οι λαϊκιστές είναι ανεύθυνοι, ούτε (μόνο) ότι οι Γάλλοι είναι συχνά κουραστικοί. Αλλά επίσης ότι για να είναι κοινωνικά αποδεκτά τα μέτρα θα πρέπει να μοιράζουν δίκαια το κόστος. Εάν ακριβύνει η βενζίνη, ο Παριζιάνος (ή ο Μιλανέζος) που κινείται με το μετρό δεν θα επηρεαστεί, όμως ο κάτοικος μιας μικρής πόλης (όπου χωρίς αυτοκίνητο μένεις χωρίς τρόφιμα) θα αισθανθεί φτωχότερος.

Πράσινοι φόροι λοιπόν ναι, αλλά με μέτρο, και με εισοδηματική στήριξη όσων πλήττονται. Για το καλό όλων.

13 Ιουλίου 2023

Τα κέρδη αυξάνονται, οι (πραγματικοί) μισθοί μειώνονται. Είμαστε ΟΚ με αυτό;

 


Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023).


Η δημοσίευση την περασμένη Τρίτη (11 Ιουλίου 2023) της ετήσιας έκθεσης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για τις προοπτικές της αγοράς εργασίας (OECD Employment Outlook 2023) επιβεβαίωσε αυτό που πολλοί υποψιάζονταν: τα κέρδη αυξάνονται, ενώ οι (πραγματικοί) μισθοί μειώνονται. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, στη χώρα μας, την τελευταία τετραετία (από το τελευταίο τρίμηνο του 2019 έως το πρώτο τρίμηνο του 2023), τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 16,1%, ενώ το κόστος εργασίας κατά 7%. (Και τα δύο σε ονομαστικούς όρους, ανά μονάδα προϊόντος.) Σε πραγματικούς όρους, δηλ. συνυπολογίζοντας την άνοδο των τιμών, το μοναδιαίο κόστος εργασίας (και κατ’ επέκταση το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ) μειώθηκε κατά 4,6%. Σε παρόμοια συμπεράσματα είχε καταλήξει σχετική έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Μάλιστα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΚΤ, το 2022 στην Ευρωζώνη τα κέρδη αυξήθηκαν περισσότερο από τους μισθούς σε όλους τους κλάδους, όχι μόνο στην ενέργεια.

Γιατί αυξάνονται τα κέρδη; Η ερμηνεία της «απληστίας» (greedflation), παρότι δημοφιλής, και όχι εντελώς αβάσιμη, φαίνεται υπερβολικά ανεπαρκής. Η αύξηση των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών είναι το φυσικό επακόλουθο της αύξησης της ζήτησης (λόγω των επιδομάτων επί πανδημίας, των κονδυλίων του Ταμείου Ανάπτυξης κ.ά.) αλλά όχι και της προσφοράς (λόγω διαταραχής των εφοδιαστικών αλυσίδων εξαιτίας του κορωνοϊού, της επίθεσης της Ρωσίας στην Ουκρανία, του εμπορικού ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας κ.ά.). Προφανώς, για τις επιχειρήσεις αυτό το επακόλουθο είναι καλοδεχούμενο, όμως αυτό δεν το κάνει λιγότερο φυσικό.

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των κερδών είναι το νέο στοιχείο του σημερινού πληθωριστικού επεισοδίου. Στο προηγούμενο επεισόδιο, όταν o τετραπλασιασμός της τιμής του αργού πετρελαίου το 1973 και ο εκ νέου διπλασιασμός της το 1979 προκάλεσαν γενική άνοδο των τιμών σε όλο τον δυτικό κόσμο, ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης του πληθωρισμού από την ενέργεια στην υπόλοιπη οικονομία ήταν η (εύλογη) αύξηση των τιμών εκ μέρους των επιχειρήσεων, και στη συνέχεια η (εξίσου εύλογη) διεκδίκηση μισθολογικών αυξήσεων εκ μέρους των συνδικάτων. Εκείνο το επεισόδιο δεν είχε ευνοϊκή κατάληξη για τους εργαζόμενους. Αρχικά, η διατήρηση της αγοραστικής αξίας των μισθών υποστηρίχθηκε από την κοινή γνώμη ως δίκαιη και λογική, και ανάγκασε τις κυβερνήσεις αρκετών χωρών (Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα και άλλες) να θεσμοθετήσουν επίσημους μηχανισμούς αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ).

Σταδιακά έγινε κατανοητό ότι ο μηχανισμός της ΑΤΑ τροφοδοτούσε ένα ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών, που απλώς επιδείνωνε την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας και καθήλωνε την ανάπτυξη. Καθώς σε κύκλους οικονομολόγων και κεντρικών τραπεζιτών ωρίμαζε η ιδέα της κατάργησης ή τουλάχιστον της τροποποίησης της ΑΤΑ, τα συνδικάτα τήρησαν απορριπτική στάση. Στην Ιταλία, όταν η κυβέρνηση Κράξι με πρωθυπουργικό διάταγμα αποδυνάμωσε την ΑΤΑ (προβλέποντας αύξηση των μισθών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από την αύξηση των τιμών), το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο Cgil μάζεψαν υπογραφές για δημοψήφισμα (όπως προβλέπει το Σύνταγμα), με ερώτημα την ακύρωση ή όχι του διατάγματος, και άρα την επαναφορά ή όχι της πλήρους ΑΤΑ. Όμως στο δημοψήφισμα του Ιουνίου 1985 το ΙΚΚ και η Cgil ηττήθηκαν: το Όχι επικράτησε καθαρά (54,3% έναντι 45,7%), ανοίγοντας τον δρόμο στην εφαρμογή αντιπληθωριστικής πολιτικής, που όπως και στον υπόλοιπο κόσμο κατάφερε την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού προκαλώντας οικονομική ύφεση και αύξηση της ανεργίας, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Όλα καλά λοιπόν; Μπορούμε να είμαστε ήσυχοι ότι η μείωση των πραγματικών μισθών, παρότι δυσάρεστη για τους μισθωτούς, δεν αποτελεί πρόβλημα για την οικονομία; Όχι ακριβώς. Σε πρόσφατη ομιλία της (22 Μαρτίου 2023), η Κριστίν Λαγκάρντ, Πρόεδρος της ΕΚΤ, επεσήμανε το ρόλο των κερδών στην εκτίναξη του πληθωρισμού, υπογραμμίζοντας ότι μόνο «ο δίκαιος επιμερισμός του κόστους του πληθωρισμού μπορεί να αποτρέψει τον ανταγωνισμό τύπου ‘οφθαλμό αντί οφθαλμού’ μεταξύ κερδών και μισθών, που μπορεί να τροφοδοτήσει ανοδικά σπιράλ τιμών».

Για διάφορους λόγους, οικονομικούς (μετάβαση σε μια μεταβιομηχανική οικονομία) και πολιτικούς (έκλειψη των «μεγάλων αφηγήσεων»), τα συνδικάτα στις περισσότερες χώρες είναι πολύ πιο αδύναμα σήμερα από ό,τι πριν 40 χρόνια. Συνεπώς, και να ήθελαν δεν θα μπορούσαν να επιβάλλουν λύσεις τύπου ΑΤΑ. Δεν φαίνεται καν να θέλουν πάντως. Ακόμη και η Cgil, με πολύ πιο μαχητική ηγεσία σήμερα από ό,τι τις τελευταίες πολλές δεκαετίες, απέρριψε στο πρόσφατο συνέδριό της (15-18 Μαρτίου 2023) την πρόταση της μειοψηφίας για υιοθέτηση της ΑΤΑ. Σε όλες τις χώρες, τα συνδικάτα σήμερα είναι πιο προσεκτικά, αναγνωρίζοντας ότι ο πληθωρισμός σε τελική ανάλυση στρέφεται πάντοτε εναντίον των εργαζομένων, και συνεπώς η τιθάσευση του πληθωρισμού είναι προς το συμφέρον και των εργαζομένων.

(Επί πλέον, ο πληθωρισμός πλήττει τους πιο αδύναμους: ως γνωστόν, επειδή τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος δαπανούν μεγαλύτερο μερίδιο του οικογενειακού προϋπολογισμού σε ενέργεια, τρόφιμα, και κατοικία, οι αυξήσεις σε αυτές τις κατηγορίες αγαθών καταλήγουν σε υψηλότερο πληθωρισμό για τους φτωχούς παρά για τους πλούσιους.)

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Σε περυσινό κείμενο μας με την Σωτηρία Θεοδωροπούλου, ερευνήτρια του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Εργατικών Συνδικάτων, εξηγούμε γιατί ένα μείγμα κοινωνικών συμφώνων (μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων) και στοχευμένων εισοδηματικών ενισχύσεων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας μπορεί να προστατεύσει τους πιο αδύναμους χωρίς να προκαλέσει ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών. Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει η έκθεση του ΟΟΣΑ που αναφέραμε στην αρχή, η οποία επί πλέον βλέπει πολύ θετικά την αύξηση του κατώτατου μισθού, με το επιχείρημα ότι τα δεδομένα δείχνουν ότι η αλυσιδωτή αύξηση και των υπόλοιπων μισθών (όπως φοβούνται πολλοί) είναι στην πράξη πολύ περιορισμένη.

Στην Ελλάδα, ο κατώτατος μισθός πράγματι αυξήθηκε σημαντικά σε ονομαστικούς όρους (20% από τον Ιανουάριο 2021 έως Μάιο 2023), περνώντας με την τελευταία αύξηση λίγο πάνω από τον σωρευτικό πληθωρισμό της περιόδου (βλ. διάγραμμα*). Βέβαια, χωρίς τακτική αναπροσαρμογή, και ο κατώτατος μισθός θα κινδυνεύσει από «διάβρωση» της αγοραστικής του αξίας.

Κατά τα άλλα, μετά την αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων με τις νομοθετικές ρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας, στη χώρα μας τα κοινωνικά σύμφωνα φαίνονται πλέον ανέφικτα: όταν οι περισσότερες συμβάσεις είναι ατομικές, οι εργοδότες δεν έχουν να κερδίσουν πολλά από ένα κοινωνικό σύμφωνο.

Όσο για τα μέτρα αντιμετώπισης της ανόδου των τιμών ενέργειας, τα δεδομένα του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η χώρα μας ήταν πρωταθλήτρια στο κόστος των μέτρων (6,3% του ΑΕΠ από το 2022), όμως το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσε οριζόντιες επιδοτήσεις τιμών (5,2% του ΑΕΠ) αντί για στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις (1,1% του ΑΕΠ).

Όπως ίσως θυμούνται οι αναγνώστες του Κ-report, οι αρνητικές παρενέργειες των (οριζόντιων) μέτρων αντιμετώπισης της ανόδου των τιμών ενέργειας ήταν ακριβώς το θέμα προηγούμενου άρθρου μας. Έκτοτε η πολιτική της κυβέρνησης διορθώθηκε κάπως σε σχέση με την αρχική πολιτική τύπου «όλα τα λεφτά όλα τα κιλοβάτ». Μένει να δούμε πώς ακριβώς οι επιχειρηματικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της ενέργειας προτίθενται να περάσουν στις τιμές καταναλωτή την υποχώρηση των κόστους των αγαθών ενέργειας που αγοράζουν στις διεθνείς αγορές.

Το διάγραμμα δείχνει την εξέλιξη του κατώτατου μισθού, σε ονομαστικούς (ανοιχτόχρωμη γραμμή) και πραγματικούς (σκουρόχρωμη γραμμή) όρους, από τον Ιανουάριο 2021 έως τον Μάιο 2023. (Πηγή: Annex Figure 1.C.1. OECD Employment Outlook 2023, σελ. 78).