Oμιλία σε συνάντηση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ) με θέμα «Ανισότητες και διακρίσεις στη δημόσια διοίκηση, στην εκπαίδευση και στην κοινωνική πολιτική» (Αθήνα 7 Ιουνίου 2006)
Δεν είναι καθόλου αυτονόητο ότι η καταπολέμηση των ανισοτήτων είναι οπωσδήποτε βασικός στόχος της κοινωνικής πολιτικής. Για παράδειγμα, έχει υποστηριχθεί ότι στο «φιλελεύθερο» μοντέλο κοινωνικής προστασίας ο κύριος στόχος (στην καλύτερη περίπτωση) είναι η παροχή ενός διχτυού ασφαλείας για την ανακούφιση από την ακραία φτώχεια, ενώ στις χώρες της ηπειρωτικής Ευρώπης όπου η κοινωνική προστασία σχεδόν ταυτίζεται με την κοινωνική ασφάλιση (όπως άλλωστε συμβαίνει και στην Ελλάδα), ο κύριος στόχος είναι η προαγωγή της κοινωνικής συνοχής – στόχος ασύμβατος με μια ραγδαία επιδείνωση της ανισότητας, αλλά όχι κατ’ ανάγκην με τη διατήρησή της σε ένα σταθερό και ίσως σχετικά υψηλό επίπεδο.
Πράγματι, η καταπολέμηση των ανισοτήτων αποτελεί προγραμματικό στόχο της κοινωνικής (αλλά και της οικονομικής, φορολογικής, εκπαιδευτικής, καθώς και πολιτικής απασχόλησης) μόνο στο σκανδιναβικό μοντέλο κοινωνικής προστασίας. Ως γνωστόν, το μοντέλο αυτό διόλου τυχαία λέγεται και σοσιαλδημοκρατικό. Και για αυτόν το λόγο, παρότι δεν ζούσα σε άλλο πλανήτη την τελευταία δεκαετία, στο υπόλοιπο της ομιλίας μου θα υποθέσω ότι η κοινωνική πολιτική κάθε πολιτικής δύναμης που αυτοτοποθετείται αριστερά του κέντρου – πόσο μάλλον της εκσυγχρονιστικής κεντροαριστεράς – εμπνέεται από το ιδεώδες της καταπολέμησης των ανισοτήτων (και των διακρίσεων). Εάν κάνω λάθος θα μου το πείτε.
Θα αναφερθώ επί τροχάδην σε τρία θέματα: στην εικόνα της κατανομής του εισοδήματος στη χώρα μας σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ, σε όψεις ανισοτήτων (και διακρίσεων) στην κοινωνική πολιτική όπως παραδοσιακά ασκείται στην Ελλάδα, και τέλος στις αιτίες της επιβίωσης του παραδοσιακού μοντέλου πολύ μετά την ημερομηνία λήξης του.
1. Κατανομή του εισοδήματος
Σύμφωνα με όλα τα διαθέσιμα στοιχεία, η ανισότητα μειώθηκε σημαντικά κατά την περίοδο 1974-82 και παρέμεινε περίπου αμετάβλητη από τότε. Το ίδιο συμβαίνει και με τη (σχετική) φτώχεια – όμως, όταν η σχετική φτώχεια παραμένει σταθερή ενώ το μέσο εισόδημα αυξάνει, η απόλυτη φτώχεια κατά κανόνα μειώνεται.
Σε σχέση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης (και μάλιστα των 25!), η ανισότητα στην Ελλάδα είναι σαφώς μεγαλύτερη. Μάλιστα, ενώ στην ΕΕ η εισοδηματική ανισότητα των ηλικιωμένων είναι χαμηλότερη από ό,τι στον υπόλοιπο πληθυσμό, στη χώρα μας συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Τα ίδια και χειρότερα ισχύουν και όσον αφορά τη φτώχεια, η οποία είναι υψηλότερη (μεγαλύτερο ποσοστό σχετικής φτώχειας), οξύτερη (μεγαλύτερο ποσοστό ακραίας φτώχειας), βαθύτερη (μεγαλύτερο χάσμα φτώχειας) και πιο επίμονη (μεγαλύτερο ποσοστό συνεχούς επί 3 έτη παραμονής κάτω από το όριο φτώχειας) στην Ελλάδα από ό,τι στην ΕΕ-25 κατά μέσο όρο.
Τα παραπάνω δεδομένα χαρακτηρίζονται και αυτά από μεγάλη σταθερότητα. Αυξομειώσεις στους διάφορους δείκτες υπάρχουν, αλλά βρίσκονται κατά κανόνα στα όρια του στατιστικού σφάλματος. Η ΕΣΥΕ πρόσφατα δημοσίευσε νεώτερα στοιχεία που δείχνουν ότι στην περίοδο 2001-03 η ανισότητα και η συνολική φτώχεια αυξήθηκαν, ενώ η φτώχεια των ηλικιωμένων μειώθηκε. Τα στοιχεία αυτά βασίζονται σε μια νέα στατιστική σειρά και θα πρέπει να ιδωθούν με κάποια επιφύλαξη. Πάντως, η γενική εικόνα σταθερότητας δεν φαίνεται να μεταβάλλεται.
Το ερώτημα είναι: γιατί; Η απάντηση του συρμού (φτωχό και μίζερο κοινωνικό κράτος κτλ.) δεν στέκει: η κοινωνική δαπάνη στη χώρα μας αυξήθηκε σημαντικά τη δεκαετία 1994-2004, σε απόλυτες τιμές και ως ποσοστό του ΑΕΠ. Συνεπώς, ακόμη και αν λάβει υπόψη του κανείς τον υπερβάλλοντα ζήλο με τον οποίο συχνά υπολογίζονταν τα σχετικά μεγέθη, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύγκλιση που επιτεύχθηκε προς τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο ήταν πραγματική.
Όμως, η σταθερότητα της ανισότητας και της φτώχειας σε συνθήκες αύξησης της κοινωνικής δαπάνης δείχνει ότι κάτι δεν πάει καλά: το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα χρηματοδοτείται πολύ καλύτερα σήμερα από ό,τι 10 ή 20 χρόνια πριν, αλλά παραμένει το ίδιο πελατειακό κράτος παροχών που γνωρίσαμε και δεν αγαπήσαμε. Είχαμε μεγέθυνση αλλά όχι ανάπτυξη. Η σύγκλιση με το Ευρωπαϊκό mainstream ήταν ποσοτική αλλά όχι ποιοτική.
2. Όψεις ανισοτήτων (και διακρίσεων)
«Το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα οικοδομήθηκε άναρχα. [Είναι] προϊόν συνεχών συμβιβασμών με ομάδες πίεσης ή περιστασιακής αντιμετώπισης κρίσεων». Χάρη σε αυτή την ιστορική διαδικασία, το σημερινό κοινωνικό κράτος δεν συνιστά συνεκτικό σύνολο αλλά «εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων» – τόσο που να δικαιολογεί το χαρακτηρισμό του ως «κράτους πελατειακών παροχών». Τάδε έφη Κωσταντίνος Σημίτης στο μακρινό 1989.
Από τότε μέχρι τώρα λίγα άλλαξαν, κάποια μάλιστα προς το χειρότερο. 90% των κοινωνικών επιδομάτων είναι συντάξεις (68% στην ΕΕ-15). Περίπου ένα τρίτο της συνολικής δαπάνης για συντάξεις, επιχορηγήσεις του κράτους στην κοινωνική ασφάλιση, κατανέμεται το ίδιο άδικα και ανορθολογικά όπως και πριν. Η κατάργηση του ΛΑΦΚΑ (σταγόνας στον ωκεανό, αλλά σταγόνας εξισωτικής αναδιανομής) λίγες επί της ουσίας διαμαρτυρίες προκάλεσε. 40% των ασφαλισμένων του ιδιωτικού τομέα (σε μια χώρα χωρίς βαρειά βιομηχανία) υπάγεται στο καθεστώς των ΒΑΕ – μάλιστα, με το νόμο Ρέππα το καθεστώς αυτό επεκτείνεται και στον δημόσιο τομέα. Όπως και τότε, εξακολουθούμε να έχουμε όχι ένα αλλά πολλά κοινωνικά κράτη: άλλο καθεστώς, με ευνοϊκούς κανόνες για άνδρες, μεσήλικες, ασφαλισμένους σε ευγενή ταμεία, εργαζόμενους στο Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες – και άλλο καθεστώς, με δυσμενείς κανόνες για τους νεότερους, τους εργαζόμενους στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα, τους ασφαλισμένους στα «λαϊκά» ταμεία, καθώς και τις (περισσότερες) γυναίκες. Το ΕΚΑΣ ήταν καινοτομία, αλλά δεν αντιστοιχεί σε πάνω από το 2-3% της συνολικής δαπάνης για συντάξεις. Πάντως, η συμβολή του (μαζί με την αναβάθμιση των αγροτικών συντάξεων) στην πραγματική βελτίωση των εισοδημάτων των χαμηλοσυνταξιούχων υπήρξε αξιοσημείωτη.
Και εκτός συντάξεων, λίγα πράγματα άλλαξαν. Τα επιδόματα ανεργίας εξακολουθούν να καλύπτουν περισσότερο τους εποχικά εργαζόμενους παρά τους μακροχρόνια ανέργους. Δεν έχουμε επιδόματα παιδιού αλλά πολυτεκνικά (μόνο καθ’ ημάς επιβιώνει αυτό το τυπικό δείγμα κοινωνικής πολιτικής των νοτιοευρωπαϊκών φασισμών της δεκαετίας του ’30). Τα επιδόματα ΑΜΕΑ ανέρχονται σε 23, με ειδικό επίδομα «τυφλών ασκούμενων δικηγόρων», τρεις φορές πιο γενναιόδωρο από το επίδομα των τυφλών που δεν είναι ασκούμενοι δικηγόροι. Για ένα φεγγάρι η «επιλεκτικότητα» και η «στόχευση» ήταν πολύ της μόδας – και όμως, το κατ’ εξοχήν επιλεκτικό και στοχευμένο πρόγραμμα, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα που εφαρμόζεται στην Κύπρο και σε άλλες 22 χώρες μέλη της ΕΕ, παραμένει αντικείμενο μιας ανούσιας και ρηχής ρητορικής στην Ελλάδα.
Εν τω μεταξύ, νέες ανισότητες προστέθηκαν στις παλιές. Το 12% του εργατικού δυναμικού ήλθαν στη χώρα μας ως μετανάστες. Χάρη σε μύρια νομοθετικά και γραφειοκρατικά εμπόδια, πολλοί από αυτούς είναι «παράνομοι» – άρα χωρίς κοινωνικά δικαιώματα. Όσοι καταφέρουν να υπερβούν τα εμπόδια (και πείσουν τους εργοδότες τους να τους κολλάνε ένσημα), συχνά διαπιστώνουν ότι για τους υπαλλήλους του ΟΑΕΔ και άλλων υπηρεσιών εξακολουθούν να είναι πολίτες β’ κατηγορίας. Πρόκειται για την πιο κραυγαλέα περίπτωση διακρίσεων κατά την εφαρμογή μιας νομοθεσίας που ούτως ή άλλως προσβάλλει την έννοια της δικαιοσύνης.
Λίγα, λοιπόν, πράγματα άλλαξαν – κάποια μάλιστα προς το χειρότερο – στα χρόνια που μεσολάβησαν από τη δημοσίευση του «Ανάπτυξη και εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας», παρότι εν τω μεταξύ ο συγγραφέας του (αιρετικός βουλευτής της αντιπολίτευσης τότε) στα μισά από αυτά τα χρόνια κυβέρνησε τη χώρα ως πρωθυπουργός.
Έχω λόγους να πιστεύω (άλλοι, όμως, μπορεί να διαφωνούν) ότι αυτή η αναντιστοιχία λόγων και έργων δεν οφείλεται σε έλλειψη ειλικρίνειας. Αντίθετα, θεωρώ ότι η διάψευση των ελπίδων που γέννησε το 1996 θα πρέπει να αναζητηθεί αφενός στην αδυναμία των μεταρρυθμιστικών ιδεών, και αφετέρου στη δυσαρμονία τους με βαθύτατα ριζωμένες αντιλήψεις που (παρότι ανεδαφικές) καλλιεργήθηκαν επί δεκαετίες από ευρύτατο φάσμα της πολιτικής ελίτ και των υπόλοιπων διαμορφωτών της κοινής γνώμης.
3. Αιτίες της επιβίωσης του παραδοσιακού μοντέλου
Η ιδέα ότι η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι κάτι που μας το ζητούν πιεστικά οι διεθνείς οργανισμοί και τα ντόπια φερέφωνά τους από ιδεολογική εχθρότητα στις κατακτήσεις του λαού μας (ίσως και του τόπου), καθώς και η συνακόλουθη ιδέα ότι κατά βάθος το μόνο που χρειάζεται η κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα είναι περισσότερα χρήματα, διαπερνούν το σύνολο του πολιτικού φάσματος: από τη λαϊκή δεξιά έως την παραδοσιακή αριστερά. Είναι περιττό να προσθέσω ότι οι δύο αυτές ιδέες αποτελούν επίσης βαθιές πεποιθήσεις σχεδόν του συνόλου των μελών και στελεχών του ΠΑΣΟΚ, με μερικές μάλλον δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις.
Θα έπρεπε να είναι επίσης περιττό να σημειώσω ότι οι δύο κεντρικές ιδέες του παραδοσιακού μοντέλου είναι βαθύτατα λαθεμένες. Η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι επειγόντως αναγκαία, για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας αλλά και για την εξάλειψη των αδικιών (και διακρίσεων) του σημερινού συστήματος. Και η αποκατάσταση της βιωσιμότητας θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι – έναντι της γενιάς των παιδιών μας ή των παιδιών των παιδιών μας. Για αυτά χρειάζεται η μεταρρύθμιση, όχι λόγω Μάαστριχτ ή ΟΝΕ ή Συμφώνου Σταθερότητας.
Έχει κατανοηθεί αυτό το κομβικό σημείο; Είναι μέρος της πολιτικής κουλτούρας μας; Φοβάμαι πως όχι – ούτε καν μεταξύ των πιο προωθημένων εκσυγχρονιστών. Εξ ου και η επιλογή του να δοθεί η μάχη για τη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους με τον άτολμο, σχεδόν «ένοχο» τρόπο που έγινε, εξ ου και η συνεχής επίκληση του Μάαστριχτ και της ΟΝΕ – σαν από εκεί να απέρρεε η πολιτική νομιμοποίηση της μεταρρύθμισης, όχι από τις παταγώδεις αποτυχίες του σημερινού συστήματος. Η τύχη των προτάσεων Γιαννίτση απέδειξε κυρίως αυτό: ότι οι μάχες που δεν δίνονται, τελικά χάνονται πιο εύκολα και με μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.
Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι τα περιθώρια χειρισμών ήταν ούτως ή άλλως στενά, λόγω της «κάθετης» αντίθεσης των συνδικάτων. Σωστό – αν και η κυριαρχία της ΠΑΣΚΕ εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια δείχνει ότι η αντίθεση των συνδικάτων θα πρέπει να θεωρείται μάλλον ενδογενής παρά εξωγενής περιορισμός.
Το κύριο πρόβλημα με τα συνδικάτα είναι η στρεβλή αντιπροσώπευση των εργαζομένων από αυτά. Η αναντιστοιχία έχει διάφορες διαστάσεις:
- Μεταξύ κλάδων της οικονομίας: η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ έχουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της ΓΣΕΕ, παρότι οι κλάδοι της κοινής ωφέλειας και των τραπεζών απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ).
- Μεταξύ των δύο φύλων: 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η αναλογία τους στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη.
- Μεταξύ ηλικιακών ομάδων: παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι κατά 5 φορές μικρότερη από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών.
- Μεταξύ εθνικών ομάδων: με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν κατάφερε (ή δεν προσπάθησε;) να οργανώσει τους ξένους εργάτες, ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.
- Τέλος, μεταξύ ασφαλιστικών ταμείων: παρότι ως γνωστόν το ΙΚΑ ασφαλίζει πάνω από 90% των μισθωτών εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, το ποσοστό των μελών της Διοικούσας Επιτροπής της ΓΣΕΕ που είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ κυμαίνεται γύρω στο 30%.
Όλα αυτά έχουν δύο κρίσιμες συνέπειες. Πρώτον, η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή όλο και λιγότερο μοιάζει με την εικόνα του μέσου μισθωτού. Δεύτερον, μια μεταρρυθμιστική πολιτική μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντα των μισθωτών, χωρίς παρόλα αυτά να αποσπά την έγκριση της ΓΣΕΕ.
Νομίζω ότι το ηθικό δίδαγμα των παραπάνω είναι προφανές. Μια μελλοντική σοσιαλιστική, κεντροαριστερή κτλ. κυβέρνηση δεν θα αξίζει να λέγεται σοσιαλιστική, κεντροαριστερή κτλ. εάν απλώς «κάνει καθυστέρηση» μέχρι να τελειώσει η θητεία της ώστε να κληροδοτήσει την «καυτή πατάτα του ασφαλιστικού» στην επόμενη κυβέρνηση.
Κάποια μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι αναπόφευκτη, όμως το περιεχόμενό της δεν είναι δεδομένο. Το σενάριο μιας γενικής, δραστικής περικοπής κοινωνικών δικαιωμάτων όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο ακόμη δεν είναι ρεαλιστικό, αλλά κάποτε μπορεί να είναι. Το μόνο σίγουρο είναι ότι το status quo δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ.
Καταλαβαίνω την απροθυμία των πολιτικών να θίξουν τα κακώς κείμενα του ασφαλιστικού. Είναι άχαρη δουλειά, που φθείρει όποιον την αναλάβει. Ο πειρασμός της φυγομαχίας είναι μεγάλος. Όμως, από κάτι τέτοια κρίνεται η συλλογική διορατικότητα των πολιτικών δυνάμεων. Και σε κάτι τέτοια φαίνεται η διαφορά μεταξύ πολιτικών που αγωνιούν για το τι θα γράφουν για αυτούς οι αυριανές εφημερίδες, και πολιτικών που αγωνιούν για το τι θα γράφουν για αυτούς τα μελλοντικά βιβλία ιστορίας.
7 Ιουνίου 2006
1 Μαΐου 2006
Οι συνδικαλιστές και «εμείς οι άλλοι»
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Μάιος 2006)
Όταν πριν δύο χρόνια, και λίγες εβδομάδες μετά τις βουλευτικές εκλογές, γινόταν το τελευταίο συνέδριο της ΓΣΕΕ, το κύρος της ήταν το υψηλότερο από τη μεταπολίτευση. Ήταν άλλωστε ακόμη νωπή η εικόνα της «μάχης για το Ασφαλιστικό», εικόνα της μαχητικής συνομοσπονδίας που δεν δίστασε να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την κυβέρνηση – και μάλιστα να την αναγκάσει σε υποχώρηση – προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα των μελών της. Πολύ περισσότερο που ήταν μια κυβέρνηση κατά τεκμήριο «φιλική» προς τα συνδικάτα, στην οποία υποτίθεται ότι επρόσκειτο το 49% των μελών της διοίκησης της ΓΣΕΕ (αλλά και της άλλης συνομοσπονδίας, εξίσου αν όχι περισσότερο μαχητικής, της ΑΔΕΔΥ).
Σήμερα φυσά άλλος άνεμος. Η μεθόδευση της κυβέρνησης ΝΔ για την «εξυγίανση» του ΟΤΕ (χρυσοπληρωμένη εθελούσια έξοδος για την παλαιά φρουρά, όροι εργασίας και ασφάλισης όπως στον ιδιωτικό τομέα για τους νεοπροσληφθέντες) διέσπασε το συνδικάτο. Η «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» στις τράπεζες σε πείσμα των εκκλήσεων της ΟΤΟΕ για διάλογο και ενιαίο ταμείο ήταν σαφής ήττα για την ισχυρότερη ομοσπονδία εργαζομένων – ήττα που προσπαθεί τώρα να κεφαλαιοποιήσει η εργοδοσία με την πρόταση για διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης αντί κλάδου (και σε επίπεδο ατομικό αντί για συλλογικό στο μέλλον). Η επιχειρούμενη αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος στις ΔΕΚΟ μπορεί τελικά να βαλτώσει, όχι τόσο όμως επειδή η κυβέρνηση ανησυχεί για την αντίδραση των πάλαι ποτέ πανίσχυρων εκεί συνδικάτων, αλλά απλώς επειδή σκοντάφτει στο ένα εμπόδιο μετά το άλλο και χάνει γενικά τον βηματισμό της. Και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα σχετικής αδιαφορίας – αν όχι μερικής συναίνεσης – της κοινής γνώμης.
Τι πήγε στραβά; Απλώς, η αίσθηση ισχύος των συνδικάτων στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ψευδαίσθηση. Δυο μόλις χρόνια ήταν αρκετά για να φανεί ότι η πολιτική επιρροή τους δεν οφείλεται στην οργανωτική τους δύναμη, στην παρουσία τους στους χώρους δουλειάς και στην ικανότητά τους να υπερασπίζονται τους εργαζομένους απέναντι σε εργοδότες σκληρούς και άπληστους. Τίποτε από όλα αυτά – εξ άλλου, εκεί όπου οι εργοδότες είναι όντως σκληροί και άπληστοι, τα συνδικάτα απουσιάζουν. Η αλήθεια (και πρόκειται για μια αλήθεια γνωστή, όσο και πικρή) είναι ότι η πολιτική επιρροή των συνδικαλιστικών οργανώσεων εξαρτάται από την εμμονή της εκάστοτε κυβέρνησης στην εξασφάλιση της συναίνεσής τους – είτε για λόγους πεποίθησης όπως συχνά συνέβαινε επί κυβερνήσεων Σημίτη, είτε για λόγους ανάγκης όπως συμβαίνει επί κυβερνήσεων ΝΔ. Εάν για κάποιο λόγο η κυβέρνηση πάψει να αναζητά ή να χρειάζεται τη συναίνεσή τους, τα συνδικάτα αποκαλύπτονται στην πραγματικότητα αδύναμα.
Η αδυναμία των συνδικάτων οφείλεται πρώτα και κύρια στην ουσιαστική απουσία τους από τους περισσότερους χώρους δουλειάς. Ο συνδικαλισμός στη χώρα μας αναπτύχθηκε κυρίως στη σχετική ασφάλεια της δημόσιας απασχόλησης: όχι μόνο στο Δημόσιο αυτό καθεαυτό, αλλά και στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων και των τραπεζών (μέχρι πρόσφατα επίσης κρατικών). Οι δύο τελευταίοι κλάδοι απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ), όμως η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ έχουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της ΓΣΕΕ. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 15%.
Γενικά, η οργανωτική διείσδυση των συνδικάτων είναι χαμηλότερη στα πιο δυναμικά τμήματα της απασχόλησης. Η ισχνή παρουσία τους στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αναφέρθηκε. Το 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η «φυλετική» αναλογία στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι μικρότερη κατά 5 φορές από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Τέλος, με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει οργανώσει τους ξένους εργάτες ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.
Η συνέπεια όλων αυτών είναι φανερή: η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή (άνδρας, μεσήλικας, με μονιμότητα, 100% Έλληνας) μοιάζει όλο και λιγότερο με την εικόνα του μέσου μισθωτού (νεότερος, χωρίς μονιμότητα, με πιθανότητα 40% να είναι γυναίκα και 12% να είναι ξένος).
Προφανώς, δεν πρέπει να υποτιμά κανείς τις αντικειμενικές δυσκολίες. Όμως, φαίνεται ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έχουν δεχθεί αμαχητί την περιχαράκωσή τους στο σχετικά πολύ πιο προστατευμένο κομμάτι των μισθωτών. Το πρόβλημα για τα συνδικάτα είναι ότι το κομμάτι αυτό φθίνει, με αποτέλεσμα να είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να περιοριστούν σε μια χούφτα συρρικνούμενους κλάδους της αγοράς εργασίας και να εκλείψουν ως κοινωνική δύναμη. Το πρόβλημα για τους εργαζομένους είναι τα συνδικάτα απουσιάζουν ακριβώς από εκεί που τα χρειάζονται περισσότερο.
Είναι άσχετο αυτό με τη μείωση της επιρροής τους; Την ώρα που τα συνδικάτα δίνουν μάχες οπισθοφυλακής για την διατήρηση της μονιμότητας και του «κεκτημένου δικαιώματος» όσων εργάζονται στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες να συνταξιοδοτούνται 10 ή και 20 χρόνια νωρίτερα από όλους τους υπόλοιπους, η συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει μάλλον διαφορετικά προβλήματα: απλήρωτες υπερωρίες, ανασφάλιστη εργασία, χαμηλότερες αμοιβές, αβέβαιες προοπτικές. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Και όσο η πολιτική των συνδικάτων κυριαρχείται από την «ατζέντα» των εργαζομένων του προστατευμένου τομέα, τόσο δυσκολότερη θα είναι η αύξηση της επιρροής τους μεταξύ των γυναικών, των νέων, των ξένων εργατών.
Τι μπορεί να γίνει; Το ζήτημα για τις δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς είναι κατ’ αρχήν να αποφύγουν τον συνήθη πειρασμό της αυτόματης ταύτισης με οτιδήποτε τυχαίνει κατά καιρούς να υποστηρίζει η εκάστοτε συνδικαλιστική ηγεσία. Στη συνέχεια, να αποφύγουν τον άλλο πειρασμό (μόλις ορατό ακόμη, αλλά πάντως υπαρκτό) του να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τα συνδικάτα ως μια συντεχνιακή ομάδα πίεσης σαν όλες τις άλλες. Και οι δύο επιλογές είναι ελκυστικές, κυρίως γιατί δεν απαιτούν ούτε πολλή σκέψη ούτε πολλή δουλειά.
Όμως, η υπόθεση του συνδικαλισμού είναι εξαιρετικά σοβαρή για να την αφήνουμε στους συνδικαλιστές. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα πρόγραμμα που υπερασπίζεται τα σημερινά και μελλοντικά συμφέροντα όλων των εργαζομένων και που δίνει άμεση προτεραιότητα στην ισόρροπη ανάπτυξη των συνδικάτων σε όλους τους χώρους δουλειάς. Και φυσικά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί όσο συνδικαλιστές και πολιτικοί αναλώνονται σε ασήμαντες διαμάχες «χαμηλής» πολιτικής.
Όταν πριν δύο χρόνια, και λίγες εβδομάδες μετά τις βουλευτικές εκλογές, γινόταν το τελευταίο συνέδριο της ΓΣΕΕ, το κύρος της ήταν το υψηλότερο από τη μεταπολίτευση. Ήταν άλλωστε ακόμη νωπή η εικόνα της «μάχης για το Ασφαλιστικό», εικόνα της μαχητικής συνομοσπονδίας που δεν δίστασε να συγκρουστεί κατά μέτωπο με την κυβέρνηση – και μάλιστα να την αναγκάσει σε υποχώρηση – προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα των μελών της. Πολύ περισσότερο που ήταν μια κυβέρνηση κατά τεκμήριο «φιλική» προς τα συνδικάτα, στην οποία υποτίθεται ότι επρόσκειτο το 49% των μελών της διοίκησης της ΓΣΕΕ (αλλά και της άλλης συνομοσπονδίας, εξίσου αν όχι περισσότερο μαχητικής, της ΑΔΕΔΥ).
Σήμερα φυσά άλλος άνεμος. Η μεθόδευση της κυβέρνησης ΝΔ για την «εξυγίανση» του ΟΤΕ (χρυσοπληρωμένη εθελούσια έξοδος για την παλαιά φρουρά, όροι εργασίας και ασφάλισης όπως στον ιδιωτικό τομέα για τους νεοπροσληφθέντες) διέσπασε το συνδικάτο. Η «ασφαλιστική μεταρρύθμιση» στις τράπεζες σε πείσμα των εκκλήσεων της ΟΤΟΕ για διάλογο και ενιαίο ταμείο ήταν σαφής ήττα για την ισχυρότερη ομοσπονδία εργαζομένων – ήττα που προσπαθεί τώρα να κεφαλαιοποιήσει η εργοδοσία με την πρόταση για διαπραγμάτευση σε επίπεδο επιχείρησης αντί κλάδου (και σε επίπεδο ατομικό αντί για συλλογικό στο μέλλον). Η επιχειρούμενη αλλαγή του εργασιακού καθεστώτος στις ΔΕΚΟ μπορεί τελικά να βαλτώσει, όχι τόσο όμως επειδή η κυβέρνηση ανησυχεί για την αντίδραση των πάλαι ποτέ πανίσχυρων εκεί συνδικάτων, αλλά απλώς επειδή σκοντάφτει στο ένα εμπόδιο μετά το άλλο και χάνει γενικά τον βηματισμό της. Και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα σχετικής αδιαφορίας – αν όχι μερικής συναίνεσης – της κοινής γνώμης.
Τι πήγε στραβά; Απλώς, η αίσθηση ισχύος των συνδικάτων στην πραγματικότητα δεν ήταν παρά ψευδαίσθηση. Δυο μόλις χρόνια ήταν αρκετά για να φανεί ότι η πολιτική επιρροή τους δεν οφείλεται στην οργανωτική τους δύναμη, στην παρουσία τους στους χώρους δουλειάς και στην ικανότητά τους να υπερασπίζονται τους εργαζομένους απέναντι σε εργοδότες σκληρούς και άπληστους. Τίποτε από όλα αυτά – εξ άλλου, εκεί όπου οι εργοδότες είναι όντως σκληροί και άπληστοι, τα συνδικάτα απουσιάζουν. Η αλήθεια (και πρόκειται για μια αλήθεια γνωστή, όσο και πικρή) είναι ότι η πολιτική επιρροή των συνδικαλιστικών οργανώσεων εξαρτάται από την εμμονή της εκάστοτε κυβέρνησης στην εξασφάλιση της συναίνεσής τους – είτε για λόγους πεποίθησης όπως συχνά συνέβαινε επί κυβερνήσεων Σημίτη, είτε για λόγους ανάγκης όπως συμβαίνει επί κυβερνήσεων ΝΔ. Εάν για κάποιο λόγο η κυβέρνηση πάψει να αναζητά ή να χρειάζεται τη συναίνεσή τους, τα συνδικάτα αποκαλύπτονται στην πραγματικότητα αδύναμα.
Η αδυναμία των συνδικάτων οφείλεται πρώτα και κύρια στην ουσιαστική απουσία τους από τους περισσότερους χώρους δουλειάς. Ο συνδικαλισμός στη χώρα μας αναπτύχθηκε κυρίως στη σχετική ασφάλεια της δημόσιας απασχόλησης: όχι μόνο στο Δημόσιο αυτό καθεαυτό, αλλά και στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων και των τραπεζών (μέχρι πρόσφατα επίσης κρατικών). Οι δύο τελευταίοι κλάδοι απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ), όμως η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ έχουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της ΓΣΕΕ. Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 15%.
Γενικά, η οργανωτική διείσδυση των συνδικάτων είναι χαμηλότερη στα πιο δυναμικά τμήματα της απασχόλησης. Η ισχνή παρουσία τους στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αναφέρθηκε. Το 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η «φυλετική» αναλογία στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι μικρότερη κατά 5 φορές από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Τέλος, με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει οργανώσει τους ξένους εργάτες ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.
Η συνέπεια όλων αυτών είναι φανερή: η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή (άνδρας, μεσήλικας, με μονιμότητα, 100% Έλληνας) μοιάζει όλο και λιγότερο με την εικόνα του μέσου μισθωτού (νεότερος, χωρίς μονιμότητα, με πιθανότητα 40% να είναι γυναίκα και 12% να είναι ξένος).
Προφανώς, δεν πρέπει να υποτιμά κανείς τις αντικειμενικές δυσκολίες. Όμως, φαίνεται ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες έχουν δεχθεί αμαχητί την περιχαράκωσή τους στο σχετικά πολύ πιο προστατευμένο κομμάτι των μισθωτών. Το πρόβλημα για τα συνδικάτα είναι ότι το κομμάτι αυτό φθίνει, με αποτέλεσμα να είναι πλέον ορατός ο κίνδυνος να περιοριστούν σε μια χούφτα συρρικνούμενους κλάδους της αγοράς εργασίας και να εκλείψουν ως κοινωνική δύναμη. Το πρόβλημα για τους εργαζομένους είναι τα συνδικάτα απουσιάζουν ακριβώς από εκεί που τα χρειάζονται περισσότερο.
Είναι άσχετο αυτό με τη μείωση της επιρροής τους; Την ώρα που τα συνδικάτα δίνουν μάχες οπισθοφυλακής για την διατήρηση της μονιμότητας και του «κεκτημένου δικαιώματος» όσων εργάζονται στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες να συνταξιοδοτούνται 10 ή και 20 χρόνια νωρίτερα από όλους τους υπόλοιπους, η συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει μάλλον διαφορετικά προβλήματα: απλήρωτες υπερωρίες, ανασφάλιστη εργασία, χαμηλότερες αμοιβές, αβέβαιες προοπτικές. Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Και όσο η πολιτική των συνδικάτων κυριαρχείται από την «ατζέντα» των εργαζομένων του προστατευμένου τομέα, τόσο δυσκολότερη θα είναι η αύξηση της επιρροής τους μεταξύ των γυναικών, των νέων, των ξένων εργατών.
Τι μπορεί να γίνει; Το ζήτημα για τις δυνάμεις της ευρύτερης Αριστεράς είναι κατ’ αρχήν να αποφύγουν τον συνήθη πειρασμό της αυτόματης ταύτισης με οτιδήποτε τυχαίνει κατά καιρούς να υποστηρίζει η εκάστοτε συνδικαλιστική ηγεσία. Στη συνέχεια, να αποφύγουν τον άλλο πειρασμό (μόλις ορατό ακόμη, αλλά πάντως υπαρκτό) του να αρχίσουν να αντιμετωπίζουν τα συνδικάτα ως μια συντεχνιακή ομάδα πίεσης σαν όλες τις άλλες. Και οι δύο επιλογές είναι ελκυστικές, κυρίως γιατί δεν απαιτούν ούτε πολλή σκέψη ούτε πολλή δουλειά.
Όμως, η υπόθεση του συνδικαλισμού είναι εξαιρετικά σοβαρή για να την αφήνουμε στους συνδικαλιστές. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα πρόγραμμα που υπερασπίζεται τα σημερινά και μελλοντικά συμφέροντα όλων των εργαζομένων και που δίνει άμεση προτεραιότητα στην ισόρροπη ανάπτυξη των συνδικάτων σε όλους τους χώρους δουλειάς. Και φυσικά κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί όσο συνδικαλιστές και πολιτικοί αναλώνονται σε ασήμαντες διαμάχες «χαμηλής» πολιτικής.
5 Ιανουαρίου 2005
Το ασφαλιστικό και τα διλήμματα της «δομικής αντιπολίτευσης»
Γράφτηκε για την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Ιανουάριος 2005) - δεν δημοσιεύτηκε ποτέ.
Ένας ανυποψίαστος επισκέπτης της σημερινής Ελλάδας θα σχημάτιζε την εντύπωση ότι το πρόβλημα με τη Νέα Δημοκρατία, σύμφωνα με τους αντιπάλους της, είναι ο νεοφιλελευθερισμός.
Είναι αλήθεια ότι ειδικά στην εκδοχή των κομμάτων της Αριστεράς, νεοφιλελεύθερη ήταν και η κυβέρνηση Σημίτη, άρα δεν πρέπει να αναμένονται μεγάλες αλλαγές. Πάντως, κατά ΚΚΕ-ΣΥΝ, μια συστηματικότερη επίθεση στις κατακτήσεις των εργαζομένων και συνεπέστερη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων συνταγών είναι μέσα στο πρόγραμμα. Στην εκδοχή του ΠΑΣΟΚ, η ΝΔ απειλεί το κοινωνικό κράτος και την κοινωνική συνοχή, όπως στην περίοδο 1990-93.
Οπωσδήποτε, το γεγονός ότι ο αυθεντικότερος ίσως εκφραστής της οικονομικής πολιτικής της προηγούμενης κυβέρνησης ΝΔ είναι σήμερα βουλευτής Επικρατείας με τις ψήφους του ΠΑΣΟΚ μειώνει την πειστικότητα και τη λογική συνέπεια του επιχειρήματος της νεοφιλελεύθερης απειλής. Όμως, τουλάχιστον προς το παρόν, η διαπίστωση αυτή δεν δείχνει να επηρεάζει το είδος της αντιπολίτευσης που φαίνεται ότι θα ασκήσει το ΠΑΣΟΚ.
Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς ότι η αντιπολιτευτική τακτική του ΠΑΣΟΚ είναι ακόμη υπό διαμόρφωση. Σωστό. Άλλωστε, ήδη μεταξύ των επιφανών στελεχών του έχουν εκδηλωθεί διαφορές (ύφους, σε αυτή τη φάση) όσον αφορά την κατάλληλη δοσολογία μεταξύ δομικής αντιπολίτευσης και μηδενιστικής κριτικής εφ’ όλης της ύλης – ευγενές άθλημα στο οποίο είχε διακριθεί ιδιαιτέρως και η σημερινή κυβέρνηση. Και πάλι σωστό.
Υπάρχει, όμως, ένα σημείο στο οποίο συμπίπτουν όλοι όσοι έχουν πάρει μέρος στη συζήτηση για τα αίτια της ήττας, πολιτικοί αλλά και αναλυτές. Παρά τις όποιες επιτυχίες της (σπουδαίες; ασήμαντες; εδώ οι απόψεις στο εσωτερικό του ΠΑΣΟΚ διαφέρουν), η κυβέρνηση Σημίτη ακολούθησε μια πορεία αποξένωσης από τα λαϊκά στρώματα. Η αντίστροφη μέτρηση υποτίθεται ότι άρχισε τον Απρίλιο 2001, με την κατάθεση του ασφαλιστικού νομοσχεδίου Γιαννίτση. Όσα επακολούθησαν ήταν λίγο-πολύ μοιραία.
Δεν συμμερίζομαι καθόλου τη διάγνωση αυτή, όμως αυτό δεν είναι σημαντικό. Το σημαντικό είναι ότι αυτή η εμμονή σε παρωχημένες αντιλήψεις της δεκαετίας του ’70, αφού μπλόκαρε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και ακύρωσε τη μετεξέλιξη του κυβερνητικού ΠΑΣΟΚ Σημίτη σε σοσιαλδημοκρατικό κόμμα Ευρωπαϊκού τύπου, δεν προοιωνίζει τίποτε θετικό ούτε για το αντιπολιτευτικό ΠΑΣΟΚ Παπανδρέου, οποιαδήποτε μορφή αυτό τελικά πάρει.
Σύμφωνα, λοιπόν, με την εξαιρετικά διαδεδομένη αντίληψη περί ασφαλιστικού (αλλά το ίδιο ισχύει για μια ολόκληρη σειρά άλλων δυσεπίλυτων κόμβων), κάθε προσπάθεια αντιμετώπισης του προβλήματος είναι εκ προοιμίου καταδικαστέα. Οι νόμοι της περιόδου 1990-92 πολεμήθηκαν ως «νεοφιλελεύθερη επίθεση στις κοινωνικές κατακτήσεις».
Όμως, το ότι οι μετέπειτα κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ δεν τους κατάργησαν αποτελεί έμμεση αναγνώριση της συμβολής τους στη βραχυπρόθεσμη, τουλάχιστον, βελτίωση της χρηματοδοτικής θέσης του συστήματος. Χωρίς αμφιβολία, ο διαχωρισμός σε «παλιούς» και «νέους» ασφαλισμένους υπήρξε κατάφωρη αδικία σε βάρος των νέων, ήταν όμως ένας πραγματιστικός και (όπως φάνηκε) επιτυχής τρόπος κατευνασμού των συνδικάτων του δημοσίου τομέα: αφού τα «κεκτημένα» των τελευταίων δεν γινόταν να θιγούν, δεν έμενε παρά να σταλεί ο λογαριασμός στις επερχόμενες γενεές. Όπερ και εγένετο.
Νεοφιλελεύθερες, λοιπόν, οι νομοθετικές πρωτοβουλίες Μάνου-Σιούφα, «νεοφιλελεύθερη» η Έκθεση του (παλιού ΕΠΟΝίτη και στελέχους του αντιδικτατορικού αγώνα) καθηγητή Σπράου, «νεοφιλελεύθερο» και το άτυχο νομοσχέδιο του (ει μη τι άλλο υπερβολικά παραδοσιακού σοσιαλδημοκράτη) Γιαννίτση – μόνη μη νεοφιλελεύθερη παρέμβαση ο νόμος Ρέππα, που εισάγει τα βαρέα και ανθυγιεινά στο Δημόσιο μειώνοντας (και άλλο!) τη μέση ηλικία συνταξιοδότησης.
Θα είχε άδικο ο ανυποψίαστος επισκέπτης της εισαγωγής να συμπεράνει ότι το ασφαλιστικό που έχουμε είναι το καλύτερο δυνατό; Και όμως, το σύστημα συντάξεων στην Ελλάδα είναι κατακερματισμένο (διαφορετικό σύστημα σε κάθε ταμείο), αναπαράγει και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις περιορίζει, δεν αντιμετωπίζει αποτελεσματικά τη φτώχεια των ηλικιωμένων. Όσον αφορά την οικονομική βιωσιμότητά του, τα πράγματα είναι μάλλον τραγικά: η μακροπρόθεσμη εξέλιξη του ελλείμματος προβλέπεται εκρηκτική, πιο εκρηκτική από ό,τι οπουδήποτε αλλού στην Ευρώπη των 15.
Στο σημείο αυτό, ο πειρασμός της αξιωματικής αντιπολίτευσης είναι προφανής. Πράγματι, το ΠΑΣΟΚ δεν έλυσε το ασφαλιστικό. Γιατί να μην προσπαθήσει να το κάνει η ΝΔ; Αφενός θα αναλάβει εκείνη τη βρώμικη δουλειά, αφετέρου θα φθαρεί, διευκολύνοντας την επάνοδο της «δημοκρατικής παράταξης» στην εξουσία.
Εύχομαι ειλικρινά στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ (και, θα πρόσθετα, του ΣΥΝ, εάν δεν είναι πολύ αργά) να μην ενδώσει. Από τη μια, ένα σοσιαλδημοκρατικό/ σοσιαλιστικό/ κεντροαριστερό κόμμα που αποστρέφεται τις μεταρρυθμίσεις θα πρέπει να αναρωτηθεί σε τι ακριβώς χρησιμεύει.
Από την άλλη, υπάρχει ένα πρακτικό πρόβλημα. Η σημερινή κυβέρνηση δεν δείχνει πρόθυμη να παίξει το ρόλο του «νεοφιλελεύθερου κακού» που προβλέπει το σενάριο, διαβεβαιώνοντας σε όλους τους τόνους ότι τα όρια ηλικίας κτλ. δεν πρόκειται να θιγούν. Ακριβώς επειδή η ΝΔ είναι περισσότερο συντηρητική παρά νεοφιλελεύθερη, η πρόθεσή της να ασχοληθεί όσο γίνεται λιγότερο με το ασφαλιστικό μου φαίνεται ειλικρινής. Και τότε «τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους. Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις».
1 Ιανουαρίου 2005
«La Macedonia greca è greca»
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Ιανουάριος 2005)
Senza dubbio, per gran parte degli italiani la parola «macedonia» ha (o almeno aveva, fino a pocchi anni fa) un significato culinario-gastronomico piuttosto che politico-storico. Ma non intendo adottare il solito atteggiamento del greco incompreso nei confronti dello straniero che non riesce proprio a comprendere («impara la storia», come dicevano i cartelloni appesi ai muri di tutti gli aeroporti greci nei primi anni ’90). Tutt’ altro. Anche perchè, se è vero che la storia dei Balcani è sempre stata incomprensibile al resto del mondo (con l’ eccezzione sporadica di qualche storico o quella ancora più rara di qualche politico), è altrettanto vero che la versione dei fatti che passa per «storia» ad Atene non è certo quella di Skopje, nè quella di Belgrado, nè quella di Sofia, nè quanto meno quella di Ankara. Allora come spiegare gli eventi del ultimo mese, quando la questione della Macedonia è tornata ad eccitare brevemente la classe politica greca?
Forse è più facile partire proprio dall’ equivoco gastronomico: se all’insalata di frutta è stato dato il nome di una fascia larga della penisola balcanica, è solo perchè la composizione etnica, linguistica e religiosa della Macedonia (intesa, appunto, nel senso geografico) è storicamente stata piuttosto complicata. Ma il mosaico culturale è stato anche un puzzle politico – e spesso, tragicamente, «la polveriera d’ Europa».
Ai tempi del Congresso di San Stefano (1877) che ha assegnato la Macedonia alla Bulgaria, e di quello di Berlino (1878) che ha ripristinato il dominio ottomano su gran parte di questa area, la questione della Macedonia sembrava alla diplomazia europea proprio insolubile. La Macedonia era un territorio strategico, abitato da slavi, greci, albanesi e turchi. Inoltre, il suo porto principale era patria di cinquantamila ebrei sefaraditi, la cosmopolita «ville juif» di Salonicco. Aromano vlacchi, Roma zingari e tante altre comunità nomadiche o minoritarie completavano il quadro. Era piuttosto ovvio che in un futuro non troppo distante l’ Impero ottomano perderebbe la Macedonia. Ma chi fra i nazionalismi emergenti dell’ area riuscirebbe a stabilire il proprio controllo?
Quello che è successo dopo è stato descritto «stato di conflitto continuo»: terrorismo dei nazionalisti macedoni del VMRO (1903), guerriglia greca (1905, molto simile nei metodi e negli effetti), prima guerra balcanica (1912, tutti contro i turchi), seconda guerra balcanica (1913, greci e serbi contro i bulgari), prima guerra mondiale, guerra greco-turca (1921-22), seconda guerra mondiale, guerra civile greca (1946-49). Un mare di sangue, spostamenti di popolazioni e «pulizia etnica» (tramite le armi, gli scambi di minoranze o tramite l’ istituzione moderna dell’ istruzione obbligatoria).
Alla fine degli anni ’40, i confini dei Balcani sembravano definiti una volta per sempre. Per i greci, oltre che patria storica di Filippo il Secondo e di Alessandro Magno, la Macedonia era semplicemente la regione della Grecia del Nord. Una area indubbiamente greca, con i greci arrivati dal Ponto o dall’ Asia Minore, e senza gli ebrei sterminati nei campi nazisti, senza i musulmani «restituiti» alla Turchia, senza gli slavi emigrati o assimilati a metà. Per gli altri macedoni, quelli slavi ma nè bulgari nè serbi, è rimasta la semi-autonomia della Repubblica federale iugoslava di Macedonia – ovvero, la coesistenza con i serbi e gli altri all’ interno di uno stato non sempre rispettoso nei confronti delle minoranze etniche, come per esempio quella italiana d’ Istria, ma che almeno riconosceva i macedoni slavi come sua parte costituente.
Negli ultimi anni ’80, mentre sloveni e soppratutto croati e serbi cominciavano la loro discesa verso il nazionalismo violento, la Macedonia iugoslava di Kiro Gligorov ha lavorato inutilmente fino alla fine per la soppravivenza della federazione. Era logico: la Jugoslavia federale offriva protezione ai macedoni slavi come l’ Austro-Ungheria imperiale di ottanta anni prima offriva protezione agli ebrei. Gli stati nazionali fanno paura alle nazioni troppo debole, alle communità senza nazione e senza stato. La dichiarazione d’ indipendenza da parte della Macedonia iugoslava nel 1992 fu una decisione quasi inevitabile, presa con molto timore e poco entusiasmo.
La reazione greca è ben nota. Prima l’ embargo contro quello stato indifeso e impoverito, voluto da quasi tutta la classe politica e accolto con entusiasmo dalla stragrande maggioranza dell’ opinione pubblica. Poi il rifiuto totale di discutere i termini di qualsiasi compromesso («Macedonia Slava»? «Macedonia del Nord»? «Macedonia del Vardar»?), come quello proposto dalla Presidenza portoghese dell’ Ue nel 1992. Solo qualche centinaia di intellettuali della sinistra democratica e del centrodestra liberale (tutte e due correnti politiche in via d’ estinzione) hanno osato opporsi pubblicamente all’ ondata nazionalista che avvelenava la vita politica. Era allora che lo storico Filippos Iliù, scomparso nel 2004, pronunciò la sua risposta allo slogan ufficiale «la Macedonia è greca» che serve da titolo di questo articolo.
Oggi, la nostra classe politica è ben consapevole di essere prigioniera del delirio nazionalista di dieci anni fa e dei luoghi comuni tanto cari a gran parte dell' elettorato, cresciuto sulla dieta quotidiana di semiverità ripetute ad nauseam da opinionisti ignoranti o dal partito virtuale del nostro arcivescovo. Riconoscere che la politica greca sulla «questione macedone» è stata moralmente difettosa e politicamente falimentare non è certo facile, ma è proprio quel che ci vuole per uscire da questa strada cieca. È troppo chiederlo?
Senza dubbio, per gran parte degli italiani la parola «macedonia» ha (o almeno aveva, fino a pocchi anni fa) un significato culinario-gastronomico piuttosto che politico-storico. Ma non intendo adottare il solito atteggiamento del greco incompreso nei confronti dello straniero che non riesce proprio a comprendere («impara la storia», come dicevano i cartelloni appesi ai muri di tutti gli aeroporti greci nei primi anni ’90). Tutt’ altro. Anche perchè, se è vero che la storia dei Balcani è sempre stata incomprensibile al resto del mondo (con l’ eccezzione sporadica di qualche storico o quella ancora più rara di qualche politico), è altrettanto vero che la versione dei fatti che passa per «storia» ad Atene non è certo quella di Skopje, nè quella di Belgrado, nè quella di Sofia, nè quanto meno quella di Ankara. Allora come spiegare gli eventi del ultimo mese, quando la questione della Macedonia è tornata ad eccitare brevemente la classe politica greca?
Forse è più facile partire proprio dall’ equivoco gastronomico: se all’insalata di frutta è stato dato il nome di una fascia larga della penisola balcanica, è solo perchè la composizione etnica, linguistica e religiosa della Macedonia (intesa, appunto, nel senso geografico) è storicamente stata piuttosto complicata. Ma il mosaico culturale è stato anche un puzzle politico – e spesso, tragicamente, «la polveriera d’ Europa».
Ai tempi del Congresso di San Stefano (1877) che ha assegnato la Macedonia alla Bulgaria, e di quello di Berlino (1878) che ha ripristinato il dominio ottomano su gran parte di questa area, la questione della Macedonia sembrava alla diplomazia europea proprio insolubile. La Macedonia era un territorio strategico, abitato da slavi, greci, albanesi e turchi. Inoltre, il suo porto principale era patria di cinquantamila ebrei sefaraditi, la cosmopolita «ville juif» di Salonicco. Aromano vlacchi, Roma zingari e tante altre comunità nomadiche o minoritarie completavano il quadro. Era piuttosto ovvio che in un futuro non troppo distante l’ Impero ottomano perderebbe la Macedonia. Ma chi fra i nazionalismi emergenti dell’ area riuscirebbe a stabilire il proprio controllo?
Quello che è successo dopo è stato descritto «stato di conflitto continuo»: terrorismo dei nazionalisti macedoni del VMRO (1903), guerriglia greca (1905, molto simile nei metodi e negli effetti), prima guerra balcanica (1912, tutti contro i turchi), seconda guerra balcanica (1913, greci e serbi contro i bulgari), prima guerra mondiale, guerra greco-turca (1921-22), seconda guerra mondiale, guerra civile greca (1946-49). Un mare di sangue, spostamenti di popolazioni e «pulizia etnica» (tramite le armi, gli scambi di minoranze o tramite l’ istituzione moderna dell’ istruzione obbligatoria).
Alla fine degli anni ’40, i confini dei Balcani sembravano definiti una volta per sempre. Per i greci, oltre che patria storica di Filippo il Secondo e di Alessandro Magno, la Macedonia era semplicemente la regione della Grecia del Nord. Una area indubbiamente greca, con i greci arrivati dal Ponto o dall’ Asia Minore, e senza gli ebrei sterminati nei campi nazisti, senza i musulmani «restituiti» alla Turchia, senza gli slavi emigrati o assimilati a metà. Per gli altri macedoni, quelli slavi ma nè bulgari nè serbi, è rimasta la semi-autonomia della Repubblica federale iugoslava di Macedonia – ovvero, la coesistenza con i serbi e gli altri all’ interno di uno stato non sempre rispettoso nei confronti delle minoranze etniche, come per esempio quella italiana d’ Istria, ma che almeno riconosceva i macedoni slavi come sua parte costituente.
Negli ultimi anni ’80, mentre sloveni e soppratutto croati e serbi cominciavano la loro discesa verso il nazionalismo violento, la Macedonia iugoslava di Kiro Gligorov ha lavorato inutilmente fino alla fine per la soppravivenza della federazione. Era logico: la Jugoslavia federale offriva protezione ai macedoni slavi come l’ Austro-Ungheria imperiale di ottanta anni prima offriva protezione agli ebrei. Gli stati nazionali fanno paura alle nazioni troppo debole, alle communità senza nazione e senza stato. La dichiarazione d’ indipendenza da parte della Macedonia iugoslava nel 1992 fu una decisione quasi inevitabile, presa con molto timore e poco entusiasmo.
La reazione greca è ben nota. Prima l’ embargo contro quello stato indifeso e impoverito, voluto da quasi tutta la classe politica e accolto con entusiasmo dalla stragrande maggioranza dell’ opinione pubblica. Poi il rifiuto totale di discutere i termini di qualsiasi compromesso («Macedonia Slava»? «Macedonia del Nord»? «Macedonia del Vardar»?), come quello proposto dalla Presidenza portoghese dell’ Ue nel 1992. Solo qualche centinaia di intellettuali della sinistra democratica e del centrodestra liberale (tutte e due correnti politiche in via d’ estinzione) hanno osato opporsi pubblicamente all’ ondata nazionalista che avvelenava la vita politica. Era allora che lo storico Filippos Iliù, scomparso nel 2004, pronunciò la sua risposta allo slogan ufficiale «la Macedonia è greca» che serve da titolo di questo articolo.
Oggi, la nostra classe politica è ben consapevole di essere prigioniera del delirio nazionalista di dieci anni fa e dei luoghi comuni tanto cari a gran parte dell' elettorato, cresciuto sulla dieta quotidiana di semiverità ripetute ad nauseam da opinionisti ignoranti o dal partito virtuale del nostro arcivescovo. Riconoscere che la politica greca sulla «questione macedone» è stata moralmente difettosa e politicamente falimentare non è certo facile, ma è proprio quel che ci vuole per uscire da questa strada cieca. È troppo chiederlo?
1 Απριλίου 2004
L' alternanza greca
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Απρίλιος 2004)
Le elezioni politiche del 7 marzo hanno segnato una svolta. Il partito socialista Pasok, che ha governato il paese negli ultimi 11 anni (e complessivamente non meno di 20 anni dal 1981), ne è uscito sconfitto. Non è servita a nulla la sostituzione di Costas Simitis come leader del partito e candidato premier con Giorgio Papandreu, ex-ministro degli affari esteri e figlio del fondatore del Pasok Andreas Papandreu. Il partito conservatore Nea Democratia ha ottenuto il consenso del 46% degli elettori, una vittoria netta che sembra garantire una legislatura portata regolarmente a termine.
Come al solito, la campagna elettorale ha trascurato quasi tutti i nodi decisivi per il futuro della Grecia. Più sorpredente è stata la mancanza di una valutazione seria sepur critica del periodo appena concluso. Simitis è stato il grande assente, e un silenzio imbarazzato ha avvolto i successi e i fallimenti dei suoi 8 anni al governo. Al contrario, è proprio quello il punto di partenza obbligatorio per capire l’alternanza greca.
Non c’è dubbio che gli 8 anni di Simitis al governo hanno cambiato il volto del paese. Nei primi anni ’90 la Grecia emanava un aria di disorientamento, insicurezza, instabilità. Simitis riuscì ad invertire questa tendenza. A modo suo, cioè senza far troppo rumore ma lavorando metodicamente, ha fatto emergere una Grecia diversa: un paese più europeo, con un’economia più ordinata, e con una società più aperta. L’ingresso nella zona dell’euro, la prospettiva di un Cipro membro dell’Ue e la liquidazione del gruppo terrorista 17 Novembre furono successi di portata storica. Pure lo stile personale di Simitis, la sua avversione alla demagogia e alla retorica tipica di una certa politica, la sua prontezza a fare un passo indietro al momento giusto, hanno fissato gli standard con cui l’opinione pubblica giudicherà (magari inconsapevolmente) i leader politici che hanno preso il suo posto.
Le ombre non sono mancate. Le riforme necessarie e tante volte annunciate dello Stato e delle sue istituzioni (sanità, istruzione, pensioni, giustizia, amministrazione pubblica) hanno avuto un esito poco soddisfacente o addiritura deludente. La sfiducia reciproca fra Stato e cittadino continua ad essere la manifestazione più tipica dell’arretratezza greca e delle resistenze alla modernizzazione. Infine, l’integrità personale di Simitis, riconosciuta anche dai suoi avversari più accaniti, ha spesso stonato al confronto con la corruzione abituale di una parte della classe politica che sembrava convinta della sua permanenza al potere.
In questo senso, l’alternanza era inevitabile, forse anche un bene per la democrazia greca. Il declino morale della politica italiana e del suo partito dominante, la Dc, dall’ austerità di De Gasperi degli anni ’40 allo spettacolo decadente tutto “nani e ballerine” degli ultimi anni ’80 insegna i pericoli di qualsiasi sistema politico bloccato.
Sarà capace il nuovo governo di incidere meglio sui problemi ereditati?
Costas Caramanlis, il nuovo premier, si è dimostrato un leader intelligente ed abile. La sua moderazione è fuori discussione. Nel momento di vittoria, sia lui che i suoi collaboratori più fidati si sono comportati con correttezza e serietà. Ministeri chiave, come quello dell’economia, sono stati affidati a persone di alto livello. Tutti segni positivi.
È la composizione della coalizione sociale che ha portato Nea Democratia al potere a sollevare questioni inquietanti. La sconfitta del Pasok fu la vittoria della “Grecia profonda”: agricoltori, commercianti, pensionati, abitanti dei quartieri popolari, persone poco istruite, attaccate alle tradizioni e all’identità nazionale-ortodossa, timorose della globalizzazione, sospettose dell’Occidente, apertamente ostili nei confronti degli immigrati. Come stabilito recentemente da ricerche europee su attitudini sociali, queste opinioni sono condivise da una maggioranza netta, se non addiritura schiacciante.
Non c’è dubbio che la “Grecia profonda” condizionerà l’azione del nuovo governo. Esponenti della “destra popolare” sono ben rappresentati, soppratutto nei ministeri sociali, indicazione forte che il nuovo governo cercherà di evitare la patata bollente delle pensioni più che può. In generale, anche se personalmente più moderno del suo partito, Caramanlis ne ha imposto un’identità conservatrice e moderata piuttosto che liberale. La rottura dei rapporti con esponenti storici dell’ala liberale come Stefanos Manos ed Andreas Andrianopoulos, che successivamente si sono alleati col Pasok, è stata una scelta consapevole del leader di Nea Democratia. Forse il test decisivo sarà lo spazio politico concesso alla Chiesa. Per il momento, questo è da vedere, anche se il trionfalismo del nostro Arcivescovo per la sconfitta di chi come Simitis ha osato sfidarlo non augura bene.
Le elezioni politiche del 7 marzo hanno segnato una svolta. Il partito socialista Pasok, che ha governato il paese negli ultimi 11 anni (e complessivamente non meno di 20 anni dal 1981), ne è uscito sconfitto. Non è servita a nulla la sostituzione di Costas Simitis come leader del partito e candidato premier con Giorgio Papandreu, ex-ministro degli affari esteri e figlio del fondatore del Pasok Andreas Papandreu. Il partito conservatore Nea Democratia ha ottenuto il consenso del 46% degli elettori, una vittoria netta che sembra garantire una legislatura portata regolarmente a termine.
Come al solito, la campagna elettorale ha trascurato quasi tutti i nodi decisivi per il futuro della Grecia. Più sorpredente è stata la mancanza di una valutazione seria sepur critica del periodo appena concluso. Simitis è stato il grande assente, e un silenzio imbarazzato ha avvolto i successi e i fallimenti dei suoi 8 anni al governo. Al contrario, è proprio quello il punto di partenza obbligatorio per capire l’alternanza greca.
Non c’è dubbio che gli 8 anni di Simitis al governo hanno cambiato il volto del paese. Nei primi anni ’90 la Grecia emanava un aria di disorientamento, insicurezza, instabilità. Simitis riuscì ad invertire questa tendenza. A modo suo, cioè senza far troppo rumore ma lavorando metodicamente, ha fatto emergere una Grecia diversa: un paese più europeo, con un’economia più ordinata, e con una società più aperta. L’ingresso nella zona dell’euro, la prospettiva di un Cipro membro dell’Ue e la liquidazione del gruppo terrorista 17 Novembre furono successi di portata storica. Pure lo stile personale di Simitis, la sua avversione alla demagogia e alla retorica tipica di una certa politica, la sua prontezza a fare un passo indietro al momento giusto, hanno fissato gli standard con cui l’opinione pubblica giudicherà (magari inconsapevolmente) i leader politici che hanno preso il suo posto.
Le ombre non sono mancate. Le riforme necessarie e tante volte annunciate dello Stato e delle sue istituzioni (sanità, istruzione, pensioni, giustizia, amministrazione pubblica) hanno avuto un esito poco soddisfacente o addiritura deludente. La sfiducia reciproca fra Stato e cittadino continua ad essere la manifestazione più tipica dell’arretratezza greca e delle resistenze alla modernizzazione. Infine, l’integrità personale di Simitis, riconosciuta anche dai suoi avversari più accaniti, ha spesso stonato al confronto con la corruzione abituale di una parte della classe politica che sembrava convinta della sua permanenza al potere.
In questo senso, l’alternanza era inevitabile, forse anche un bene per la democrazia greca. Il declino morale della politica italiana e del suo partito dominante, la Dc, dall’ austerità di De Gasperi degli anni ’40 allo spettacolo decadente tutto “nani e ballerine” degli ultimi anni ’80 insegna i pericoli di qualsiasi sistema politico bloccato.
Sarà capace il nuovo governo di incidere meglio sui problemi ereditati?
Costas Caramanlis, il nuovo premier, si è dimostrato un leader intelligente ed abile. La sua moderazione è fuori discussione. Nel momento di vittoria, sia lui che i suoi collaboratori più fidati si sono comportati con correttezza e serietà. Ministeri chiave, come quello dell’economia, sono stati affidati a persone di alto livello. Tutti segni positivi.
È la composizione della coalizione sociale che ha portato Nea Democratia al potere a sollevare questioni inquietanti. La sconfitta del Pasok fu la vittoria della “Grecia profonda”: agricoltori, commercianti, pensionati, abitanti dei quartieri popolari, persone poco istruite, attaccate alle tradizioni e all’identità nazionale-ortodossa, timorose della globalizzazione, sospettose dell’Occidente, apertamente ostili nei confronti degli immigrati. Come stabilito recentemente da ricerche europee su attitudini sociali, queste opinioni sono condivise da una maggioranza netta, se non addiritura schiacciante.
Non c’è dubbio che la “Grecia profonda” condizionerà l’azione del nuovo governo. Esponenti della “destra popolare” sono ben rappresentati, soppratutto nei ministeri sociali, indicazione forte che il nuovo governo cercherà di evitare la patata bollente delle pensioni più che può. In generale, anche se personalmente più moderno del suo partito, Caramanlis ne ha imposto un’identità conservatrice e moderata piuttosto che liberale. La rottura dei rapporti con esponenti storici dell’ala liberale come Stefanos Manos ed Andreas Andrianopoulos, che successivamente si sono alleati col Pasok, è stata una scelta consapevole del leader di Nea Democratia. Forse il test decisivo sarà lo spazio politico concesso alla Chiesa. Per il momento, questo è da vedere, anche se il trionfalismo del nostro Arcivescovo per la sconfitta di chi come Simitis ha osato sfidarlo non augura bene.
1 Δεκεμβρίου 2003
La farsa dei «lavori logoranti»
Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Δεκέμβριος 2003)
Chi abita o lavora ad Atene si ricorderà sicuramente dello sciopero degli «operatori ecologici» di fine ottobre e le montagne di immondizia -abbandonata sulle strade della città e diventate, per un paio di settimane, un aspetto sgradevole del paesaggio urbano. Chi scrive, probabilmente per perversione professionale - da studioso dello stato sociale - è rimasto particolarmente colpito da una tra le molte cause di questo sciopero. Coloro che raccolgono l’immondizia chiedevano, infatti, che la loro categoria fosse riconosciuta come una tra quelle che pratica «lavori pericolosi e logoranti», un riconoscimento tra l’altro già concesso dal governo e previsto da un apposito disegno di legge (anche se, incredibilmente, non comunicato in tempo agli scioperanti).
Ma perchè è così importante un tale riconoscimento? Che benefici porta alle categorie interessate? La risposta breve è: la possibilità di anticipare la pensione di cinque anni. Per una risposta più completa si dovrà leggere questo articolo fino alla fine.
L’origine dei «lavori pericolosi e logoranti» risale agli anni trenta, quando questa copertura fu estesa ai lavoratori nelle miniere sotterranee, un gruppo di operai che chiaramente lavoravano in condizioni pericolose e spesso addiritura mortali: oltre agli incidenti non rari, la durata media di vita di questo gruppo era sensibilmente inferiore rispetto alla media generale della popolazione. Dunque, offrire la possibilità di anticipare la pensione ai minatori era una decisione di pura equità oltre che di buon senso.
Ma ormai da tempo in Grecia non esistono più né miniere né industrie pesanti. Quella poca industria che c’è, è di tipo «leggero». Il settore agrario (che comunque non ha mai goduto di scorciatoie pensionistiche di questo genere) è in declino numerico. Infine, la maggior parte dei posti di lavoro si trovano nella vasta economia di servizi. Ciò nonostante, a causa dello sviluppo perverso del sistema pensionistico (e sopprattutto del suo carattere non a caso definito particolaristico-clientelare), il regime speciale dei «lavori pericolosi e logoranti» copre oggi nientemeno che 760 mila contribuenti dell’IKA (40% del numero totale degli iscritti a questa cassa pensioni).
La lista delle categorie coperte è piuttosto divertente: include i barbieri e le parrucchiere (ma non le manicuriste), i capi camerieri (ma non i semplici camerieri), i presentatori della TV (ma non della radio) e così via. È da dubitare che ci sia una sola persona tra le categorie interessate che creda veramente che praticare l’arte parrucchiera o seguire la vocazione dell’anchorman riduca la durata media della propria vita.
Ci si potrebbe aspettare da un governo dichiaratamente modernizzatore come quello ellenico, che il ripristino dell’equità di trattamento fra contribuenti sarebbe stata una delle priorità della sua politica sociale. Al contrario, la legge 3029/2002 prevede l’estensione del regime speciale dei «lavori pericolosi e logoranti» agli impiegati statali. Non sorprende dunque l’entusiasmo del sindacato interessato (ΑDEDY) di partecipare ai lavori della commissione ministeriale che ha il compito di definire la lista delle categorie interessate. La proposta di ΑDEDY prevede l’inclusione dei lavoratori delle carceri, dei restauratori di opere d’arte, dei veterinari, e di tantissimi altri gruppi.
Ma tutto questo comporta alcune considerazioni perché si tratta di un problema piuttosto serio. Se il 40% dei contribuenti può anticipare la pensione perché pratica «lavori pericolosi e logoranti», un altro 10% perchè ha figli minori (ormai 16-17enni), un altro ancora 10% per via di altri regimi speciali, allora chi va in pensione all’età prevista di 65 anni? Forse solo i docenti universitari, alcuni dei quali (secondo una leggenda metropolitana) arriverebbero anche a falsificare i certificati di nascita per poter rimanere alle loro cattedre oltre l’età prevista.
Invece, vie d’uscita dalla commedia dei «lavori pericolosi e logoranti» esistono. Prima di tutto c’è bisogno di un maggior impegno di tutte le parti sociali per rendere tutti i posti di lavoro più sicuri (compresi quelli veramente pericolosi soprattutto nei subappalti delle opere Olimpiche, dove decine di immigrati hanno finora perso la vita – ma di quello non si parla molto spesso). Poi l’esperienza internazionale insegna che piuttosto che offrire il prepensionamento si dovrebbe pensare a possibilità di trasferimento da lavori logoranti a posti meno faticosi. Qualche anno fa, il leader storico del sindacato italiano Bruno Trentin parlò ad Atene delle sue proposte di far fare agli ex-poliziotti ancora giovani il mestiere di vigile all’uscita delle scuole. Invece i nostri sindacalisti sembrano pensare che lavorare è sempre e comunque una cosa brutta, e che prima finisce meglio è.
Chi abita o lavora ad Atene si ricorderà sicuramente dello sciopero degli «operatori ecologici» di fine ottobre e le montagne di immondizia -abbandonata sulle strade della città e diventate, per un paio di settimane, un aspetto sgradevole del paesaggio urbano. Chi scrive, probabilmente per perversione professionale - da studioso dello stato sociale - è rimasto particolarmente colpito da una tra le molte cause di questo sciopero. Coloro che raccolgono l’immondizia chiedevano, infatti, che la loro categoria fosse riconosciuta come una tra quelle che pratica «lavori pericolosi e logoranti», un riconoscimento tra l’altro già concesso dal governo e previsto da un apposito disegno di legge (anche se, incredibilmente, non comunicato in tempo agli scioperanti).
Ma perchè è così importante un tale riconoscimento? Che benefici porta alle categorie interessate? La risposta breve è: la possibilità di anticipare la pensione di cinque anni. Per una risposta più completa si dovrà leggere questo articolo fino alla fine.
L’origine dei «lavori pericolosi e logoranti» risale agli anni trenta, quando questa copertura fu estesa ai lavoratori nelle miniere sotterranee, un gruppo di operai che chiaramente lavoravano in condizioni pericolose e spesso addiritura mortali: oltre agli incidenti non rari, la durata media di vita di questo gruppo era sensibilmente inferiore rispetto alla media generale della popolazione. Dunque, offrire la possibilità di anticipare la pensione ai minatori era una decisione di pura equità oltre che di buon senso.
Ma ormai da tempo in Grecia non esistono più né miniere né industrie pesanti. Quella poca industria che c’è, è di tipo «leggero». Il settore agrario (che comunque non ha mai goduto di scorciatoie pensionistiche di questo genere) è in declino numerico. Infine, la maggior parte dei posti di lavoro si trovano nella vasta economia di servizi. Ciò nonostante, a causa dello sviluppo perverso del sistema pensionistico (e sopprattutto del suo carattere non a caso definito particolaristico-clientelare), il regime speciale dei «lavori pericolosi e logoranti» copre oggi nientemeno che 760 mila contribuenti dell’IKA (40% del numero totale degli iscritti a questa cassa pensioni).
La lista delle categorie coperte è piuttosto divertente: include i barbieri e le parrucchiere (ma non le manicuriste), i capi camerieri (ma non i semplici camerieri), i presentatori della TV (ma non della radio) e così via. È da dubitare che ci sia una sola persona tra le categorie interessate che creda veramente che praticare l’arte parrucchiera o seguire la vocazione dell’anchorman riduca la durata media della propria vita.
Ci si potrebbe aspettare da un governo dichiaratamente modernizzatore come quello ellenico, che il ripristino dell’equità di trattamento fra contribuenti sarebbe stata una delle priorità della sua politica sociale. Al contrario, la legge 3029/2002 prevede l’estensione del regime speciale dei «lavori pericolosi e logoranti» agli impiegati statali. Non sorprende dunque l’entusiasmo del sindacato interessato (ΑDEDY) di partecipare ai lavori della commissione ministeriale che ha il compito di definire la lista delle categorie interessate. La proposta di ΑDEDY prevede l’inclusione dei lavoratori delle carceri, dei restauratori di opere d’arte, dei veterinari, e di tantissimi altri gruppi.
Ma tutto questo comporta alcune considerazioni perché si tratta di un problema piuttosto serio. Se il 40% dei contribuenti può anticipare la pensione perché pratica «lavori pericolosi e logoranti», un altro 10% perchè ha figli minori (ormai 16-17enni), un altro ancora 10% per via di altri regimi speciali, allora chi va in pensione all’età prevista di 65 anni? Forse solo i docenti universitari, alcuni dei quali (secondo una leggenda metropolitana) arriverebbero anche a falsificare i certificati di nascita per poter rimanere alle loro cattedre oltre l’età prevista.
Invece, vie d’uscita dalla commedia dei «lavori pericolosi e logoranti» esistono. Prima di tutto c’è bisogno di un maggior impegno di tutte le parti sociali per rendere tutti i posti di lavoro più sicuri (compresi quelli veramente pericolosi soprattutto nei subappalti delle opere Olimpiche, dove decine di immigrati hanno finora perso la vita – ma di quello non si parla molto spesso). Poi l’esperienza internazionale insegna che piuttosto che offrire il prepensionamento si dovrebbe pensare a possibilità di trasferimento da lavori logoranti a posti meno faticosi. Qualche anno fa, il leader storico del sindacato italiano Bruno Trentin parlò ad Atene delle sue proposte di far fare agli ex-poliziotti ancora giovani il mestiere di vigile all’uscita delle scuole. Invece i nostri sindacalisti sembrano pensare che lavorare è sempre e comunque una cosa brutta, e che prima finisce meglio è.
1 Ιανουαρίου 2002
«Μερικές εφαρμογές του Μιμητή» του Primo Levi
Το διήγημα του Primo Levi «Alcune applicazioni del Mimete», από τη συλλογή «Storie Naturali», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Δέντρο» (τεύχος 116, Ιανουάριος-Μάρτιος 2002)
Το τελευταίο άτομο στον κόσμο που στα χέρια του ήταν ανάγκη να καταλήξει ένας τρισδιάστατος πανομοιοτυπωτής είναι ο Τζιλμπέρτο. Και όμως ο Μιμητής έπεσε στα χέρια του αμέσως, ένα μήνα μετά το εμπορικό του λανσάρισμα και τρεις μήνες προτού το γνωστό διάταγμα απαγορεύσει την κατασκευή και τη χρήση του - αρκετός χρόνος, δηλαδή, για να μπλεχτεί ο Τζιλμπέρτο σε μπελάδες. Του έπεσε στα χέρια χωρίς εγώ να μπορώ να κάνω τίποτε: ήμουν στο Σαν Βιττόρε, εκτίοντας ποινή για την πρωτοποριακή μου εργασία, και ούτε που φανταζόμουν ποιος, και με τι τρόπο, την συνέχιζε.
Ο Τζιλμπέρτο είναι παιδί του αιώνα. Τριαντατεσσάρων χρονών, καλός υπάλληλος, ανέκαθεν φίλος μου. Δεν πίνει, δεν καπνίζει και καλλιεργεί ένα μοναδικό πάθος: να βασανίζει την άψυχη ύλη. Έχει ένα δωματιάκι που το λέει εργαστήρι, κι εκεί λιμάρει, πριονίζει, συναρμολογεί, κολλά, λειαίνει. Επισκευάζει ρολόγια, ψυγεία, ξυριστικές μηχανές. Επινοεί μηχανισμούς για ν’ ανάβει το θερμοσίφωνα το πρωί, φωτοηλεκτρικές κλειδαριές, ιπτάμενα μοντέλα, ακουστικές βολίδες για παιγνίδια στη θάλασσα. Όσο για τ’ αυτοκίνητα, δεν του κρατάνε πάνω από μερικούς μήνες: τα διαλύει και τα ξαναμοντάρει συνεχώς, τα γυαλίζει, τα λαδώνει, τα τροποποιεί, τους βάζει άχρηστα αξεσουάρ - ύστερα βαριέται και τα πουλάει. Η Έμμα, η σύζυγός του (ένα γοητευτικό κορίτσι), ανέχεται αυτές του τις μανίες με αξιοθαύμαστη υπομονή.
Είχα μόλις επιστρέψει στο σπίτι από τη φυλακή, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Τζιλμπέρτο, και ήταν ενθουσιώδης όπως πάντα: είχε στην κατοχή του το Μιμητή εδώ και είκοσι μέρες, και του είχε αφιερώσει είκοσι μέρες κι είκοσι νύχτες. Μου διηγήθηκε απνευστί τα θαυμαστά πειράματα που είχε εκτελέσει, και εκείνα που είχε στο νου να κάνει. Είχε αγοράσει το κείμενο του Πελτιέ ‘Theorie generale de l’Imitation’, και τη διατριβή των Τσεχμάιστερ και Άιζενλορ ‘The Mimes and other duplicating devices’. Είχε γραφτεί σ’ ένα εντατικό πρόγραμμα στην κυβερνητική και την ηλεκτρονική. Τα πειράματα που είχε πραγματοποιήσει έμοιαζαν μελαγχολικά με τα δικά μου, που μου είχαν κοστίσει αρκετά ακριβά. Προσπάθησα να του το πω, μα ήταν μάταιο: είναι δύσκολο να διακόπτεις το συνομιλητή σου στο τηλέφωνο, και ειδικά το Τζιλμπέρτο. Τελικά, έκοψα απότομα τη σύνδεση, άφησα το ακουστικό ανοιχτό και αφοσιώθηκα στις υποθέσεις μου.
Δύο μέρες αργότερα το τηλέφωνο κουδούνισε πάλι: η φωνή του Τζιλμπέρτο ήταν φορτισμένη με συγκίνηση, αλλά είχε έναν αναμφίβολο τόνο υπερηφάνειας.
‘Είναι ανάγκη να σε δω αμέσως.’
‘Γιατί; Τι συνέβη;’
‘Πανομοιοτύπησα τη γυναίκα μου’, μου απάντησε.
Έφτασε δύο ώρες αργότερα, και μου διηγήθηκε το ανόητο εγχείρημά του. Είχε παραλάβει το Μιμητή, είχε εκτελέσει τα συνηθισμένα παιγνιδάκια όλων των αρχαρίων (το αυγό, το πακέτο με τα τσιγάρα, το βιβλίο κτλ.). Μετά κουράστηκε, πήγε το Μιμητή στο εργαστήρι και τον διέλυσε μέχρι και την τελευταία βιδίτσα. Το σκέφτηκε όλη νύχτα, συμβουλεύτηκε τις πραγματείες του, και κατέληξε ότι η μετατροπή του μοντέλου του ενός λίτρου σ’ ένα μεγαλύτερο δεν πρέπει να ήταν αδύνατη, ούτε και τόσο δύσκολη. Το ‘πε και το ‘κανε: κανόνισε και του στείλανε από τη ΝΑΤΚΑ, δεν ξέρω με ποια πρόφαση, 200 λίβρες ειδικό ‘πάμπουλουμ’, αγόρασε λαμαρίνες, μονωτικά και φλάντζες, και μέσα σ’ επτά μέρες το έργο είχε ολοκληρωθεί. Είχε κατασκευάσει ένα είδος τεχνητού πνεύμονα, είχε ρυθμίσει τον ‘τάιμερ’ του Μιμητή επιταχύνοντάς τον καμμιά σαρανταριά φορές, κι είχε συνδέσει τα δύο μέρη μεταξύ τους και με το δοχείο του ‘πάμπουλουμ’. Αυτός είναι ο Τζιλμπέρτο, ένας άνθρωπος επικίνδυνος, ένας μικρός επιζήμιος Προμηθέας: πολυμήχανος και ανεύθυνος, υπεροπτικός και ανόητος. Παιδί του αιώνα, όπως έλεγα προηγουμένως: ή μάλλον, σύμβολο του αιώνα μας. Πάντοτε πίστευα ότι θα ήταν ικανός, αν του δινόταν η ευκαιρία, να κατασκευάσει μια ατομική βόμβα και να την αφήσει να πέσει πάνω στο Μιλάνο ‘για να δει τι θα γίνει’.
Απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, ο Τζιλμπέρτο δεν είχε κάποια συγκεκριμένη ιδέα όταν αποφάσισε να μεγενθύνει τον πανομοιοτυπωτή: εκτός ίσως, όπως είναι χαρακτηριστικό του, από το να μαστορέψει ένα μεγαλύτερο πανομοιοτυπωτή, με τα ίδια του τα χέρια και μ’ ελάχιστα έξοδα - εξ άλλου είναι ικανότατος στην εξαφάνιση του ‘δούναι’ από την προσωπική του λογιστική μ’ ένα είδος νοητικής ταχυδακτυλουργίας. Η απεχθής ιδέα να πανομοιοτυπήσει τη γυναίκα του, μου είπε, του ήρθε αργότερα, όταν είδε την Έμμα να κοιμάται βαθιά. Φαίνεται ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο: ο Τζιλμπέρτο, που είναι γεροδεμένος και υπομονετικός, έσυρε το στρώμα με την Έμμα πάνω του, από το κρεβάτι μέχρι μέσα στο κασόνι του πανομοιοτυπητή. Του πήρε πάνω από μια ώρα, αλλά η Έμμα δεν ξύπνησε.
Το κίνητρο που ώθησε τον Τζιλμπέρτο να δημιουργήσει μια δεύτερη σύζυγο, και να παραβιάσει έτσι ένα μεγάλο αριθμό νόμων θεϊκών και ανθρώπινων, δεν μου είναι εντελώς σαφές. Μου εξήγησε, σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα, ότι με την Έμμα ήταν ερωτευμένος, ότι η Έμμα του ήταν απαραίτητη, και ότι γι’ αυτό του είχε φανεί καλή ιδέα να έχει δύο. Ίσως να μου το είπε καλόπιστα (ο Τζιλμπέρτο είναι πάντοτε καλόπιστος), και σίγουρα ήταν και είναι ερωτευμένος με την Έμμα, με τον τρόπο του, παιδαριωδώς, κι από κάτω προς τα πάνω που λένε. Μα είμαι πεισμένος ότι τελείως άλλοι λόγοι τον παρακίνησαν να την πανομοιοτυπήσει: ένα κακώς εννοούμενο πνεύμα περιπέτειας, μια νοσηρή Ηροστράτεια επιθυμία - έτσι ακριβώς, ‘για να δει τι θα γίνει’.
Τον ρώτησα πώς δεν του πέρασε από το μυαλό να συμβουλευτεί την Έμμα, να ζητήσει τη συγκατάθεσή της, προτού τη χρησιμοποιήσει με τόσο ασυνήθιστο τρόπο. Κοκκίνησε μέχρι το κόκκαλο: είχε κάνει κάτι χειρότερο, ο βαθύς ύπνος της Έμμας ήταν προμελετημένος, της είχε δώσει υπνωτικό.
‘Και τώρα σε ποιο σημείο είσαι, με τις δύο σου συζύγους;’
‘Δεν ξέρω, δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Κοιμούνται ακόμη και οι δύο. Θα δούμε αύριο.’
Την επομένη δεν επρόκειτο να δούμε τίποτε, ή τουλάχιστον εγώ. Μετά από ένα μήνα αναγκαστικής απραξίας χρειάστηκε να φύγω σε μακρινό ταξίδι, που με κράτησε μακριά από το Μιλάνο για δύο εβδομάδες. Ήξερα ήδη τι με περίμενε στο γυρισμό: θα έπρεπε να δώσω ένα χεράκι στον Τζιλμπέρτο για να ξεμπλέξει, όπως εκείνη τη φορά που είχε φτιάξει μια ηλεκτρική σκούπα ατμού και την είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του διευθυντή του.
Πράγματι, πριν καλά-καλά ακόμη μπω στο σπίτι με κάλεσε με τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση σε οικογενειακό συμβούλιο: ο Τζιλμπέρτο, εγώ και οι δύο Έμμες. Εκείνες είχαν την καλαισθησία να κάνουν αντίθεση: η δεύτερη, η καταχρηστική, φορούσε μια απλή άσπρη κορδέλλα στα μαλλιά, που της έδινε μια όψη ακαθόριστα μοναστική. Εκτός από αυτό, φορούσε τα ρούχα της Έμμας Ι με ανεπιτήδευση. Προφανώς, ήταν όμοια με την τιτλούχο από κάθε άποψη: πρόσωπο, δόντια, μαλλιά φωνή, προφορά, μια ελαφριά ουλή στο μέτωπο, περμανάντ, βάδισμα, το μαύρισμα από τις πρόσφατες διακοπές. Πρόσεξα όμως ότι είχε ένα γερό κρυολόγημα.
Αντίθετα με τις προβλέψεις μου, μου φάνηκαν και οι τρεις καλοδιάθετοι. Ο Τζιλμπέρτο έδειχνε βλακωδώς υπερήφανος, όχι τόσο για το κατόρθωμά του όσο για το γεγονός (στο οποίο αυτός δεν είχε καμμία συμβολή) ότι οι δύο γυναίκες τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Όσο γι’ αυτές, μου προκαλούσαν ειλικρινή θαυμασμό. Η Έμμα Ι εκδήλωνε προς την καινούρια της ‘αδελφή’ ένα ενδιαφέρον μητρικό. Η Έμμα ΙΙ ανταποκρινόταν με σεβασμό θυγατέρας, αξιοπρεπή και στοργικό. Το πείραμα του Τζιλμπέρτο, αποτρόπαιο από πολλές απόψεις, αποτελούσε πάνω απ’ όλα ισχυρή επιβεβαίωση της θεωρίας της Μίμησης: η καινούρια Έμμα, γεννημένη εικοσιοκτώ χρονών, είχε κληρονομήσει απαράλλακτη όχι μόνο τη θνητή μορφή του πρωτοτύπου, αλλά και ολόκληρη την πνευματική του παράδοση. Η Έμμα ΙΙ, με αξιοθαύμαστη απλότητα, μου διηγήθηκε ότι δύο ή τρεις μόνο μέρες από τη γέννησή της είχε πειστεί ότι ήταν η πρώτη συνθετική, ας πούμε, γυναίκα στην ιστορία του ανθρωπίνου είδους, ή ίσως ή δεύτερη, αν υπολογίσει κανείς την κατά προσέγγιση ανάλογη περίπτωση της Εύας.
Γεννήθηκε κοιμισμένη, αφού ο Μιμητής είχε πανομοιοτυπήσει ακόμη και το υπνωτικό που έρεε στις φλέβες της Έμμας Ι, και ξύπνησε ‘γνωρίζοντας’ ότι ήταν η Έμμα Περόζα-Γκάττι, μοναδική σύζυγος του λογιστή Τζιλμπέρτο Γκάττι, γεννηθείσα στη Μάντοβα την 7η Μαρτίου 1936. Θυμόταν καλά όσα θυμόταν καλά η Έμμα Ι, και άσχημα όσα η Έμμα Ι θυμόταν άσχημα. Θυμόταν σε βαθμό τελειότητας το γαμήλιο ταξίδι, τα ονόματα των συμμαθητών ‘της’ στο σχολείο, τις παιδικές κι απόκρυφες λεπτομέρειες μιας θρησκευτικής κρίσης που είχε περάσει η Έμμα Ι όταν ήταν δεκατριών χρονών, και που δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ σε κανέναν. Αλλά θυμόταν πολύ καλά και την άφιξη στο σπίτι του Μιμητή, τον ενθουσιασμό του Τζιλμπέρτο, τις διηγήσεις του και τις απόπειρές του, και γι’ αυτό δεν είχε εκπλαγεί υπερβολικά όταν πληροφορήθηκε την αυθαίρετη δημιουργική πράξη στην οποία χρωστούσε την ύπαρξή της.
Το γεγονός ότι η Έμμα ΙΙ είχε κρυολογήσει μ’ έκανε να αναλογιστώ ότι η ταύτισή τους, αρχικά τέλεια, ήταν προορισμένη να μη διαρκέσει: ακόμη κι εάν ο Τζιλμπέρτο αποδεικνυόταν ο πιο ακριβοδίκαιος απ’ όλους τους δίγαμους, ακόμη κι εάν εφάρμοζε αυστηρό σύστημα εναλλαγής, ακόμη κι εάν απείχε από κάθε εκδήλωση προτίμησης στη μία από τις δύο γυναίκες (υπόθεση παράλογη, αφού ο Τζιλμπέρτο είναι χαοτικός και ανοργάνωτος), ακόμη και στην περίπτωση αυτή οπωσδήποτε τελικά κάποια απόκλιση θα εκδηλωνόταν. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι δύο Έμμες δεν καταλάμβαναν υλικά το ίδιο μερίδιο χώρου: δεν ήταν δυνατόν να περάσουν ταυτόχρονα από μια στενή πόρτα, να παρουσιαστούν μαζί σε μια θυρίδα, να καταλάβουν την ίδια θέση στο τραπέζι: ήταν γι’ αυτό εκτεθειμένες σε διαφορετικά συμβάντα (το κρυολόγημα), διαφορετικές εμπειρίες. Ήταν μοιραίο να διαφοροποιηθούν, πνευματικά κι ύστερα σωματικά: και τότε θα κατάφερνε ο Τζιλμπέρτο να κρατήσει ίσες αποστάσεις; Σίγουρα όχι: και στην πρώτη προτίμηση, ακόμη και μικροσκοπική, η ευάλωτη ισορροπία ανάμεσα στους τρείς ήταν καταδικασμένη να καταλήξει σε ναυάγιο.
Εξέθεσα στον Τζιλμπέρτο αυτούς μου τους συλλογισμούς, και προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει ότι δεν επρόκειτο για αυθαίρετη δική μου απαισιόδοξη υπόθεση, αλλά αντίθετα για πρόβλεψη στέρεα θεμελιωμένη στην κοινή λογική, σχεδόν θεώρημα. Του υπενθύμισα ότι νομικώς η θέση του ήταν το λιγότερο αμφίβολη: ήταν νυμφευμένος με την Έμμα Περόζα, η Έμμα ΙΙ ήταν επίσης Έμμα Περόζα, μα αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Έμμες Περόζα ήταν δύο.
Αλλά ο Τζιλμπέρτο φάνηκε απρόσιτος: είχε μια ανόητη ευφορία, ήταν στη ψυχική κατάσταση του νιόπαντρου, και ενώ εγώ του μιλούσα εκείνος φανερά σκεφτόταν άλλα. Αντί να κυττάζει εμένα, παρατηρούσε απορροφημένος τις δύο γυναίκες, που ακριβώς εκείνη τη στιγμή μάλωναν στ’ αστεία για το ποια έπρεπε να καθήσει στην πολυθρόνα που και οι δύο προτιμούσαν. Αντί ν’ απαντήσει στα επιχειρήματά μου, μου ανακοίνωσε ότι του είχε έρθει μια περίφημη ιδέα: φεύγανε και οι τρεις για ταξίδι στην Ισπανία. ‘Τα έχω σκεφτεί όλα: η Έμμα Ι θα δηλώσει ότι έχει χάσει το διαβατήριο, θα της βγάλουν αντίγραφο και θα περάσει μ’ εκείνο. Ή μάλλον όχι, τι βλάκας! Θα το φτιάξω εγώ το αντίγραφο: με το Μιμητή, απόψε κιόλας.’ Ήταν πολύ υπερήφανος γι’ αυτό του το εύρημα, και υποψιάζομαι ότι είχε διαλέξει την Ισπανία ακριβώς επειδή ο έλεγχος διαβατηρίων στα ισπανικά σύνορα ήταν μάλλον αυστηρός.
Όταν επέστρεψαν, δύο μήνες μετά, ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Μπορούσε να το καταλάβει οποιοσδήποτε: οι σχέσεις μεταξύ των τριών διατηρούνταν σ’ ένα επίπεδο πολιτισμού και τυπικής ευγένειας, αλλά η ένταση ήταν προφανής. Ο Τζιλμπέρτο δεν με κάλεσε στο σπίτι του: ήρθε στο δικό μου, και δεν ήταν πλέον καθόλου ευφορικός.
Μου αφηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί. Μου το αφηγήθηκε με τρόπο πολύ αδέξιο, αφού ο Τζιλμπέρτο, που για μερικά πράγματα διαθέτει αναντίρρητο ταλέντο (είναι ικανός να σου γράψει σ’ ένα πακέτο τσιγάρα τον τύπο μιας διαφορικής εξίσωσης), είναι αντίθετα απελπιστικά ανίκανος να εκφράσει τα ίδια του τα συναισθήματα.
Το ταξίδι στην Ισπανία υπήρξε διασκεδαστικό και ταυτόχρονα κοπιαστικό. Στη Σεβίλλη, μετά από μια μέρα με βαρυφορτωμένο πρόγραμμα, είχε ξεκινήσει μια συζήτηση σε κλίμα εκνευρισμού και κούρασης. Είχε ξεκινήσει ανάμεσα στις δύο γυναίκες, πάνω στο μοναδικό θέμα στο οποίο οι γνώμες τους θα μπορούσαν να διχάζονται, και πράγματι διχάζονταν. Ήταν ενδεδειγμένο ή όχι, θεμιτό ή όχι, το εγχείρημα του Τζιλμπέρτο; Η Έμμα ΙΙ είχε πει ναι, η Έμμα Ι δεν είχε πει τίποτε. Είχε αρκέσει αυτή η σιωπή για να κάνει την πλάστιγγα να γείρει: από εκείνη τη στιγμή η επιλογή του Τζιλμπέρτο είχε κριθεί. Μπροστά στην Έμμα Ι δοκίμαζε μια αμηχανία που μεγάλωνε, μια αίσθηση ενοχής που επιδεινωνόταν μέρα με τη μέρα: παράλληλα, η στοργή του για την καινούρια του σύζυγο αυξανόταν και κατέτρωγε αναλογικά τη στοργή του για την νόμιμη σύζυγό του. Η ρήξη δεν είχε επέλθει ακόμη, αλλά ο Τζιλμπέρτο ένοιωθε ότι δεν θα αργούσε.
Η διάθεση κι ο χαρακτήρας των δύο γυναικών είχαν επίσης αρχίσει να διαφοροποιούνται. Η Έμμα ΙΙ γινόταν όλο και πιο νέα, περιποιητική, ανταποκρίσιμη, ανοιχτή. Η Έμμα Ι κλεινόταν προοδευτικά σε μια στάση αρνητική, προσβεβλημένης παραίτησης, απόρριψης. Τι να κάνει; Συνέστησα στον Τζιλμπέρτο να μην πάρει απερίσκεπτες πρωτοβουλίες και του υποσχέθηκα, όπως συνηθίζεται, ότι θα με απασχολούσε η περίπτωσή του - μα ενδόμυχα είχα σχεδόν αποφασίσει να μείνω μακριά απ’ αυτό το μελαγχολικό ανακάτεμα, και δεν μπορούσα να καταπνίξω μια αίσθηση μοχθηρής και θλιβερής ικανοποίησης μπροστά στην επιπόλαια προφητεία μου που είχε βγει αληθινή.
Ποτέ μου δεν περίμενα να δω να μπαίνει ουρανοκατέβατος στο γραφείο, ένα μήνα μετά, ένας Τζιλμπέρτο που ακτινοβολούσε. Ήταν στην καλύτερή του φόρμα, φλύαρος, θορυβώδης, φανερά παχύτερος. Μπήκε στο θέμα χωρίς περιστροφές, με τον εγωκεντρισμό που τον χαρακτηρίζει: για τον Τζιλμπέρτο, όταν κάτι πάει καλά για τον ίδιο, πάει καλά για όλο τον κόσμο. Είναι εκ φύσεως ανίκανος να ασχοληθεί με τον πλησίον του, ενώ αντίθετα προσβάλλεται και εκπλήσσεται όταν ο πλησίον του δεν ασχολείται μ’ αυτόν.
‘Ο Τζιλμπέρτο είναι άσσος’, είπε. ‘Τα τακτοποίησε όλα μέχρι να πεις κίμινο.’
‘Είμαι ευτυχής που το ακούω, και σε συγχαίρω για τη μετριοφροσύνη σου. Από την άλλη καιρός ήταν να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου.’
‘Όχι, κύτταξε, δεν με κατάλαβες. Δεν σου μιλώ για μένα: σου μιλώ για τον Τζιλμπέρτο Ι. Εκείνος είναι ο άσσος. Εγώ, για να μην περιαυτολογώ, του μοιάζω αρκετά, αλλά σ’ αυτή την ιστορία δεν είχα μεγάλη συμμετοχή: υπάρχω μόνο από την περασμένη Κυριακή. Τώρα όλα είναι εντάξει: δεν μου μένει παρά να κανονίσω με το ληξιαρχείο την κατάσταση της Έμμα ΙΙ και τη δική μου. Δεν αποκλείεται να χρειαστεί να κάνουμε κανένα μικρό κόλπο, για παράδειγμα να παντρευτούμε, εγώ και η Έμμα ΙΙ, και μετά να ταιριάσουμε ο καθένας με τη σύζυγο που προτιμά. Κι ύστερα, φυσικά, θα πρέπει να ψάξω για δουλειά: αλλά είμαι πεισμένος ότι η ΝΑΤΚΑ θα με δεχόταν ευχαρίστως ως προπαγανδιστή για το Μιμητή και τις άλλες της μηχανές γραφείου.’
Το τελευταίο άτομο στον κόσμο που στα χέρια του ήταν ανάγκη να καταλήξει ένας τρισδιάστατος πανομοιοτυπωτής είναι ο Τζιλμπέρτο. Και όμως ο Μιμητής έπεσε στα χέρια του αμέσως, ένα μήνα μετά το εμπορικό του λανσάρισμα και τρεις μήνες προτού το γνωστό διάταγμα απαγορεύσει την κατασκευή και τη χρήση του - αρκετός χρόνος, δηλαδή, για να μπλεχτεί ο Τζιλμπέρτο σε μπελάδες. Του έπεσε στα χέρια χωρίς εγώ να μπορώ να κάνω τίποτε: ήμουν στο Σαν Βιττόρε, εκτίοντας ποινή για την πρωτοποριακή μου εργασία, και ούτε που φανταζόμουν ποιος, και με τι τρόπο, την συνέχιζε.
Ο Τζιλμπέρτο είναι παιδί του αιώνα. Τριαντατεσσάρων χρονών, καλός υπάλληλος, ανέκαθεν φίλος μου. Δεν πίνει, δεν καπνίζει και καλλιεργεί ένα μοναδικό πάθος: να βασανίζει την άψυχη ύλη. Έχει ένα δωματιάκι που το λέει εργαστήρι, κι εκεί λιμάρει, πριονίζει, συναρμολογεί, κολλά, λειαίνει. Επισκευάζει ρολόγια, ψυγεία, ξυριστικές μηχανές. Επινοεί μηχανισμούς για ν’ ανάβει το θερμοσίφωνα το πρωί, φωτοηλεκτρικές κλειδαριές, ιπτάμενα μοντέλα, ακουστικές βολίδες για παιγνίδια στη θάλασσα. Όσο για τ’ αυτοκίνητα, δεν του κρατάνε πάνω από μερικούς μήνες: τα διαλύει και τα ξαναμοντάρει συνεχώς, τα γυαλίζει, τα λαδώνει, τα τροποποιεί, τους βάζει άχρηστα αξεσουάρ - ύστερα βαριέται και τα πουλάει. Η Έμμα, η σύζυγός του (ένα γοητευτικό κορίτσι), ανέχεται αυτές του τις μανίες με αξιοθαύμαστη υπομονή.
Είχα μόλις επιστρέψει στο σπίτι από τη φυλακή, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Τζιλμπέρτο, και ήταν ενθουσιώδης όπως πάντα: είχε στην κατοχή του το Μιμητή εδώ και είκοσι μέρες, και του είχε αφιερώσει είκοσι μέρες κι είκοσι νύχτες. Μου διηγήθηκε απνευστί τα θαυμαστά πειράματα που είχε εκτελέσει, και εκείνα που είχε στο νου να κάνει. Είχε αγοράσει το κείμενο του Πελτιέ ‘Theorie generale de l’Imitation’, και τη διατριβή των Τσεχμάιστερ και Άιζενλορ ‘The Mimes and other duplicating devices’. Είχε γραφτεί σ’ ένα εντατικό πρόγραμμα στην κυβερνητική και την ηλεκτρονική. Τα πειράματα που είχε πραγματοποιήσει έμοιαζαν μελαγχολικά με τα δικά μου, που μου είχαν κοστίσει αρκετά ακριβά. Προσπάθησα να του το πω, μα ήταν μάταιο: είναι δύσκολο να διακόπτεις το συνομιλητή σου στο τηλέφωνο, και ειδικά το Τζιλμπέρτο. Τελικά, έκοψα απότομα τη σύνδεση, άφησα το ακουστικό ανοιχτό και αφοσιώθηκα στις υποθέσεις μου.
Δύο μέρες αργότερα το τηλέφωνο κουδούνισε πάλι: η φωνή του Τζιλμπέρτο ήταν φορτισμένη με συγκίνηση, αλλά είχε έναν αναμφίβολο τόνο υπερηφάνειας.
‘Είναι ανάγκη να σε δω αμέσως.’
‘Γιατί; Τι συνέβη;’
‘Πανομοιοτύπησα τη γυναίκα μου’, μου απάντησε.
Έφτασε δύο ώρες αργότερα, και μου διηγήθηκε το ανόητο εγχείρημά του. Είχε παραλάβει το Μιμητή, είχε εκτελέσει τα συνηθισμένα παιγνιδάκια όλων των αρχαρίων (το αυγό, το πακέτο με τα τσιγάρα, το βιβλίο κτλ.). Μετά κουράστηκε, πήγε το Μιμητή στο εργαστήρι και τον διέλυσε μέχρι και την τελευταία βιδίτσα. Το σκέφτηκε όλη νύχτα, συμβουλεύτηκε τις πραγματείες του, και κατέληξε ότι η μετατροπή του μοντέλου του ενός λίτρου σ’ ένα μεγαλύτερο δεν πρέπει να ήταν αδύνατη, ούτε και τόσο δύσκολη. Το ‘πε και το ‘κανε: κανόνισε και του στείλανε από τη ΝΑΤΚΑ, δεν ξέρω με ποια πρόφαση, 200 λίβρες ειδικό ‘πάμπουλουμ’, αγόρασε λαμαρίνες, μονωτικά και φλάντζες, και μέσα σ’ επτά μέρες το έργο είχε ολοκληρωθεί. Είχε κατασκευάσει ένα είδος τεχνητού πνεύμονα, είχε ρυθμίσει τον ‘τάιμερ’ του Μιμητή επιταχύνοντάς τον καμμιά σαρανταριά φορές, κι είχε συνδέσει τα δύο μέρη μεταξύ τους και με το δοχείο του ‘πάμπουλουμ’. Αυτός είναι ο Τζιλμπέρτο, ένας άνθρωπος επικίνδυνος, ένας μικρός επιζήμιος Προμηθέας: πολυμήχανος και ανεύθυνος, υπεροπτικός και ανόητος. Παιδί του αιώνα, όπως έλεγα προηγουμένως: ή μάλλον, σύμβολο του αιώνα μας. Πάντοτε πίστευα ότι θα ήταν ικανός, αν του δινόταν η ευκαιρία, να κατασκευάσει μια ατομική βόμβα και να την αφήσει να πέσει πάνω στο Μιλάνο ‘για να δει τι θα γίνει’.
Απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, ο Τζιλμπέρτο δεν είχε κάποια συγκεκριμένη ιδέα όταν αποφάσισε να μεγενθύνει τον πανομοιοτυπωτή: εκτός ίσως, όπως είναι χαρακτηριστικό του, από το να μαστορέψει ένα μεγαλύτερο πανομοιοτυπωτή, με τα ίδια του τα χέρια και μ’ ελάχιστα έξοδα - εξ άλλου είναι ικανότατος στην εξαφάνιση του ‘δούναι’ από την προσωπική του λογιστική μ’ ένα είδος νοητικής ταχυδακτυλουργίας. Η απεχθής ιδέα να πανομοιοτυπήσει τη γυναίκα του, μου είπε, του ήρθε αργότερα, όταν είδε την Έμμα να κοιμάται βαθιά. Φαίνεται ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο: ο Τζιλμπέρτο, που είναι γεροδεμένος και υπομονετικός, έσυρε το στρώμα με την Έμμα πάνω του, από το κρεβάτι μέχρι μέσα στο κασόνι του πανομοιοτυπητή. Του πήρε πάνω από μια ώρα, αλλά η Έμμα δεν ξύπνησε.
Το κίνητρο που ώθησε τον Τζιλμπέρτο να δημιουργήσει μια δεύτερη σύζυγο, και να παραβιάσει έτσι ένα μεγάλο αριθμό νόμων θεϊκών και ανθρώπινων, δεν μου είναι εντελώς σαφές. Μου εξήγησε, σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα, ότι με την Έμμα ήταν ερωτευμένος, ότι η Έμμα του ήταν απαραίτητη, και ότι γι’ αυτό του είχε φανεί καλή ιδέα να έχει δύο. Ίσως να μου το είπε καλόπιστα (ο Τζιλμπέρτο είναι πάντοτε καλόπιστος), και σίγουρα ήταν και είναι ερωτευμένος με την Έμμα, με τον τρόπο του, παιδαριωδώς, κι από κάτω προς τα πάνω που λένε. Μα είμαι πεισμένος ότι τελείως άλλοι λόγοι τον παρακίνησαν να την πανομοιοτυπήσει: ένα κακώς εννοούμενο πνεύμα περιπέτειας, μια νοσηρή Ηροστράτεια επιθυμία - έτσι ακριβώς, ‘για να δει τι θα γίνει’.
Τον ρώτησα πώς δεν του πέρασε από το μυαλό να συμβουλευτεί την Έμμα, να ζητήσει τη συγκατάθεσή της, προτού τη χρησιμοποιήσει με τόσο ασυνήθιστο τρόπο. Κοκκίνησε μέχρι το κόκκαλο: είχε κάνει κάτι χειρότερο, ο βαθύς ύπνος της Έμμας ήταν προμελετημένος, της είχε δώσει υπνωτικό.
‘Και τώρα σε ποιο σημείο είσαι, με τις δύο σου συζύγους;’
‘Δεν ξέρω, δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Κοιμούνται ακόμη και οι δύο. Θα δούμε αύριο.’
Την επομένη δεν επρόκειτο να δούμε τίποτε, ή τουλάχιστον εγώ. Μετά από ένα μήνα αναγκαστικής απραξίας χρειάστηκε να φύγω σε μακρινό ταξίδι, που με κράτησε μακριά από το Μιλάνο για δύο εβδομάδες. Ήξερα ήδη τι με περίμενε στο γυρισμό: θα έπρεπε να δώσω ένα χεράκι στον Τζιλμπέρτο για να ξεμπλέξει, όπως εκείνη τη φορά που είχε φτιάξει μια ηλεκτρική σκούπα ατμού και την είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του διευθυντή του.
Πράγματι, πριν καλά-καλά ακόμη μπω στο σπίτι με κάλεσε με τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση σε οικογενειακό συμβούλιο: ο Τζιλμπέρτο, εγώ και οι δύο Έμμες. Εκείνες είχαν την καλαισθησία να κάνουν αντίθεση: η δεύτερη, η καταχρηστική, φορούσε μια απλή άσπρη κορδέλλα στα μαλλιά, που της έδινε μια όψη ακαθόριστα μοναστική. Εκτός από αυτό, φορούσε τα ρούχα της Έμμας Ι με ανεπιτήδευση. Προφανώς, ήταν όμοια με την τιτλούχο από κάθε άποψη: πρόσωπο, δόντια, μαλλιά φωνή, προφορά, μια ελαφριά ουλή στο μέτωπο, περμανάντ, βάδισμα, το μαύρισμα από τις πρόσφατες διακοπές. Πρόσεξα όμως ότι είχε ένα γερό κρυολόγημα.
Αντίθετα με τις προβλέψεις μου, μου φάνηκαν και οι τρεις καλοδιάθετοι. Ο Τζιλμπέρτο έδειχνε βλακωδώς υπερήφανος, όχι τόσο για το κατόρθωμά του όσο για το γεγονός (στο οποίο αυτός δεν είχε καμμία συμβολή) ότι οι δύο γυναίκες τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Όσο γι’ αυτές, μου προκαλούσαν ειλικρινή θαυμασμό. Η Έμμα Ι εκδήλωνε προς την καινούρια της ‘αδελφή’ ένα ενδιαφέρον μητρικό. Η Έμμα ΙΙ ανταποκρινόταν με σεβασμό θυγατέρας, αξιοπρεπή και στοργικό. Το πείραμα του Τζιλμπέρτο, αποτρόπαιο από πολλές απόψεις, αποτελούσε πάνω απ’ όλα ισχυρή επιβεβαίωση της θεωρίας της Μίμησης: η καινούρια Έμμα, γεννημένη εικοσιοκτώ χρονών, είχε κληρονομήσει απαράλλακτη όχι μόνο τη θνητή μορφή του πρωτοτύπου, αλλά και ολόκληρη την πνευματική του παράδοση. Η Έμμα ΙΙ, με αξιοθαύμαστη απλότητα, μου διηγήθηκε ότι δύο ή τρεις μόνο μέρες από τη γέννησή της είχε πειστεί ότι ήταν η πρώτη συνθετική, ας πούμε, γυναίκα στην ιστορία του ανθρωπίνου είδους, ή ίσως ή δεύτερη, αν υπολογίσει κανείς την κατά προσέγγιση ανάλογη περίπτωση της Εύας.
Γεννήθηκε κοιμισμένη, αφού ο Μιμητής είχε πανομοιοτυπήσει ακόμη και το υπνωτικό που έρεε στις φλέβες της Έμμας Ι, και ξύπνησε ‘γνωρίζοντας’ ότι ήταν η Έμμα Περόζα-Γκάττι, μοναδική σύζυγος του λογιστή Τζιλμπέρτο Γκάττι, γεννηθείσα στη Μάντοβα την 7η Μαρτίου 1936. Θυμόταν καλά όσα θυμόταν καλά η Έμμα Ι, και άσχημα όσα η Έμμα Ι θυμόταν άσχημα. Θυμόταν σε βαθμό τελειότητας το γαμήλιο ταξίδι, τα ονόματα των συμμαθητών ‘της’ στο σχολείο, τις παιδικές κι απόκρυφες λεπτομέρειες μιας θρησκευτικής κρίσης που είχε περάσει η Έμμα Ι όταν ήταν δεκατριών χρονών, και που δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ σε κανέναν. Αλλά θυμόταν πολύ καλά και την άφιξη στο σπίτι του Μιμητή, τον ενθουσιασμό του Τζιλμπέρτο, τις διηγήσεις του και τις απόπειρές του, και γι’ αυτό δεν είχε εκπλαγεί υπερβολικά όταν πληροφορήθηκε την αυθαίρετη δημιουργική πράξη στην οποία χρωστούσε την ύπαρξή της.
Το γεγονός ότι η Έμμα ΙΙ είχε κρυολογήσει μ’ έκανε να αναλογιστώ ότι η ταύτισή τους, αρχικά τέλεια, ήταν προορισμένη να μη διαρκέσει: ακόμη κι εάν ο Τζιλμπέρτο αποδεικνυόταν ο πιο ακριβοδίκαιος απ’ όλους τους δίγαμους, ακόμη κι εάν εφάρμοζε αυστηρό σύστημα εναλλαγής, ακόμη κι εάν απείχε από κάθε εκδήλωση προτίμησης στη μία από τις δύο γυναίκες (υπόθεση παράλογη, αφού ο Τζιλμπέρτο είναι χαοτικός και ανοργάνωτος), ακόμη και στην περίπτωση αυτή οπωσδήποτε τελικά κάποια απόκλιση θα εκδηλωνόταν. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι δύο Έμμες δεν καταλάμβαναν υλικά το ίδιο μερίδιο χώρου: δεν ήταν δυνατόν να περάσουν ταυτόχρονα από μια στενή πόρτα, να παρουσιαστούν μαζί σε μια θυρίδα, να καταλάβουν την ίδια θέση στο τραπέζι: ήταν γι’ αυτό εκτεθειμένες σε διαφορετικά συμβάντα (το κρυολόγημα), διαφορετικές εμπειρίες. Ήταν μοιραίο να διαφοροποιηθούν, πνευματικά κι ύστερα σωματικά: και τότε θα κατάφερνε ο Τζιλμπέρτο να κρατήσει ίσες αποστάσεις; Σίγουρα όχι: και στην πρώτη προτίμηση, ακόμη και μικροσκοπική, η ευάλωτη ισορροπία ανάμεσα στους τρείς ήταν καταδικασμένη να καταλήξει σε ναυάγιο.
Εξέθεσα στον Τζιλμπέρτο αυτούς μου τους συλλογισμούς, και προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει ότι δεν επρόκειτο για αυθαίρετη δική μου απαισιόδοξη υπόθεση, αλλά αντίθετα για πρόβλεψη στέρεα θεμελιωμένη στην κοινή λογική, σχεδόν θεώρημα. Του υπενθύμισα ότι νομικώς η θέση του ήταν το λιγότερο αμφίβολη: ήταν νυμφευμένος με την Έμμα Περόζα, η Έμμα ΙΙ ήταν επίσης Έμμα Περόζα, μα αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Έμμες Περόζα ήταν δύο.
Αλλά ο Τζιλμπέρτο φάνηκε απρόσιτος: είχε μια ανόητη ευφορία, ήταν στη ψυχική κατάσταση του νιόπαντρου, και ενώ εγώ του μιλούσα εκείνος φανερά σκεφτόταν άλλα. Αντί να κυττάζει εμένα, παρατηρούσε απορροφημένος τις δύο γυναίκες, που ακριβώς εκείνη τη στιγμή μάλωναν στ’ αστεία για το ποια έπρεπε να καθήσει στην πολυθρόνα που και οι δύο προτιμούσαν. Αντί ν’ απαντήσει στα επιχειρήματά μου, μου ανακοίνωσε ότι του είχε έρθει μια περίφημη ιδέα: φεύγανε και οι τρεις για ταξίδι στην Ισπανία. ‘Τα έχω σκεφτεί όλα: η Έμμα Ι θα δηλώσει ότι έχει χάσει το διαβατήριο, θα της βγάλουν αντίγραφο και θα περάσει μ’ εκείνο. Ή μάλλον όχι, τι βλάκας! Θα το φτιάξω εγώ το αντίγραφο: με το Μιμητή, απόψε κιόλας.’ Ήταν πολύ υπερήφανος γι’ αυτό του το εύρημα, και υποψιάζομαι ότι είχε διαλέξει την Ισπανία ακριβώς επειδή ο έλεγχος διαβατηρίων στα ισπανικά σύνορα ήταν μάλλον αυστηρός.
Όταν επέστρεψαν, δύο μήνες μετά, ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Μπορούσε να το καταλάβει οποιοσδήποτε: οι σχέσεις μεταξύ των τριών διατηρούνταν σ’ ένα επίπεδο πολιτισμού και τυπικής ευγένειας, αλλά η ένταση ήταν προφανής. Ο Τζιλμπέρτο δεν με κάλεσε στο σπίτι του: ήρθε στο δικό μου, και δεν ήταν πλέον καθόλου ευφορικός.
Μου αφηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί. Μου το αφηγήθηκε με τρόπο πολύ αδέξιο, αφού ο Τζιλμπέρτο, που για μερικά πράγματα διαθέτει αναντίρρητο ταλέντο (είναι ικανός να σου γράψει σ’ ένα πακέτο τσιγάρα τον τύπο μιας διαφορικής εξίσωσης), είναι αντίθετα απελπιστικά ανίκανος να εκφράσει τα ίδια του τα συναισθήματα.
Το ταξίδι στην Ισπανία υπήρξε διασκεδαστικό και ταυτόχρονα κοπιαστικό. Στη Σεβίλλη, μετά από μια μέρα με βαρυφορτωμένο πρόγραμμα, είχε ξεκινήσει μια συζήτηση σε κλίμα εκνευρισμού και κούρασης. Είχε ξεκινήσει ανάμεσα στις δύο γυναίκες, πάνω στο μοναδικό θέμα στο οποίο οι γνώμες τους θα μπορούσαν να διχάζονται, και πράγματι διχάζονταν. Ήταν ενδεδειγμένο ή όχι, θεμιτό ή όχι, το εγχείρημα του Τζιλμπέρτο; Η Έμμα ΙΙ είχε πει ναι, η Έμμα Ι δεν είχε πει τίποτε. Είχε αρκέσει αυτή η σιωπή για να κάνει την πλάστιγγα να γείρει: από εκείνη τη στιγμή η επιλογή του Τζιλμπέρτο είχε κριθεί. Μπροστά στην Έμμα Ι δοκίμαζε μια αμηχανία που μεγάλωνε, μια αίσθηση ενοχής που επιδεινωνόταν μέρα με τη μέρα: παράλληλα, η στοργή του για την καινούρια του σύζυγο αυξανόταν και κατέτρωγε αναλογικά τη στοργή του για την νόμιμη σύζυγό του. Η ρήξη δεν είχε επέλθει ακόμη, αλλά ο Τζιλμπέρτο ένοιωθε ότι δεν θα αργούσε.
Η διάθεση κι ο χαρακτήρας των δύο γυναικών είχαν επίσης αρχίσει να διαφοροποιούνται. Η Έμμα ΙΙ γινόταν όλο και πιο νέα, περιποιητική, ανταποκρίσιμη, ανοιχτή. Η Έμμα Ι κλεινόταν προοδευτικά σε μια στάση αρνητική, προσβεβλημένης παραίτησης, απόρριψης. Τι να κάνει; Συνέστησα στον Τζιλμπέρτο να μην πάρει απερίσκεπτες πρωτοβουλίες και του υποσχέθηκα, όπως συνηθίζεται, ότι θα με απασχολούσε η περίπτωσή του - μα ενδόμυχα είχα σχεδόν αποφασίσει να μείνω μακριά απ’ αυτό το μελαγχολικό ανακάτεμα, και δεν μπορούσα να καταπνίξω μια αίσθηση μοχθηρής και θλιβερής ικανοποίησης μπροστά στην επιπόλαια προφητεία μου που είχε βγει αληθινή.
Ποτέ μου δεν περίμενα να δω να μπαίνει ουρανοκατέβατος στο γραφείο, ένα μήνα μετά, ένας Τζιλμπέρτο που ακτινοβολούσε. Ήταν στην καλύτερή του φόρμα, φλύαρος, θορυβώδης, φανερά παχύτερος. Μπήκε στο θέμα χωρίς περιστροφές, με τον εγωκεντρισμό που τον χαρακτηρίζει: για τον Τζιλμπέρτο, όταν κάτι πάει καλά για τον ίδιο, πάει καλά για όλο τον κόσμο. Είναι εκ φύσεως ανίκανος να ασχοληθεί με τον πλησίον του, ενώ αντίθετα προσβάλλεται και εκπλήσσεται όταν ο πλησίον του δεν ασχολείται μ’ αυτόν.
‘Ο Τζιλμπέρτο είναι άσσος’, είπε. ‘Τα τακτοποίησε όλα μέχρι να πεις κίμινο.’
‘Είμαι ευτυχής που το ακούω, και σε συγχαίρω για τη μετριοφροσύνη σου. Από την άλλη καιρός ήταν να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου.’
‘Όχι, κύτταξε, δεν με κατάλαβες. Δεν σου μιλώ για μένα: σου μιλώ για τον Τζιλμπέρτο Ι. Εκείνος είναι ο άσσος. Εγώ, για να μην περιαυτολογώ, του μοιάζω αρκετά, αλλά σ’ αυτή την ιστορία δεν είχα μεγάλη συμμετοχή: υπάρχω μόνο από την περασμένη Κυριακή. Τώρα όλα είναι εντάξει: δεν μου μένει παρά να κανονίσω με το ληξιαρχείο την κατάσταση της Έμμα ΙΙ και τη δική μου. Δεν αποκλείεται να χρειαστεί να κάνουμε κανένα μικρό κόλπο, για παράδειγμα να παντρευτούμε, εγώ και η Έμμα ΙΙ, και μετά να ταιριάσουμε ο καθένας με τη σύζυγο που προτιμά. Κι ύστερα, φυσικά, θα πρέπει να ψάξω για δουλειά: αλλά είμαι πεισμένος ότι η ΝΑΤΚΑ θα με δεχόταν ευχαρίστως ως προπαγανδιστή για το Μιμητή και τις άλλες της μηχανές γραφείου.’
13 Οκτωβρίου 2001
Πληρέστερη απασχόληση με ευελιξία στην εργασία και κοινωνική προστασία για όλους
Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2001)
1. “Αγορά εργασίας” δεν υπάρχει – αγορές εργασίες ναι. Η ίδια η λέξη “εργασία” έχει διαφορετικό νόημα για έναν υπάλληλο της ΔΕΗ, διαφορετικό για μια μοδίστρα που δουλεύει φασόν. Οι γενικεύσεις παραπλανούν. Αντιστρόφως, το υποχρεωτικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής ανάλυσης είναι η αναγνώριση της πόλωσης, του “δυϊσμού” της αγοράς εργασίας.
2. Στη μια όχθη βρίσκεται ο υπάλληλος της ΔΕΗ (ή της Εθνικής Τράπεζας, ή του Υπουργείου κ.ο.κ.): έχει σταθερή απασχόληση (αν όχι μονιμότητα), η αμοιβή που διεκδικεί (και συχνά κατακτά) είναι επιπέδου “οικογενειακού” μισθού, απολαμβάνει ικανοποιητικές κοινωνικές παροχές, συνταξιοδοτείται νωρίτερα και με καλύτερη σύνταξη από τους άλλους, συνήθως είναι συνδικαλισμένος. Στην άλλη όχθη βρίσκεται η μοδίστρα με φασόν (ή ο πιτσαδόρος, ή ο ωρομίσθιος κ.ο.κ.): δουλεύει κατά παραγγελία, αμείβεται με μισθούς πείνας, τα ένσημα πότε γράφονται και πότε όχι, για άδειες τοκετού ή ασθενείας ούτε λόγος, ο συνδικαλισμός είναι άγνωστος. Πρόκειται για δύο κόσμους, μεταξύ των οποίων υπάρχει χάσμα.
3. Στην “επίσημη” αγορά εργασίας συχνά βασιλεύει η πλήρης ακαμψία. Το ωράριο τηρείται με ευλάβεια (εάν δεν παραβιάζεται υπέρ του εργαζομένου), οι μισθοί καθορίζονται ανεξαρτήτως παραγωγικότητας με πολιτικά κριτήρια, τα καθήκοντα όλων περιγράφονται λεπτομερώς, οι απολύσεις είναι σπάνιες ή τελείως αδύνατες. Η εικόνα του υπαλλήλου που αρνείται να παραλάβει τον ασθενή που χαροπαλεύει αφού “εγώ δεν είμαι τραυματιοφορέας, εγώ είμαι νοσοκόμος” προέρχεται από ιταλική ταινία και τοποθετείται στη Νάπολι – θα μπορούσε κάλλιστα, όμως, να περιγράφει μια πραγματική σκηνή σε κάποιο νοσοκομείο του ΕΣΥ.
4. Αντίθετα, η “απορυθμισμένη” αγορά εργασίας είναι ελαστική όσο στα βιβλία οικονομικής θεωρίας πρώτου έτους (στα επόμενα έτη κάπως βελτιώνεται η κατάσταση). Προσλήψεις και απολύσεις κατά βούληση (του εργοδότη), μισθός με το κομμάτι, κατά συρροή παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για κινηματογραφικές εικόνες υπομονή μέχρι να προβληθεί η ταινία του Ken Loach που συμμετείχε στο φεστιβάλ της Βενετίας.
5. Οι δύο αυτοί κόσμοι είναι ξένοι: δεν συναντώνται στους χώρους δουλειάς, δεν συναντώνται ούτε στα συνδικάτα. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ, ενώ ισχυρή είναι και η ΑΔΕΔΥ (το συνδικάτο των υπαλλήλων του Δημοσίου). Η εκπροσώπηση όσων εργάζονται στις χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι χαμηλή ή ανύπαρκτη. Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική των συνδικάτων συχνά αντιπροσωπεύει όχι τόσο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά μόνο των (σχετικά ευνοημένων) τμημάτων της από όπου προέρχεται η πλειοψηφία των μελών τους.
6. Παραδόξως, οι δύο κόσμοι μπορεί να συναντώνται στο … σπίτι. Η ανεργία μεταξύ “αρχηγών νοικοκυριών” (ανδρών 30-55) είναι σχεδόν αμελητέα, ενώ πλήττει δυσανάλογα τους νέους και τις γυναίκες (ιδίως τις νέες γυναίκες). Με άλλα λόγια, η ακαμψία της επίσημης αγοράς εργασίας προστατεύει τις αμοιβές και τη θέση εργασίας του πατέρα. Δικαίως, θα μπορούσε να πει κανείς. Το πρόβλημα είναι η άλλη όψη του νομίσματος: η ακαμψία ανεβάζει τόσο πολύ το κόστος εργασίας (και μειώνει την παραγωγικότητα), ώστε τελικά ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες κανονικής απασχόλησης της μητέρας και των παιδιών τους.
Ακριβές θέσεις εργασίας + χαμηλή παραγωγικότητα = έλλειψη νέων θέσεων, δηλ. ανεργία.
7. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του 35ωρου αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Από τη μια, η μείωση του χρόνου εργασίας είναι μια μακρόχρονη τάση που ξεκίνησε την επαύριο της βιομηχανικής επανάστασης και μάλλον θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ καιρό. Συνεπώς, η κινδυνολογία για τις καταστροφικές συνέπειες του μέτρου είναι υπερβολική. Αλλού είναι το θέμα: ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου θα επηρεάσει μόνο τις ΔΕΚΟ, το Δημόσιο, και τις τράπεζες. Ούτε οι μοδίστρες φασόν, ούτε οι πιτσαδόροι, ούτε και οι ωρομίσθιοι δεν πρόκειται να καταλάβουν καμία διαφορά: για αυτούς δεν ισχύει ο νόμος του κράτους (ισχύει μόνο ο νόμος της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα). Το 35ωρο απλώς θα επέτεινε τη διαίρεση μεταξύ προνομιούχων εργαζομένων και μη, ενώ θα δυσκόλευε και άλλο την αναγκαία επέκταση της απασχόλησης στην επίσημη οικονομία.
8. Για την εκσυγχρονιστική αριστερά η διέξοδος βρίσκεται στην ταυτόχρονη μεταρρύθμιση τόσο της αγοράς εργασίας όσο και του κοινωνικού κράτους: μερική (και ελεγχόμενη) ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και αναπροσανατολισμός των θεσμών κοινωνικής προστασίας, με στόχο υψηλά επίπεδα απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλειας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται για μια στρατηγική επίπονη και γεμάτη κινδύνους: υπόσχεται, όμως, ταυτόχρονες βελτιώσεις στα πεδία της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
9. Αυτή, άλλωστε, είναι η στρατηγική της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς: στη Γαλλία (όπου το 35ωρο συνδυάστηκε με μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας), στη Γερμανία (όπου η Volkswagen και IG Metal συμφώνησαν για 5.000 προσλήψεις με αντάλλαγμα τον υπολογισμό του 35ωρου σε ετήσια βάση, από 28 έως 42 ώρες τη βδομάδα), στην Ολλανδία και στη Δανία (όπου τα συνδικάτα συμφώνησαν στη χαλάρωση της προστασίας κατά των απολύσεων που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι του “προστατευμένου” τομέα, με αντάλλαγμα την επέκταση της εργασιακής και κοινωνικής προστασίας σε όλους τους εργαζομένους).
10. Η επιτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας με ισότητα και προστασία σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται από τη σοφία των εντεύθεν της κεντροδεξιάς πολιτικών ελίτ. Για μια κυβέρνηση που θέλει να είναι και εκσυγχρονιστική και σοσιαλιστική, ο συνδυασμός μεταρρυθμιστικής τόλμης και εμμονής στη συναίνεση δια της πειθούς είναι υποχρεωτική. Από την πλευρά της, η συνδικαλιστική ηγεσία πρέπει να αποδείξει ότι εκπροσωπεί τους εργάτες της χώρας, όλους: εργαζομένους και άνεργους, με μονιμότητα ή χωρίς, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ασφαλισμένους και ανασφάλιστους, νόμιμους και παράνομους.
1. “Αγορά εργασίας” δεν υπάρχει – αγορές εργασίες ναι. Η ίδια η λέξη “εργασία” έχει διαφορετικό νόημα για έναν υπάλληλο της ΔΕΗ, διαφορετικό για μια μοδίστρα που δουλεύει φασόν. Οι γενικεύσεις παραπλανούν. Αντιστρόφως, το υποχρεωτικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής ανάλυσης είναι η αναγνώριση της πόλωσης, του “δυϊσμού” της αγοράς εργασίας.
2. Στη μια όχθη βρίσκεται ο υπάλληλος της ΔΕΗ (ή της Εθνικής Τράπεζας, ή του Υπουργείου κ.ο.κ.): έχει σταθερή απασχόληση (αν όχι μονιμότητα), η αμοιβή που διεκδικεί (και συχνά κατακτά) είναι επιπέδου “οικογενειακού” μισθού, απολαμβάνει ικανοποιητικές κοινωνικές παροχές, συνταξιοδοτείται νωρίτερα και με καλύτερη σύνταξη από τους άλλους, συνήθως είναι συνδικαλισμένος. Στην άλλη όχθη βρίσκεται η μοδίστρα με φασόν (ή ο πιτσαδόρος, ή ο ωρομίσθιος κ.ο.κ.): δουλεύει κατά παραγγελία, αμείβεται με μισθούς πείνας, τα ένσημα πότε γράφονται και πότε όχι, για άδειες τοκετού ή ασθενείας ούτε λόγος, ο συνδικαλισμός είναι άγνωστος. Πρόκειται για δύο κόσμους, μεταξύ των οποίων υπάρχει χάσμα.
3. Στην “επίσημη” αγορά εργασίας συχνά βασιλεύει η πλήρης ακαμψία. Το ωράριο τηρείται με ευλάβεια (εάν δεν παραβιάζεται υπέρ του εργαζομένου), οι μισθοί καθορίζονται ανεξαρτήτως παραγωγικότητας με πολιτικά κριτήρια, τα καθήκοντα όλων περιγράφονται λεπτομερώς, οι απολύσεις είναι σπάνιες ή τελείως αδύνατες. Η εικόνα του υπαλλήλου που αρνείται να παραλάβει τον ασθενή που χαροπαλεύει αφού “εγώ δεν είμαι τραυματιοφορέας, εγώ είμαι νοσοκόμος” προέρχεται από ιταλική ταινία και τοποθετείται στη Νάπολι – θα μπορούσε κάλλιστα, όμως, να περιγράφει μια πραγματική σκηνή σε κάποιο νοσοκομείο του ΕΣΥ.
4. Αντίθετα, η “απορυθμισμένη” αγορά εργασίας είναι ελαστική όσο στα βιβλία οικονομικής θεωρίας πρώτου έτους (στα επόμενα έτη κάπως βελτιώνεται η κατάσταση). Προσλήψεις και απολύσεις κατά βούληση (του εργοδότη), μισθός με το κομμάτι, κατά συρροή παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για κινηματογραφικές εικόνες υπομονή μέχρι να προβληθεί η ταινία του Ken Loach που συμμετείχε στο φεστιβάλ της Βενετίας.
5. Οι δύο αυτοί κόσμοι είναι ξένοι: δεν συναντώνται στους χώρους δουλειάς, δεν συναντώνται ούτε στα συνδικάτα. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ, ενώ ισχυρή είναι και η ΑΔΕΔΥ (το συνδικάτο των υπαλλήλων του Δημοσίου). Η εκπροσώπηση όσων εργάζονται στις χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι χαμηλή ή ανύπαρκτη. Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική των συνδικάτων συχνά αντιπροσωπεύει όχι τόσο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά μόνο των (σχετικά ευνοημένων) τμημάτων της από όπου προέρχεται η πλειοψηφία των μελών τους.
6. Παραδόξως, οι δύο κόσμοι μπορεί να συναντώνται στο … σπίτι. Η ανεργία μεταξύ “αρχηγών νοικοκυριών” (ανδρών 30-55) είναι σχεδόν αμελητέα, ενώ πλήττει δυσανάλογα τους νέους και τις γυναίκες (ιδίως τις νέες γυναίκες). Με άλλα λόγια, η ακαμψία της επίσημης αγοράς εργασίας προστατεύει τις αμοιβές και τη θέση εργασίας του πατέρα. Δικαίως, θα μπορούσε να πει κανείς. Το πρόβλημα είναι η άλλη όψη του νομίσματος: η ακαμψία ανεβάζει τόσο πολύ το κόστος εργασίας (και μειώνει την παραγωγικότητα), ώστε τελικά ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες κανονικής απασχόλησης της μητέρας και των παιδιών τους.
Ακριβές θέσεις εργασίας + χαμηλή παραγωγικότητα = έλλειψη νέων θέσεων, δηλ. ανεργία.
7. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του 35ωρου αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Από τη μια, η μείωση του χρόνου εργασίας είναι μια μακρόχρονη τάση που ξεκίνησε την επαύριο της βιομηχανικής επανάστασης και μάλλον θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ καιρό. Συνεπώς, η κινδυνολογία για τις καταστροφικές συνέπειες του μέτρου είναι υπερβολική. Αλλού είναι το θέμα: ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου θα επηρεάσει μόνο τις ΔΕΚΟ, το Δημόσιο, και τις τράπεζες. Ούτε οι μοδίστρες φασόν, ούτε οι πιτσαδόροι, ούτε και οι ωρομίσθιοι δεν πρόκειται να καταλάβουν καμία διαφορά: για αυτούς δεν ισχύει ο νόμος του κράτους (ισχύει μόνο ο νόμος της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα). Το 35ωρο απλώς θα επέτεινε τη διαίρεση μεταξύ προνομιούχων εργαζομένων και μη, ενώ θα δυσκόλευε και άλλο την αναγκαία επέκταση της απασχόλησης στην επίσημη οικονομία.
8. Για την εκσυγχρονιστική αριστερά η διέξοδος βρίσκεται στην ταυτόχρονη μεταρρύθμιση τόσο της αγοράς εργασίας όσο και του κοινωνικού κράτους: μερική (και ελεγχόμενη) ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και αναπροσανατολισμός των θεσμών κοινωνικής προστασίας, με στόχο υψηλά επίπεδα απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλειας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται για μια στρατηγική επίπονη και γεμάτη κινδύνους: υπόσχεται, όμως, ταυτόχρονες βελτιώσεις στα πεδία της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
9. Αυτή, άλλωστε, είναι η στρατηγική της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς: στη Γαλλία (όπου το 35ωρο συνδυάστηκε με μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας), στη Γερμανία (όπου η Volkswagen και IG Metal συμφώνησαν για 5.000 προσλήψεις με αντάλλαγμα τον υπολογισμό του 35ωρου σε ετήσια βάση, από 28 έως 42 ώρες τη βδομάδα), στην Ολλανδία και στη Δανία (όπου τα συνδικάτα συμφώνησαν στη χαλάρωση της προστασίας κατά των απολύσεων που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι του “προστατευμένου” τομέα, με αντάλλαγμα την επέκταση της εργασιακής και κοινωνικής προστασίας σε όλους τους εργαζομένους).
10. Η επιτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας με ισότητα και προστασία σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται από τη σοφία των εντεύθεν της κεντροδεξιάς πολιτικών ελίτ. Για μια κυβέρνηση που θέλει να είναι και εκσυγχρονιστική και σοσιαλιστική, ο συνδυασμός μεταρρυθμιστικής τόλμης και εμμονής στη συναίνεση δια της πειθούς είναι υποχρεωτική. Από την πλευρά της, η συνδικαλιστική ηγεσία πρέπει να αποδείξει ότι εκπροσωπεί τους εργάτες της χώρας, όλους: εργαζομένους και άνεργους, με μονιμότητα ή χωρίς, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ασφαλισμένους και ανασφάλιστους, νόμιμους και παράνομους.
2 Ιουνίου 2001
ΓΣΕΕ-Κυβέρνηση: η μάχη των μελετών;
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 2 Ιουνίου 2001)
Παρότι η ειδησεογραφία των τελευταίων εβδομάδων φαίνεται να πείθει για το αντίθετο, η πρόσφατη δημοσίευση από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ «Αναλογιστικής μελέτης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα» προσφέρει μοναδική ευκαιρία για την κατανόηση του τι ακριβώς διακυβεύεται στην υπόθεση της μεταρρύθμισης των συντάξεων. Εάν αυτό πράγματι συμβεί, θα είναι αληθινή καινοτομία: για πρώτη φορά στη μακρόχρονη ιστορία του ζητήματος – και με καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον ετών, από τη δημοσίευση της Έκθεσης Σπράου – θα διαπιστωθεί ουσιαστική σύμπτωση απόψεων για το μέγεθος του προβλήματος εκ μέρους όλων των πλευρών. Το ότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε υγιείς βάσεις τη συζήτηση είναι μάλλον αυτονόητο: όσο αυτονόητο είναι ότι το πολιτικό κλίμα σήμερα θα ήταν λιγότερο δηλητηριασμένο, εάν η επιδίωξη της σύμπτωσης για το πρόβλημα είχε προηγηθεί των κυβερνητικών προτάσεων για την επίλυσή του – αντί να τις ακολουθήσει.
Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Η μελέτη του ΙΝΕ παρουσιάστηκε (από σύσσωμη την ηγεσία της ΓΣΕΕ) ως ανασκευή των εκτιμήσεων της αντίστοιχης έκθεσης των Βρετανών αναλογιστών και ως τεκμηρίωση της κρίσιμης διεκδίκησης των συνδικάτων για μεγάλη αύξηση της κρατικής συμμετοχής στη δαπάνη συντάξεων. Η επικοινωνιακή πλευρά του πράγματος δεν διέφυγε της προσοχής κανενός: σε έναν ακόμη σημειολογικό «ρούμπο» της συνδικαλιστικής ηγεσίας, η παρουσίαση της έκδοσης έβαλε άλλη μια πινελιά στο πορτραίτο της ΓΣΕΕ ως συνδικάτου που (με όρους αθλητικού ρεπορτάζ) «παίζει σκληρά αλλά όχι αντιαθλητικά», που δηλ. εκτός από το να διαδηλώνει γνωρίζει και γράμματα.
Το πρόβλημα είναι ότι αντί να έχουμε μια μόνο μελέτη (για την εκπόνηση της οποίας να συνεργάστηκαν όλες οι πλευρές, έτσι ώστε τώρα η βασιμότητα των εκτιμήσεών της να αναγνωρίζεται από όλους), έχουμε δύο – και δεν έχουμε ακόμη τελειώσει (η ΑΔΕΔΥ δεν θα καταθέσει αναλογιστική μελέτη;). Κατά συνέπεια, εάν θέλουμε να αποφύγουμε έναν ακόμη διάλογο κουφών, οι δύο μελέτες θα πρέπει κάπως να «μεταφραστούν», όχι μόνο για να μπορεί ο καλλιεργημένος αλλά μη ειδήμων πολίτης να παρακολουθήσει το θέμα, αλλά και για να αποσαφηνιστούν τα σημεία που συμφωνούν και διαφωνούν μεταξύ τους. Το ότι η ανάγκη αυτή έχει διαπιστωθεί από παρατηρητές που πρόσκεινται και στις δύο πλευρές είναι ένα ακόμη δείγμα ότι η λογική αρχίζει δειλά-δειλά να κάνει την εμφάνισή της.
Ο έλεγχος της συγκρισιμότητας μεταξύ των δύο αναλογιστικών μελετών δεν είναι απλή υπόθεση: πρόκειται για δουλειά επαρκώς περίπλοκη ώστε να κρατά απασχολημένα για αρκετό καιρό τα μέλη της υπό συγκρότηση «μεικτής επιτροπής εμπειρογνώμων». Εν τω μεταξύ, μπορούμε να προεξοφλήσουμε ορισμένα κρίσιμα σημεία.
1. Η έκθεση των Βρετανών θεωρεί εξ αρχής το σύστημα μη βιώσιμο και εξετάζει λύσεις που αφορούν είτε «παραμετρικές» αλλαγές των όρων συνταξιοδότησης (π.χ. ποσοστό αναπλήρωσης, όρια ηλικίας), είτε «ριζικές» αλλαγές (σύνταξη ανάλογη των διά βίου εισφορών, μερική κεφαλαιοποίηση κτλ.). Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ προβάλλει στο μέλλον τις τάσεις εξέλιξης του συστήματος όπως είναι σήμερα και εκτιμά το ύψος της κρατικής δαπάνης που απαιτείται ώστε να καλυφθούν τα ελλείμματά του. Με αυτή τη «λογιστική» προσέγγιση επιχειρεί να μεταθέσει τη συζήτηση από τις μεγάλες ανισότητες μεταξύ γενεών και μεταξύ ταμείων στο ποσό της κρατικής συμμετοχής. Δυστυχώς, η μεταφορά των ελλειμμάτων των ταμείων στα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού δεν λύνει το πρόβλημα αλλά απλώς το μεταμφιέζει.
2. Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αναφέρεται σε μέρος μόνο του συστήματος συντάξεων, όχι στο σύνολο. Η εξαίρεση του ΟΓΑ και του Δημοσίου (του ΝΑΤ, όμως, λιγότερο) έχει κάποια λογική: η ΓΣΕΕ δεν εκπροσωπεί ούτε αγρότες ούτε δημοσίους υπαλλήλους. Όμως, η κοινή γνώμη πρέπει να τεθεί αντιμέτωπη με το σύνολο του προβλήματος, ώστε η δημόσια συζήτηση να καταλήξει σε λύσεις κοινής εφαρμογής. Άρα, το θέμα απαιτεί ενιαία εξέταση.
3. Το εν λόγω «στρατήγημα» επιτρέπει στη ΓΣΕΕ να υπολογίζει σε μόνο 2% το ποσοστό της κρατικής συμμετοχής στο σύνολο της δαπάνης για συντάξεις. Όπως δείχνει μια προσεκτική ματιά στα ψιλά γράμματα, το νούμερο αυτό δεν συμπεριλαμβάνει την κάλυψη των ελλειμμάτων, ούτε τα έσοδα από «κοινωνικούς πόρους» υπέρ κάποιων ταμείων. Αυτά ανεβάζουν σε 30% το μερίδιο του κράτους στη χρηματοδότηση και έτσι θέτουν το ερώτημα όχι τόσο του ύψους της αλλά και της κατανομής της μεταξύ ταμείων. Το ότι η κρατική δαπάνη σήμερα κατανέμεται επιλεκτικά, αδιαφανώς και άνισα είναι κομβικό σημείο, ακόμη και εάν η ΓΣΕΕ προτιμά να μην το συζητήσει.
4. Παρότι το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δίνει (ορθώς) μεγάλη έμφαση στο πρόβλημα της εκτεταμένης εισφοροδιαφυγής, οι προβολές του για το μέλλον υποθέτουν 100% «εισπραξιμότητα εισφορών». Η υπόθεση μηδενικής εισφοροδιαφυγής είναι συνεπής με τον ισχυρισμό ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα (και τυχόν «επαχθή» μέτρα λιγότερο αναγκαία) αν το πρόβλημα δεν υπήρχε. Όμως ο συλλογισμός πάσχει. Αφενός εισφοροδιαφυγή υπάρχει, άρα καλά θα κάνουμε να την λάβουμε υπόψη μας. Αφετέρου, για να είναι αποτελεσματική η πάταξή της, χρειάζεται όχι μόνο τήρηση των νόμων αλλά αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της σύνταξης ώστε να πάψει να «συμφέρει» τόσο πολλούς ασφαλισμένους που σήμερα αρκούνται στα ένσημα της κατώτατης σύνταξης.
5. Η επόμενη πηγή φαινομενικής απόκλισης των δύο μελετών είναι πιο απρόσμενη: ενώ η έκθεση των Βρετανών αναλογιστών υποθέτει ότι οι συντάξεις θα αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 1% σε πραγματικές τιμές, η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δείχνει λιγότερο γενναιόδωρη, αφού υποθέτει αυξήσεις συντάξεων απλώς ίσες με τον πληθωρισμό.
6. Τέλος, υπάρχει το θέμα της μετανάστευσης: Η έκθεση των Βρετανών αναλογιστών χρησιμοποιεί τα (σαφώς υποτιμημένα) επίσημα στοιχεία για την καταγεγραμμένη συμμετοχή των μεταναστών στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, και αυτά προβάλλει στο μέλλον. Η μελέτη της ΓΣΕΕ υποθέτει 500.000 αδήλωτους μετανάστες που στο πιο αισιόδοξο από τα τρία υποδείγματα απορροφώνται σταδιακά – όπως άλλωστε προβλέπεται (σε όλα τα σενάρια) και για τους 500.000 ανασφάλιστους Έλληνες.
Από εκεί και πέρα οι δύο μελέτες εξετάζουν διάφορα σενάρια, από όπου συμπεραίνεται ότι η πιο «ευνοϊκή» δημογραφική εξέλιξη (δηλ. αυτή που περιορίζει περισσότερο τα μελλοντικά ελλείμματα) είναι η αύξηση της γονιμότητας και η μείωση της διάρκειας ζωής. Αυτό το ελαφρώς μακάβριο εύρημα περιέχει μια χρήσιμη υπενθύμιση: ότι δηλ. το «δημογραφικό» δεν είναι κατάρα αλλά ευλογία – και εάν θέλουμε να το «λύσουμε» θα πρέπει να γυρίσουμε στη δεκαετία του ’50, τότε που κάναμε ένα σωρό παιδιά και πεθαίναμε νωρίς. Άλλο είναι το θέμα: ακριβώς για να μην μετατραπεί σε πρόβλημα, το συνταξιοδοτικό σύστημα θα πρέπει να παρακολουθεί τις δημογραφικές εξελίξεις και να προσαρμόζεται σε αυτές.
Υπό αυτή την έννοια, η πιο ενδιαφέρουσα (και πολιτικά φορτισμένη) «παραλλαγή» στις υποθέσεις που ενσωματώνουν τα αναλογιστικά υποδείγματα αφορά την απασχόληση. Η έκθεση των Βρετανών δοκιμάζει διάφορα ποσοστά προτού οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της απασχόλησης θα αυξήσει τα ελλείμματα των συστήματος συντάξεων σε δις. δραχμές, ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ θα τα μειώσει λίγο (αυξημένη απασχόληση ίσον υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης).
Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμά σε 176,74% του ΑΕΠ το αναλογιστικό έλλειμμα που αντιστοιχεί σε ποσοστό απασχόλησης 62% (ταμεία εκτός ΝΑΤ-ΟΓΑ-Δημοσίου, «τεχνικό επιτόκιο» 3%, σύνταξη 80% του μισθού, χωρίς συμμετοχή του κράτους). Με αύξηση της απασχόλησης κατά 20 ολόκληρες μονάδες (82%), το έλλειμμα αυξάνεται σε 177%, επαληθεύοντας την εκτίμηση των Βρετανών αναλογιστών. Εναλλακτικές παραδοχές για τις άλλες παραμέτρους δίνουν διαφορετικά νούμερα, όμως σε όλα τα σενάρια η αύξηση της απασχόλησης έχει αμελητέα επίδραση στα ελλείμματα του συστήματος συντάξεων.
Συμπέρασμα: οι δύο μελέτες μοιάζουν πολύ περισσότερο από όσο δείχνουν εκ πρώτης όψεως. Η αύξηση της απασχόλησης (κύριος στόχος δημόσιας πολιτικής, και δικαίως) δεν θα λύσει το πρόβλημα των συντάξεων: σε ένα σύστημα που παράγει ελλείμματα, η αύξηση των ασφαλισμένων σήμερα συνεπάγεται αύξηση των ελλειμμάτων αύριο. Αλλά και η αύξηση της μετανάστευσης είναι ατελέσφορη ως λύση του ασφαλιστικού (εκτός αν πάρουμε τις εισφορές των μεταναστών για να τους αρνηθούμε μετά τη σύνταξη που θα δικαιούνται). Η αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης είναι «λύση» λογιστική: είτε λέγεται έλλειμμα ταμείων είτε έλλειμμα προϋπολογισμού, πάλι εμείς ως κοινωνία θα πρέπει να πληρώσουμε το λογαριασμό.
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν εξωγενείς λύσεις που να μας επιτρέπουν να συνεχίσουμε να πορευόμαστε όπως σήμερα. Η μεταρρύθμιση (δηλ. η αποκατάσταση της εσωτερικής ισορροπίας του συστήματος) μπορεί να είναι δυσάρεστη για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών ελίτ της χώρας, παραμένει όμως αναγκαία. Και σε αυτό (ασχέτως του εάν το ομολογούν ή όχι) δείχνουν πλέον να συμπίπτουν οι μελέτες και των δύο πλευρών.
Παρότι η ειδησεογραφία των τελευταίων εβδομάδων φαίνεται να πείθει για το αντίθετο, η πρόσφατη δημοσίευση από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ «Αναλογιστικής μελέτης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα» προσφέρει μοναδική ευκαιρία για την κατανόηση του τι ακριβώς διακυβεύεται στην υπόθεση της μεταρρύθμισης των συντάξεων. Εάν αυτό πράγματι συμβεί, θα είναι αληθινή καινοτομία: για πρώτη φορά στη μακρόχρονη ιστορία του ζητήματος – και με καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον ετών, από τη δημοσίευση της Έκθεσης Σπράου – θα διαπιστωθεί ουσιαστική σύμπτωση απόψεων για το μέγεθος του προβλήματος εκ μέρους όλων των πλευρών. Το ότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε υγιείς βάσεις τη συζήτηση είναι μάλλον αυτονόητο: όσο αυτονόητο είναι ότι το πολιτικό κλίμα σήμερα θα ήταν λιγότερο δηλητηριασμένο, εάν η επιδίωξη της σύμπτωσης για το πρόβλημα είχε προηγηθεί των κυβερνητικών προτάσεων για την επίλυσή του – αντί να τις ακολουθήσει.
Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Η μελέτη του ΙΝΕ παρουσιάστηκε (από σύσσωμη την ηγεσία της ΓΣΕΕ) ως ανασκευή των εκτιμήσεων της αντίστοιχης έκθεσης των Βρετανών αναλογιστών και ως τεκμηρίωση της κρίσιμης διεκδίκησης των συνδικάτων για μεγάλη αύξηση της κρατικής συμμετοχής στη δαπάνη συντάξεων. Η επικοινωνιακή πλευρά του πράγματος δεν διέφυγε της προσοχής κανενός: σε έναν ακόμη σημειολογικό «ρούμπο» της συνδικαλιστικής ηγεσίας, η παρουσίαση της έκδοσης έβαλε άλλη μια πινελιά στο πορτραίτο της ΓΣΕΕ ως συνδικάτου που (με όρους αθλητικού ρεπορτάζ) «παίζει σκληρά αλλά όχι αντιαθλητικά», που δηλ. εκτός από το να διαδηλώνει γνωρίζει και γράμματα.
Το πρόβλημα είναι ότι αντί να έχουμε μια μόνο μελέτη (για την εκπόνηση της οποίας να συνεργάστηκαν όλες οι πλευρές, έτσι ώστε τώρα η βασιμότητα των εκτιμήσεών της να αναγνωρίζεται από όλους), έχουμε δύο – και δεν έχουμε ακόμη τελειώσει (η ΑΔΕΔΥ δεν θα καταθέσει αναλογιστική μελέτη;). Κατά συνέπεια, εάν θέλουμε να αποφύγουμε έναν ακόμη διάλογο κουφών, οι δύο μελέτες θα πρέπει κάπως να «μεταφραστούν», όχι μόνο για να μπορεί ο καλλιεργημένος αλλά μη ειδήμων πολίτης να παρακολουθήσει το θέμα, αλλά και για να αποσαφηνιστούν τα σημεία που συμφωνούν και διαφωνούν μεταξύ τους. Το ότι η ανάγκη αυτή έχει διαπιστωθεί από παρατηρητές που πρόσκεινται και στις δύο πλευρές είναι ένα ακόμη δείγμα ότι η λογική αρχίζει δειλά-δειλά να κάνει την εμφάνισή της.
Ο έλεγχος της συγκρισιμότητας μεταξύ των δύο αναλογιστικών μελετών δεν είναι απλή υπόθεση: πρόκειται για δουλειά επαρκώς περίπλοκη ώστε να κρατά απασχολημένα για αρκετό καιρό τα μέλη της υπό συγκρότηση «μεικτής επιτροπής εμπειρογνώμων». Εν τω μεταξύ, μπορούμε να προεξοφλήσουμε ορισμένα κρίσιμα σημεία.
1. Η έκθεση των Βρετανών θεωρεί εξ αρχής το σύστημα μη βιώσιμο και εξετάζει λύσεις που αφορούν είτε «παραμετρικές» αλλαγές των όρων συνταξιοδότησης (π.χ. ποσοστό αναπλήρωσης, όρια ηλικίας), είτε «ριζικές» αλλαγές (σύνταξη ανάλογη των διά βίου εισφορών, μερική κεφαλαιοποίηση κτλ.). Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ προβάλλει στο μέλλον τις τάσεις εξέλιξης του συστήματος όπως είναι σήμερα και εκτιμά το ύψος της κρατικής δαπάνης που απαιτείται ώστε να καλυφθούν τα ελλείμματά του. Με αυτή τη «λογιστική» προσέγγιση επιχειρεί να μεταθέσει τη συζήτηση από τις μεγάλες ανισότητες μεταξύ γενεών και μεταξύ ταμείων στο ποσό της κρατικής συμμετοχής. Δυστυχώς, η μεταφορά των ελλειμμάτων των ταμείων στα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού δεν λύνει το πρόβλημα αλλά απλώς το μεταμφιέζει.
2. Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αναφέρεται σε μέρος μόνο του συστήματος συντάξεων, όχι στο σύνολο. Η εξαίρεση του ΟΓΑ και του Δημοσίου (του ΝΑΤ, όμως, λιγότερο) έχει κάποια λογική: η ΓΣΕΕ δεν εκπροσωπεί ούτε αγρότες ούτε δημοσίους υπαλλήλους. Όμως, η κοινή γνώμη πρέπει να τεθεί αντιμέτωπη με το σύνολο του προβλήματος, ώστε η δημόσια συζήτηση να καταλήξει σε λύσεις κοινής εφαρμογής. Άρα, το θέμα απαιτεί ενιαία εξέταση.
3. Το εν λόγω «στρατήγημα» επιτρέπει στη ΓΣΕΕ να υπολογίζει σε μόνο 2% το ποσοστό της κρατικής συμμετοχής στο σύνολο της δαπάνης για συντάξεις. Όπως δείχνει μια προσεκτική ματιά στα ψιλά γράμματα, το νούμερο αυτό δεν συμπεριλαμβάνει την κάλυψη των ελλειμμάτων, ούτε τα έσοδα από «κοινωνικούς πόρους» υπέρ κάποιων ταμείων. Αυτά ανεβάζουν σε 30% το μερίδιο του κράτους στη χρηματοδότηση και έτσι θέτουν το ερώτημα όχι τόσο του ύψους της αλλά και της κατανομής της μεταξύ ταμείων. Το ότι η κρατική δαπάνη σήμερα κατανέμεται επιλεκτικά, αδιαφανώς και άνισα είναι κομβικό σημείο, ακόμη και εάν η ΓΣΕΕ προτιμά να μην το συζητήσει.
4. Παρότι το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δίνει (ορθώς) μεγάλη έμφαση στο πρόβλημα της εκτεταμένης εισφοροδιαφυγής, οι προβολές του για το μέλλον υποθέτουν 100% «εισπραξιμότητα εισφορών». Η υπόθεση μηδενικής εισφοροδιαφυγής είναι συνεπής με τον ισχυρισμό ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα (και τυχόν «επαχθή» μέτρα λιγότερο αναγκαία) αν το πρόβλημα δεν υπήρχε. Όμως ο συλλογισμός πάσχει. Αφενός εισφοροδιαφυγή υπάρχει, άρα καλά θα κάνουμε να την λάβουμε υπόψη μας. Αφετέρου, για να είναι αποτελεσματική η πάταξή της, χρειάζεται όχι μόνο τήρηση των νόμων αλλά αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της σύνταξης ώστε να πάψει να «συμφέρει» τόσο πολλούς ασφαλισμένους που σήμερα αρκούνται στα ένσημα της κατώτατης σύνταξης.
5. Η επόμενη πηγή φαινομενικής απόκλισης των δύο μελετών είναι πιο απρόσμενη: ενώ η έκθεση των Βρετανών αναλογιστών υποθέτει ότι οι συντάξεις θα αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 1% σε πραγματικές τιμές, η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δείχνει λιγότερο γενναιόδωρη, αφού υποθέτει αυξήσεις συντάξεων απλώς ίσες με τον πληθωρισμό.
6. Τέλος, υπάρχει το θέμα της μετανάστευσης: Η έκθεση των Βρετανών αναλογιστών χρησιμοποιεί τα (σαφώς υποτιμημένα) επίσημα στοιχεία για την καταγεγραμμένη συμμετοχή των μεταναστών στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, και αυτά προβάλλει στο μέλλον. Η μελέτη της ΓΣΕΕ υποθέτει 500.000 αδήλωτους μετανάστες που στο πιο αισιόδοξο από τα τρία υποδείγματα απορροφώνται σταδιακά – όπως άλλωστε προβλέπεται (σε όλα τα σενάρια) και για τους 500.000 ανασφάλιστους Έλληνες.
Από εκεί και πέρα οι δύο μελέτες εξετάζουν διάφορα σενάρια, από όπου συμπεραίνεται ότι η πιο «ευνοϊκή» δημογραφική εξέλιξη (δηλ. αυτή που περιορίζει περισσότερο τα μελλοντικά ελλείμματα) είναι η αύξηση της γονιμότητας και η μείωση της διάρκειας ζωής. Αυτό το ελαφρώς μακάβριο εύρημα περιέχει μια χρήσιμη υπενθύμιση: ότι δηλ. το «δημογραφικό» δεν είναι κατάρα αλλά ευλογία – και εάν θέλουμε να το «λύσουμε» θα πρέπει να γυρίσουμε στη δεκαετία του ’50, τότε που κάναμε ένα σωρό παιδιά και πεθαίναμε νωρίς. Άλλο είναι το θέμα: ακριβώς για να μην μετατραπεί σε πρόβλημα, το συνταξιοδοτικό σύστημα θα πρέπει να παρακολουθεί τις δημογραφικές εξελίξεις και να προσαρμόζεται σε αυτές.
Υπό αυτή την έννοια, η πιο ενδιαφέρουσα (και πολιτικά φορτισμένη) «παραλλαγή» στις υποθέσεις που ενσωματώνουν τα αναλογιστικά υποδείγματα αφορά την απασχόληση. Η έκθεση των Βρετανών δοκιμάζει διάφορα ποσοστά προτού οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της απασχόλησης θα αυξήσει τα ελλείμματα των συστήματος συντάξεων σε δις. δραχμές, ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ θα τα μειώσει λίγο (αυξημένη απασχόληση ίσον υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης).
Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμά σε 176,74% του ΑΕΠ το αναλογιστικό έλλειμμα που αντιστοιχεί σε ποσοστό απασχόλησης 62% (ταμεία εκτός ΝΑΤ-ΟΓΑ-Δημοσίου, «τεχνικό επιτόκιο» 3%, σύνταξη 80% του μισθού, χωρίς συμμετοχή του κράτους). Με αύξηση της απασχόλησης κατά 20 ολόκληρες μονάδες (82%), το έλλειμμα αυξάνεται σε 177%, επαληθεύοντας την εκτίμηση των Βρετανών αναλογιστών. Εναλλακτικές παραδοχές για τις άλλες παραμέτρους δίνουν διαφορετικά νούμερα, όμως σε όλα τα σενάρια η αύξηση της απασχόλησης έχει αμελητέα επίδραση στα ελλείμματα του συστήματος συντάξεων.
Συμπέρασμα: οι δύο μελέτες μοιάζουν πολύ περισσότερο από όσο δείχνουν εκ πρώτης όψεως. Η αύξηση της απασχόλησης (κύριος στόχος δημόσιας πολιτικής, και δικαίως) δεν θα λύσει το πρόβλημα των συντάξεων: σε ένα σύστημα που παράγει ελλείμματα, η αύξηση των ασφαλισμένων σήμερα συνεπάγεται αύξηση των ελλειμμάτων αύριο. Αλλά και η αύξηση της μετανάστευσης είναι ατελέσφορη ως λύση του ασφαλιστικού (εκτός αν πάρουμε τις εισφορές των μεταναστών για να τους αρνηθούμε μετά τη σύνταξη που θα δικαιούνται). Η αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης είναι «λύση» λογιστική: είτε λέγεται έλλειμμα ταμείων είτε έλλειμμα προϋπολογισμού, πάλι εμείς ως κοινωνία θα πρέπει να πληρώσουμε το λογαριασμό.
Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν εξωγενείς λύσεις που να μας επιτρέπουν να συνεχίσουμε να πορευόμαστε όπως σήμερα. Η μεταρρύθμιση (δηλ. η αποκατάσταση της εσωτερικής ισορροπίας του συστήματος) μπορεί να είναι δυσάρεστη για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών ελίτ της χώρας, παραμένει όμως αναγκαία. Και σε αυτό (ασχέτως του εάν το ομολογούν ή όχι) δείχνουν πλέον να συμπίπτουν οι μελέτες και των δύο πλευρών.
19 Μαΐου 2001
Μύθοι και αλήθειες για τις συντάξεις
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 19 Μαΐου 2001)
Διάφοροι μύθοι υπολανθάνουν στη συζήτηση για τις συντάξεις, ακόμη και όταν δεν αναφέρονται πάντα ρητά σε αυτή. Όπως όλοι οι μύθοι, έχουν και αυτοί μια δόση αλήθειας. Η ανασκευή τους ίσως συμβάλλει στην αναζήτηση λύσεων για τα υπαρκτά (όχι φανταστικά) προβλήματα, καθώς και στην ανάδειξη των όψεων παθογένειας του σημερινού συστήματος συντάξεων που συχνά λησμονούνται.
1. «Έχουμε ένα φτωχό και μίζερο σύστημα συντάξεων»
Η δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις έχει ξεπεράσει το 12% του ΑΕΠ. Εάν το συγκρίνουμε με άλλες χώρες της Ε.Ε. θα δούμε ότι είναι μάλλον πολύ. Στη Σουηδία είναι χαμηλότερο παρότι εκεί το ποσοστό ηλικιωμένων στον πληθυσμό είναι υψηλότερο από το δικό μας.
Θα αναρωτηθεί κάποιος: «Και δεν μπορεί να αυξηθεί και άλλο;» Μέχρι ενός σημείου ναι, αρκεί βέβαια να είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να μειώσουμε κάτι άλλο: την ιδιωτική κατανάλωση (αν και το φορολογικό βάρος έχει αυξηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια), αλλά και την υπόλοιπη δημόσια δαπάνη, για άμυνα αλλά και για εκπαίδευση, για υγεία, για πρόνοια, για προώθηση της απασχόλησης, για κοινωνική κατοικία, για παιδικούς σταθμούς κτλ. Υπάρχουν, πάντως, όρια: καμιά οικονομία δεν αντέχει μια δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις της τάξης του 25% (το 2025) ή του 40% (το 2045).
2. «Η κρατική χρηματοδότηση είναι χαμηλή»
Η αλήθεια είναι ότι το κράτος χρηματοδοτεί τα ελλείμματα των ταμείων με ένα ποσό της τάξης του 1,3 τρις (3,2% του ΑΕΠ), που εκτιμάται ότι θα φτάσει το 7,4% το 2025 και το 14,1% το 2050. Σε αυτό δεν περιλαμβάνεται η δαπάνη για τις συντάξεις των εργαζομένων στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ που έχει αναλάβει (κατά κανόνα, με μεγάλη γενναιοδωρία) ο κρατικός προϋπολογισμός.
Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν το κράτος υποχρέωνε τα ταμεία να δεσμεύουν τα αποθεματικά τους σε καταθέσεις αρνητικού πραγματικού επιτοκίου, όπως και ότι πιο πρόσφατα αθέτησε τις δεσμεύσεις περί τριμερούς χρηματοδότησης που απορρέουν από το νόμο Σιούφα (αν και έχει ήδη συμφωνηθεί διαδικασία εξόφλησης της οφειλής). Όμως, ενώ αυτά συμβάλλουν στη γενική σύγχυση, δεν μεταβάλλουν την εικόνα για την έκταση της κρατικής χρηματοδότησης.
3. «Το σύστημα έχει ελλείμματα λόγω κακής διαχείρισης»
Η διαχείριση δεν μπορεί να είναι κακή σε ένα σύστημα με εκατοντάδες ταμεία που απασχολούν το 1% του συνόλου των εργαζομένων. Όμως, τα ελλείμματα οφείλονται σε κάτι άλλο: το σύστημα δίνει σε μεγάλο αριθμό συνταξιούχων υπερβολικά υψηλές συντάξεις σε σχέση με τις εισφορές που καταβλήθηκαν από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη του. Πολύ υψηλότερες από τη σύνταξη που θα χορηγούσε έναντι ισόποσων εισφορών μια ασφαλιστική εταιρεία.
4. «Τα ελλείμματα δεν είναι παρά έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης»
Σίγουρα όχι όταν είναι εκτός ελέγχου, γιατί τότε εξευτελίζεται μια τουλάχιστον εκδοχή της αλληλεγγύης: η αλληλεγγύη των γενεών. Το να εμμένουμε στο σημερινό σύστημα που συσσωρεύει ελλείμματα είναι σαν να στέλνουμε απλώς το λογαριασμό στις επόμενες γενιές.
Συνεπώς, τα ελλείμματα θα πρέπει να είναι εντός ελέγχου (4% του ΑΕΠ; 5%; Είναι θέμα επιλογής, ας μην ξεχνάμε όμως ότι υπάρχουν και άλλες κοινωνικές ανάγκες, ενδεχομένως πιεστικότερες).
Υπάρχει και μια δεύτερη προϋπόθεση για να είναι η κρατική χρηματοδότηση «έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης»: ότι κατανέμεται δίκαια. Πρόκειται για ελάχιστη προϋπόθεση, η οποία όμως δεν πληρείται ούτε στο ελάχιστο: αυτός είναι ο μεγαλύτερος από όλους τους μύθους για τις συντάξεις.
5. «Η κοινωνική ασφάλιση συμβάλλει στην αναδιανομή του εισοδήματος»
Η (πικρή) αλήθεια είναι ότι το σύστημα συντάξεων δεν μετριάζει τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά τις αναπαράγει (και συχνά τις εντείνει). Πράγματι, ο κρατικός προϋπολογισμός μπορεί να ενισχύει άμεσα τον ΟΓΑ (και τις συντάξεις απόρων), το ΙΚΑ (και τις κατώτατες συντάξεις), το ΝΑΤ. Όμως, ενισχύει επίσης (παρότι πιο έμμεσα) και το ταμείο των γιατρών ΤΣΑΥ (μέχρι πρότινος με ποσοστό επί της τιμής των φαρμάκων, τώρα με το ισόποσό του), το ταμείο των μηχανικών ΤΣΜΕΔΕ (με ποσοστό επί του κόστους των δημοσίων έργων), το Ταμείο Νομικών (με το «δικόσημο»), τα ταμεία συντακτών (με το «αγγελιόσημο»). Ακόμη πιο έμμεσα, το κοινωνικό κόστος των συντάξεων στις ΔΕΚΟ καταλήγει να το πληρώνει εν μέρει ο καταναλωτής – ενώ κάτι παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και στις τράπεζες, όπου ο συνδυασμός υψηλής κερδοφορίας και υψηλών αποδοχών (και συντάξεων) δεν μου φαίνεται άσχετος με το «άνοιγμα» μεταξύ επιτοκίου καταθέσεων και επιτοκίου χορηγήσεων.
Χάρη σε αυτόν τον επιλεκτικό και αδιαφανή τρόπο κατανομής των κοινωνικών πόρων, οι εισφορές σου «αυγαταίνουν» περισσότερο εάν είσαι δημοσιογράφος, ή γιατρός, ή μηχανικός, ή δικηγόρος, ή στρατιωτικός, ή σε κάποια ΔΕΚΟ, ή έστω στο Δημόσιο – πολύ περισσότερο από ό,τι εάν είσαι στο ΙΚΑ. Έτσι, μεταξύ δύο ασφαλισμένων ίδιας ηλικίας που πληρώνουν τις ίδιες εισφορές, ο ασφαλισμένος του ΙΚΑ θα βγει στη σύνταξη έως και 10 χρόνια αργότερα από τον ασφαλισμένο του ΤΑΠ-ΟΤΕ ή του ΤΣΜΕΔΕ – και όταν βγει θα παίρνει χαμηλότερη σύνταξη.
6. «Το σύστημα – τουλάχιστον – ευνοεί τις γυναίκες»
Όχι όλες! Σίγουρα όχι όσες δεν εργάζονται (κατά κανόνα λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων φροντίδας παιδιών ή ηλικιωμένων συγγενών). Ούτε όσες, συχνά για παρόμοιους λόγους, κατάφεραν να εργαστούν μόνο 8, ή 10, ή 12, ή ακόμη 14 χρόνια και έτσι δεν «στοιχειοθετούν» δικαίωμα για σύνταξη.
Βέβαια, το σύστημα ευνοεί τις εργαζόμενες του «προστατευμένου» τομέα. Όσο για τις ρυθμίσεις που αφορούν τις μητέρες ανηλίκων, τις βρίσκω υπερβολικά ευνοϊκές. Ακόμη και με το σημερινό «αυστηρότερο» καθεστώς (δηλ. μετά από τη σταδιακή κατάργηση της 15ετίας), μια μητέρα ανηλίκων με 25 χρόνια δουλειά στο Δημόσιο δικαιούται πλήρη σύνταξη στα 50: δηλ. με τελευταίες αποδοχές 300.000 δρχ. το μήνα θα πάρει σύνταξη 240.000 δρχ. το μήνα. Με τόσο λίγα χρόνια ασφάλισης και τόσο πολλά χρόνια σύνταξης (μια γυναίκα 50 χρονών ζει στην Ελλάδα κατά μέσο όρο έως τα 80), μια ασφαλιστική εταιρεία είναι ζήτημα εάν θα της έδινε 40.000 δρχ. το μήνα, και αυτό μόνο εάν πλήρωνε ασφάλιστρα ίσα με τις εισφορές του ΙΚΑ.
«Ναι αλλά» θα πει κάποιος «έτσι προστατεύεται η μητρότητα». Μια μητέρα ανηλίκων 50 ετών αναγκάζεται σχεδόν να βγει στη σύνταξη προτού τα παιδιά της πάψουν να είναι ανήλικα. Εάν θέλουμε να προστατεύσουμε τη μητρότητα, με πολύ λιγότερους πόρους θα μπορούσαμε να γεμίσουμε την επικράτεια με βρεφονηπιακούς σταθμούς και να πληρώνουμε σε όλες τις εργαζόμενες διετείς άδειες τοκετού με πλήρεις αποδοχές (και χωρίς επιβάρυνση του εργοδότη).
7. «Τα όρια ηλικίας είναι ήδη υψηλά και δεν μπορούν να αυξηθούν»
Τα όρια ηλικίας είναι υψηλότερα σε πλουσιότερες χώρες (όπου οι άνθρωποι μάλιστα ζουν λιγότερο από εμάς). Γενικά, καθώς ζούμε περισσότερα χρόνια και με καλύτερη υγεία, είναι λογικό να προσαρμόζουμε την πραγματική μέση ηλικία συνταξιοδότησης προς τα πάνω. Εκτός και αν προτιμάμε να παίρνουμε χαμηλότερες συντάξεις (η τρίτη λύση, η περαιτέρω αύξηση των εισφορών ως ποσοστό του μισθού, δεν προτείνεται από κανέναν).
Χαμηλή ηλικία συνταξιοδότησης σημαίνει λιγότερα χρόνια εργασίας (και άρα ασφάλισης) και ταυτόχρονα περισσότερα χρόνια στη σύνταξη – και αυτό με τη σειρά του σημαίνει μικρότερο δια βίου εισόδημα. Εκτός και εάν θέλουμε να βγαίνουμε στη σύνταξη νωρίτερα μόνο και μόνο για να μπορούμε απερίσπαστοι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε «στη μαύρη» (όπως οι συνταξιούχοι της Εθνικής που πιάνουν δουλειά ως σύμβουλοι της Πίστεως, οι μητέρες ανηλίκων του Δημοσίου που ανοίγουν μπουτίκ κ.ο.κ.). Επί πλέον, η εξίσωση όλων των ορίων ηλικίας στα 65 ουσιαστικά «πλήττει» κυρίως τους «παλαιούς» ασφαλισμένους των «ευγενών» ταμείων. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους είναι ήδη στα 65.
Σε κάθε περίπτωση, για την αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης δεν αρκεί η αύξηση των ορίων: χρειάζεται επίσης αναθεώρηση των αναπηρικών συντάξεων (πρωταθλητής στην Ελλάδα η Κρήτη, η υγιέστερη περιφέρεια στην Ευρώπη) και των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων (στα οποία, ελλείψει ανθρακωρύχων, συγκαταλέγονται οι παρουσιαστές ραδιοφώνου, το προσωπικό εδάφους των αεροπορικών εταιρειών, οι κομμωτές, οι ελεγκτές των τρόλλεϋ, οι σερβιτόροι – όχι, όμως, οι βοηθοί τους …).
8. «Εάν αντιμετωπιζόταν η εισφοροδιαφυγή το πρόβλημα θα λυνόταν»
Η εισφοροδιαφυγή πολύ συχνά γίνεται με συναίνεση του εργαζομένου. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι στο σημερινό σύστημα η εισφοροδιαφυγή συμφέρει: μειώνει τις κρατήσεις άρα αυξάνει τις καθαρές αποδοχές του εργαζομένου, ενώ αφήνει ανεπηρέαστο το ύψος της μελλοντικής σύνταξης. Πράγματι, είτε με 15 έτη ασφάλισης είτε με 25, οι περισσότεροι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ δικαιούνται την ίδια σύνταξη. Για αυτό, άλλωστε, το 50% των νέων συνταξιούχων του ΙΚΑ εμφανίζουν λιγότερα από 6.900 ένσημα (23 χρόνια ασφάλισης) – εν έτει 2001!
Τι σημαίνει αυτό; ότι η εισφοροδιαφυγή δεν είναι μια εξωγενής μεταβλητή αλλά προϊόν της λογικής του συστήματος. Για αυτό, η εισφοροδιαφυγή δεν πρόκειται να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά ούτε με μηχανογράφηση, ούτε με ηθικές παραινέσεις, ούτε με αστυνομικά μέτρα – αλλά εθελοντικά, με την ενίσχυση της ανταποδοτικότητας του συστήματος.
Να ανακεφαλαιώσω. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι άδικο, αφού δεν αίρει τις ανισότητες που παράγει η οικονομία και η αγορά εργασίας αλλά τις αναπαράγει. Είναι πελατειακό και κατακερματισμένο. Πάσχει από έντονες ανισορροπίες μεταξύ γενεών ασφαλισμένων και μεταξύ ταμείων. Απειλεί να υπονομεύσει τη μελλοντική ευημερία, αλλά και το “κοινωνικό συμβόλαιο” δηλ. την αλληλεγγύη των γενεών. Με λίγα λόγια: βρίσκεται σε βαθύ αδιέξοδο.
Πώς μπορούμε να βγούμε από το αδιέξοδο; Εδώ κρίνεται η ωριμότητα της κοινωνίας μας και η σοφία των πολιτικών ελίτ (δηλ. της κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων, των εργατικών συνδικάτων, των εργοδοτικών οργανώσεων και όλων των άλλων διαμορφωτών της κοινής γνώμης).
Ποιες είναι οι διαθέσιμες επιλογές;
Θεωρώ ως δεδομένο ότι μεταρρύθμιση θα υπάρξει, παρότι δεν γνωρίζω εάν θα γίνει σε αυτή την τετραετία ή από κάποια άλλη κυβέρνηση στο μέλλον, εάν θα στοχεύει στη δίκαιη κατανομή του κόστους της αναγκαίας προσαρμογής ή απλώς στη με κάθε τίμημα επίτευξη της βιωσιμότητας. Δεν τολμώ καν να διανοηθώ το τρίτο ενδεχόμενο, του «παιγνιδιού της χειροβομβίδας»: της συνεχούς αναβολής της μεταρρύθμισης μέχρι την τελική κατάρρευση – εν μέρει γιατί είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος, εν μέρει γιατί έχω παιδιά και δεν θέλω η «χειροβομβίδα» να εκραγεί στα χέρια τους.
Δεν αποτελεί λύση η αναβολή της μεταρρύθμισης (ή αποδυνάμωσή της) στο όνομα της «συνοχής», του κυβερνώντος κόμματος ή του συνδικαλιστικού κινήματος. Η συνοχή είναι καλό πράγμα γενικώς, αλλά όχι όταν το λογαριασμό τον πληρώνουν οι «εκτός των τειχών»: οι εκτός αγοράς εργασίας, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, οι νέοι. Ας αποφασίσουμε, εάν θέλουμε, ότι τα ελλείμματα των συντάξεών μας θα τα πληρώσει η γενιά των παιδιών μας – ας μην υποκρινόμαστε, όμως, ότι το κάνουμε στο όνομα της αλληλεγγύης των γενεών. Κάθε αναβολή υποθηκεύει τη μελλοντική ευημερία της χώρας και καθιστά μια βιαιότερη προσαρμογή του συστήματος σε λίγα χρόνια αναπόφευκτη.
Επομένως, μένουν δύο λύσεις. Η πρώτη (ας την ονομάσουμε «φιλελεύθερη»), συνίσταται στην επικράτηση λύσεων που επιδιώκουν την «εξυγίανση» μέσω της απλής μείωσης του κόστους του συστήματος συντάξεων: ιδιωτικοποίηση μέρους του συστήματος και μετεξέλιξή του σε κεφαλαιοποιητικό, σταδιακή μετατροπή του κρατικού συστήματος σε προνοιακού τύπου πυλώνα για τους απόρους. Δεν φαίνεται να συγκεντρώνει μεγάλη συναίνεση προς το παρόν, αλλά δεν βλέπω σε τι άλλο θα στραφεί η κοινή γνώμη και το εκλογικό σώμα εάν όσοι επικαλούνται το δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος συνεχίσουν να το υποσκάπτουν και να πλήττουν την αξιοπιστία του.
Η δεύτερη λύση συνίσταται ακριβώς στην ανανέωση της εμπιστοσύνης όλων στη δυνατότητα του συστήματος να επιτυγχάνει το στόχο για τον οποίο επινοήθηκε: κοινωνική αλληλεγγύη και αλληλεγγύη των γενεών. Ελάχιστη προϋπόθεση για το πρώτο είναι η αποκατάσταση της αρχής της ισονομίας των ασφαλισμένων. Ελάχιστη προϋπόθεση για το δεύτερο είναι η συγκράτηση των ελλειμμάτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, αυτό που μπορεί κανείς να προσάψει κάτι στις προτάσεις Γιαννίτση είναι όχι η «αναλγησία» τους αλλά η υπερβολική μετριοπάθειά τους. Η υιοθέτησή τους, όπως αναφέρεται στο κείμενο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, απλώς θα μετέθετε χρονικά την αναγκαιότητα για πιο μόνιμες λύσεις. Η τελική απόσυρση των προτάσεων Γιαννίτση ίσως διευκολύνει τη συζήτηση για τη μορφή λύσεων που και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα (άρα και την αλληλεγγύη των γενεών) εξασφαλίζουν, και τους αναδιανεμητικούς στόχους ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματος επιτυγχάνουν.
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Ο αριθμός των συνδυασμών αλληλεγγύης και ανταποδοτικότητας που είναι τεχνικά εφικτοί αφήνει άνετα περιθώρια επιλογής. Έχω εκφράσει με άλλη ευκαιρία την ιδιαίτερη προτίμησή μου σε ένα μεικτό σύστημα βασικής + ανταποδοτικής σύνταξης, το οποίο:
- διανέμει εξ ίσου την κρατική χρηματοδότηση συγκεντρώνοντάς την σε μια Σύνταξη του Πολίτη, η οποία παρέχει μια κοινή εισοδηματική βάση σε κάθε ηλικιωμένο ανεξαρτήτως εισφορών
ενώ επί πλέον:
- παρέχει Συμπληρωματική Σύνταξη ανάλογη με το ποσό των εισφορών που καταβλήθηκαν στη διάρκεια όλου του εργάσιμου βίου από τον ασφαλισμένο και τον εκάστοτε εργοδότη του, διατηρώντας άθικτη την ανταποδοτικότητα των εισφορών (προϋπόθεση για τη δραστική μείωση της «συναινετικής» εισφοροδιαφυγής).
Ας σημειωθεί ότι η στενή σχέση εισφορών-παροχών στο πλαίσιο ενός δημόσιου διανεμητικού συστήματος συντάξεων αποτελεί την ουσία του νέου Σουηδικού μοντέλου: ένα σύστημα που μιμείται το μηχανισμό του κεφαλαιοποιητικού, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τους κινδύνους του.
Η ιδέα του συνδυασμού βασικής + ανταποδοτικής σύνταξης δεν είναι δική μου αποκλειστικότητα: μια παραλλαγή είχε υποστηριχθεί (σε ομιλία στη Βουλή το 1992) από το σημερινό Πρωθυπουργό, άλλη παραλλαγή έχει αξιολογηθεί από τους Βρετανούς αναλογιστές (περιέχεται στο κείμενο που διένειμε το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων), ενώ παρόμοιες ιδέες υποστηρίζουν και σύμβουλοι της ΓΣΕΕ. Παρότι η πρόταση δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί επισήμως από καμία πλευρά, θα μπορούσε να αποτελεί σημείο σύγκλισης του διαλόγου.
Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό μα πολιτικό: συνίσταται στη συγκρότηση μιας κοινωνικής συμμαχίας που να ενώνει όσους αδικούνται από το σημερινό σύστημα με εκείνους που παρότι προσωπικά ευνοούνται από αυτό έχουν πειστεί για την ανάγκη μεταρρύθμισης. Τέτοιοι πολίτες υπάρχουν ακόμη – και απαιτούν η φωνή τους να μην χαθεί στην οχλαγωγία των ημερών.
Διάφοροι μύθοι υπολανθάνουν στη συζήτηση για τις συντάξεις, ακόμη και όταν δεν αναφέρονται πάντα ρητά σε αυτή. Όπως όλοι οι μύθοι, έχουν και αυτοί μια δόση αλήθειας. Η ανασκευή τους ίσως συμβάλλει στην αναζήτηση λύσεων για τα υπαρκτά (όχι φανταστικά) προβλήματα, καθώς και στην ανάδειξη των όψεων παθογένειας του σημερινού συστήματος συντάξεων που συχνά λησμονούνται.
1. «Έχουμε ένα φτωχό και μίζερο σύστημα συντάξεων»
Η δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις έχει ξεπεράσει το 12% του ΑΕΠ. Εάν το συγκρίνουμε με άλλες χώρες της Ε.Ε. θα δούμε ότι είναι μάλλον πολύ. Στη Σουηδία είναι χαμηλότερο παρότι εκεί το ποσοστό ηλικιωμένων στον πληθυσμό είναι υψηλότερο από το δικό μας.
Θα αναρωτηθεί κάποιος: «Και δεν μπορεί να αυξηθεί και άλλο;» Μέχρι ενός σημείου ναι, αρκεί βέβαια να είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να μειώσουμε κάτι άλλο: την ιδιωτική κατανάλωση (αν και το φορολογικό βάρος έχει αυξηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια), αλλά και την υπόλοιπη δημόσια δαπάνη, για άμυνα αλλά και για εκπαίδευση, για υγεία, για πρόνοια, για προώθηση της απασχόλησης, για κοινωνική κατοικία, για παιδικούς σταθμούς κτλ. Υπάρχουν, πάντως, όρια: καμιά οικονομία δεν αντέχει μια δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις της τάξης του 25% (το 2025) ή του 40% (το 2045).
2. «Η κρατική χρηματοδότηση είναι χαμηλή»
Η αλήθεια είναι ότι το κράτος χρηματοδοτεί τα ελλείμματα των ταμείων με ένα ποσό της τάξης του 1,3 τρις (3,2% του ΑΕΠ), που εκτιμάται ότι θα φτάσει το 7,4% το 2025 και το 14,1% το 2050. Σε αυτό δεν περιλαμβάνεται η δαπάνη για τις συντάξεις των εργαζομένων στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ που έχει αναλάβει (κατά κανόνα, με μεγάλη γενναιοδωρία) ο κρατικός προϋπολογισμός.
Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν το κράτος υποχρέωνε τα ταμεία να δεσμεύουν τα αποθεματικά τους σε καταθέσεις αρνητικού πραγματικού επιτοκίου, όπως και ότι πιο πρόσφατα αθέτησε τις δεσμεύσεις περί τριμερούς χρηματοδότησης που απορρέουν από το νόμο Σιούφα (αν και έχει ήδη συμφωνηθεί διαδικασία εξόφλησης της οφειλής). Όμως, ενώ αυτά συμβάλλουν στη γενική σύγχυση, δεν μεταβάλλουν την εικόνα για την έκταση της κρατικής χρηματοδότησης.
3. «Το σύστημα έχει ελλείμματα λόγω κακής διαχείρισης»
Η διαχείριση δεν μπορεί να είναι κακή σε ένα σύστημα με εκατοντάδες ταμεία που απασχολούν το 1% του συνόλου των εργαζομένων. Όμως, τα ελλείμματα οφείλονται σε κάτι άλλο: το σύστημα δίνει σε μεγάλο αριθμό συνταξιούχων υπερβολικά υψηλές συντάξεις σε σχέση με τις εισφορές που καταβλήθηκαν από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη του. Πολύ υψηλότερες από τη σύνταξη που θα χορηγούσε έναντι ισόποσων εισφορών μια ασφαλιστική εταιρεία.
4. «Τα ελλείμματα δεν είναι παρά έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης»
Σίγουρα όχι όταν είναι εκτός ελέγχου, γιατί τότε εξευτελίζεται μια τουλάχιστον εκδοχή της αλληλεγγύης: η αλληλεγγύη των γενεών. Το να εμμένουμε στο σημερινό σύστημα που συσσωρεύει ελλείμματα είναι σαν να στέλνουμε απλώς το λογαριασμό στις επόμενες γενιές.
Συνεπώς, τα ελλείμματα θα πρέπει να είναι εντός ελέγχου (4% του ΑΕΠ; 5%; Είναι θέμα επιλογής, ας μην ξεχνάμε όμως ότι υπάρχουν και άλλες κοινωνικές ανάγκες, ενδεχομένως πιεστικότερες).
Υπάρχει και μια δεύτερη προϋπόθεση για να είναι η κρατική χρηματοδότηση «έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης»: ότι κατανέμεται δίκαια. Πρόκειται για ελάχιστη προϋπόθεση, η οποία όμως δεν πληρείται ούτε στο ελάχιστο: αυτός είναι ο μεγαλύτερος από όλους τους μύθους για τις συντάξεις.
5. «Η κοινωνική ασφάλιση συμβάλλει στην αναδιανομή του εισοδήματος»
Η (πικρή) αλήθεια είναι ότι το σύστημα συντάξεων δεν μετριάζει τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά τις αναπαράγει (και συχνά τις εντείνει). Πράγματι, ο κρατικός προϋπολογισμός μπορεί να ενισχύει άμεσα τον ΟΓΑ (και τις συντάξεις απόρων), το ΙΚΑ (και τις κατώτατες συντάξεις), το ΝΑΤ. Όμως, ενισχύει επίσης (παρότι πιο έμμεσα) και το ταμείο των γιατρών ΤΣΑΥ (μέχρι πρότινος με ποσοστό επί της τιμής των φαρμάκων, τώρα με το ισόποσό του), το ταμείο των μηχανικών ΤΣΜΕΔΕ (με ποσοστό επί του κόστους των δημοσίων έργων), το Ταμείο Νομικών (με το «δικόσημο»), τα ταμεία συντακτών (με το «αγγελιόσημο»). Ακόμη πιο έμμεσα, το κοινωνικό κόστος των συντάξεων στις ΔΕΚΟ καταλήγει να το πληρώνει εν μέρει ο καταναλωτής – ενώ κάτι παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και στις τράπεζες, όπου ο συνδυασμός υψηλής κερδοφορίας και υψηλών αποδοχών (και συντάξεων) δεν μου φαίνεται άσχετος με το «άνοιγμα» μεταξύ επιτοκίου καταθέσεων και επιτοκίου χορηγήσεων.
Χάρη σε αυτόν τον επιλεκτικό και αδιαφανή τρόπο κατανομής των κοινωνικών πόρων, οι εισφορές σου «αυγαταίνουν» περισσότερο εάν είσαι δημοσιογράφος, ή γιατρός, ή μηχανικός, ή δικηγόρος, ή στρατιωτικός, ή σε κάποια ΔΕΚΟ, ή έστω στο Δημόσιο – πολύ περισσότερο από ό,τι εάν είσαι στο ΙΚΑ. Έτσι, μεταξύ δύο ασφαλισμένων ίδιας ηλικίας που πληρώνουν τις ίδιες εισφορές, ο ασφαλισμένος του ΙΚΑ θα βγει στη σύνταξη έως και 10 χρόνια αργότερα από τον ασφαλισμένο του ΤΑΠ-ΟΤΕ ή του ΤΣΜΕΔΕ – και όταν βγει θα παίρνει χαμηλότερη σύνταξη.
6. «Το σύστημα – τουλάχιστον – ευνοεί τις γυναίκες»
Όχι όλες! Σίγουρα όχι όσες δεν εργάζονται (κατά κανόνα λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων φροντίδας παιδιών ή ηλικιωμένων συγγενών). Ούτε όσες, συχνά για παρόμοιους λόγους, κατάφεραν να εργαστούν μόνο 8, ή 10, ή 12, ή ακόμη 14 χρόνια και έτσι δεν «στοιχειοθετούν» δικαίωμα για σύνταξη.
Βέβαια, το σύστημα ευνοεί τις εργαζόμενες του «προστατευμένου» τομέα. Όσο για τις ρυθμίσεις που αφορούν τις μητέρες ανηλίκων, τις βρίσκω υπερβολικά ευνοϊκές. Ακόμη και με το σημερινό «αυστηρότερο» καθεστώς (δηλ. μετά από τη σταδιακή κατάργηση της 15ετίας), μια μητέρα ανηλίκων με 25 χρόνια δουλειά στο Δημόσιο δικαιούται πλήρη σύνταξη στα 50: δηλ. με τελευταίες αποδοχές 300.000 δρχ. το μήνα θα πάρει σύνταξη 240.000 δρχ. το μήνα. Με τόσο λίγα χρόνια ασφάλισης και τόσο πολλά χρόνια σύνταξης (μια γυναίκα 50 χρονών ζει στην Ελλάδα κατά μέσο όρο έως τα 80), μια ασφαλιστική εταιρεία είναι ζήτημα εάν θα της έδινε 40.000 δρχ. το μήνα, και αυτό μόνο εάν πλήρωνε ασφάλιστρα ίσα με τις εισφορές του ΙΚΑ.
«Ναι αλλά» θα πει κάποιος «έτσι προστατεύεται η μητρότητα». Μια μητέρα ανηλίκων 50 ετών αναγκάζεται σχεδόν να βγει στη σύνταξη προτού τα παιδιά της πάψουν να είναι ανήλικα. Εάν θέλουμε να προστατεύσουμε τη μητρότητα, με πολύ λιγότερους πόρους θα μπορούσαμε να γεμίσουμε την επικράτεια με βρεφονηπιακούς σταθμούς και να πληρώνουμε σε όλες τις εργαζόμενες διετείς άδειες τοκετού με πλήρεις αποδοχές (και χωρίς επιβάρυνση του εργοδότη).
7. «Τα όρια ηλικίας είναι ήδη υψηλά και δεν μπορούν να αυξηθούν»
Τα όρια ηλικίας είναι υψηλότερα σε πλουσιότερες χώρες (όπου οι άνθρωποι μάλιστα ζουν λιγότερο από εμάς). Γενικά, καθώς ζούμε περισσότερα χρόνια και με καλύτερη υγεία, είναι λογικό να προσαρμόζουμε την πραγματική μέση ηλικία συνταξιοδότησης προς τα πάνω. Εκτός και αν προτιμάμε να παίρνουμε χαμηλότερες συντάξεις (η τρίτη λύση, η περαιτέρω αύξηση των εισφορών ως ποσοστό του μισθού, δεν προτείνεται από κανέναν).
Χαμηλή ηλικία συνταξιοδότησης σημαίνει λιγότερα χρόνια εργασίας (και άρα ασφάλισης) και ταυτόχρονα περισσότερα χρόνια στη σύνταξη – και αυτό με τη σειρά του σημαίνει μικρότερο δια βίου εισόδημα. Εκτός και εάν θέλουμε να βγαίνουμε στη σύνταξη νωρίτερα μόνο και μόνο για να μπορούμε απερίσπαστοι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε «στη μαύρη» (όπως οι συνταξιούχοι της Εθνικής που πιάνουν δουλειά ως σύμβουλοι της Πίστεως, οι μητέρες ανηλίκων του Δημοσίου που ανοίγουν μπουτίκ κ.ο.κ.). Επί πλέον, η εξίσωση όλων των ορίων ηλικίας στα 65 ουσιαστικά «πλήττει» κυρίως τους «παλαιούς» ασφαλισμένους των «ευγενών» ταμείων. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους είναι ήδη στα 65.
Σε κάθε περίπτωση, για την αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης δεν αρκεί η αύξηση των ορίων: χρειάζεται επίσης αναθεώρηση των αναπηρικών συντάξεων (πρωταθλητής στην Ελλάδα η Κρήτη, η υγιέστερη περιφέρεια στην Ευρώπη) και των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων (στα οποία, ελλείψει ανθρακωρύχων, συγκαταλέγονται οι παρουσιαστές ραδιοφώνου, το προσωπικό εδάφους των αεροπορικών εταιρειών, οι κομμωτές, οι ελεγκτές των τρόλλεϋ, οι σερβιτόροι – όχι, όμως, οι βοηθοί τους …).
8. «Εάν αντιμετωπιζόταν η εισφοροδιαφυγή το πρόβλημα θα λυνόταν»
Η εισφοροδιαφυγή πολύ συχνά γίνεται με συναίνεση του εργαζομένου. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι στο σημερινό σύστημα η εισφοροδιαφυγή συμφέρει: μειώνει τις κρατήσεις άρα αυξάνει τις καθαρές αποδοχές του εργαζομένου, ενώ αφήνει ανεπηρέαστο το ύψος της μελλοντικής σύνταξης. Πράγματι, είτε με 15 έτη ασφάλισης είτε με 25, οι περισσότεροι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ δικαιούνται την ίδια σύνταξη. Για αυτό, άλλωστε, το 50% των νέων συνταξιούχων του ΙΚΑ εμφανίζουν λιγότερα από 6.900 ένσημα (23 χρόνια ασφάλισης) – εν έτει 2001!
Τι σημαίνει αυτό; ότι η εισφοροδιαφυγή δεν είναι μια εξωγενής μεταβλητή αλλά προϊόν της λογικής του συστήματος. Για αυτό, η εισφοροδιαφυγή δεν πρόκειται να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά ούτε με μηχανογράφηση, ούτε με ηθικές παραινέσεις, ούτε με αστυνομικά μέτρα – αλλά εθελοντικά, με την ενίσχυση της ανταποδοτικότητας του συστήματος.
Να ανακεφαλαιώσω. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι άδικο, αφού δεν αίρει τις ανισότητες που παράγει η οικονομία και η αγορά εργασίας αλλά τις αναπαράγει. Είναι πελατειακό και κατακερματισμένο. Πάσχει από έντονες ανισορροπίες μεταξύ γενεών ασφαλισμένων και μεταξύ ταμείων. Απειλεί να υπονομεύσει τη μελλοντική ευημερία, αλλά και το “κοινωνικό συμβόλαιο” δηλ. την αλληλεγγύη των γενεών. Με λίγα λόγια: βρίσκεται σε βαθύ αδιέξοδο.
Πώς μπορούμε να βγούμε από το αδιέξοδο; Εδώ κρίνεται η ωριμότητα της κοινωνίας μας και η σοφία των πολιτικών ελίτ (δηλ. της κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων, των εργατικών συνδικάτων, των εργοδοτικών οργανώσεων και όλων των άλλων διαμορφωτών της κοινής γνώμης).
Ποιες είναι οι διαθέσιμες επιλογές;
Θεωρώ ως δεδομένο ότι μεταρρύθμιση θα υπάρξει, παρότι δεν γνωρίζω εάν θα γίνει σε αυτή την τετραετία ή από κάποια άλλη κυβέρνηση στο μέλλον, εάν θα στοχεύει στη δίκαιη κατανομή του κόστους της αναγκαίας προσαρμογής ή απλώς στη με κάθε τίμημα επίτευξη της βιωσιμότητας. Δεν τολμώ καν να διανοηθώ το τρίτο ενδεχόμενο, του «παιγνιδιού της χειροβομβίδας»: της συνεχούς αναβολής της μεταρρύθμισης μέχρι την τελική κατάρρευση – εν μέρει γιατί είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος, εν μέρει γιατί έχω παιδιά και δεν θέλω η «χειροβομβίδα» να εκραγεί στα χέρια τους.
Δεν αποτελεί λύση η αναβολή της μεταρρύθμισης (ή αποδυνάμωσή της) στο όνομα της «συνοχής», του κυβερνώντος κόμματος ή του συνδικαλιστικού κινήματος. Η συνοχή είναι καλό πράγμα γενικώς, αλλά όχι όταν το λογαριασμό τον πληρώνουν οι «εκτός των τειχών»: οι εκτός αγοράς εργασίας, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, οι νέοι. Ας αποφασίσουμε, εάν θέλουμε, ότι τα ελλείμματα των συντάξεών μας θα τα πληρώσει η γενιά των παιδιών μας – ας μην υποκρινόμαστε, όμως, ότι το κάνουμε στο όνομα της αλληλεγγύης των γενεών. Κάθε αναβολή υποθηκεύει τη μελλοντική ευημερία της χώρας και καθιστά μια βιαιότερη προσαρμογή του συστήματος σε λίγα χρόνια αναπόφευκτη.
Επομένως, μένουν δύο λύσεις. Η πρώτη (ας την ονομάσουμε «φιλελεύθερη»), συνίσταται στην επικράτηση λύσεων που επιδιώκουν την «εξυγίανση» μέσω της απλής μείωσης του κόστους του συστήματος συντάξεων: ιδιωτικοποίηση μέρους του συστήματος και μετεξέλιξή του σε κεφαλαιοποιητικό, σταδιακή μετατροπή του κρατικού συστήματος σε προνοιακού τύπου πυλώνα για τους απόρους. Δεν φαίνεται να συγκεντρώνει μεγάλη συναίνεση προς το παρόν, αλλά δεν βλέπω σε τι άλλο θα στραφεί η κοινή γνώμη και το εκλογικό σώμα εάν όσοι επικαλούνται το δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος συνεχίσουν να το υποσκάπτουν και να πλήττουν την αξιοπιστία του.
Η δεύτερη λύση συνίσταται ακριβώς στην ανανέωση της εμπιστοσύνης όλων στη δυνατότητα του συστήματος να επιτυγχάνει το στόχο για τον οποίο επινοήθηκε: κοινωνική αλληλεγγύη και αλληλεγγύη των γενεών. Ελάχιστη προϋπόθεση για το πρώτο είναι η αποκατάσταση της αρχής της ισονομίας των ασφαλισμένων. Ελάχιστη προϋπόθεση για το δεύτερο είναι η συγκράτηση των ελλειμμάτων.
Υπό αυτό το πρίσμα, αυτό που μπορεί κανείς να προσάψει κάτι στις προτάσεις Γιαννίτση είναι όχι η «αναλγησία» τους αλλά η υπερβολική μετριοπάθειά τους. Η υιοθέτησή τους, όπως αναφέρεται στο κείμενο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, απλώς θα μετέθετε χρονικά την αναγκαιότητα για πιο μόνιμες λύσεις. Η τελική απόσυρση των προτάσεων Γιαννίτση ίσως διευκολύνει τη συζήτηση για τη μορφή λύσεων που και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα (άρα και την αλληλεγγύη των γενεών) εξασφαλίζουν, και τους αναδιανεμητικούς στόχους ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματος επιτυγχάνουν.
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Ο αριθμός των συνδυασμών αλληλεγγύης και ανταποδοτικότητας που είναι τεχνικά εφικτοί αφήνει άνετα περιθώρια επιλογής. Έχω εκφράσει με άλλη ευκαιρία την ιδιαίτερη προτίμησή μου σε ένα μεικτό σύστημα βασικής + ανταποδοτικής σύνταξης, το οποίο:
- διανέμει εξ ίσου την κρατική χρηματοδότηση συγκεντρώνοντάς την σε μια Σύνταξη του Πολίτη, η οποία παρέχει μια κοινή εισοδηματική βάση σε κάθε ηλικιωμένο ανεξαρτήτως εισφορών
ενώ επί πλέον:
- παρέχει Συμπληρωματική Σύνταξη ανάλογη με το ποσό των εισφορών που καταβλήθηκαν στη διάρκεια όλου του εργάσιμου βίου από τον ασφαλισμένο και τον εκάστοτε εργοδότη του, διατηρώντας άθικτη την ανταποδοτικότητα των εισφορών (προϋπόθεση για τη δραστική μείωση της «συναινετικής» εισφοροδιαφυγής).
Ας σημειωθεί ότι η στενή σχέση εισφορών-παροχών στο πλαίσιο ενός δημόσιου διανεμητικού συστήματος συντάξεων αποτελεί την ουσία του νέου Σουηδικού μοντέλου: ένα σύστημα που μιμείται το μηχανισμό του κεφαλαιοποιητικού, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τους κινδύνους του.
Η ιδέα του συνδυασμού βασικής + ανταποδοτικής σύνταξης δεν είναι δική μου αποκλειστικότητα: μια παραλλαγή είχε υποστηριχθεί (σε ομιλία στη Βουλή το 1992) από το σημερινό Πρωθυπουργό, άλλη παραλλαγή έχει αξιολογηθεί από τους Βρετανούς αναλογιστές (περιέχεται στο κείμενο που διένειμε το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων), ενώ παρόμοιες ιδέες υποστηρίζουν και σύμβουλοι της ΓΣΕΕ. Παρότι η πρόταση δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί επισήμως από καμία πλευρά, θα μπορούσε να αποτελεί σημείο σύγκλισης του διαλόγου.
Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό μα πολιτικό: συνίσταται στη συγκρότηση μιας κοινωνικής συμμαχίας που να ενώνει όσους αδικούνται από το σημερινό σύστημα με εκείνους που παρότι προσωπικά ευνοούνται από αυτό έχουν πειστεί για την ανάγκη μεταρρύθμισης. Τέτοιοι πολίτες υπάρχουν ακόμη – και απαιτούν η φωνή τους να μην χαθεί στην οχλαγωγία των ημερών.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
