21 Μαρτίου 2009

Το κύμα φυγής από το Δημόσιο και τα αδιέξοδα του ασφαλιστικού

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 21 Μαρτίου 2009)

Σύμφωνα με τη σχετική ειδησεογραφία, χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι (στην πλειονότητά τους γυναίκες) σπεύδουν να συνταξιοδοτηθούν προτού τεθούν σε ισχύ τα νέα «αντιασφαλιστικά» μέτρα. Τα συνδικάτα υπερασπίζονται τα κεκτημένα και αμφισβητούν ότι ο περιορισμός τους θα κάνει το σύστημα πιο βιώσιμο. Η αντιπολίτευση καταγγέλλει την κυβέρνηση για «κοινωνική αναλγησία». Τα κόμματα της Αριστεράς καταφέρονται εναντίον του δικομματισμού. Ακούγεται οικείο; Μα είναι: οι πρόσφατοι τίτλοι των εφημερίδων αντιγράφουν με ελάχιστες παραλλαγές εκείνους του Απριλίου 2001, και οι τελευταίοι τους τίτλους του Σεπτεμβρίου 1992.

Κύμα φυγής από το Δημόσιο λοιπόν. Είναι λογικό, και ταυτόχρονα καταστροφικό. Από τη σκοπιά των άμεσα ενδιαφερομένων, κάθε μεταβολή των όρων συνταξιοδότησης συνιστά αθέτηση του ασφαλιστικού συμβολαίου όπως αυτό ίσχυε τη στιγμή που προσλήφθηκαν. Από τη σκοπιά του δημοσίου συμφέροντος, η συντεταγμένη υποχώρηση από ρυθμίσεις υψηλού κόστους και αμφίβολης σκοπιμότητας είναι στοιχειώδης προϋπόθεση επιβίωσης για ένα ασφαλιστικό σύστημα που βασίζεται στην αλληλεγγύη των γενεών και στην αξιοπιστία των υποσχέσεων του.

Το ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις είναι κοινωνικά ασύμφορες δεν είναι όσο προφανές θα έπρεπε. Το δικαίωμα των γυναικών δημοσίων υπαλλήλων να συνταξιοδοτούνται από 5 έως και 17 έτη (στις περιπτώσεις υπαλλήλων με 3 παιδιά) νωρίτερα από τους άνδρες συναδέλφους τους, που και αυτοί συνταξιοδοτούνται πολύ νωρίτερα από τους ασφαλισμένους στο ΙΚΑ, θεωρείται περίπου ιερό. Οι άλλες χώρες ασκούν οικογενειακή πολιτική μέσω κρατικών βρεφονηπιακών σταθμών για όλες τις μητέρες, μέσω παιδικών επιδομάτων για όλα τα παιδιά, μέσω γονικών αδειών για όλους τους γονείς (και τους πατέρες). Εμείς έχουμε πολυτεκνικά επιδόματα και την πρόωρη συνταξιοδότηση των μητέρων – εάν εργάζονται στο Δημόσιο, στις Τράπεζες ή στις ΔΕΚΟ, και όταν τα παιδιά τους είναι σε προχωρημένη εφηβεία. Χάρη σε έναν δηλητηριώδη λαϊκισμό που έχει διαχυθεί στο σύνολο της πολιτικής ελίτ, στα κόμματα, στα συνδικάτα, στα μέσα ενημέρωσης και στο σύνολο της κοινωνίας, τα «κεκτημένα» θεωρούνται ιερά, ακόμη και όταν έρχονται σε αντίθεση με την κοινή λογική, όχι μόνο με το δημόσιο συμφέρον. Και φυσικά η επικείμενη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που θα υποχρεώσει την κυβέρνηση να εξισώσει τα όρια συνταξιοδότησης ανδρών και γυναικών στο Δημόσιο, θεωρείται ιερόσυλη – και απόδειξη της «νεοφιλελεύθερης αναλγησίας» της Δύσης.

Το θέμα είναι τι μπορούμε να κάνουμε. Όσο ακολουθούμε τη λαϊκιστική πεπατημένη, τίποτε. Εάν αποφασίσουμε να σοβαρευτούμε, αναλογιζόμενοι ότι την εξυγίανση του ασφαλιστικού τη χρωστάμε όχι στον Αλμούνια ή στο Μπαρόζο αλλά στα παιδιά μας, πολλά. Λένε ότι οι κρίσεις βοηθούν να πάρουμε στα σοβαρά λύσεις που μέχρι χθες φάνταζαν υπερβολικά τολμηρές. Ας το αποδείξουμε.

9 Μαρτίου 2009

Μια προσωπική ματιά στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ


Γράφω αυτό το σύντομο σημείωμα για να ενημερώσω τα μέλη του συλλόγου μελών ΔΕΠ του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και όποιον άλλον μπορεί να ενδιαφέρεται για το τι έγινε στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ που ολοκληρώθηκε χθες.


Βασικά δεδομένα

Στις διαδικασίες εκλογής αντιπροσώπων που είχαν προηγηθεί του συνεδρίου πήραν μέρος περίπου 4.500 διδάσκοντες (έναντι 3.000 το 2007). Η συμμετοχή ήταν υψηλότερη από κάθε άλλη φορά, αλλά δεν ξεπέρασε το 45% των μελών ΔΕΠ σε όλη τη χώρα. Στο συνέδριο πήραν μέρος 288 σύνεδροι (έναντι 203 το 2007).

Το μεγαλύτερο μέρος του συνεδρίου αναλώθηκε σε διαδικαστικές αψιμαχίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εργασίες ολόκληρης της πρώτης μέρας και της μισής δεύτερης αφιερώθηκαν στο ζήτημα της νομιμοποίησης ή μη των συνέδρων του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών (βλ. παρακάτω). Και λόγω έλλειψης χρόνου, συζήτηση για τα ζητήματα ουσίας δεν έγινε.

Μετά από συμβιβαστική πρόταση του Ν. Σταυρακάκη (πιθανού νέου προέδρου της ΠΟΣΔΕΠ), ψηφοφορία για τον απολογισμό της απερχόμενης διοίκησης δεν έγινε.

Η συζήτηση για τον προγραμματισμό άρχισε αργά το πρωί της τελευταίας μέρας, παράλληλα με τη ψηφοφορία για την εκλογή νέας διοίκησης σε άλλη αίθουσα. Καθώς πολλοί σύνεδροι (κυρίως από την επαρχία) μετά τη συμμετοχή τους στην εκλογή νέας διοίκησης αποχωρούσαν, ψηφοφορία για τα εναλλακτικά κείμενα προγραμματισμού δεν έγινε. Αντί προγραμματισμού, εγκρίθηκε με ενδεικτική ψηφοφορία ένα γενικόλογο κείμενο.

Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας για την εκλογή νέας διοικούσας επιτροπής (σε παρένθεση το αποτέλεσμα του συνεδρίου του 2007) παρατίθενται στον πίνακα.

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα οριστεί στην πρώτη συνεδρίαση της νέας διοικούσας επιτροπής.

Το ζήτημα του ΟΠΑ

Κατά την άφιξή μας στο χώρο του συνεδρίου την Παρασκευή το απόγευμα, οι εκπρόσωποι του συλλόγου μας πληροφορηθήκαμε ότι δεν μπορούσαμε να πάρουμε κάρτες συνέδρων επειδή «εκκρεμεί ένσταση».

Η ένσταση είχε κατατεθεί από τον Ε. Τσακαλώτο στην απερχόμενη εκτελεστική γραμματεία, με επιχείρημα ότι στο ΟΠΑ επιβλήθηκε «σκληρό πλειοψηφικό σύστημα με σκοπό τον αποκλεισμό της μειοψηφίας».

Πράγματι, προτού ακόμη οριστεί προεδρείο που να διευθύνει τις εργασίες του συνεδρίου, προτάθηκε από τον απερχόμενο πρόεδρο Λ. Απέκη να μην νομιμοποιηθούν οι σύνεδροι του ΟΠΑ, ούτε να γίνουν δεκτοί οι εκπρόσωποι σειράς νέων συλλόγων (π.χ. της Ιατρικής ΑΠΘ, του Παιδαγωγικού Αθηνών, του Ιονίου Πανεπιστημίου, του ΕΑΠ κτλ).

Στη (διαδικαστική) συζήτηση που επακολούθησε, πολλοί σύνεδροι – και 4 εκπρόσωποι του συλλόγου μας – πήραν το λόγο για να εξηγήσουν ότι:

(α) η διαδικασία εκλογής στο ΟΠΑ ήταν διαφανής και σύμφωνη με το καταστατικό του συλλόγου,

(β) με το ίδιο σύστημα εκλέγονται αντιπρόσωποι σε δεκάδες άλλους συλλόγους, και στο ίδιο το ΟΠΑ στο παρελθόν, χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα νομιμότητας,

(γ) ακόμη και να υπήρχε τέτοιο ζήτημα θα έπρεπε να τεθεί στην εφορευτική επιτροπή του συλλόγου μας που είχε την ευθύνη της εκλογικής διαδικασίας,

(δ) η απερχόμενη διοίκηση δεν είναι εκλογοδικείο και δεν έχει την παραμικρή αρμοδιότητα να αποφανθεί επί του ζητήματος, και

(ε) ο επιχειρούμενος αποκλεισμός των συνέδρων του ΟΠΑ και άλλων πανεπιστημίων ούτε λίγο ούτε πολύ συνιστά εκλογικό πραξικόπημα, με σκοπό την διαιώνιση της προηγούμενης πλειοψηφίας μέσω της παραχάραξης της εκφρασμένης βούλησης όσων πήραν μέρος στην εκλογή αντιπροσώπων στους συλλόγους.

Η συζήτηση έκλεισε μετά τα μεσάνυχτα της Παρασκευής με νέα απόφαση της απερχόμενης εκτελεστικής γραμματείας να μην νομιμοποιηθούν οι σύνεδροι του ΟΠΑ!

Την επόμενη ημέρα, μπροστά στο διαφαινόμενο κίνδυνο διάλυσης του συνεδρίου, ένα τμήμα της Συσπείρωσης υποχώρησε. Συγκροτήθηκε προεδρείο και κατατέθηκε πρόταση από τον εκπρόσωπο της ΚΙΠΑΝ να τοποθετηθεί το συνέδριο επί του ζητήματος. Ο εκπρόσωπος της Συσπείρωσης δήλωσε ότι η παράταξή του επιμένει στη θέση της ότι η διαδικασία στο ΟΠΑ ήταν παράνομη αλλά «χάριν της ενότητας» θα ψηφίσει λευκό. Τελικά, στην ψηφοφορία που ακολούθησε, μόνο η ΔΗΠΑΚ ψήφισε κατά της νομιμοποίησής μας. Με (σχετικά) σύντομες διαδικασίες νομιμοποιήθηκαν και οι αντιπρόσωποι όλων των άλλων συλλόγων. Μετά από όλα αυτά, το απόγευμα του Σαββάτου καταφέραμε να πάρουμε στα χέρια μας τις κάρτες συνέδρων ...

Είναι περιττό να προσθέσω όσα δήλωσα από το βήμα του συνεδρίου και κατ’ ιδίαν στον ίδιο τον Ε. Τσακαλώτο, ότι δηλαδή η στάση του δείχνει ότι δεν ξέρει να χάνει, και ότι το μόνο για το οποίο μπορεί να μας κατηγορήσει κανείς είναι ότι δεν τον ψηφίσαμε.


Η δική μου στάση

Ψήφισα υπέρ της νομιμοποίησης των υπολοίπων συλλόγων και κατά της συμβιβαστικής πρότασης του Ν. Σταυρακάκη (επικεφαλής της ΚΙΠΑΝ) να μην γίνει ψηφοφορία για τον απολογισμό της απερχόμενης διοίκησης. Δεν πήρα μέρος στην ενδεικτική ψηφοφορία στο τέλος της συζήτησης για τον προγραμματισμό.

Στην εκλογή για τη νέα διοίκηση ήμουν και πάλι υποψήφιος με το ψηφοδέλτιο της ΑΡΜΕ, και επανεξελέγην στη διοικούσα επιτροπή της ΠΟΣΔΕΠ. Συμφώνησα να μοιραστώ τη διετή θητεία στη θέση αυτή με κάποιον άλλο υποψήφιο του ίδιου ψηφοδελτίου.

Η ομιλία μου στη συζήτηση για τον προγραμματισμό (η οποία αντιμετωπίστηκε από τους συνέδρους της ΔΗΠΑΚ και, κυρίως, της Συσπείρωσης με την ευπρέπεια με την οποία συνήθως αντιμετωπίζεται ποδοσφαιριστής αθηναϊκής ομάδας που επιχειρεί να κτυπήσει κόρνερ στην Τούμπα) παρατίθεται σε χωριστό κείμενο.

Μια πρώτη εκτίμηση

Η προσπάθεια που ξεκίνησε την επομένη του προηγουμένου συνεδρίου της ΠΟΣΔΕΠ να αναδειχθεί μια πιο λογική (και πιο αντιπροσωπευτική) διοίκηση σε μεγάλο βαθμό πέτυχε. Η συνεργασία της άκρας αριστεράς υπέστη σημαντική μείωση ψήφων (από 59% σε 37%) και εδρών (από 20 σε 12). Εξίσου σημαντικά ενισχύθηκε η «κεντροαριστερή» συνεργασία, αφού υποστηρίχτηκε από το 47% των συνέδρων (28% το 2007) και έλαβε 15 έδρες (έναντι 9).

Πάντως, η επικράτηση αυτή δεν ήταν απόλυτη. Τα πεπραγμένα της απερχόμενης διοίκησης δεν καταδικάστηκαν με την απαιτούμενη σαφήνεια. Το εγχείρημα της Συσπείρωσης να μην αφήσει περιθώρια να εκφραστεί καθαρά η απόρριψη της πολιτικής της (επιστρατεύοντας για το σκοπό αυτό ολόκληρο το διαδικαστικό οπλοστάσιο του πιο ξεπερασμένου συνδικαλισμού και του πιο παρηκμασμένου κοινοβουλευτισμού) εν μέρει πέτυχε. Η κατά τη γνώμη μου αναγκαία αλλαγή πορείας – μάλλον λόγω απειρίας – δεν αποτυπώθηκε στα ψηφίσματα του συνεδρίου, παρότι υποστηριζόταν από την πλειοψηφία των συνέδρων.

Από την άλλη, η νέα διοίκηση θα είναι οπωσδήποτε νηφαλιότερη, και θα έχει την ευκαιρία να πολιτευθεί με σύνεση, μετριοπάθεια και σοβαρότητα. Το αν θα ανταποκριθεί στις προσδοκίες των εκατοντάδων πανεπιστημιακών που συνέβαλαν στην ανάδειξή της μένει να αποδειχθεί.

8 Μαρτίου 2009

Ομιλία στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ

Η απερχόμενη ηγεσία έφερε την ΠΟΣΔΕΠ στο ναδίρ της ανυποληψίας. Η εντολή που έχουμε από τους συλλόγους μας είναι πεντακάθαρη: clean break με το παρελθόν, η ομοσπονδία να γυρίσει σελίδα. Αυτή την εντολή πρέπει να την τιμήσουμε.

Θα μιλήσω για τρία θέματα αρχής, τα οποία έχουν αναδειχθεί ως σημεία αιχμής στις – πρωτοφανούς μαζικότητας – συνελεύσεις των συλλόγων, και από τα οποία η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ δεν θα πρέπει να κάνει ούτε μισό βήμα πίσω.

Το πρώτο θέμα αρχής αφορά την αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας και των ακαδημαϊκών ελευθεριών. Η προηγούμενη πλειοψηφία αδιαφόρησε για την επί μακρόν απονέκρωση κάθε διδακτικής και ερευνητικής διαδικασίας, συναίνεσε στη διάλυση των συνελεύσεων των θεσμικών οργάνων, θεώρησε την εξάπλωση της βίας στο εσωτερικό των πανεπιστημίων «εσωτερικό ζήτημα του κινήματος της νεολαίας», ακόμη και όταν θύματά της ήταν πανεπιστημιακοί. Αυτό λέγεται εκτροπή από τη δημοκρατική ομαλότητα και παραβίαση των πιο στοιχειωδών ακαδημαϊκών ελευθεριών, χωρίς τις οποίες δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει χρέος να επιλέξει μορφές διεκδίκησης που δεν εμποδίζουν την καθημερινή λειτουργία του πανεπιστημίου αλλά την εμπλουτίζουν· να καταδικάσει χωρίς περιστροφές τις φοιτητικές παρατάξεις που θεωρούν δικαίωμά τους να διαλύουν συνελεύσεις, να αρπάζουν κάλπες, να χτίζουν καθηγητές στα γραφεία τους, να ξυλοκοπούν τους αντιπάλους τους· να απομονώσει τις ομάδες που θέλουν να μετατρέψουν το πανεπιστήμιο σε αρχηγείο και ορμητήριο για το αντάρτικο πόλης που φαντασιώνονται· να στείλει σε κάθε κατεύθυνση το μήνυμα ότι δεν πρόκειται να ανεχθεί την παραμικρή βιαιοπραγία σε βάρος οποιουδήποτε μέσα στο χώρο του πανεπιστημίου – είτε είναι διδάσκων, είτε φοιτητής, είτε υπάλληλος, είτε επισκέπτης. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το πανεπιστημιακό άσυλο.

Το δεύτερο θέμα αρχής αφορά το διάλογο. Η προηγούμενη πλειοψηφία συμπεριφέρθηκε σαν ανάγωγο και κακομαθημένο παιδάκι: δεν μίλαγε με κανέναν και για κανένα θέμα. Κάθε πρόσκληση για διάλογο ήταν εκ προοιμίου απορριπτέα – είτε όταν ο συνομιλητής μας είχε προτάσεις (οπότε ο διάλογος καταγγελλόταν ως «προσχηματικός» και προπέτασμα καπνού για τη νομιμοποίηση προειλημμένων αποφάσεων), είτε όταν είχε ανοιχτή θεματολογία (οπότε καταγγελλόταν ως «παρωδία»).

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ πρέπει να μιλάει με όλους και για όλα, και κυρίως για τα ζητήματα που θέτει η ίδια, μέσα στα ιδρύματα και έξω από αυτά, πάντοτε από θέσεις αυτονομίας. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το ρόλο του συνδικάτου.

Το τρίτο θέμα αρχής αφορά τη λειτουργία των συλλόγων και το ρόλο της ομοσπονδίας. Η προηγούμενη πλειοψηφία δεν ήθελε μαζικούς συλλόγους, τους φοβόταν όπως ο διάβολος το λιβάνι – ήθελε λίγα μέλη και καλά. Δεν ήθελε ζωντανούς συλλόγους που προβληματίζονται και συζητάνε, ήθελε βιομηχανίες παραγωγής ψηφισμάτων. Για τα σοβαρά ζητήματα αποφάσιζε η ΠΟΣΔΕΠ, δηλαδή το Προεδρείο. Το οποίο είχε ξεχάσει και αυτό να σκέφτεται, αφού τα ήξερε όλα, είχε απάντηση, πάντοτε την ίδια, σε κάθε ερώτηση: «όχι».

Η νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ πρέπει και σε αυτό το ζήτημα να κάνει μια νέα αρχή. Να αξιοποιήσει το πολυτιμότερο περουσιακό στοιχείο που έχουμε: την γνώση και την εμπειρία των μελών μας, που αποτελούν ένα από τα πιο υγιή κομμάτια της κοινωνίας μας. Τέλος στην ΠΟΣΔΕΠ «ξερόλα», που έχει άποψη για όλα τα θέματα (για να πει «όχι» σε όλα), που δεν στοχάζεται και δεν αμφιβάλλει για τίποτε. Η νέα ΠΟΣΔΕΠ πρέπει να δώσει πίσω το λόγο σε όσους έχουν κάτι να πουν για τα θέματα που μας απασχολούν – στους απλούς πανεπιστημιακούς που ασχολούνται με αυτά είτε ως ερευνητές είτε ως ενεργοί πληροφορημένοι πολίτες. Έτσι καταλαβαίνουμε εμείς το ρόλο της ομοσπονδίας.

Η απερχόμενη ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ και οι παρατάξεις που την στήριξαν μέχρι την τελευταία στιγμή (και μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια της σταλινικής χορογραφίας), κατασυκοφάντησαν οποιονδήποτε αντιστάθηκε στην ακραία πολιτική της και τα μειωμένα δημοκρατικά αντανακλαστικά της. Εμάς δεν μας ενδιαφέρει να πάρουμε ρεβάνς – δεν είμαστε εκδικητικοί άνθρωποι. Ούτε όμως υποκριτές. Τα τελευταία χρόνια δουλέψαμε σκληρά, παραμελώντας τη δουλειά που αγαπάμε, παραμελώντας και τους ανθρώπους που αγαπάμε, για να μπει φρένο στην καταστροφική πορεία της ομοσπονδίας στην οποία ανήκουμε. Είμαστε περήφανοι για αυτό – και θα είμαστε ευτυχείς να ολοκληρώσουμε το έργο μας με την ανάδειξη μιας νέας πλειοψηφίας.

Αγαπητοί συνάδελφοι της Συσπείρωσης και της ΔΗΠΑΚ, όσο περνάει από το χέρι μας, την επόμενη περίοδο θα είσαστε στη μειοψηφία. Επαναλαμβάνω: όχι για να πάρουμε ρεβάνς. Αλλά επειδή η έξαλλη πολιτική σας τα τελευταία χρόνια σας οδήγησε στην απομόνωση. Αυτό ακόμη δεν το έχετε καταλάβει. Ακόμη και μέσα στο συνέδριο σπαταλήσατε χρόνο και ενέργεια όχι για να μας πείσετε με επιχειρήματα, αλλά για να στρεβλώσετε με διαδικαστικά κόλπα την καταδικαστική για εσάς ετυμηγορία των εκλογέων. Είναι προφανές ότι έχετε ανάγκη από ξεκούραση. Σας λέω εκ πείρας, και χωρίς ίχνος ειρωνείας, ότι μια ήττα μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση σε όποιον διαθέτει αρκετή ωριμότητα και γενναιότητα για να στοχαστεί πάνω σε αυτήν. Νομίζω ότι η ήττα θα σας κάνει καλό. Δείτε την ως ευκαιρία. Σας εύχομαι να την αξιοποιήσετε.

7 Μαρτίου 2009

Τα όρια του νεοκεϋνσιανισμού à la grecque

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 7 Μαρτίου 2009)

Γενικώς, σε συνθήκες οικονομικής κρίσης, η λελογισμένη χαλάρωση των περιορισμών που θέτει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης στη δημοσιονομική επέκταση μπορεί και να μην είναι κακή ιδέα.

Ειδικώς, στις συνθήκες της Ελλάδας, μια τέτοια επιλογή θα ήταν μάλλον ριψοκίνδυνη – για πολλούς λόγους.

Πρώτον, παρότι οι ανάγκες σε κοινωνικές υπηρεσίες (βρεφονηπιακοί σταθμοί, βοήθεια στο σπίτι, ενισχυτική διδασκαλία σε παιδιά μεταναστών κ.ά.) είναι μεγάλες, η αποδοτικότητα του δημόσιου τομέα παραμένει απελπιστικά χαμηλή. Για να βελτιωθεί χρειαζόμαστε καλύτερη κατανομή μεταξύ προγραμμάτων, καλύτερο σχεδιασμό, καλύτερες υποδομές, εντιμότερη διαχείριση, κάποια διάθεση προσφοράς στον πολίτη. Χωρίς όλα αυτά, ούτε η αύξηση του προσωπικού ούτε η βελτίωση των μισθών θα έφτανε για να γίνει παραγωγικότερη η δημόσια διοίκηση, ή τα κρατικά νοσοκομεία, ή τα σχολεία, ακόμη και τα πανεπιστήμια – για να μην μιλήσουμε για τις πολεοδομίες, τις εφορίες ή τις φυλακές.

Δεύτερον, χωρίς ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, χωρίς επιδόματα παιδιών για οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά, χωρίς παροχές μητρότητας στις ανασφάλιστες, χωρίς επιδόματα ανεργίας στους νέους ανέργους με χαμηλό εισόδημα – χωρίς δηλαδή μια γενναία ανακατανομή της κοινωνικής δαπάνης, η αύξηση των κοινωνικών επιδομάτων δεν θα είχε σπουδαίο κοινωνικό αντίκτυπο, με την έννοια της μείωσης της φτώχειας και της ανισότητας. Ούτε η αύξηση των κατώτατων αποδοχών θα απέτρεπε τα φαινόμενα ακραίας εκμετάλλευσης που έφερε στο φώς η υπόθεση Κούνεβα.

Τρίτον, στη χώρα μας η αναγκαστική χρηματοδότηση του πρόσθετου ελλείμματος εξ αιτίας της δημοσιονομικής επέκτασης θα είχε μεγαλύτερο κόστος από ό,τι αλλού. Επειδή τα χρόνια των σχετικώς παχύτερων αγελάδων δεν καταφέραμε να μειώσουμε το δημόσιο χρέος, ούτε να αντιμετωπίσουμε τα εκρηκτικά ελλείμματα του ασφαλιστικού στο (όχι και τόσο μακρυνό) μέλλον, οι αγορές ζητούν υψηλότερα επιτόκια για να δεχθούν να μας δανείσουν. Όπως και στην προ Σημίτη εποχή, η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους κινδυνεύει να γίνει ξανά ένα από τα ακριβότερα κονδύλια του προϋπολογισμού.

Τέταρτον, γιατί σε μια χώρα με αναιμική παραγωγική βάση, όπως είναι πλέον η Ελλάδα, η κλασική κεϋνσιανή συνταγή της ώθησης της παραγωγής και της απασχόλησης μέσω της τόνωσης της αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων δεν μπορεί να έχει εφαρμογή. Όπως είδαμε στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’80, τα πρόσθετα εισοδήματα αγοράζουν προϊόντα που εισάγουμε από αλλού. Αυτό μπορεί να είναι καλό για τους εργαζόμενους στην Κίνα ή στην Κορέα, αλλά ως στρατηγική για την αύξηση της απασχόλησης στην Ελλάδα δεν μου φαίνεται πειστική.

Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει και άλλους λόγους σκεπτικισμού ως προς τις προοπτικές ενός νεοκεϋνσιανισμού à la grecque που δείχνει να γυρνά στη μόδα. Είναι μάλλον περιττό.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι είναι προτιμότερο να περιμένουμε στωικά να περάσει η κρίση; Όχι, σημαίνει, απλώς, ότι πρέπει να δυσπιστούμε στις εύκολες συνταγές. Λύσεις υπάρχουν, αλλά είναι «δύσκολες». Οι αναγκαίες επενδύσεις (στο περιβάλλον, στην καινοτομία, στις δημόσιες μεταφορές, στις ποιοτικές υπηρεσίες) θα ενοχλήσουν όσους είχαν συνηθίσει στο εύκολο χρήμα της συναλλαγής και της διαφθοράς. Οι αναγκαίες μεταρρυθμίσεις (στην υγεία, στην παιδεία, στις συντάξεις, στην αγορά εργασίας) θα ξεβολέψουν όσους ωφελούνται από τη σημερινή παρακμή. Ιδού πεδίον δόξης λαμπρόν ...

18 Φεβρουαρίου 2009

Το δίλημμα των πανεπιστημιακών

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2009)

Οι εκπρόσωποι των πανεπιστημιακών θα κληθούν από τη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ (συμμαχία του ΚΚΕ με τη νεοκομμουνιστική πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ) να υπερψηφίσουν στο συνέδριο τον απολογισμό των δύο τελευταίων ετών. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε ουσιαστικά με ψήφο εμπιστοσύνης. Προτού λοιπόν χαρίσουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ το δικαίωμα να μας εκπροσωπεί για άλλα δύο χρόνια, είτε εκλέγοντας υποστηρικτές της στους συλλόγους, είτε (συνηθέστερα) απέχοντας από την εκλογική διαδικασία, ας το σκεφτούμε καλά.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει επιλέξει τη μετωπική σύγκρουση (με διαφορετικό κάθε φορά πρόσχημα) και τη συμπόρευση με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού. Η πολιτική αυτή υποσκάπτει το δημόσιο πανεπιστήμιο. Οι συνεχείς απεργίες αποδεκατίζουν την εκπαιδευτική διαδικασία. Οι συνεχείς διαδηλώσεις, στις οποίες συμμετέχουν όλο και λιγότεροι πανεπιστημιακοί, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε συγκρούσεις με την αστυνομία. Οι συνεχείς καταλήψεις, τις οποίες η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ ανοιχτά ενθαρρύνει, σχεδόν πάντοτε καταλήγουν σε κατάλυση των ελευθεριών και εκτεταμένες καταστροφές.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ απορρίπτει κάθε συζήτηση για μεταρρύθμιση, προτού καν ακούσει ποια είναι η πρόταση. Προκειμένου να ξορκίσει τις αλλαγές που χρειάζεται το δημόσιο πανεπιστήμιο, δεν διστάζει να γίνει απολογητής των πιο εκφυλιστικών όψεων της σημερινής λειτουργίας του (π.χ. του νεποτισμού σε ορισμένα Τμήματα). Εν τω μεταξύ, μεταχειρίζεται τα μισθολογικά και άλλα αιτήματα ως πρόσχημα για να συντηρεί την αναταραχή για την αναταραχή.

Η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ έχει οδηγήσει το δημόσιο πανεπιστήμιο σε παρακμή, τους πανεπιστημιακούς σε ανυποληψία, τους συλλόγους σε αποξένωση από το κοινό αίσθημα των μελών τους.

Για πόσο ακόμη θα επιτρέπουμε σε αυτή την ηγεσία να μας εκπροσωπεί; Όσοι θέλουμε ένα ανοιχτό πανεπιστήμιο, που προάγει την επιστήμη και την έρευνα, και διδάσκει την ανεκτικότητα και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να συμμετέχουμε στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

4 Φεβρουαρίου 2009

Το Ελληνικό «κοινωνικό μοντέλο»: εξασφαλισμένη ανελαστικότητα και άναρχη ευελιξία

Ομιλία σε ημερίδα του τομέα γυναικών του ΠΑΣΟΚ με θέμα «Αντιμετωπίζουμε την οικονομική κρίση – στηρίζουμε τη γυναίκα» (Αθήνα 4 Φεβρουαρίου 2009)

Η γυναικεία απασχόληση είναι υπερβολικά χαμηλή στην Ελλάδα. Εκατοντάδες χιλιάδες γυναίκες (συνήθως νέες) ψάχνουν για δουλειά, άλλες τόσες (πολλές μητέρες) τα έχουν παρατήσει και τώρα πια δεν καταγράφονται καν ως άνεργες. Η αύξηση της γυναικείας απασχόλησης είναι προϋπόθεση για μια δυναμικότερη οικονομία, καθώς και για μια πιο σύγχρονη και πιο ανοιχτή κοινωνία. Επί πλέον, είναι προϋπόθεση για περισσότερη ισότητα μεταξύ των δύο φύλων και μια δικαιότερη κατανομή των ρόλων και των υποχρεώσεων στην εργασία και στην οικογένεια.

Η απορρόφηση των εκατοντάδων χιλιάδων γυναικών που θα ήθελαν να εργαστούν δεν είναι εύκολη υπόθεση. Η χαμηλή ανταγωνιστικότητα της Ελληνικής οικονομίας, καθώς και η ύπαρξη χιλιάδων μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων με σοβαρά προβλήματα βιωσιμότητας, αποτελούν δομικά εμπόδια. Η κρίση κάνει προφανώς τα πράγματα δυσκολότερα. Αυτό που όμως συχνά υποτιμάται είναι η αρνητική συμβολή του Ελληνικού «κοινωνικού μοντέλου», δηλαδή του τρόπου με τον οποίο η κοινωνική προστασία και ασφάλιση αλληλεπιδρά με την αγορά εργασίας και την οικογένεια.

Είναι σημαντικό ότι η σημερινή ημερίδα καλύπτει και την κοινωνική προστασία, και την αγορά εργασίας και την οικογένεια. Συχνά παρατηρείται η αντίθετη τάση: να εξετάζεται η καθεμιά συνιστώσα του κοινωνικού μοντέλου χωριστά, αγνοώντας την αλληλεπίδρασή της με τις άλλες δύο. Η τάση αυτή είναι κατανοητή και σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτη – οδηγεί, όμως, σε συγκεχυμένες αναλύσεις και αντιφατικές πολιτικές.

Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα η επίσημη αγορά εργασίας είναι υπερβολικά ανελαστική, ενώ ταυτόχρονα η ανεπίσημη είναι υπερβολικά ελαστική.

Στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ και στις Τράπεζες (αν και εκεί όλο και λιγότερο) κατά κανόνα έχουμε μονιμότητα ή συμβάσεις αορίστου χρόνου, οι αμοιβές είναι σχετικά ικανοποιητικές, οι κοινωνικές παροχές είναι συγκριτικά ευνοϊκότερες, τα ωράρια γενικά τηρούνται.

Στην υπόλοιπη αγορά εργασίας οι αμοιβές είναι συνήθως χαμηλές, οι υπερωρίες συχνά δεν πληρώνονται, τα ένσημα δεν γράφονται πάντοτε, οι κοινωνικές παροχές είναι χαμηλότερου επιπέδου, οι συμβάσεις είναι ορισμένου χρόνου, ή έργου, ή εμφανίζονται ως «συνεργασίες» με υπαλλήλους μεταμφιεσμένους σε ελεύθερους επαγγελματίες.

Ο δυϊσμός αυτός της αγοράς εργασίας είναι καταστροφικός. Η ανελαστικότητα του προστατευμένου τομέα – σε συνδυασμό με τη χαμηλή παραγωγικότητα – κάνει απαγορευτικό το κόστος της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας. Αντίθετα, η επέκταση της απασχόλησης δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα για τον απροστάτευτο τομέα, ο οποίος κατάφερε να απορροφήσει μισό εκατομμύριο περίπου ξένους εργάτες στη δεκαετία του ’90.

Με τι τίμημα όμως: τις χαμηλές αμοιβές και τη συστηματική καταστρατήγηση της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Το τρομερό συμβάν της κτηνώδους επίθεσης εναντίον μιας θαρραλέας γυναίκας, της Κωνσταντίνας Κούνεβα, φανέρωσε σε μια ανυποψίαστη (;) κοινωνία μέχρι πού ακριβώς μπορεί να φτάσει η άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων (συχνά γένους θηλυκού) σε αυτό το άναρχα ευέλικτο τμήμα της αγοράς εργασίας.

Σε τελευταία ανάλυση έχουμε ένα κλασσικό πρόβλημα «πολιτικής οικονομίας». Οι πολιτικές και συνδικαλιστικές ελίτ, ακόμη και στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, τροφοδοτούνται κυρίως από το προστατευμένο τμήμα της αγοράς εργασίας. Τα μέλη και κυρίως τα στελέχη τους προέρχονται από το Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ ή τις Τράπεζες – όταν δεν είναι γιατροί, δικηγόροι ή μηχανικοί. Όμως, ο κορμός της απασχόλησης (και ειδικά της γυναικείας απασχόλησης) δουλεύει στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα, συνήθως σε κακοπληρωμένες δουλειές, συχνά δουλειές του ποδαριού, με λίγα ή καθόλου ένσημα, με ανεπαρκή ή καθόλου ασφάλιση για ασθένεια, μητρότητα κτλ.

Αυτή η ασυμμετρία εκπροσώπησης είναι – μέχρι ενός σημείου – αναπόφευκτη. Όταν, όμως, η δημόσια συζήτηση μονοπωλείται από την πολιτική agenda των εργασιακών σχέσεων στον πιο προστατευμένο τομέα της αγοράς εργασίας, αγνοώντας τα απείρως οξύτερα προβλήματα εκεί που ο «εργασιακός μεσαίωνας» έχει επικρατήσει στα αλήθεια, τότε δικαιούται κανείς να αναρωτηθεί σε τι χρησιμεύουν τα κόμματα και τα συνδικάτα της ευρύτερης αριστεράς.

Φοβάμαι πως κάτι τέτοιο συμβαίνει στη χώρα μας. Πρέπει να αλλάξουμε ρότα, και εύχομαι η σημερινή εκδήλωση να συμβάλλει σε αυτό.

20 Ιανουαρίου 2009

Calvin and Hobbes

Comic strip από τη σειρά Calvin and Hobbes. Μου φαίνεται διασκεδαστικό - ίσως και διαφωτιστικό, του τύπου «απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας για την κατανόηση της οικονομικής κρίσης».

18 Ιανουαρίου 2009

Τι διακυβεύεται στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ;

Γράφτηκε από κοινού με τον Γιώργο Παγουλάτο. Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009)

Τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα τους τελευταίους μήνες, τα πανεπιστήμια έχουν καταστεί επίκεντρο της βίας που συνταράσσει την ελληνική κοινωνία. Όχι μόνο επειδή εξαιτίας του ασύλου προσφέρονται ως ορμητήρια ομάδων σε διαρκή πόλεμο με την αστυνομία. Αλλά και επειδή μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας έχει αποδειχθεί ανίκανη να κατανοήσει ότι χωρίς ελευθερία έκφρασης και χωρίς δημοκρατική λειτουργία δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Ο κατάλογος των κρουσμάτων βίας είναι μακρύς. Φοιτητικές παρατάξεις λύνουν τις διαφορές τους με γροθιές, καρεκλοπόδαρα και σιδερένιους λοστούς. Ομάδες φοιτητών εισβάλλουν σε συνεδριάσεις συλλογικών οργάνων, τις διαλύουν για να αποτρέψουν αποφάσεις που δεν είναι του γούστου τους, και κρατούν τους καθηγητές ομήρους μέχρι να τα καταφέρουν. Φοιτητές αρπάζουν κάλπες για να εμποδίσουν την εκλογή πρυτανικών αρχών. Συνεργεία φοιτητών-οικοδόμων χτίζουν τις πόρτες σε γραφεία καθηγητών. Πανεπιστημιακοί δάσκαλοι προπηλακίζονται, με αποτέλεσμα τη διακομιδή των πιο άτυχων στο νοσοκομείο. Εκδηλώσεις διαλύονται από αγανακτισμένους «αντιεξουσιαστές», που ενίοτε φτάνουν έως τον άγριο ξυλοδαρμό των ομιλητών. Να προσθέσουμε και τη συστηματική καταστροφή της πανεπιστημιακής περιουσίας, με βανδαλισμούς σε εργαστήρια, γραφεία καθηγητών, αίθουσες διδασκαλίας και γραμματείες, με το ανεμπόδιστο πλιάτσικο σε εργαλεία και εξοπλισμό. Πρόκειται ούτε λίγο ούτε πολύ για την κατάλυση στην πράξη του πανεπιστημιακού ασύλου – το οποίο, θυμίζουμε, θεσμοθετήθηκε για να προάγει ακριβώς την ελεύθερη έκφραση και διακίνηση ιδεών στο πανεπιστήμιο.

Ποιος ευθύνεται για όλα αυτά; Κατ’ αρχήν, προφανώς, οι φυσικοί αυτουργοί των επεισοδίων αυτών. Όχι, όμως, μόνο αυτοί. Μεγάλο μέρος της ευθύνης βαρύνει επίσης όσους από τυχοδιωκτισμό ή ανευθυνότητα προσφέρουν πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα γενικευμένης ανομίας στα πανεπιστήμια. Ανάμεσα στους τελευταίους, πρώτη φιγουράρει η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Αντί να προστατεύσει τα μέλη της (όπως είναι η στοιχειώδης υποχρέωση κάθε συνδικάτου), έχει επιδοθεί σε ένα πρωτοφανές κρεσέντο «επαναστατικής» δημαγωγίας και πολιτικής ανευθυνότητας. Τα ανακλαστικά της (ταχύτατα όταν πρόκειται π.χ. για την αστυνομική βία ή το μεσανατολικό) γίνονται κατατονικά όποτε πρέπει να καταδικάσει το πολλοστό κρούσμα βιαιοπραγίας στα πανεπιστήμια. Όμως, η ανοχή στη βία είναι συνενοχή.

Η «μπλαζέ» στάση της ηγεσίας της ΠΟΣΔΕΠ μπροστά στους τραμπουκισμούς των ακραίων ομάδων (με θύματα μέλη της!) ή στις καταστροφές στα πανεπιστήμια είναι το θλιβερό προϊόν μιας πολιτικής επιλογής που έγινε εδώ και αρκετό καιρό και έκτοτε εφαρμόζεται με συνέπεια: από τη μια στείρα άρνηση και συνεχής σύγκρουση, από την άλλη συμμαχία με τις πιο σκοταδιστικές δυνάμεις του φοιτητικού συνδικαλισμού.

Η ΠΟΣΔΕΠ έχει περιέλθει στον έλεγχο μιας ακραίας μειοψηφίας διότι η πλειοψηφία των πανεπιστημιακών δεν συμμετέχει στις συλλογικές διαδικασίες. Κατανοητό, καθώς η εικόνα συνδικαλιστικής εκπροσώπησης του κλάδου απογοητεύει και εξοργίζει. Οι περισσότεροι σοβαροί πανεπιστημιακοί δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με την ΠΟΣΔΕΠ. Όμως στην αποχή των πολλών μετριοπαθών βασίζεται και η επικράτηση των λίγων ακραίων που σήμερα διαφεντεύουν την ΠΟΣΔΕΠ. Η αποχή της μεγάλης πλειονότητας των πανεπιστημιακών δεν είναι λύση, αντιθέτως είναι η ρίζα του προβλήματος. Το κενό που αφήνει η απουσία των καλύτερων σπεύδουν πάντα να το καλύψουν οι χειρότεροι. Για τους πανεπιστημιακούς δεν υπάρχει φυγή από την κατάντια του ελληνικού πανεπιστημίου. Υπάρχει μόνο συμμετοχή για να αντιστρέψουμε την πορεία απαξίωσης.

Είτε τους γυρίσουμε την πλάτη είτε όχι, οι εκπρόσωποι της ΠΟΣΔΕΠ θα συνεχίσουν να μιλάνε στο όνομά μας και για λογαριασμό μας. Τα ΜΜΕ θα συνεχίσουν να αναμεταδίδουν τις ακραίες θέσεις τους ως τάχα θέσεις «των πανεπιστημιακών», και η ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάλυψη στην κουλτούρα της βίας και δυσανεξίας που έχει για τα καλά εγκατασταθεί στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Η πορεία ανάταξης του δημόσιου πανεπιστημίου ξεκινά από την ανάδειξη εκπροσώπων που θα αντιπροσωπεύουν πραγματικά το πανεπιστήμιο. Η αρχή έγινε πρόπερσι με την κίνηση των «χιλίων» πανεπιστημιακών. Παράλληλα, στην ΠΟΣΔΕΠ υπάρχει και μειοψηφία, που αντιτάσσεται σθεναρά στην πολιτική της κυρίαρχης ομάδας.

Τις αμέσως επόμενες εβδομάδες, ξεκινώντας 20 Ιανουαρίου στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, οι ανά σχολή σύλλογοι θα στείλουν εκπροσώπους στο συνέδριο που τον Μάρτιο θα αναδείξει τη νέα ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ. Οι περίπου δέκα χιλιάδες πανεπιστημιακοί της χώρας πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας ένα ερώτημα: θα εξακολουθήσουμε να επιτρέπουμε στη σημερινή ηγεσία της ΠΟΣΔΕΠ να μας εκπροσωπεί; Αν η απάντηση είναι όχι, τότε μας μένει μία επιλογή. Να συμμετέχουμε μαζικά στις διαδικασίες, ενισχύοντας τις δυνάμεις που απορρίπτουν τη στείρα σύγκρουση και τη βία και υπερασπίζονται τη δημοκρατία, την ομαλότητα και τη μεταρρύθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου.

1 Ιανουαρίου 2009

Il caldo inverno greco

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Ιανουάριος 2009)

Anche se è ancora troppo presto per stabilire che cosa ha causato la “ribellione” dei giovani, proviamo a riordinare le nostre idee.

Un agente della polizia che usa la sua arma per uccidere (a quanto pare, a sangue freddo) un 15enne perchè lo ha insultato è ovviamente un caso eccezionale. Il senso d’impunità dei nostri poliziotti e la loro percezione di stare al di sopra della legge è invece la regola. Non tutti sono assassini, certo. Ma è vero che la polizia agisce troppo spesso con brutalità gratuita (per esempio nei confronti degli immigrati), è vero che nei suoi ranghi la corruzione è troppo diffusa, e soppratutto è vero che i poliziotti violenti e/o corrotti possono sempre contare sulla complicità di colleghi e superiori, e sulla “comprensione” dei giudici. La faccenda si complica assai quando c’è un morto (e così giovane poi) – ma, come è successo prima, un modo per trasformare una sentenza di ergastolo di primo grado in appena tre anni di reclusione, e poi la libertà, si trova sempre. Perchè pensare che questa volta andrà diversamente?

Questa sfiducia nella capacità della polizia e dei suoi vertici di punire i colpevoli e di sradicare quello che è marcio al suo interno si colloca in un contesto di sfiducia generale nei confronti delle istituzioni – tutte. Basta sfogliare i titoli dei quotidiani negli ultimi due o tre anni: giudici che proteggono i criminali; monaci che vanno in giro in elicottero (“per fare più in fretta”) e hanno offshore accounts milionari; e, ovviamente, ministri che usano le risorse dello stato come se fosse loro proprietà privata. Un degrado morale mai visto prima, durante il regno di un primo ministro cha aveva promesso di sconfiggere i poteri forti (o, testualmente, con eleganza tipica, di “abbattere i ruffiani”).

In questo cocktail già poco promettente si deve aggiungere il fatto che la quotidianità attuale e le prospettive future dei giovani sono piuttosto cupe. Come mostrano gli studi internazionali, i nostri liceali studiano più e imparano meno di tanti altri europei loro coetanei. Le università migliori lavorano bene, ma escono sconfitte dalla burocrazia statale e lo scombussolamento provocato dalla contestazione endemica e cieca da parte di una minoranza dei loro studenti. Il livello di disoccupazione dei giovani è paragonabile solo al sud d’Italia. Anche chi lavora deve fare i conti con stipendi bassissimi e contratti precari. E, in sottofondo, la presenza soffocante di una famiglia iperprottettiva che non crede più al lavoro come valore ma coltiva invece aspettative alte e infondate.

Tutto questo aiuta a capire l’intensità della reazione di tanti adolescenti all’uccisione del loro coetaneo. Ma per spiegare la violenza, i danni alle banche e ai negozi, e la distruzione delle università statali, delle bibliotecche pubbliche, dei teatri nazionali, ci vuole ben altro. Bisogna andare oltre la repulsione dei borghesi, che sicuramente sembrerebbe meno inverosimile se non fossero così abituati ad evadere le tasse e ad ignorare le regole quando gli fa comodo. Bisogna anche mettere da parte le analisi (auto-)assolutorie dei nostri rivoluzionari finti che battezzano “rivolta sociale” (e dunque, si intende, degna di rispetto) ogni violenza cieca e indiscriminata nei confronti delle università, delle biblioteche, dei teatri – tutte istituzioni pubbliche e, guarda caso, tutte indifese.

Per capire la violenza di un numero elevato di giovani, e la complicità alla violenza di un numero ancora più elevato di giovani e meno giovani, bisogna invece affrontare temi e argomenti piuttosto scomodi. Come l’indifferenza profonda – se non il compiacimento aperto – di una stragrande maggioranza dei greci nei confronti delle varie azioni dei terroristi del gruppo “17 novembre”. Come la solidarietà spontanea di una maggioranza altrettanto ampia ai regimi e ai leader più sanguinosi del nostro tempo (Milosevich, Saddam e altri) per il solo merito del loro antiamericanismo. Come il silenzio dei sindacati e la scarsa attenzione del pubblico alle decine di vittime (tutti immigrati) della corsa pazza per completare in tempo gli stadi e le altre strutture dell’olimpiade di Atene. Come la tacita accettazione e, spesso, entusiasta partecipazione al crollo delle più elementari regole di convivenza civile che è il caos del traffico quotidiano. Come la rassegnazione di tutti davanti agli scontri settimanali e perfettamente organizzati fra tifoserie rivali.

Certo, la cultura della violenza non è del tutto sconosciuta nell’Europa occidentale: era abbastanza diffusa nel medioevo, durante le grandi guerre, negli anni di piombo. Né è del tutto sconosciuta nel mondo di oggi: è abbastanza diffusa in quello che una volta veniva chiamato il Terzo Mondo. Forse noi greci, eredi della culla della civiltà, abbiamo solo sbagliato secolo – o continente.

15 Δεκεμβρίου 2008



Comic strip από τη σειρά Calvin and Hobbes (πρώτη δημοσίευση Αύγουστος 1986). Οπτικό υλικό από δοκίμιό μου με τίτλο "Limitations of democratic decision making within the family: a case study" (forthcoming).