26 Απριλίου 2019

Μια υποσημείωση στα βιβλία της ιστορίας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Παρασκευή 26 Απριλίου 2019).

Οι επαναληπτικοί αγώνες των προημιτελικών του Champions League επεφύλαξαν σπάνιες συγκινήσεις στον ανταποκριτή σας (και σε μερικά εκατομμύρια άλλους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο): ο Άγιαξ απέκλεισε τη Γιουβέντους νικώντας την 2-1 μέσα στο Τορίνο (ο αθλητικός συντάκτης της Corriere della sera, πιθανότατα με μια δόση χαιρεκακίας, έγραψε ότι οι γηπεδούχοι δεν ήξεραν πώς να αντιμετωπίσουν το καθαρό και γρήγορο ποδόσφαιρο των αντιπάλων τους), ενώ η Τόττεναμ πέρασε στα ημιτελικά με το εκτός έδρας γκολ χάνοντας 4-3 από την Μάντσεστερ Σίτυ (κατά Gary Lineker «ένα από τα μεγαλύτερα, συναρπαστικότερα, δραματικότερα και συγκινητικότερα παιγνίδια» της ζωής του).

Δεν είναι μόνο ότι η (ποδοσφαιρική) ζωή κάποιων από εμάς έχει λίγες χαρές και πολλές λύπες, οπότε αναγκαστικά πανηγυρίζουμε τις επιτυχίες άλλων ομάδων. Ούτε μόνο ότι τα συγκεκριμένα παιγνίδια ήταν αυτό που λένε «διαφήμιση του ποδοσφαίρου», και υπενθύμιση του τι χάνουν όσοι δεν καταλαβαίνουν, ή κάνουν ότι δεν καταλαβαίνουν, αυτό το υπέροχο άθλημα-βασιλιά των σπορ. (Διαβάστε το σπαρακτικό και ξεκαρδιστικό άρθρο του Simon Hattenstone στο Guardian.) Είναι επίσης ότι ο Άγιαξ και η Τόττεναμ διαφέρουν από τις άλλες ομάδες επειδή συμβολίζουν (σε ένα κοκτέηλ με ίσες δόσεις αλήθειας και υπερβολής) την τραγική ιστορία των Εβραίων της Ευρώπης.

Η υπερβολή είναι οφθαλμοφανής. Οι οπαδοί του Άγιαξ ξεδιπλώνουν γιγαντοπανώ με τη σημαία του Ισραήλ που καλύπτουν όλη την κερκίδα και φωνάζουν όλοι μαζί «Ajax joden, super joden», ενώ εκείνοι της Τόττεναμ αυτοαποκαλούνται «Yid Army» και φωνάζουν «Come on the Yids». Και όμως, οι περισσότεροι δεν είναι Εβραίοι – αν και φυσικά οι περισσότεροι Εβραίοι του Άμστερνταμ και του Λονδίνου αυτές τις ομάδες υποστηρίζουν.

Γιατί το κάνουν; Αφενός για να διεκδικήσουν με υπερηφάνεια μια ταυτότητα για την οποία κατά τη γνώμη των αντιπάλων τους θα έπρεπε να ντρέπονται, όπως μερικοί μαύροι της Αμερικής όταν αυτοαποκαλούνται «νέγροι». Μου το είχε εξηγήσει πριν τρεις δεκαετίες η C., συνάδελφός μου στο λονδρέζικο πανεπιστήμιο που μόλις με είχε προσλάβει, αγγλοεβραία και αριστερή (όπως και ο σύζυγός της Ν., που έτρωγε μπέϊκον και χαιρετούσε τους φίλους του με αγκαλιές και φιλιά – λιγότερο αγγλική συμπεριφορά δύσκολα μπορεί να σκεφτεί κανείς). Κανονικά «yid» είναι βρισιά: έτσι έλεγαν τους Εβραίους οι μαυροπουκαμισάδες του Όσβαλντ Μόσλεϋ, της Βρετανικής Φασιστικής Ένωσης, στις οδομαχίες του East End τη δεκαετία του ’30. Το 1990, για τους νεαρούς του Βόρειου Λονδίνου, το να ονομάζεις τον εαυτό σου «yid» ήταν τίτλος τιμής. Το ίδιο και σήμερα φαντάζομαι.

Ακόμη και όταν δεν είσαι Εβραίος. Ιδίως όταν οι αντίπαλοί σου έτσι σε φωνάζουν. Όπως οι φανατικοί οπαδοί της Τσέλσυ, που στα πέτρινα χρόνια της προ Μουρίνιο (και προ Αμπράμοβιτς) εποχής ήταν κατά κανόνα ακροδεξιοί. Ή εκείνοι της Φέγιενορντ, που στα ντέρμπυ με τον Άγιαξ φώναζαν «Hamas, hamas, joden aan het gas», με τον τίτλο της παλαιστινιακής οργάνωσης να κάνει ομοιοκαταληξία με τους θαλάμους αερίων, μιμούμενοι τον ήχο τους (φςςς). Τι θα κάνατε εσείς, εάν ήσαστε οπαδοί του Άγιαξ; Θα φωνάζατε «Σούπερ Εβραίοι», και θα πανηγυρίζατε ανεμίζοντας σημαίες του Ισραήλ.

Αλλά πόσο εβραϊκή ομάδα έχει υπάρξει ο Άγιαξ; Όπως εξηγεί στο εξαιρετικό βιβλίο του ο Simon Kuper, σχολιαστής των Financial Times, ολλανδοεβραίος ο ίδιος, η αλήθεια είναι κάπως περίπλοκη. Από τη μια, το Άμστερνταμ μέχρι τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε «Ιερουσαλήμ της Δύσης», τόπος κατοικίας 80.000 Εβραίων. Περίπου 3 στους 4 κατέληξαν στα στρατόπεδα, ανάμεσά τους και ο θρυλικός Eddy Hamel, δεξί εξτρέμ της πρώτης ομάδας του Άγιαξ από το 1922 έως το 1930. Μετά τον πόλεμο, Εβραίοι ήταν τρεις πρόεδροι της ομάδας, αρκετοί παίκτες, και ο Salo Muller, ο αγαπημένος φυσιοθεραπευτής των παικτών και της κερκίδας. Όμως όλες οι ολλανδικές ομάδες εφάρμοσαν με επιμέλεια τους αντισημιτικούς νόμους της ναζιστικής κατοχής, πασχίζοντας να μην προσβάλλουν τους Εβραίους-μέλη τους την ώρα που τους διέγραφαν, π.χ. επιστρέφοντας τους το ποσό που αντιστοιχούσε στο εισιτήριο διαρκείας. Μια τυπική περίπτωση «γκρίζας ζώνης», για την οποία ο Πρίμο Λέβι έγραψε σελίδες διαύγειας και οδύνης, όπως μας θύμισαν ο Σταύρος Ζουμπουλάκης και ο Θανάσης Γιαλκέτσης στην ωραία εκδήλωση του Πύργου Βιβλίων του ΙΣΝ στην εκδήλωση της περασμένης Παρασκευής.

Εν τω μεταξύ, εμείς εδώ στο Μιλάνο ετοιμαζόμαστε να γιορτάσουμε την Ημέρα της Απελευθέρωσης: στις 25 Απριλίου 1945 οι «γκαριμπαλντίνοι», παρτιζάνοι που πρόσκεινταν στο ΙΚΚ, κρέμασαν ανάποδα τον Μπενίτο Μουσσολίνι (αλλά και, πολύ λιγότερο ηρωικά, την ερωμένη του, Κλάρα Πετάτσι) στην Πλατεία Λορέτο – μια στάση του μετρό από το πανεπιστήμιο όπου εργάζεται ο ανταποκριτής σας. Στην καθιερωμένη ετήσια συγκέντρωση στην Πλατεία του Ντουόμο, παρελαύνουν περήφανοι με τα σύμβολά τους, εν μέσω πολλών χειροκροτημάτων και λίγων αποδοκιμασιών, οι βετεράνοι της «Εβραϊκής Μεραρχίας», Εβραίοι παρτιζάνοι που αντί να δεχθούν στωικά τη μοίρα τους οδηγούμενοι στα στρατόπεδα αποφάσισαν να ανταποδώσουν τα χτυπήματα, 1 εναντίον 10, όπως ο Δαβίδ εναντίον του Γολιάθ, «πολεμώντας για μια υποσημείωση στα βιβλία της ιστορίας», όπως εξηγεί ο Γκέντελε στον Μέντελ στο σχετικό μυθιστόρημα του Πρίμο Λέβι. Φέτος θα παρελάσει μόνος του ο Piero Cividalli, 93 ετών, τελευταίος επιζών του ιταλικού λόχου της «Εβραϊκής Μεραρχίας», τον οποίο τίμησε σε ειδική συνεδρίαση το δημοτικό συμβούλιο της πόλης μας, προπύργιο της κεντροαριστεράς σε μια Ιταλία που κυριαρχείται από την λεπενική Λέγκα στο Βορρά και από το ασυνάρτητο Κίνημα Πέντε Αστέρων στο Νότο.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία.

1 Μαρτίου 2019

«Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου»


Δη
μοσιεύθηκε ως πρόλογος στην ελληνική μετάφραση του βιβλίου του Ίταλο Καλβίνο «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» (εκδόσεις «Κριτική», Μάρτιος 2019).

«Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» δεν είναι το πιο σημαντικό ούτε σίγουρα το πιο γνωστό έργο του Ίταλο Καλβίνο, κορυφαίου εκπροσώπου της μεταπολεμικής ιταλικής (και ευρωπαϊκής, και παγκόσμιας) λογοτεχνίας. Είναι λιγότερο καθηλωτικό από «Το μονοπάτι με τις αραχνοφωλιές» (α’ έκδοση 1947), με το οποίο ο Καλβίνο έκανε το ντεμπούτο του στα ιταλικά γράμματα, λιγότερο διασκεδαστικό από την τριλογία «Οι πρόγονοί μας» («Ο διχοτομημένος υποκόμης» 1952, «Ο αναρριχώμενος βαρόνος» 1957, «Ο ανύπαρκτος ιππότης» 1959), λιγότερο γοητευτικό από τους «Δύσκολους έρωτες» (1971), λιγότερο ποιητικό από τις «Αόρατες πόλεις» (1972), λιγότερο καινοτόμο από το υπέροχο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» (1979) – το οποίο παραμένει αξεπέραστο επίτευγμα, όχι απλώς της «δυνητικής λογοτεχνίας» του ομώνυμου εργαστηρίου (OuLiPo) στο οποίο ο συγραφέας θήτευσε, αλλά της λογοτεχνίας γενικώς.

Πράγματι, ο αναγνώστης που, εξοικειωμένος με το έργο του Καλβίνο, θα ανοίξει τη «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» προσδοκώντας συγκινήσεις αντίστοιχες με εκείνες που χαρίζει η ανάγνωση κάποιων από τα παραπάνω είναι πιθανό να παραξενευτεί. Υπό μια έννοια, η «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» είναι όχι μόνο ελάσσον έργο, αλλά και από εκείνα τα έργα που ταλαιπωρούν τους δημιουργούς τους, αφήνοντάς τους πικρή γεύση. Ο Καλβίνο έκανε δέκα ολόκληρα χρόνια για να το τελειώσει («δέκα χρόνια για να αφηγηθεί μια μέρα», όπως το έθεσε αργότερα ο ίδιος), ενώ η τριλογία για τους διανοούμενους στην Ιταλία που αλλάζει, της οποίας η «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» θα ήταν το πρώτο μέρος, δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (το δεύτερο και τελευταίο μέρος, «Η οικοδομική κερδοσκοπία», εκδόθηκε επίσης το 1963).

Τότε γιατί αξίζει κανείς να διαβάσει τη «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου»; Για διάφορους λόγους: επειδή είναι ένα έργο-σταθμός στην πορεία του Καλβίνο, επειδή δεν μοιάζει με κανένα άλλο έργο, δικό του ή άλλων, και επειδή φέρνει τον αναγνώστη (όπως έφερε τον ίδιο τον συγγραφέα) αντιμέτωπο με οδυνηρά ερωτήματα, στα οποία συχνά δεν υπάρχει απάντηση.

Το βιβλίο άρχισε να γράφεται το 1953, με αφορμή τις εκλογές που θα κρίνουν την τύχη του διαβόητου «νόμου-απάτη». Η Χριστιανική Δημοκρατία και οι σύμμαχοί της έχουν καταθέσει νομοσχέδιο για την αλλαγή του εκλογικού συστήματος. Αντί της απλής αναλογικής, που ίσχυε από την ανακήρυξη της αβασίλευτης Δημοκρατίας την επαύριο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το νομοσχέδιο προτείνει σύστημα ενισχυμένης αναλογικής: το κόμμα ή ο συνασπισμός που θα πάρει 50% των ψήφων (συν μια) θα κερδίσει τα δύο τρίτα των εδρών στο Κοινοβούλιο. Ο νόμος προκαλεί τεράστιες αντιδράσεις. Όπως είναι αναμενόμενο, τα κόμματα της αριστεράς (Κομμουνιστικό και Σοσιαλιστικό, το τελευταίο τότε ακόμη και μέχρι το 1963 στην αντιπολίτευση) αντιτίθενται σθεναρά. Όμως το ίδιο ισχύει για σημαντικές προσωπικότητες του αντιφασιστικού αγώνα και της νεαρής Ιταλικής Δημοκρατίας, όπως ο Ferruccio Parri (πρωθυπουργός το 1945) και ο Piero Calamandrei (εκ των συντακτών του Συντάγματος), οι οποίοι αποχωρούν από το Ρεπουμπλικανικό και το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα αντιστοίχως (εταίροι της Χριστιανικής Δημοκρατίας και τα δύο) για να κατέβουν στις εκλογές με μοναδικό στόχο τη ματαίωση του «νόμου-απάτη». Το Φιλελεύθερο Κόμμα διασπάται επίσης. Τελικά τα κόμματα του κυβερνητικού συνασπισμού φθάνουν το 49,8% των ψήφων (έναντι πάνω από 60% αθροιστικά στις προηγούμενες εκλογές). Ο «νόμος-απάτη» αποσύρεται. Η απλή αναλογική θα εξακολουθήσει να ισχύει έως το 1991, όταν στο δημοψήφισμα του Ιουνίου εκείνης της χρονιάς οι Ιταλοί θα φηφίσουν με συντριπτική πλειοψηφία (95,5% έναντι 4,5%) υπέρ της κατάργησής της.

Στις κρίσιμες εκλογές του 1953 ο Καλβίνο είναι υποψήφιος του Κομμουνιστικού Κόμματος, και με αυτή την ιδιότητα επισκέπτεται για πρώτη φορά το Κοτολένγκο, το άσυλο ανιάτων όπου διαδραματίζεται η «Μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου». Πρόκειται για μια ολόκληρη πολιτεία, όπου ζουν και ενίοτε εργάζονται εκατοντάδες άνθρωποι με φυσικές και ψυχικές αναπηρίες, υπό το άγρυπνο βλέμμα των εκπροσώπων της Καθολικής Εκκλησίας στην οποία ανήκει το ίδρυμα. Κάθε φορά που γίνονται εκλογές, πολύ περισσότερο στις αποφασιστικές εκλογές του 1953, ένας ολόκληρος μηχανισμός από παπάδες και μοναχές εξασφαλίζει ότι όλοι αυτοί άνθρωποι ρίχνουν στην κάλπη το ψηφοδέλτιο της Χριστιανικής Δημοκρατίας, με την ανοχή του προέδρου της εφορευτικής επιτροπής και την ενεργό υποστήριξη των εκλογικών αντιπροσώπων των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού. Ο ρόλος του Αμερίγκο, εκλογικού αντιπροσώπου του Κομμουνιστικού Κόμματος, πρωταγωνιστή του βιβλίου (μαζί με τη «γυναίκα με το πορτοκαλί πουλόβερ», εκπρόσωπο του Σοσιαλιστικού Κόμματος), είναι η αποτροπή των πιο κραυγαλέων παραβιάσεων της εκλογικής νομοθεσίας, όταν ο παπάς ή η ηγουμένη μπαίνουν οι ίδιοι στο παραβάν μαζί με κάποιον ασθενή καταφανώς ανήμπορο να ασκήσει το εκλογικό δικαίωμα. Το 1953 ο υποψήφιος Ίταλο Καλβίνο θα μείνει λίγα μόνο λεπτά στο Κοτολένγκο, αλλά το 1961 θα ζητήσει να τοποθετηθεί εκεί ως εκλογικός αντιπρόσωπος. Το βιβλίο βασίζεται σε πραγματικά περιστατικά (εκτός από το δέκατο κεφάλαιο, το οποίο περιγράφει την επίσκεψη του τοπικού χριστιανοδημοκράτη βουλευτή).

Ανάμεσα στις δύο χρονολογίες μεσολαβεί η αποχώρηση του Καλβίνο από το Κομμουνιστικό Κόμμα (1957). Όπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι νεαροί, ο Ίταλο Καλβίνο γίνεται παρτιζάνος τον Ιανουάριο του 1944, με τις Μεραρχίες Γκαριμπάλντι που πρόσκεινται στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Και όπως για εκατοντάδες χιλιάδες άλλους νεαρούς (στην Ιταλία και παντού στην Ευρώπη), δεν πρόκειται για ιδεολογική επιλογή: «Εκείνο τον καιρό μέτραγε η δράση, και οι κομμουνιστές ήταν καλύτερα οργανωμένοι από τους άλλους.» Μετά το τέλος του πολέμου εντάσσεται στο κόμμα, διατηρώντας τις πεποιθήσεις του για την πρωταρχική αξία των δικαιωμάτων και της ελευθερίας. Όπως εξηγεί στο βιβλίο ο Αμερίγκο, alter ego του συγγραφέα: «Εκείνα τα χρόνια στην Ιταλία το κομμουνιστικό κόμμα είχε αναλάβει, ανάμεσα στα πολλά άλλα καθήκοντά του, κι εκείνο ενός ιδανικού φιλελεύθερου κόμματος που δεν είχε υπάρξει ποτέ.» (σελ. 40)

Το 1956 χαιρετίζει την «αποσταλινοποίηση» στη Σοβιετική Ένωση, υποστηρίζει τις προσπάθειες του Antonio Giolitti για την «ηθικοποίηση» της πολιτικής δράσης του Κομμουνιστικού Κόμματος, καταδικάζει χωρίς περιστροφές την εισβολή των σοβιετικών τανκς στην Ουγγαρία, και γνωστοποιεί την αποχώρησή του από το κόμμα με μια επιστολή στην «Unità», εφημερίδα του κόμματος, παραμένοντας για πολλά χρόνια ακόμη ψηφοφόρος του.

Σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου, ο Αμερίγκο αναρωτιέται μήπως «η πραγματική φύση του – και πολλών άλλων σαν κι αυτόν – θα ήταν, αν αφηνόταν ελεύθερη, η φύση ενός φιλελεύθερου, και ότι μόνο λόγω μιας διαδικασίας – ακριβώς – ταύτισης με κάτι διαφορετικό θα μπορούσε να χαρακτηρίζεται κομμουνιστής. Το να θέτει στον εαυτό του ένα παρόμοιο ερώτημα ήταν για τον Αμερίγκο σαν ν’αναρωτιόταν ποια ήταν η ουσία μιας ατομικής ταυτότητας (αν τυχόν υπήρχε ...), ξέχωρα από τις εξωτερικές συνθήκες που την καθόριζαν. Το να παγιοποιήσει μέσα του – και μέσα σε πολλούς άλλους σαν κι αυτόν – εκείνα τα διαφορετικά μέταλλα, ήταν «έργο της Ιστορίας», έτσι σκεπτόταν, ήταν μια φωτιά υπεράνω των δυνάμεών τους» (σελ. 41). Η «φωτιά της Ιστορίας» (ο φασισμός, η αντίσταση, η απελευθέρωση) έκανε τον Καλβίνο κομμουνιστή, η ίδια Ιστορία μερικά χρόνια μετά (τα γεγονότα της Ουγγαρίας το 1956, η ήττα του Giolitti και των άλλων «αναθεωρητών») τον απομάκρυνε τελικά από το Κομμουνιστικό Κόμμα.

«Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» μιλά για όλα αυτά, μερικές (λίγες) φορές άμεσα, όπως στα παραπάνω αποσπάσματα, συνήθως έμμεσα. Στο Κοτολένγκο ο Αμερίγκο βιώνει ένα είδος υπαρξιακής κρίσης, αντίστοιχης με την «κρίση πίστης» των καθολικών. Δεν πρόκειται για πολιτική κρίση με τη στενή έννοια (η απόπειρα του χριστιανοδημοκρατικού εκλογικού μηχανισμού να υφαρπάξει την ψήφο των τροφίμων του ασύλου του φαίνεται αποκρουστική), αλλά περισσότερο για κρίση φιλοσοφική: τα ατελή όντα που κατοικούν το Κοτολένγκο θέτουν σε δοκιμασία την προσήλωσή του στο θετικιστικό πρόταγμα της βελτιωσιμότητας του ανθρώπου μέσω της επιστήμης, η χαρωπή προσέλευση εκατοντάδων «ηλιθίων» στις κάλπες ενεργοποιεί μια αριστοκρατική καχυποψία έναντι της ισότητας των πολιτών, το θέαμα του ηλικιωμένου αγρότη που ταΐζει τον καθυστερημένο γιο του κυττάζοντάς τον στα μάτια τον αναστατώνει, και τον κάνει να αναγνωρίσει ότι «αυτό θα πει αγάπη» (σελ. 95).

Μετά το 1963, έτος κυκλοφορίας της «Μέρας ενός εκλογικού αντιπροσώπου», ο Καλβίνο θα αφήσει πίσω τον ρεαλισμό (και, εν μέρει, τη φανταστική αφήγηση, όπως στην τριλογία «Οι πρόγονοί μας») για να στραφεί οριστικά στο «συνδυαστικό παιγνίδι» που τον οδήγησε τελικά στο «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» και στα υπόλοιπα αριστουργήματα της ώριμης περιόδου του. «Η μέρα ενός εκλογικού αντιπροσώπου» είναι το κύκνειο άσμα αυτού του ρεαλισμού, και μια υπενθύμιση του πόσο σπουδαίος συγγραφέας υπήρξε ο Ίταλο Καλβίνο, ακόμη και όταν ακόμη ήταν πολύ διαφορετικός από τον συγγραφέα που έγινε μετά, από τον Καλβίνο που γνώρισαν και αγάπησαν εκατομμύρια αναγνώστες σε όλο τον κόσμο.


9 Φεβρουαρίου 2019

Μετά το «Μακεδονικό»

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2019).

Όλα δείχνουν ότι η συμφωνία Ελλάδας-ΠΓΔΜ για το «Μακεδονικό» αναδιατάσσει το πολιτικό σκηνικό. Όχι με τον τρόπο που ήλπιζαν οι επιτελείς του Μαξίμου: η ΝΔ δεν διασπάστηκε, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει δεύτερος με διαφορά, στη Β. Ελλάδα το χάσμα μεταξύ των δύο «μονομάχων» διευρύνεται. Άλλες είναι οι επιπτώσεις της συμφωνίας: η ενδυνάμωση του εθνικισμού σε όλο το πολιτικό φάσμα, η ενίσχυση της Χρυσής Αυγής, η αλλαγή των εσωτερικών συσχετισμών στη ΝΔ, η περαιτέρω συρρίκνωση του ενδιάμεσου χώρου.

Ας αρχίσουμε από το τελευταίο. Η διείσδυση στο χώρο της κεντροαριστεράς είναι το μοναδικό όφελος του ΣΥΡΙΖΑ από όλη αυτή την υπόθεση. Το σχετικό όφελος είναι περιορισμένο (η διείσδυση αφορά μικρό αριθμό προσωπικοτήτων με ελάχιστο εκλογικό εκτόπισμα) και έμμεσο (περιθωριοποίηση του ΚΙΝΑΛ και ιδίως του Ποταμιού), αλλά υπαρκτό. Όμως μια στοιχειωδώς σοβαρή κεντροαριστερά δεν θα δυσκολευόταν να αποκρούσει τους χονδροειδείς χειρισμούς της κυβέρνησης για το «Μακεδονικό», αποφεύγοντας είτε την υστερική απόρριψη της συμφωνίας είτε την αφελή προσχώρηση στο «αφήγημα της σοσιαλδημοκρατικής στροφής» του ΣΥΡΙΖΑ.

Χάρη στον ελιγμό του κ. Μητσοτάκη να απορρίψει χωρίς περιστροφές τη συμφωνία για το «Μακεδονικό», η ΝΔ διατήρησε την ενότητά της και φαίνεται να καταγράφει δημοσκοπικά οφέλη. Το τίμημα για αυτό είναι η αλλαγή της ατζέντας – και πάλι, όχι όπως προσδοκούσε το Μαξίμου. Το υπ’αριθμόν ένα πρόβλημα της χώρας παραμένει πώς θα βγει από την παρατεταμένη στασιμότητα. Αντί όμως να συζητάμε για την οικονομία, την εκπαίδευση και την καινοτομία, ασχολούμαστε με θέματα ιστορίας, ανθρωπολογίας και γλωσσολογίας. Και αντί να προετοιμάζουμε το μέλλον, μένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν.

Τα «εθνικά θέματα» είναι μαγική συνταγή για την αναπαραγωγή μιας πολιτικής ελίτ καταφανώς ανίκανης να προετοιμάσει την προσαρμογή της κοινωνίας στις ραγδαίες αλλαγές που φέρνει η τεχνολογία και η γεωπολιτική. Και αντιστρόφως, ο εθνικιστικός μυστικισμός είναι ο ιδανικός ρόλος για κάθε ημιμαθή και ανεύθυνο πολιτευτή: δεν απαιτεί άλλα προσόντα από υποκριτική επάρκεια, ευκολία στο βούρκωμα, και ικανότητα αποστήθισης 5-6 κλισέ για το πεπρωμένο της φυλής.

Επειδή εδώ είναι Βαλκάνια, τα «εθνικά θέματα» απαιτούν υπεύθυνους χειρισμούς και ευρείες συναινέσεις. Ιδίως όταν έχει προηγηθεί δεκαετής καθίζηση του βιοτικού επιπέδου στο εσωτερικό και της αξιοπιστίας της χώρας στο εξωτερικό. Αλλά για τον πρωθυπουργό και τους φίλους του, όλα τα θέματα προσφέρονται για μικροπολιτική. Δεν τους πτοεί ότι η διχαστική στάση τους αναζωπυρώνει εθνικιστικά ανακλαστικά που απειλούν να οριστικοποιήσουν την καθήλωση της χώρας. Η μετεκλογική τους επιβίωση είναι το μόνο που τους ενδιαφέρει.

Οι μετρημένοι στα δάχτυλα επώνυμοι που προσχώρησαν στο «αφήγημα της σοσιαλδημοκρατικής στροφής» δείχνουν πρόθυμοι να τα παραβλέψουν όλα αυτά, και ταυτόχρονα να διαγράψουν τη μίζερη και χυδαία καθημερινότητα της τελευταίας τετραετίας: τα κηρύγματα μίσους, τη συνεχή υπονόμευση της δικαιοσύνης, του Τύπου, και των άλλων θεσμών από τους οποίους εξαρτάται η υγεία ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Η ταπεινωτική επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Τουρκία, με τον Ερντογάν να του ζητά να παραδώσει τους «8» όπως του είχε υποσχεθεί, θυμίζει το βάθος της προσήλωσης της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές της διάκρισης των εξουσιών και του κράτους δικαίου. Ας προετοιμαστούν ψυχολογικά οι κεντροαριστεροί συνοδοιπόροι του κ. Τσίπρα: τους περιμένει μια ατέλειωτη σειρά από διαψεύσεις και εξευτελισμούς.

6 Ιανουαρίου 2019

Ο τροβαδούρος της εθνικής συμφιλίωσης

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2019).

Ο ανταποκριτής σας βρέθηκε αυτές τις μέρες στην Αθήνα, πήγε στη νέα μουσική παράσταση του Διονύση Σαββόπουλου στο αναγεννημένο «Άλσος» - και βγήκε με αναπτερωμένο ηθικό. Η παράσταση δεν είναι απλώς απολαυστική (που και αυτό δεν είναι καθόλου λίγο). Είναι επίσης ένα πολιτιστικό γεγονός, προορισμένο να σφραγίσει την εποχή μας, όπως η θρυλική συναυλία του Μάνου Χατζηδάκη στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας τη δεκαετία του ’80 – όταν οι μισοί θεατές επικροτούσαν όσα έλεγε μεταξύ δύο τραγουδιών και θύμωναν με τα υπόλοιπα, ενώ οι άλλοι μισοί έκαναν ακριβώς το αντίθετο.

Θέμα της παράστασης στο «Άλσος» «Τα τραγούδια των άλλων». Από τον Αττίκ έως τον Τσιτσάνη, από τη Βέμπο έως τον Παπάζογλου, από τον Χατζηδάκη έως τον Ζαμπέτα, από τον Παπαιωάννου έως τον Μαχαιρίτσα, από τον Μάλαμα έως το Μπιθικώτση, από τον Λοΐζο έως τον Κραουνάκη, και από τον Θεοδωράκη έως τον Μαραβέγια, παρελαύνουν στη σκηνή τα πιο εμβληματικά ονόματα του ελληνικού τραγουδιού των τελευταίων 100 χρόνων. Ανάμεσα σε δύο τραγούδια, ο Σαββόπουλος λέει ιστορίες με τον δικό του αμίμητο τρόπο, η μια πιο αστεία και πιο συγκινητική από την άλλη. Λέει και λίγα δικά του κομμάτια («Θαλασσογραφία», «Ζεϊμπέκικο», «Σαν τον Καραγκιόζη»), ίσα-ίσα για να θυμηθούμε τι απίστευτα τραγούδια έχει γράψει αυτός ο άνθρωπος, από τότε – πάνε 53 χρόνια - που μπήκε στη ζωή μας, με φόρα από τη Θεσσαλονίκη, για να μην βγει ποτέ ξανά.

Κάθε τραγούδι κάποιου ομότεχνου προλογίζεται με ένα ανέκδοτο ή μια βινιέτα χαρακτηρισμού: ο Μάλαμας είναι «ο συνοφρυωμένος δερβίσης από τη Χαλκιδική», ο Κραουνάκης «το παχουλό παιδί από την Καλλιθέα», ο Χατζηδάκης «ο γενναιόδωρος βασιλιάς». Αλλά βέβαια αληθινά γενναιόδωρος είναι ο ίδιος ο Σαββόπουλος: μόνο καλές κουβέντες έχει να πει για όλους.

Το ίδιο και για το κοινό του. Είναι σαν να έχει συμπεράνει ότι δεν είναι καιρός τώρα για προκλήσεις που περιγελούν τις συμπεριφορές και αμφισβητούν τις πεποιθήσεις όσων έρχονται να τον ακούσουν. Αρκετές ταπεινώσεις έχουν (έχουμε) υποστεί τα τελευταία δέκα χρόνια οι «Κωλοέλληνες». Είναι ώρα για ανασύνταξη δυνάμεων. «Αν ξαναζωντανέψει το κέντρο, θα πάρει τα πάνω της η Αθήνα, και μετά όλη η Ελλάδα - εάν μάλιστα ξαναζωντανέψουμε εμείς οι ίδιοι, ε τότε δεν μας πιάνει κανείς ...»

Όμως για να γίνει αυτό – μοιάζει να λέει ο Σαββόπουλος – πρέπει να αφήσουμε πίσω μας το διχασμό και τα «Ή εμείς ή αυτοί». Οι περιστάσεις απαιτούν ειρήνευση και συμβιβαστικότητα. Αυτό φαίνεται να υπηρετούν οι χαμηλοί τόνοι και η τρυφερότητα των αφηγήσεων. Το ίδιο και ο εκλεκτικισμός του προγράμματος: από το «Καραπιπερίμ» έως το «Φίλα με ακόμα», και από το «Μπαξέ Τσιφλίκι» έως τους αυτοσχεδιασμούς του Γιώτη Κιουρτσόγλου και των υπόλοιπων καταπληκτικών μουσικών της ορχήστρας. Κουβαλάμε μέσα μας και τη Δύση και την Ανατολή, ποτέ δεν θα υπερισχύσει ολοσχερώς το ένα σε βάρος του άλλου, ας το πάρουμε απόφαση, ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο μας ατού. Κορυφαία στιγμή της βραδιάς, το χατζηδακικό «Κεμάλ», ιδιοφυές κράμα Ανατολής και Δύσης το ίδιο.

Όχι ότι δεν μπορούμε να έχουμε τις προτιμήσεις μας. Και εκείνος άλλωστε στα μεγάλα διλήμματα της εποχής του πήρε ξεκάθαρη θέση: «Με τους Beatles ή με τους Rolling Stones; Με τους Beatles! Με τον Χατζηδάκη ή με τον Θεοδωράκη; Με τον Χατζηδάκη! Με τον Μπιθικώτση ή με τον Καζαντζίδη; Με τον Μπιθικώτση!» Και ας μένουν άρρητα όλα τα υπόλοιπα διλήμματα («Με την Αριστερά ή με τη Δεξιά; Με τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ή με το Μένουμε Ευρώπη;»). Είναι σαν να μας λέει: «Είναι φυσικό να έχουμε τις διαφορές μας. Αλλά για να πάρουμε τα πάνω μας πρέπει να μάθουμε να συνυπάρχουμε.»

Εάν κρίνει κανείς από τις αντιδράσεις του κοινού, ο τροβαδούρος της εθνικής συμφιλίωσης αγγίζει μια ευαίσθητη χορδή. Με μουσική υπόκρουση το soundtrack της ζωής μας, ο Διονύσης Σαββόπουλος παραδίδει ένα μάθημα ηπιότητας και ανεκτικότητας. Ίσως θα κάναμε καλά να μην το αγνοήσουμε.

1 Ιανουαρίου 2019

Φτώχεια και κοινωνική συνοχή

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας (Αθήνα 16 Δεκεμβρίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιανουάριος 2019).

1.

Δέχτηκα την πρόσκληση να μιλήσω στο συνέδριο της ΝΔ, παρότι δεν ανήκω στο κόμμα αυτό, για δύο κυρίως λόγους.

Πρώτον, επειδή το μικρό ρεύμα της μεταρρυθμιστικής αριστεράς (από το οποίο προέρχομαι) και η μεγάλη φιλελεύθερη και συντηρητική παράταξη (που εκπροσωπείτε εσείς), παρά τις προφανείς διαφορές τους, σε κρίσιμες στιγμές της πρόσφατης ιστορίας της χώρας βρέθηκαν στην ίδια πλευρά. Το Μάιο του 1979, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής υπέγραφε στο Ζάππειο τη Συνθήκη Ένταξης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, δίπλα του στέκονταν ο Ηλίας Ηλιού και ο Λεωνίδας Κύρκος, ενώ τα μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης (ΠΑΣΟΚ-ΚΚΕ) διαδήλωναν στους δρόμους της Αθήνας καταγγέλλοντας τη «φιέστα» και φωνάζοντας «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο». Μια γενιά αργότερα, τον Ιούνιο του 2015, βρεθήκαμε ξανά μαζί ανάμεσα στις εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που πλημμύρισαν την Πλατεία Συντάγματος με σύνθημα «Μένουμε Ευρώπη». Όσα μας ενώνουν είναι σημαντικά: αυτά καθορίζουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούμε να συζητάμε πολιτισμένα για όσα μας χωρίζουν.

Δεύτερον, επειδή σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, η ΝΔ θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές και θα σχηματίσει την επόμενη κυβέρνηση. Το ότι η ηγετική ομάδα που ετοιμάζεται να πάρει τις τύχες της χώρας στα χέρια της ενδιαφέρεται να ακούσει τις απόψεις ανθρώπων διαφορετικών πεποιθήσεων, στα θέματα της ειδικότητάς τους, δεν είναι απλώς κολακευτικό για τους ίδιους - είναι επίσης καλό σημάδι για τη χώρα. Βγαίνουμε από μια σκοτεινή περίοδο, δηλητηριώδους ρητορικής και πρωτοφανούς έκπτωσης του δημόσιου λόγου. Θα κάνει καλό στη δημοκρατία μας (θα κάνει σε όλους μας καλό) να στρέψουμε την προσοχή μας στα ζητήματα καθημερινής πολιτικής. Πολλοί τα θεωρούν «βαρετά», όμως ο ρόλος της πολιτικής δεν είναι ούτε να διασκεδάζει ούτε να δραματοποιεί: είναι να λύνει προβλήματα, κάνοντας καλύτερη τη ζωή των πολιτών.

Οπότε χαίρομαι πολύ που μου δίνεται η ευκαιρία να σας μιλήσω σήμερα.

2.

Το θέμα μου είναι η φτώχεια και η κοινωνική συνοχή. Δεν θα μακρυγορήσω. Είναι γνωστό ότι την τελευταία δεκαετία αυξήθηκε η απόσταση που χωρίζει την Ελλάδα από τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Το βιοτικό επίπεδο υποβαθμίστηκε. Οι ανισότητες αυξήθηκαν – αλλά όχι πολύ, επειδή η κρίση έπληξε και την εύπορη μεσαία τάξη, αν και φυσικά ήταν πολύ πιο οδυνηρή για τους φτωχούς. Επίσης, σημειώθηκαν δραματικές ανακατατάξεις στην εισοδηματική πυραμίδα: βελτιώθηκε η σχετική θέση των ηλικιωμένων και των αγροτών, ενώ επιδεινώθηκε η θέση των ανέργων και των χαμηλομίσθων, ιδίως όσων ζουν στην Αθήνα.

Η κοινωνική πολιτική άργησε πολύ να ανταποκριθεί. Τα πρώτα χρόνια της κρίσης, το κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας - που η δουλειά του ήταν να μετριάσει την κάθετη πτώση των φτωχών και των ανέργων - απεδείχθη διάτρητο. Δεν χρειάζεται να αναφέρω πόσο καταστροφική για την κοινωνική συνοχή ήταν αυτή η αποτυχία, και πόσο συνέβαλε στην κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτείας. Από το 2013 και μετά, υπό την πίεση των δανειστών, πραγματοποιήθηκαν αξιόλογα βήματα εκσυγχρονισμού της κοινωνικής πολιτικής, έστω και καθυστερημένα. Δεν έχουμε όμως ακόμη αυτό που χρειαζόμαστε: ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας που να προάγει την κοινωνική συνοχή και ταυτόχρονα να είναι συμβατό με μια δυναμική οικονομία.

Πολύ περιληπτικά, θα έλεγα ότι για να το αποκτήσουμε θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να κινηθούμε περίπου ως εξής:

Να επενδύσουμε στους νέους και στις οικογένειες τους: θέσεις στους βρεφονηπιακούς σταθμούς για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, γεύματα στα σχολεία για τους μαθητές δημοτικού, επιδότηση ενοικίου ή στεγαστικού δανείου για τα νέα ζευγάρια.

Να στρέψουμε το κέντρο βάρους από τις συντάξεις στις υπηρεσίες: η δωρεάν περίθαλψη και προγράμματα όπως το «Βοήθεια στο Σπίτι» έχουν συχνά μεγαλύτερη αξία για τους ηλικιωμένους και κοστίζουν λιγότερο στο κράτος.

Να χτίσουμε σε όσα θετικά έχουν γίνει στην επιδοματική πολιτική (πολύ θετικό ότι ο Πρόεδρος της ΝΔ τάχθηκε υπέρ του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης), και να προχωρήσουμε σε όσα εκκρεμούν από καιρό (απαράδεκτο ότι μόνο 1 στους 8 ανέργους λαμβάνει επίδομα ανεργίας).

3.

Έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε ανταγωνιστική τη σχέση της οικονομικής ανάπτυξης με την κοινωνική συνοχή. Ότι δηλαδή για να «τρέξει» γρηγορότερα η οικονομία θα πρέπει να αποδεχθούμε – προσωρινά έστω – κάποια έξαρση των κοινωνικών προβλημάτων. Ιδίως όταν έχει προηγηθεί μια περίοδος κατά την οποία βρεθήκαμε στο αντίθετο άκρο. Για παράδειγμα, η αφαίμαξη της οικονομίας με σκοπό τη χρηματοδότηση προεκλογικών παροχών αμφίβολης σκοπιμότητας, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια, επιβραδύνει την ανάκαμψη της οικονομίας, διαιωνίζοντας την υψηλή ανεργία και δημιουργώντας τελικά περισσότερα κοινωνικά προβλήματα από όσα λύνει.

Όμως, εάν έχω καταλάβει κάτι όλα αυτά τα χρόνια που ασχολούμαι με αυτά τα πράγματα είναι ότι δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Μια καλοσχεδιασμένη κοινωνική πολιτική δεν είναι βάρος για την οικονομία, αντίθετα τη βοηθά να λειτουργεί καλύτερα. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο πλούσιες – και οι πιο ευτυχισμένες - χώρες του κόσμου, από την Ισλανδία έως τον Καναδά, έχουν εξαιρετικά (δημόσια) νοσοκομεία, σχολεία, πανεπιστήμια. Αντίστροφα, μια οικονομία αγχωμένων ανθρώπων, σε μια αρρωστημένη κοινωνία, δεν είναι σε θέση να σημειώνει υψηλές αποδόσεις.

«Τι σχέση έχουν όλα αυτά με μας;» θα μου πείτε. «Ισλανδία είμαστε εμείς ή Καναδάς;» Δεν είμαστε, και ούτε έχει νόημα να προσπαθούμε να γίνουμε. Οι λύσεις που θα βρούμε πρέπει να είναι στα μέτρα μας. Αλλά σίγουρα δεν θα ειναι φτηνές.

Η επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας επείγει. Αλλά για να επουλωθούν οι πληγές της κρίσης, δεν φτάνει μόνο αυτή. Θα πρέπει να δημιουργηθούν πολλές και βιώσιμες θέσεις εργασίας, να βελτιωθούν οι εργασιακές σχέσεις και οι συνθήκες εργασίας, να ανέβουν σταδιακά οι αποδοχές των εργαζομένων.

Για να σταθούμε με αξιώσεις στον σύγχρονο κόσμο θα πρέπει να επενδύσουμε στο κυριότερο περουσιακό στοιχείο που διαθέτουμε (εκτός από τον ήλιο και τη θάλασσα): στις γνώσεις και στις δεξιότητες των ανθρώπων που κατοικούν αυτό τον τόπο – στην προσαρμοστικότητα, στην επινοητικότητα, στη δημιουργικότητά τους.

30 Δεκεμβρίου 2018

Το 2019 «δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018).

Οι αναγνώστες του «Βήματος» δεν περιμένουν ασφαλώς από τους συντάκτες αυτού του πρωτοχρονιάτικου αφιερώματος να προβλέψουν τι θα συμβεί το 2019. Το μέλλον είναι αινιγματικό: το διακρίνουμε θολά μέσα από έναν καθρέφτη που αναπόφευκτα αντανακλά εμάς τους ίδιους και όσα βρίσκονται γύρω μας. Για αυτό δυσκολευόμαστε να το φανταστούμε ως κάτι που δεν είναι απλή προέκταση του παρελθόντος. Όμως εδώ και λίγα χρόνια η πορεία του κόσμου έχει ξεπεράσει την πιο δημιουργική – ή μήπως νοσηρή; - φαντασία. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εξευτελίζει το εγχώριο σύστημα των θεσμικών αντίβαρων και εξαρθρώνει τη διεθνή τάξη πραγμάτων του «Αμερικανικού αιώνα» (1918-2016). Οι πολιτικοί της Βρετανίας καταρρίπτουν κάθε εθνικό ρεκόρ ανευθυνότητας και δημαγωγίας, σημειώνοντας πλέον επιδόσεις που θα ζήλευε ένας επίδοξος διδακτορίσκος σε κάποια Λατινοαμερικανική χώρα της δεκαετίας του ‘70. Ο φόβος (και το μίσος) για τους ξένους εκτοξεύει πάλαι ποτέ περιθωριακές πολιτικές δυνάμεις, καθιστώντας τες ηγεμονικές. Όχι μόνο στις πρώην κομμουνιστικές χώρες, όπου πρωτόγονα πάθη έμεναν θαμμένα λίγο κάτω από την επιφάνεια. Ούτε μόνο στην Αυστρία ή στη Γερμανία, όπου ο φυλετικός μυστικισμός δεν έπαψε ποτέ να έχει θαυμαστές, φανερούς ή κρυφούς. Αλλά και στις χώρες όπου άνθισε – και ανθεί ακόμη – η φιλελεύθερη ανεκτικότητα και η σοσιαλδημοκρατική ισότητα, όπως η Σουηδία και η Ολλανδία. Για να μην μιλήσουμε για τη Γαλλία, όπου αυτό που ενώνει τους οπαδούς της Λεπέν και του Μελανσόν είναι η μνησικακία και η πεποίθηση ότι μια καλή εξέγερση θεραπεύει πάσα νόσο, από την ανεργία των νέων έως την υποβάθμιση της υπαίθρου. Ή για την Ιταλία, όπου τα «κίτρινα γιλέκα» κυβερνούν από τον περασμένο Μάρτιο, ο υπουργός οικονομίας και ανάπτυξης (και αναπληρωτής πρωθυπουργός) δεν είχε ποτέ κανονική δουλειά, ο υπουργός παιδείας ήταν γυμναστής σε γυμνάσιο, και η υπουργός υγείας καταφέρεται εναντίον των εμβολίων. Στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον ερχόμενο Μάιο οι εθνικιστές και λαϊκιστές κάθε είδους θα επιχειρήσουν ένα ρεσάλτο με έπαθλο την ανάσχεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την επανεθνικοποίηση των πολιτικών της ΕΕ. Απέναντί τους θα βρουν σοσιαλδημοκράτες που πασχίζουν να συνέλθουν από τις εκλογικές ήττες, κεντροδεξιούς επιρρεπείς στον πειρασμό της προσχώρησης στην αντιμεταναστευτική δημαγωγία, καθώς και Πράσινους ισχυρούς στο Βορρά αλλά ανύπαρκτους στο Νότο και στην Ανατολή. Η Ευρώπη βρίσκεται σε περιδίνηση, η Δύση δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της, το μέλλον δεν είναι πια αυτό που ήταν.

Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον αναμετράται η χώρα μας με τα δικά της αδιέξοδα. Το 2019 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης - η οποία ακόμη δεν λέει να περάσει. Με την οικονομία να έχει ισορροπήσει σε ένα χαμηλότερο επίπεδο, συρρικνωμένη κατά 25%, με περισσότερα σουβλατζίδικα και καταστήματα περιποίησης νυχιών από ό,τι πριν, με λιγότερες υγιείς επιχειρήσεις, με ένα παραγωγικό μοντέλο πιο «φτηνής ανάπτυξης» από εκείνο που (μαζί με τις υπερφίαλες καταναλωτικές προσδοκίες) μας έφερε στην κρίση. Με την κοινωνία χωρίς δυνάμεις και χωρίς ελπίδες, με τους ανθρώπους θυμωμένους και ματαιωμένους. Και με την πολιτική ανήμπορη να αρθεί πάνω από την καθημερινή μιζέρια, να προσπεράσει τις ανούσιες αντιπαραθέσεις, να οδηγήσει μια ηττημένη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Εκτός απροόπτου, οι εκλογές του 2019 θα σημάνουν το τέλος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Θα είναι η δίκαιη κατάληξη μιας από κάθε άποψη απογοητευτικής εμπειρίας. Με βάση τα έως τώρα επιτεύγματά της, η σημερινή κυβέρνηση διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο της χειρότερης κυβέρνησης της Μεταπολίτευσης. Με υπουργούς χωρίς συναίσθηση της ανεπάρκειάς τους, με επικεφαλής έναν ακαλλιέργητο άνθρωπο μακριά από τις απαιτήσεις του αξιώματός του, και με ένα πρωθυπουργικό περιβάλλον αδίστακτο και αδιάντροπο. Μια κυβέρνηση με αυταρχικά ένστικτα, που εκμεταλλεύεται τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας αλλά τους εχθρεύεται ανοιχτά και τους υποσκάπτει συστηματικά, με αντιδημοκρατικό ήθος και ύφος, που πολιτεύεται στον αστερισμό του κυνισμού και της χυδαιότητας. Η ήττα της θα αφήσει μια πικρή γεύση σε όσους πίστεψαν τις παραφουσκωμένες υποσχέσεις του αντιμνημονιακού μπλοκ, αλλά επίσης θα ενισχύσει τη διαδεδομένη δυσπιστία των πολιτών για την πολιτική. Όταν οι ενδείξεις για τα σκάνδαλα του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ γίνουν αποδείξεις δεν θα έχει υποστεί πλήγμα μόνο ο μύθος του «ηθικού πλεονεκτήματος», αλλά και η δυνατότητά μας να φανταζόμαστε πολιτικούς με ευγενέστερα κίνητρα και δημόσια ζωή με λιγότερη διαφθορά.

«Δώρο» της σημερινής κυβέρνησης στην επόμενη, ένα πρόβλημα του 19ου αιώνα κινδυνεύει να συνεχίσει να μας εμποδίζει να βρούμε τον βηματισμό μας στη σύγχρονη εποχή. Άλλες χώρες έχουν εξωτερική πολιτική, εμείς έχουμε «εθνικά θέματα». Ο χειρισμός τους από τον Τσίπρα και τον Καμμένο έσπασε το μονοπώλιο της ανευθυνότητας που μέχρι πρόσφατα ανήκε δικαιωματικά στους εθνοσωτήρες της άλλης πλευράς. Αντίθετα με τις προσδοκίες του Μαξίμου, το Μακεδονικό δεν μπόρεσε τελικά να διασπάσει τη ΝΔ. Κατάφερε όμως να ενισχύσει τα χειρότερα ανακλαστικά των οπαδών της, και να ενισχύσει τη μερίδα της ηγεσίας της που είχε ηττηθεί στις εσωκομματικές εκλογές του Νοεμβρίου 2015. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο από υπολογισμό όσο και από πεποίθηση, προτιμά να έχει αντίπαλο μια παραδοσιακή και συντηρητική ΝΔ. Αντίθετα, δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει μια μοντέρνα και φιλελεύθερη ΝΔ, ούτε μια εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά. Θα ήταν τραγική ειρωνία οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ να μπουν μόνοι τους στο καλούπι που τους ετοιμάζουν οι σημερινοί ένοικοι του Μαξίμου προτού εγκαταλείψουν την εξουσία.

Σε όσους από εμάς σε αυτήν την εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά εξακολουθούν να ανήκουν, παρά τις άοκνες προσπάθειες των πολιτικών φορέων που διεκδικούν να μας εκπροσωπήσουν, η τελευταία δεκαετία επεφύλαξε αμέτρητες πίκρες και απογοητεύσεις – και δύο μόνο (διπλές) επιτυχίες: την εκλογή του Γιώργου Καμίνη και του Γιάννη Μπουτάρη στη δημαρχία των δύο μεγάλων πόλεων της χώρας το 2010, και την επανεκλογή τους το 2014. Τώρα που η θητεία τους ολοκληρώνεται, οι επόμενοι δήμαρχοι θα κληρονομήσουν τοπικές κυβερνήσεις που δεν έλυσαν τα προβλήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά έμαθαν να προσφέρουν περισσότερες και καλύτερες υπηρεσίες με λιγότερο προσωπικό και το μισό προϋπολογισμό. Η υποδειγματική και χωρίς ταρατατζούμ μεταφορά των 620 παιδιών της δημοτικής κατασκήνωσης του Αγίου Ανδρέα, την ώρα που στο Μάτι ο μηχανισμός της κεντρικής κυβέρνησης και της Περιφέρειας Αττικής είχε παραλύσει, θα μας θυμίζει πάντοτε ότι με την κατάλληλη καθοδήγηση μπορούμε ακόμη να γίνουμε «μια άλλη χώρα». Ας μην το ξεχάσουμε αυτό το μάθημα.

8 Δεκεμβρίου 2018

Η θλιβερή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018).

Σε τι οφείλεται η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να εμποδίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16 που απαγορεύει την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων; Οπωσδήποτε όχι στην έγνοια του κόμματος αυτού για τη δημόσια εκπαίδευση. Όπως γνωρίζουν καλά όσοι δεν ζούσαν σε άλλο πλανήτη τα τελευταία χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τεράστια ευθύνη για τη θλιβερή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Οι κύριοι λόγοι για αυτό είναι τρεις: υποχρηματοδότηση, ασφυκτικό ρυθμιστικό πλαίσιο, αδιαφορία για την ασφάλεια όσων εργάζονται και σπουδάζουν στα ΑΕΙ της χώρας.

Ας δεχθούμε ότι για την υποχρηματοδότηση φταίει η κρίση και οι προηγούμενες κυβερνήσεις (αν και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκυβερνά ήδη 3+ χρόνια). Στα άλλα δύο οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ είναι συντριπτικές.

Για τα φαινόμενα βίας και ανομίας, έχουν γραφτεί πολλά. Το περίφημο «άσυλο» δεν προστατεύει την κίνηση ιδεών. Εδώ και χρόνια έχουν πάψει να διοργανώνονται ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αφού κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των ομιλητών, όταν αυτά που λένε δεν αρέσουν στις γνωστές ακραίες ομάδες που δρουν σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια. (Δηλαδή πάντοτε: εάν αυτά που λέγονται άρεσαν στους μπαχαλάκηδες και στους χρυσαυγίτες, δεν θα ήταν ενδιαφέρουσες οι εκδηλώσεις.) Το «άσυλο», πίσω από το οποίο έχει οχυρωθεί μια φυγόπονη αστυνομία, προστατεύει μόνο την ιδιότυπη βιοτεχνία του εγκλήματος, λίγο-πολύ οργανωμένου, που έχει ανθίσει σε αυτό το αρρωστημένο περιβάλλον, και ειδικεύεται στην διακίνηση ναρκωτικών και στην κλοπή εξοπλισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πουλάει την ηρωίνη ούτε κάνει λαθρεμπόριο υπολογιστών, αλλά προσφέρει πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα βίας και ανομίας, εδώ και πολλά χρόνια – αρχικά ως αντιπολίτευση, στη συνέχεια ως κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι ιστορικά ιδρύματα όπως το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (όπου δίδασκα μέχρι πρόσφατα), παρότι διαθέτουν εξαιρετικό έμψυχο δυναμικό (καθηγητές που «στέκονται» με αξιώσεις διεθνώς, και διοικητικούς υπαλλήλους που εργάζονται με ευσυνειδησία), λειτουργούν πλέον από κεκτημένη ταχύτητα: χωρίς πόρους, σε τριτοκοσμικό περιβάλλον, και στο έλεος διαταραγμένων ατόμων που ανά πάσα στιγμή μπορούν να προπηλακίσουν οποιονδήποτε καθηγητή ή και τον πρύτανη (όπως έχει επανειλημμένα συμβεί), χωρίς καμμιά απολύτως συνέπεια.

Η αλλοπρόσαλλη πολιτική των τελευταίων χρόνων έχει επιταχύνει την υποβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Η χώρα δεν θα βγει από την κρίση χωρίς πολίτες με κριτική σκέψη, και εργαζόμενους με υψηλές δεξιότητες. Αλλά η κυβέρνηση, με την απέχθειά της για την έρευνα και για την αριστεία, έχει αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Η μόνη της έγνοια είναι να διορίσει τους εκλεκτούς της, να ανοίξει δουλειές για ενοικιαζόμενα δωμάτια και σουβλατζίδικα ιδρύοντας πανεπιστημιακά τμήματα στη μέση του πουθενά, και να ψαρέψει ψήφους μετονομάζοντας τα ΤΕΙ σε ΑΕΙ, αδιαφορώντας πλήρως για την αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης (που παραμένει αναγκαία).

Ο ΣΥΡΙΖΑ νομίζει ότι εμποδίζοντας την αναθεώρηση του άρθρου 16 εμφανίζεται «επικοινωνιακά» ως υπερασπιστής της δημόσιας εκπαίδευσης. Μάλλον περνάει για αφελείς όσους έχουν ζήσει από κοντά την παρακμή του δημόσιου πανεπιστημίου – και είναι πολλοί: καθηγητές, εργαζόμενοι, φοιτητές, γονείς και φίλοι. Στο βαθμό που η βλάβη δεν είναι οριστική, το κοπιαστικό έργο της αναβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης περνά στην επόμενη κυβέρνηση. Ας ελπίσουμε ότι θα τα καταφέρει καλύτερα.

11 Νοεμβρίου 2018

Ο δρόμος προς τη χρεωκοπία περνά από την αλλοίωση του πολιτεύματος

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018).

Οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας φέρνουν τη χώρα ένα βήμα από την χρεωκοπία. Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου: σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ακύρωση των «μνημονιακών περικοπών» στις συντάξεις και στους μισθούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού από 9 έως 15 δις ευρώ. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: 9 δις είναι όλη η δημόσια δαπάνη για την υγεία (του κράτους και των ταμείων), ενώ η δαπάνη για υγεία και παιδεία μαζί δεν φτάνει τα 15 δις. Είναι προφανές ότι η υλοποίηση των αποφάσεων αυτών είναι εφικτή μόνο εάν χρεωκοπήσουμε επισήμως, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος (σε ένα κατεστραμμένο κράτος) να μπορεί να τυπώνει όσα χαρτονομίσματα θέλει, με πολλά μηδενικά και αξία κουρελόχαρτων, όπως στην Κατοχή. Πώς απαντά η κυβέρνηση σε αυτή την εξέλιξη; Με έναν κουτοπόνηρο ελιγμό («τα αναδρομικά θα επιστραφούν σε όσους κάνουν προσφυγή»), ο οποίος επί πλέον είναι προορισμένος να πέσει στο κενό (προσφυγή κάνουν σχεδόν όλοι).

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Οκτώμισι χρόνια μετά από το πρώτο Μνημόνιο, η αντίληψη που έχει σχηματίσει η κοινή γνώμη για τις αιτίες της δυσπραγίας μας είναι αυτή που έχει επιβάλει ο πανίσχυρος «συνασπισμός της χρεωκοπίας» που μας έφερε στην κρίση και που έκτοτε κρατά την χώρα καθηλωμένη. Στην πολιτική εκπροσωπείται από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, αλλά και από τη «λαϊκή δεξιά» του Σαμαρά και των καραμανλικών, από το παλιό ΠΑΣΟΚ, και φυσικά από το ΚΚΕ και την Χρυσή Αυγή. Στα μέσα ενημέρωσης, από τις λιγότερο σοβαρές εφημερίδες, και κυρίως από τους τηλεοπτικούς αστέρες των πρωινών εκπομπών και των βραδινών δελτίων. Στην οικονομία, από τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις και τα εμπορικά επιμελητήρια, που αναπολούν τις παλιές καλές εποχές και απαιτούν από τις κυβερνήσεις «να ρίξουν χρήμα στην αγορά».

Για όλους αυτούς – και για πολλούς άλλους – για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που έφερε την Τρόικα φταίει ο Παπακωνσταντίνου και ο Παπαντωνίου, παρότι η ενοχή του πρώτου δεν αποδείχθηκε ποτέ, ενώ του δεύτερου δεν έχει αποδειχθεί ακόμη. Φταίνε οι πολιτικοί που «τα φάγανε», δεν φταίνε ούτε οι 800.000 προσλήψεις συμβασιούχων το 2004-2009, ούτε οι επιχορηγήσεις του κράτους στα ασφαλιστικά ταμεία, συνολικού ύψους 200 δις – δύο τρίτα του συνολικού δημόσιου χρέους! – την περίοδο 2000-2015. Για αυτό άλλωστε ο τότε υπουργός εσωτερικών ανταμείφθηκε για τις υπηρεσίες του από τη σημερινή κυβέρνηση με το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όσο για τις συντάξεις της ΔΕΗ και της Εθνικής Τράπεζας, και των δικαστικών και των στρατιωτικών και πολλών άλλων, που μειώθηκαν με τους μνημονιακούς νόμους, αυτές «πληρώθηκαν με τις εισφορές των συνταξιούχων», συνεπώς είναι ιερές.

Το δικαστικό σώμα έχει αναδειχθεί σε στυλοβάτη του αντιμνημονιακού «αφηγήματος», αυτού του χοντροκομμένου παραμυθιού που έχει επικρατήσει επειδή χαϊδεύει τις εθνικές μας αυταπάτες, και ας μην περιέχει ίχνος αλήθειας. Με τα δακρύβρεχτα διαβήματα προς τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γεμάτα από αναφορές στα αρχαία κλέη μας, και στα πνευματικά δικαιώματα που μας οφείλει η υπόλοιπη ανθρωπότητα ως απογόνους του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Με την απίστευτη δίωξη του πρώην προέδρου της ΕλΣτατ επειδή έκανε τη δουλειά του, αντί να στέλνει στις Βρυξέλλες ψεύτικα νούμερα όπως επέβαλλε το εθνικό φρόνημα. Και με το συστηματικό σαμποτάζ στις απεγνωσμένες (όσο και απρόθυμες) προσπάθειες των κυβερνήσεων να συμμαζέψουν κάπως τα δημοσιονομικά της χώρας.

Με το αζημίωτο εννοείται. Η παγερή αδιαφορία των δικαστικών για το πού θα βρούμε τα χρήματα να εφαρμόσουμε τις αποφάσεις τους ξεκινά από τους μισθούς τους, τους οποίους πρακτικά απονέμουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους, και που σύμφωνα με στοιχεία που είχαν διαρρεύσει από το Υπουργείο Οικονομικών το 2012 (δηλαδή μετά τις μνημονιακές περικοπές) έφταναν τα 6.500 ευρώ μεικτά το μήνα - κατά μέσο όρο, δηλαδή συνυπολογίζοντας τις αποδοχές όλων των δικαστικών, από έναν πρωτοδιορισμένο ειρηνοδίκη έως τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Δύομιση φορές πάνω από τις αντίστοιχες αποδοχές π.χ. των ερευνητών, από τους οποίους περιμένουμε την καινοτομία που θα βγάλει την οικονομία μας από το τέλμα.

Ο ένας στους δύο εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα παίρνει μισθούς κάτω από 800 ευρώ το μήνα, αλλά για τους δικαστικούς μας δεν υπάρχει πρόβλημα – ή δεν είναι δικό τους πρόβλημα. Ας φρόντιζαν και αυτοί να ενταχθούν στα «ειδικά μισθολόγια», μαζί με τους υπαλλήλους ΔΕΚΟ, τους στρατιωτικούς, τους κληρικούς, και φυσικά τους ίδιους τους δικαστικούς. Οι περικοπές των ειδικών μισθολογίων κρίθηκαν παράνομες, αντίθετα των απλών εργαζομένων εξακολουθούν να είναι νόμιμες.

Το αξιοσημείωτο δεν είναι η ιδιοτέλεια των δικαστικών. Παρά τους πομπώδεις τόνους, αυτή δεν διαφέρει από την ιδιοτέλεια όλων των άλλων συντεχνιών που βούλιαξαν τη χώρα, με τη συναίνεση των περισσότερων πολιτικών, και υπό τις ενθουσιώδεις επευφημίες των περισσότερων δημοσιογράφων. Είναι ο αντιμνημονιακός ακτιβισμός της κορυφής της ιεραρχίας, από τον πρώην πρόεδρο του ΣτΕ (που κρατούσε στο συρτάρι τις αιτήσεις ακύρωσης που δεν βόλευαν την σημερινή κυβέρνηση) έως την πρώην πρόεδρο του Αρείου Πάγου και σημερινή σύμβουλο του πρωθυπουργού (αναρωτιέται κανείς εάν οι αρμοδιότητες της αφορούν την παροχή τεχνογνωσίας σε θέματα διώξεων πολιτικών αντιπάλων). 

Το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που μέχρι νεωτέρας ισχύει στη χώρα μας, προβλέπει τη διάκριση των εξουσιών: η Βουλή νομοθετεί, η κυβέρνηση κυβερνά, τα δικαστήρια ελέγχουν. Με τις πρόσφατες αποφάσεις τους οι δικαστές διεκδικούν το προνόμιο να νομοθετούν και να χαράζουν οικονομική πολιτική. Ο δρόμος προς τη χρεωκοπία περνά από την αλλοίωση του πολιτεύματος.

1 Νοεμβρίου 2018

Η ακραία φτώχεια

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στην εκδήλωση της Κίνησης Πολιτών για μια Ανοικτή Κοινωνία με θέμα «Οι νέες ανισότητες» (Αθήνα 18 Οκτωβρίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Νοέμβριος 2018).

1.

Μου ζητήθηκε να παρουσιάσω εν συντομία τα βασικά ευρήματα της μελέτης μας για την ακραία φτώχεια. Η μελέτη εκπονήθηκε για λογαριασμό της διαΝΕΟσις, με τη συνεργασία τριών νεαρών ερευνητριών: Χρύσα Λεβέντη (Πανεπιστήμιο Essex), Μαρία Φλεβοτόμου (Τράπεζα της Ελλάδος), Ελένη Καναβιτσά (Οικονομικό Πανεπιστήμιο). Οι δύο πρώτες εκπόνησαν τη διδακτορική τους διατριβή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, η τρίτη την εκπονεί τώρα.

Πώς εκτιμήσαμε το ποσοστό ακραίας φτώχειας; Θεωρήσαμε ότι το σχετικό όριο είναι ίσο με το κόστος απόκτησης του καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών που αντιστοιχεί στις ελάχιστες ανάγκες διαβίωσης μιας οικογένειας. Υπολογίσαμε το κόστος αυτό χωριστά για κάθε τύπο οικογένειας και για διαφορετικές τοποθεσίες. Για παράδειγμα, για μια τετραμελή οικογένεια που διέμενε στην Αθήνα και δεν βαρυνόταν με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου: €622 το μήνα (το 2016). Στη συνέχεια εκτιμήσαμε το ποσοστό του πληθυσμού που σύμφωνα με τα δεδομένα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (EU-SILC) εμφανίζει εισόδημα κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας (ανάλογα φυσικά με την τοποθεσία και τον τύπο οικογένειας). Το ποσοστό ακραίας φτώχειας είναι απλώς το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το κόστος απόκτησης του βασικού καλαθιού με τα απολύτως αναγκαία προς το ζην.

Πόσο ήταν αυτό το ποσοστό; Εκτιμήσαμε ότι ήταν χαμηλό προ κρίσης (2,2% το 2009), μετά αυξήθηκε απότομα (σε 17,1% το 2013), για να υποχωρήσει στη συνέχεια (σε 13,6% το 2016).

Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί σε σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο άτομα. Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν – με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία – να διατηρούν ακόμη ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες, είτε απλώς συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας απλήρωτους άλλους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια, κοινόχρηστα κτλ).

Ποιοι είναι οι «ακραία φτωχοί»; Οι ομάδες που πλήττονται μακράν περισσότερο είναι οι οικογένειες με αρχηγό άνεργο, καθώς και τα νοικοκυριά χαμηλής έντασης εργασίας. Κατά τα άλλα, οι οικογένειες με παιδιά αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ακραίας φτώχειας από ό,τι τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά. Επίσης από αυξημένο κίνδυνο ακραίας φτώχειας χαρακτηρίζονται οι οικογένειες που κατοικούν στις βόρειες ηπειρωτικές περιφέρειες, στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις, καθώς και τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Αντίθετα, σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική κατανομή, η ακραία φτώχεια κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα στην Κρήτη, στις νησιωτικές περιφέρειες, καθώς και στις αγροτικές περιοχές. Στον αντίποδα επίσης βρίσκονται επαγγελματικές ομάδες που εμφανίζονται ανεπηρέαστες από την παρατεταμένη οικονομική ύφεση και τα μέτρα λιτότητας, εξακολουθώντας να καταγράφουν πολύ χαμηλά ποσοστά ακραίας φτώχειας. Πρόκειται για τους υπαλλήλους Δημοσίου, ΔΕΚΟ και Τραπεζών, καθώς και τους ελεύθερους επαγγελματίες (ειδικά ιατρούς, νομικούς, μηχανικούς και δημοσιογράφους). Το ίδιο ισχύει για τα νοικοκυριά με δύο εργαζόμενους (ιδίως όταν είναι και οι δύο πλήρους απασχόλησης). Τέλος, πολύ χαμηλά εμφανίζονται τα ποσοστά ακραίας φτώχειας για τους συνταξιούχους και τους ηλικιωμένους.


2.

Πώς εξηγείται η εκτίμησή μας για το χαμηλό ποσοστό ακραίας φτώχειας των ηλικιωμένων (2,4% το 2016), καθώς και των συνταξιούχων ανεξαρτήτως ηλικίας (2,9%, έναντι 13,6% για το σύνολο του πληθυσμού); Πολύ απλά, επειδή ακόμη και η χαμηλότερη σύνταξη αρκεί για να καλύψει το κόστος απόκτησης των βασικών αγαθών που θεωρήσαμε απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα εισοδήματα των ηλικιωμένων έχουν υποστεί σημαντικές μειώσεις τα τελευταία χρόνια. Όμως, η θέση τους στην κατανομή εισοδήματος έχει βελτιωθεί. Γιατί συνέβη αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις περικόπηκαν λιγότερο από τους μισθούς. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις άλλες συντάξεις (και λιγότερο από τους κατώτατους μισθούς). Τρίτον, επειδή οι συντάξεις – έστω και μειωμένες - συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ βέβαια κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τους μισθούς όσων έχασαν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι συνταξιούχοι που βγήκαν πρόσφατα στη σύνταξη λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις από όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί στο πιο μακρινό παρελθόν.

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, το βασικό πρόβλημα των ηλικιωμένων δεν είναι το χαμηλό εισόδημα αυτό καθεαυτό. Είναι η υποβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης, που έχει αυξήσει το κόστος των φαρμάκων και της νοσηλείας, καθιστώντας το απαγορευτικό για τους οικονομικά αδύναμους. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το ποσοστό των ηλικιωμένων στο φτωχότερο 20% της κατανομής εισοδήματος οι οποίοι παρότι είχαν ανάγκη περίθαλψης δεν έκαναν χρήση των υπηρεσιών υγείας για οικονομικούς λόγους έφτανε το 30,0% το 2017 (έναντι 11,4% το 2010). Το ποσοστό αυτό ήταν μακράν το χειρότερο στην ΕΕ, ενώ ήταν υπερδεκαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (2,8%).


3.

Ενώ η θέση των ηλικιωμένων και των συνταξιούχων στην εισοδηματική πυραμίδα βελτιώθηκε, η θέση των ανέργων, των χαμηλομίσθων και των οικογενειών τους επιδεινώθηκε. Κατά συνέπεια, τα τελευταία χρόνια η σύνθεση του πληθυσμού των φτωχών έχει αλλάξει δραματικά.

Πώς ανταποκρίθηκε σε αυτή τη μεταβολή η πολιτική κατά της φτώχειας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν σημαντικά (αν και καθυστερημένα) βήματα εκσυγχρονισμού του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, και ευθυγράμμισης του εγχώριου κοινωνικού κράτους με τον ευρωπαϊκό κανόνα. Ενδεικτικά αναφέρω (α) τη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013, και την αύξησή του με αυστηρότερα εισοδηματικά κριτήρια από το 2018, (γ) την πιλοτική εφαρμογή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος το 2014 και ξανά το 2016, με γενικευμένη εφαρμογή του σε εθνική κλίμακα από το 2017, και (γ) τη νομοθετική πρόβλεψη για εισαγωγή επιδόματος στέγης για τους δανειολήπτες και ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος από το 2019.

Από την άλλη, διατηρούνται δραματικά κενά κοινωνικής προστασίας, με σημαντικότερο από όλα την απίστευτα χαμηλή κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας. Το 2010, όταν ο αριθμός των ανέργων ήταν ακόμη 639.000, οι δικαιούχοι του τακτικού επιδόματος ανεργίας ήταν 224.000 (ποσοστό κάλυψης 35%). Πέρυσι, οι άνεργοι έφταναν σε 1.030.000, αλλά ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας είχε μειωθεί σε 121.000 (ποσοστό κάλυψης 12%). Με άλλα λόγια, καθώς η ανάγκη για κοινωνική προστασία αυξανόταν, η εισοδηματική στήριξη των ανέργων υποχωρούσε. Η παρακμή των επιδομάτων ανεργίας – την εποχή που η ανάγκη για αυτά ήταν μεγαλύτερη παρά ποτέ – υπήρξε το χειρότερο παράδειγμα αταραξίας της κοινωνικής πολιτικής στις έκτακτες συνθήκες της κρίσης. Εν μέσω της εκκωφαντικής σιωπής των εγχώριων πολιτικών ελίτ, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, της δημόσιας διοίκησης, των εργατικών συνδικάτων, των εργοδοτικών οργανώσεων, των επιστημόνων, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης του Τύπου, ολόκληρης της κοινωνίας.


4.

Η παραπάνω ανάλυση υποδεικνύει τις κατευθύνσεις μιας κοινωνικής πολιτικής άξιας του ονόματός της:

- Κάλυψη των κενών του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, με προτεραιότητα στην εισοδηματική ενίσχυση των ανέργων και στην εφαρμογή του νόμου για τη θεσμοθέτηση επιδόματος στέγης.

- Προστασία των συντάξεων των φτωχών ηλικιωμένων, αλλά όχι αδιακρίτως όλων των παλαιών συνταξιούχων.

- Αναβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης των φτωχών ηλικιωμένων (και όλων όσων έχουν ανάγκη) σε φάρμακα και νοσηλεία.

- Προετοιμασία ενός πλέγματος κοινωνικών παροχών και υπηρεσιών που να συμβάλλει στην ανάκαμψη της οικονομίας αντί να τη δυσχεραίνει.

Όπως είναι προφανές, η δημόσια συζήτηση στη χώρα μας δεν ασχολείται με αυτά. Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τους πάντες είναι πώς δεν θα εφαρμοστεί η πρόβλεψη (νομοθετημένη από την κυβέρνηση) για την περικοπή της διαβόητης «προσωπικής διαφοράς», που επιτρέπει σε όσους πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη μέχρι το 2016 (προτού ψηφιστεί ο «Νόμος Κατρούγκαλου») να εξακολουθούν να εισπράττουν ποσά πολύ υψηλότερα από τις εισφορές που είχαν καταβάλει, και φυσικά πολύ υψηλότερα από τις συντάξεις όσων πρόκειται να βγουν στη σύνταξη από εδώ και πέρα.

Για αυτό άλλωστε, το προσχέδιο προϋπολογισμού που κατατέθηκε πρόσφατα προβλέπει δύο σενάρια. Το πρώτο είναι το «εθνικά υπερήφανο»: αφήνει όλες τις παλιές συντάξεις στην ησυχία τους, παραβαίνοντας τη δέσμευση για κατάργηση της προσωπικής διαφοράς που η ίδια η κυβερνητική πλειοψηφία ψήφισε. Βέβαια, επειδή η εθνική υπερηφάνεια έχει κόστος, μετά δεν θα περισσεύουν χρήματα για άλλα μέτρα, όπως π.χ. είναι το επίδομα στέγης που επίσης ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία. Το δεύτερο σενάριο είναι αυτό που θέλουν οι κακοί ξένοι και τα εγχώρια φερέφωνά τους: εφαρμογή των δεσμεύσεων που έχουν νομοθετηθεί, δηλ. μερική κατάργηση της προσωπικής διαφοράς (με πλαφόν μείωση 18%) και χορήγηση επιδόματος στέγης.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το προσχέδιο προϋπολογισμού περιλαμβάνει μια υποδειγματική ανάλυση των διανεμητικών επιπτώσεων των δύο σεναρίων. Το «εθνικά υπερήφανο» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο πλούσιους: όσους βρίσκονται στο πάνω μέρος της κατανομής εισοδήματος. Το «προδοτικό» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο φτωχούς: όσους βρίσκονται στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κατανομής. 

Σε μια νορμάλ χώρα, η συζήτηση για το ποιο από τα δύο σενάρια πρέπει να εφαρμοστεί θα σταματούσε κάπου εδώ. Στη χώρα μας, τίποτε δεν φαίνεται να ταράζει την εθνική ομοψυχία – για τη λάθος επιλογή.

Αναγνώσεις

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018).

Κυριακή, ημέρα ανάγνωσης. Ο ανταποκριτής σας περπάτησε υπό καταρρακτώδη βροχή μέχρι το περίπτερο για να αγοράσει την Corriere della sera και τη Lettura, το κυριακάτικο ένθετο, και στη συνέχεια πάνω από τη γέφυρα, δίπλα στο κανάλι, μέχρι το Mag, το αγαπημένο του καφέ. Πάνε τα τραπέζια έξω, πάει και ο ήλιος: συνωστισμός στον κλειστό χώρο, βρεγμένα πανωφόρια, ομπρέλες που στάζουν, μυρωδιά μούχλας στην ατμόσφαιρα. Αλλά και ωραία μουσική, θαμώνες Ιταλοί και ξένοι, με την παρέα τους ή μοναχικοί, νεαρά ζευγάρια, γυναίκες με τα παιδιά τους, άνδρες με τα σκυλιά τους, μιλάνε, γελάνε, διαβάζουν. Αισθάνομαι πάντα πολύ οικεία σε τέτοιο πλήθος. Ο σερβιτόρος με το λεπτό μουστάκι και τις τιράντες με υποδέχεται με θερμό χαιρετισμό: "Καλημέρα αγαπητέ. Το συνηθισμένο κρουασάν με φυστίκια;" Δίπλα μου μια νεαρή γυναίκα με γυαλιά μου ζητά την άδεια να ρίξει μια ματιά στο κύριο σώμα της εφημερίδας. "Δεν θα σας τη λερώσω!" Την κοιτάζω λίγο παραξενεμένος: "Τόσο πολύ φαίνεται ότι με ενοχλούν κάτι τέτοια;" Γελάει - "Όχι, αλλά η ανάγνωση της κυριακάτικης εφημερίδας είναι και για μένα ιερή."

Είχα αρκετό καιρό να διαβάσω τη Lettura. Είχα ξεχάσει πόσο απολαυστική είναι. Μέσα στις 64 σελίδες βρήκα τουλάχιστον μια ντουζίνα (μεγάλα) άρθρα με ενδιαφέροντα θέματα και συναρπαστική γραφή. Τα πιο σημαντικά (κατά σειρά εμφάνισης): Παρουσίαση της ιταλικής έκδοσης του βιβλίου του E.O. Wilson "The origins of creativity" (προ ετών είχα κάνει δώρο στη Ρ. το "Letters to a Young Scientist", αφού πρώτα το διάβασα εγώ). Ο Wilson, καθηγητής εντομολογίας στο Harvard, δημοφιλής εκλαϊκευτής της επιστήμης, στοχάζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και ποντάρει σε έναν "Διαφωτισμό 4.0" (μετά τον αρχαιοελληνικό του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τον αραβικό του Αβερρόη και του Αβικέννα, και τον Διαφωτισμό της Αναγέννησης), όπου η φιλοσοφία και οι ανθρωπιστικές επιστήμες συνδιαλέγονται με την τεχνολογία και τις θετικές επιστήμες, αντί να γυρίζουν την πλάτη τους σε αυτές.

Γυρίζω σελίδα και πέφτω πάνω στο άρθρο του Maurizio Ferrera, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, για το αποτέλεσμα των εκλογών της Βαυαρίας. Γνώστης της γερμανικής, μελετητής του Max Weber, φιλελεύθερος από το Τορίνο, κοιτίδα του ιταλικού φιλελευθερισμού, μαθητής του Norberto Bobbio, ο Ferrera χαιρετίζει τη νίκη των Πρασίνων ως προάγγελο ενός πανευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης στον εθνολαϊκισμό. Στο διπλανό άρθρο μια συντάκτης της εφημερίδας γράφει για ένα άλλο είδος Γερμανών οικολόγων: Völkische Siedler, Umwelt und Aktiv, αλλά στην πραγματικότητα Blut und Boden. Από όλα έχει ο μπαχτσές, μερικές φορές κυριολεκτικά: τα βιολογικά προϊόντα των νέων εποίκων που επέστρεψαν στη φύση καταλήγουν στα ράφια των καταστημάτων του Βερολίνου και του Μονάχου, όπου αγοράζονται από ανυποψίαστους κοσμοπολίτες καταναλωτές που αγνοούν την τοξική ιδεολογία των παραγωγών τους.

Ξαναγυρίζω σελίδα: "Το γέλιο απελευθερώνει, ακόμη και τους ερωτευμένους". Η συντάκτρια, Ilaria Gaspari, (άγνωστή μου) νεαρή συγγραφέας, με πτυχίο φιλοσοφικής από τη φημισμένη Normale της Pisa, αντιπαραθέτει στον "Ρωμαίο και Ιουλιέττα" του Βάρδου το "Much ado about nothing" του ιδίου, όπου - αντί για τραγικούς έρωτες, αυτοκτονίες και άλλες συμφορές - ο μισογύνης Benedick και η πνευματώδης Beatrice πειράζονται, καυγαδίζουν, εκνευρίζουν ο ένας τον άλλο, προτού τελικά αγαπηθούν. Η Gaspari (προβλέψιμα) εξαίρει την αξία του γέλιου στον έρωτα, και (απρόσμενα) προσθέτει μερικές σοφές γραμμές: η ζωή συχνά μας κάνει να υποφέρουμε, και κάθε νίκη του χιούμορ είναι αναγκαστικά προσωρινή - αλλά μας βοηθά να γίνουμε λίγο πιο ελεύθεροι, λίγο λιγότερο δούλοι των παθών μας. Καταλήγει με τον Βοκκάκιο, που στο "Δεκαήμερο" έγραψε σελίδες φαρσοκωμωδίας για να παρωδήσει τα υποκριτικά ήθη της εποχής, αλλά στην ιστορία του Gian di Procida πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Ο νεαρός συλλαμβάνεται να ερωτοτροπεί με τη μέλλουσα σύζυγο του βασιλιά. Ο τελευταίος δίνει εντολή να εκτελεστούν και οι δύο, αφού πρώτα διαπομπευθούν στην πλατεία της πόλης. Οι δύο εραστές, αλυσοδεμένοι, προσπαθούν μάταια να καλύψουν τη γύμνια τους. Αλλά ο όχλος που έχει συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει την εκτέλεση και να εξευτελίσει τους καταδικασμένους, χάνει κάθε όρεξη για κοροϊδίες όταν αντικρίζει τους δύο εραστές, "γυμνούς, όμορφους, και αθώους": σιωπά γεμάτο σεβασμό, και απαιτεί από τον βασιλιά να τους δώσει χάρη. Εκείνος συμμορφώνεται.

Ξαναγυρίζω σελίδα (είμαστε ακόμη στις πρώτες σελίδες της Lettura): O Loris Zanatta, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Bologna, ειδικός στα πολιτικά συστήματα της Λατινικής Αμερικής, ειρωνεύεται τον Noam Chomsky (ο οποίος κάθεται και σε μένα στο στομάχι) που στο νέο του βιβλίο δηλώνει απογοητευμένος από τον Μαδούρο και τους Κίρχνερ. Μήπως κατά τύχη αισθάνεται την ανάγκη να κάνει αυτοκριτική για τους ενθουσιώδεις επαίνους του μόλις πριν λίγα χρόνια; "Όχι βέβαια! Τι φταίει εκείνος που πίστεψε σε αυτούς; Αυτοί φταίνε που αποδείχθηκαν διεφθαρμένοι" γράφει ο Zanatta - και συνεχίζει: "Δεν ξέρω αν νιώθω πιο πολύ θυμό ή οίκτο για τους Αγγλοσάξονες ριζοσπάστες τύπου Chomsky, Michael Moore, Oliver Stone, Ken Loach κ.ά., αφελή εξαπτέρυγα του κάθε Fidel Castro, Rafael Correa, Hugo Chavez: είναι προφανές ότι δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε." Με αφορμή την ιταλική έκδοση του τελευταίου βιβλίου του (90χρονου) Chomsky, o Zanatta γράφει ένα μικρό δοκίμιο για την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική της Λατινικής Αμερικής. Το πρόβλημα της τελευταίας δεν είναι ο καπιταλισμός, που πουθενά αλλού δεν έχει τόσους εχθρούς ("εθνικιστές, σοσιαλιστές, καθολικούς, τριτοκοσμικούς"), αλλά η επικράτηση μιας κουλτούρας αυταρχικής, κρατιστικής και κορπορατιβιστικής, με ρίζες στην ισπανική αποικιοκρατία. Στη Λατινική Αμερική οι περισσότεροι επιχειρηματίες "δεν ζητούν ανταγωνισμό αλλά προστασία, δεν θέλουν κανόνες αλλά προνόμια, δεν αναζητούν αγορές αλλά εργολαβίες". "Αξιοκρατία, διαφάνεια, νομιμότητα; Κενές λέξεις." (Θα μπορούσε να μιλάει για την Ελλάδα.) Καταλήγει με μια πιο αισιόδοξη νότα, χαιρετίζοντας την πρόσφατη εμφάνιση νέων μεσοαστικών στρωμάτων με υγιέστερες αξίες. "Ποιος ξέρει αν πρόκειται για φαινόμενα επιφανειακά ή βαθύτερα, παροδικά ή μονιμότερα. Λίγο το ένα και λίγο το άλλο, υποθέτω. Όμως ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο αντικαπιταλισμός του Chomsky χαρίζει μια επίστρωση αξιοπιστίας στους χειρότερους κληρονόμους της αποικιοκρατικής παράδοσης. Τίποτε σήμερα δεν είναι προοδευτικότερο από την επιδίωξη ενός υγιούς καπιταλισμού στη Λατινική Αμερική."