10 Νοεμβρίου 2022

Η ελληνική οικονομία χρειάζεται μια αναπτυξιακή κοινωνική πολιτική












Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2022). Το άρθρο βασίζεται στην ομιλία μου στο συνέδριο του Κύκλου Ιδεών (3-4 Οκτωβρίου 2022).

Το κοινωνικό κράτος βλάπτει την οικονομία; Μερικές φορές ναι: Η συνταξιοδοτική πολιτική μέχρι το 2010 έστειλε στην αποστρατεία εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες (και ιδίως Ελληνίδες) παραγωγικής ακόμη ηλικίας και συνέβαλε καθοριστικά στην χρεωκοπία της χώρας. Εξίσου βλαπτική για την οικονομία, και χωρίς κοινωνικό αντίκρυσμα, υπήρξε η σπατάλη και η κακοδιαχείριση στο σύστημα υγείας. Ή η χαριστική χορήγηση αναπηρικών συντάξεων.

Άρα, ωφελεί την οικονομία ένα μικρότερο κοινωνικό κράτος; Η διεθνής εμπειρία δείχνει πως όχι. Ανάμεσα στις δυναμικότερες οικονομίες του κόσμου φιγουράρουν χώρες με υψηλή φορολογία και ρωμαλέο σύστημα κοινωνικής προστασίας. Και αντιστρόφως: στις φτωχότερες χώρες του κόσμου η φορολογία είναι χαμηλή και η κοινωνική προστασία υποτυπώδης.

Η χώρα μας φτώχυνε πολύ την περασμένη δεκαετία, και η κοινωνική δαπάνη συρρικνώθηκε. Αυτό που χρειαζόμαστε τώρα δεν είναι ούτε μειώσεις φόρων, ούτε μέτρα αναστήλωσης του κοινωνικού κράτους που μας οδήγησε στη χρεωκοπία (όπως γίνεται με την ακύρωση των περικοπών συντάξεων των Μνημονίων). Αυτό που χρειάζεται η ελληνική οικονομία είναι μια αναπτυξιακή κοινωνική πολιτική.

Μερικά παραδείγματα:

Ένα καλοσχεδιασμένο επίδομα ανεργίας βοηθά τη σωστή αντιστοίχιση ανέργων και κενών θέσεων ανεργίας. (Ο Χριστόφορος Πισσαρίδης κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ για τη δουλειά του στο πρόβλημα των «τριβών αντιστοίχισης».) Όμως στη χώρα μας η συντριπτική πλειοψηφία των ανέργων δεν δικαιούται κανένα επίδομα.

Η δημιουργία ενός δικτύου δωρεάν βρεφονηπιακών σταθμών για όλα τα παιδιά προσχολικής ηλικίας σε δωρεάν βρεφονηπιακούς σταθμούς είναι η καλύτερη επένδυση που υπάρχει. (Ο James Heckman, κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ, υπολόγισε ότι η ετήσια απόδοση της δημόσιας δαπάνης, εάν συνυπολογιστούν όλα τα μελλοντικά οφέλη, είναι της τάξης του 13%.) Όμως στη χώρα μας το ποσοστό κάλυψης των βρεφονηπιακών σταθμών είναι πολύ κάτω του ευρωπαϊκού μέσου όρου.

Η αναβάθμιση του αναπτυξιακού μοντέλου της ελληνικής οικονομίας είναι απλώς ανέφικτη χωρίς αναβάθμιση των δεξιοτήτων των εργαζομένων και των ανέργων - και των επιχειρηματιών! Όμως η χώρα μας σημειώνει τραγικές επιδόσεις: σύμφωνα με την τελευταία έρευνα PIAAC του ΟΟΣΑ, στην Ελλάδα το 18,6% των αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ηλικίας 20-34 ετών είναι λειτουργικά αναλφάβητοι («στερούνται βασικών δεξιοτήτων κατανόησης κειμένου, αριθμητικής, και επίλυσης προβλημάτων»).

Η επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο (με προσχολική αγωγή για όλα τα πιτσιρίκια, σχολικά γεύματα για όλους τους μαθητές, καλή περίθαλψη για όλους τους πολίτες, διά βίου μάθηση για όλους τους εργαζόμενους, ανέργους και επιχειρηματίες) είναι το κλειδί για την επιτάχυνση της βιώσιμης ανάπτυξης.

26 Σεπτεμβρίου 2022

Η «διάβρωση της μεσαίας τάξης» πίσω από το εκλογικό αποτέλεσμα στην Ιταλία;











Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2022).

Η νίκη της Δεξιάς στις χθεσινές εκλογές στην Ιταλία είχε προαναγγελθεί τόσο καθαρά από τις δημοσκοπήσεις (και τον «σφυγμό» της κοινής γνώμης) που η επόμενη μέρα προδιαγράφεται το ίδιο υποτονική όπως όλες οι προηγούμενες.

Σημάδι της υποτονικότητας το ρεκόρ αποχής: 36% όσων είχαν δικαίωμα ψήφου έμειναν στο σπίτι τους, έναντι 27% το 2018.

Όπως αναμενόταν, ο συνασπισμός της Κεντροδεξιάς επικράτησε καθαρά (43,9%) έναντι εκείνου της Κεντροαριστεράς (26,5%), χωρίς πάντως να κερδίζει τα δύο τρίτα των εδρών που θα του επέτρεπαν να αλλάξει το Σύνταγμα, όπως τουλάχιστον φαίνεται μέχρι στιγμής.

Όπως μεταδίδουν τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, οι πρώτοι που συνεχάρησαν τους νικητές ήταν οι πρωθυπουργοί της Πολωνίας και της Ουγγαρίας.

Σε επίπεδο κομμάτων, οι πρώην νεοφασίστες της Τζόρτζια Μελόνι (26,3%) άφησαν σε απόσταση το Δημοκρατικό Κόμμα του Ενρίκο Λέττα (19,3%). Στο εσωτερικό της Κεντροδεξιάς, η λεπενική (και φιλοπουτινική) Λέγκα του Ματτέο Σαλβίνι καταποντίστηκε (8,9%), η Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι συγκράτησε τον κύριο όγκο των δυνάμεών της (8,0%). Εκτός των δύο συνασπισμών, το Κίνημα Πέντε Αστέρων υπό την ηγεσία του πρώην πρωθυπουργού Τζουζέπε Κόντε ξεπέρασε τις προσδοκίες (15%), ενώ το κεντρώο σχήμα των Κάρλο Καλέντα και Ματτέο Ρέντσι που φιλοδοξούσε να αναδειχθεί σε Τρίτο Πόλο έμεινε τέταρτο (7,8%).

Στις μονοεδρικές περιφέρειες (λίγο πάνω από το ένα τρίτο όλων των εδρών), ο χάρτης βάφτηκε μπλε, με λίγες κόκκινες νησίδες στην Εμίλια-Ρομάνια και στην Τοσκάνη, και ακόμη πιο λίγες κίτρινες (Κ5Α) στην Απουλία και στην Καμπανία.

Στις μικρότερες εκλογικές περιφέρειες, όπου βουλευτές και γερουσιαστές εκλέγονται με απλή αναλογική (εάν το κόμμα τους περάσει το 3%), η εκλογική γεωγραφία παρουσιάζει ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στο κοσμοπολίτικο και δυναμικό Μιλάνο, η Κεντροδεξιά (34%) ηττήθηκε από την Κεντροαριστερά (38%), ενώ οι Καλέντα-Ρέντσι διπλασίασαν το εθνικό ποσοστό τους (16%). Αντίθετα, 770 χιλιόμετρα νοτιότερα, στη Νάπολι, όπου οι βασικοί εργοδότες είναι το Δημόσιο και η Καμόρρα, η Κεντροδεξιά έμεινε στο 21% και η Κεντροαριστερά στο 24%, ενώ το Κίνημα Πέντε Αστέρων θριάμβευσε (43%). Το μυστικό της δημοτικότητας του Κόντε, τον οποίο οι Ναπολιτάνοι υποδέχθηκαν περίπου σαν να ήταν ο μικρός αδελφός του Μαραντόνα, είναι το λαοφιλές «Εισόδημα του Πολίτη», που δίνει μέχρι 780 ευρώ το μήνα σε όσους δεν διαθέτουν (δηλωμένα) εισοδήματα. Ο σοφός Μάριο Ντράγκι είχε αναγνωρίσει ότι το «Εισόδημα του Πολίτη» συνιστούσε βήμα εξευρωπαϊσμού της ιταλικής πολιτικής κατά της φτώχειας, επέμενε όμως ότι έχρηζε επείγοντος ανασχεδιασμού. Μια τέτοια διάκριση παραείναι λεπτή για την Κεντροδεξιά, που έχει υποσχεθεί ότι θα το καταργήσει.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Federico Fubini, οικονομικού συντάκτη της Corriere della sera, το εκλογικό αποτέλεσμα αντανακλά την παρακμή της μεσαίας τάξης σε μια στάσιμη οικονομία. Η ποσοτική χαλάρωση της ΕΚΤ τόνωσε την αξία των περιουσιακών στοιχείων, και κατά συνέπεια τα εισοδήματα όσων διαθέτουν περιουσία, κινητή και ακίνητη. Στην άλλη άκρη της εισοδηματικής κατανομής, το «Εισόδημα του Πολίτη» βελτίωσε τη θέση των φτωχών. Οι υπόλοιποι έμειναν πίσω. Η παρακμή της μεσαίας τάξης συμπαρέσυρε το Κέντρο, η κοινωνική πόλωση ενίσχυσε την εκλογική.

Τι θα γίνει τώρα; Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλλα θα δώσει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στη 45χρονη Τζόρτζια Μελόνι, που όταν γίνει πρωθυπουργός θα είναι η πρώτη γυναίκα στην ιστορία της χώρας. (Στο νεαρόν της ηλικίας την είχε ξεπεράσει ο Ματτέο Ρέντσι, ο οποίος το 2014 ήταν 39 ετών.)

Κατά τα άλλα, αντίθετα με ό,τι είχε συμβεί το 2018, όταν κυβέρνηση είχαν σχηματίσει η Λέγκα και το Κίνημα Πέντε Αστέρων, και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σέρτζιο Ματαρέλλα είχε αναγκαστεί να βάλει βέτο στην επιλογή για τη θέση του υπουργού οικονομικών ενός οπαδού της εξόδου της Ιταλίας από το ευρώ, οι αγορές έχουν προεξοφλήσει τις εξελίξεις: το περιθώριο κινδύνου (spread) στα ιταλικά ομόλογα έχει ήδη αυξηθεί, και δεν προβλέπεται να αυξηθεί άλλο βραχυπρόθεσμα. Σε λίγους μήνες όμως, όταν η ΕΚΤ αρχίσει να εκχωρεί ομόλογα, το δυσθεώρητο χρέος της Ιταλίας (2 τρις 770 δις ευρώ, περίπου 15 φορές το ΑΕΠ της Ελλάδας) θα ξαναμπεί στο μικροσκόπιο των αγορών, που ως γνωστόν έχουν την τάση να υπεραντιδρούν σε ο,τιδήποτε εκλαμβάνουν ως απειλή στη δανειοληπτική ικανότητα των κυβερνήσεων. Η συνέχεια αναμένεται με ενδιαφέρον.

25 Σεπτεμβρίου 2022

Η Ιταλία μπροστά στις κάλπες










Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου 2022).

Όταν την περασμένη Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου τέθηκε σε ψηφοφορία στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο η έκθεση της ειδικής επιτροπής για την κατάσταση στην Ουγγαρία – η οποία κατέληγε ότι αυτή η χώρα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δημοκρατική, και για αυτό η χρηματοδότησή της από το Ταμείο Ανάκαμψης θα πρέπει να ανασταλεί έως ότου αποκατασταθεί το κράτος δικαίου στο εσωτερικό της – εγκρίθηκε πανηγυρικά: 433 ευρωβουλευτές ψήφισαν υπέρ, 123 κατά, ενώ 28 απείχαν. Όμως τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της ιταλικής Δεξιάς, που αναμένεται να κερδίσει τις εκλογές της Κυριακής 25 Σεπτεμβρίου, οι πρώην νεοφασίστες της Τζόρτζια Μελόνι, και η λεπενική Λέγκα του Ματτέο Σαλβίνι, ψήφισαν κατά.

Θα μπορούσε κανείς να πει ότι πρόκειται για στάση αρχής: η απροκάλυπτη δυσανεξία απέναντι στα συνταγματικά αντίβαρα (ανεξάρτητος Τύπος, ανεξάρτητη δικαιοσύνη), η επιθετική ξενοφοβία, η υστερική υπεράσπιση της «φυσικής οικογένειας» διά της αποκατάστασης των διακρίσεων κατά των γυναικών και κατά των ομοφυλοφίλων, καθώς και η περιφρόνηση των ευρωπαϊκών θεσμών (όχι όμως των ευρωπαϊκών κονδυλίων), δηλ. όσα χαρακτηρίζουν την «ανελεύθερη δημοκρατία» του Βίκτωρ Όρμπαν, απηχούν επίσης τις πιο μύχιες επιθυμίες της ιταλικής – και όχι μόνο - Δεξιάς.

Πώς βρέθηκαν όλοι αυτοί στα πρόθυρα της εξουσίας σε μια χώρα που, μετά την καταστροφική εικοσαετία του μουσολινικού καθεστώτος, έγραψε τον αντιφασισμό στο σύνταγμά της; Καλή ερώτηση. Η απάντηση θα πρέπει μάλλον να αναζητηθεί στη σταδιακή φθορά των δημοκρατικών θεσμών από την κομματοκρατία, το οργανωμένο έγκλημα, την μαύρη και κόκκινη τρομοκρατία, τη διάβρωση του κράτους - και κυρίως από την πρωτοφανή στασιμότητα της ιταλικής οικονομίας εδώ και 30 σχεδόν χρόνια, που έχει εμπεδώσει μια αίσθηση παρακμής και στενών οριζόντων.

Μέσα σε ένα γενικευμένο κλίμα ανυποληψίας και χαμηλής εμπιστοσύνης, σημαντική μερίδα του εκλογικού σώματος αδιαφορεί, ή είναι έτοιμο να δοκιμάσει κάποιον «νέο και άφθαρτο» πολιτικό - Μπερλουσκόνι (43% στις εθνικές εκλογές του 1994), και πιο πρόσφατα: Ρέντσι (41% στις ευρωεκλογές του 2014), Γκρίλλο (32% στις εθνικές εκλογές του 2018), Σαλβίνι (34% στις ευρωεκλογές του 2019) – και αμέσως μετά να απογοητευθεί από αυτόν και να του γυρίσει την πλάτη. (Στις εκλογές της Κυριακής, οι παραπάνω τέσσερις αναμένεται να κινηθούν στο 10% ή και παρακάτω.)

Θα τα καταφέρει καλύτερα η Μελόνι; Όχι, εκτός και εάν πιστεύετε ότι οι εθνικοποιήσεις (π.χ. της Αλιτάλια), ο «ναυτικός αποκλεισμός» (που θα κρατήσει μακριά τους πρόσφυγες), η επιβολή έκτακτης φορολογίας στις ξένες επιχειρήσεις (!), και η επαναδιαπραγμάτευση του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (191,5 δις ευρώ, περίπου όσο το ΑΕΠ της Ελλάδας) θα βάλουν την ιταλική οικονομία σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης. 

Στην πόλη όπου ζω, στο κοσμοπολίτικο και δυναμικό Μιλάνο, όπου ο πρώτος κινέζος μετανάστης άρχισε να πουλάει μεταξωτές γραβάτες στους φιλοπερίεργους αστούς με ρεντιγκότα και ημίψηλο καπέλο στην Πλατεία Ντουόμο στις αρχές του Εικοστού Αιώνα, όπου το 18% του πληθυσμού είναι ξένοι (ανάμεσά τους οι περισσότεροι φοιτητές μου), και όπου η εξωστρέφεια είναι το μυστικό της οικονομικής επιτυχίας, οι μουχλιασμένες συνταγές της Δεξιάς αντιμετωπίζονται με θυμηδία. Για αυτό άλλωστε, οι εύποροι αστοί της πόλης σνομπάρουν τον άξεστο Σαλβίνι, και πιθανότατα και τη Μελόνι, και είναι έτοιμοι να στραφούν προς το κεντρώο σχήμα των Κάρλο Καλέντα και Ματτέο Ρέντσι, καθώς και στο Δημοκρατικό Κόμμα του Ενρίκο Λέττα (οι οποίοι βέβαια απέτυχαν να συνεργαστούν μεταξύ τους, σε άλλη μια θεαματική επίδειξη έλλειψης ενστίκτου αυτοσυντήρησης). Αντίθετα, οι λιγότερο μορφωμένοι (και φτωχότεροι) μικροαστοί και εργάτες θα εμπιστευθούν τη Δεξιά.

Αυτή δεν είναι η νέα πολιτική γεωγραφία της Δύσης; Νέα Υόρκη εναντίον Μεσοδυτικών Πολιτειών, Παρίσι εναντίον «Βαθιάς Γαλλίας», Μιλάνο εναντίον επαρχιακής Ιταλίας. Το χωριό περικυκλώνει την πόλη.

Αυτό είναι και το δράμα των οπαδών της ανοιχτής κοινωνίας. Εάν οι προοδευτικές και φιλελεύθερες πολιτικές δυνάμεις δεν καταφέρουν να εκπροσωπήσουν όσους μένουν πίσω - να τους υποστηρίξουν ώστε να μπορέσουν και αυτοί να γευθούν τους καρπούς της οικονομικής επιτυχίας, και να προστατεύσουν όσους δεν μπορούν να παρακολουθήσουν τις αλλαγές –, ας ετοιμαστούν να υποστούν τις συνέπειες. Και μαζί τους και εμείς.

22 Σεπτεμβρίου 2022

Ενότητα και εξιλέωση

Δημοσιεύθηκε ως ανάρτηση στο fb (Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2022).

Ευχαριστώ τον Νίκο Μπίστη για την αναφορά του στο άρθρο μου, και στη συζήτησή μας στο περιθώριο της παρουσίασης του ωραίου βιβλίου του Γιάννη Μπαλαμπανίδη "Οι ιδέες της προόδου και της συντήρησης: Δοκίμιο για την πολιτική σε ρευστούς καιρούς" (εκδόσεις Πόλις).

Είναι ενδιαφέρουσα η αναφορά του Νίκου Μπίστη στη "λήθη", που φυσικά θυμίζει το σύνθημα του Κέντρου (κυρίως) την πρώτη μετεμφυλιακή περίοδο.

Η χώρα μας βίωσε μια βαθιά διαίρεση την προηγούμενη δεκαετία, και τώρα προσπαθεί να γιατρέψει τις πληγές της. Για να συμβεί αυτό, η πρώτη προϋπόθεση είναι να πέσουν οι τόνοι. (Ας είναι αυτή η ανταλλαγή απόψεων, και ελπίζω και τα σχόλια όσων μπουν στον κόπο να σχολιάσουν, μια συμβολή σε αυτό.)

Η δεύτερη προϋπόθεση είναι η ειλικρινής αυτοκριτική όλων των πλευρών. Φοβάμαι ότι αυτό, όπως σημείωσε και ο Παντελής Καψής στη δική του ανάρτηση, σημαίνει πριν από κάθε τι άλλο, αυτοκριτική του ΣΥΡΙΖΑ, αφού η διχαστική ρητορική, η απαξίωση του αντιπάλου, τα "Ή εμείς ή αυτοί", από αυτό το κόμμα προήλθαν.

Δεν εκπροσωπώ παρά μόνο τον εαυτό μου - και αυτόν όχι πάντα, όπως θα έλεγε ο Μαρξ (Γκράουτσο) - αλλά για μένα το ζητούμενο δεν είναι η ευκαιριακή ενότητα της αριστεράς και της κεντροαριστεράς εν όψει των εκλογών ή και μετά. Στην ισπανική Δεύτερη Δημοκρατία (1931-1936), η ενότητα αυτή ήταν ευρύτατη: από τους αναρχικούς έως τους ρεπουμπλικάνους, συστρατεύθηκαν όλοι στο Λαϊκό Μέτωπο - όμως η χώρα βυθίστηκε στο μίσος, και τελικά οδηγήθηκε σε εμφύλιο πόλεμο.

Συνεπώς, το ζητούμενο (πάντα για μένα) είναι πώς θα αποκατασταθεί ένα κλίμα συνεννόησης των πολιτικών δυνάμεων, για τα πολλά που έμειναν άλυτα μετά την κρίση, και για τα δύσκολα που έρχονται. Και κάτι τέτοιο μου φαίνεται δύσκολο χωρίς την "εξιλέωση" του ΣΥΡΙΖΑ. (Και, στη συνέχεια, χωρίς την απομόνωση των ακραίων φωνών στη ΝΔ.)

Είμαι βέβαιος ότι οι σκεπτόμενοι άνθρωποι στο χώρο αυτό (και στους άλλους χώρους) καταλαβαίνουν τι εννοώ.

17 Σεπτεμβρίου 2022

Η ιταλική Δεξιά ετοιμάζεται να κυβερνήσει


















Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022).

Εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, ο δεξιός συνασπισμός των πρώην νεοφασιστών της Giorgia Meloni, της λεπενικής Λέγκας του Matteo Salvini, και του παρηκμασμένου «Φόρτσα Ιτάλια» του Silvio Berlusconi, θα κερδίσει τις εκλογές της Κυριακής 25 Σεπτεμβρίου στην Ιταλία.

Όλα δείχνουν ότι η νίκη της ιταλικής Δεξιάς θα είναι καθαρή. Οι πολιτικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο «bandwagon effect» για να περιγράψουν τη στοίχιση των αναποφάσιστων (ή των αδιάφορων, ή των απληροφόρητων) πίσω από το άρμα εκείνου που παίρνει αέρα νίκης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτό ενισχύεται από την πελατειακή συναλλαγή: ομάδες συμφερόντων, στη νόμιμη οικονομία ή και όχι, στο Νότο αλλά όχι μόνο, προσφέρουν στον διαφαινόμενο νικητή τα πακέτα ψήφων που διατείνονται ότι ελέγχουν, με αντάλλαγμα κάποια χαριστική σύμβαση ή ευνοϊκή ρύθμιση μετά τις εκλογές.

Το προβάδισμα της Δεξιάς οριστικοποιήθηκε στις αρχές Αυγούστου, όταν η συμφωνία του Enrico Letta, ηγέτη του Δημοκρατικού Κόμματος, και του Carlo Calenda, επικεφαλής ενός κεντρώου σχηματισμού, να συνεργαστούν στις μονοεδρικές περιφέρειες, κατέρρευσε μετά την ξαφνική αποχώρηση του τελευταίου. Είχε προηγηθεί η άρνηση του Letta να συνεργαστεί με τον Matteo Renzi, πρώην ηγέτη του Δημοκρατικού Κόμματος, και νυν επικεφαλής άλλου κεντρώου κόμματος, επειδή το 2014 ο δεύτερος είχε ανατρέψει τον πρώτο για να γίνει πρωθυπουργός στη θέση του. Επιβεβαιώθηκε ένα φαινόμενο που επαναλαμβάνεται υπερβολικά συχνά σε διάφορες χώρες για να είναι τυχαίο: στα δεξιά του πολιτικού φάσματος ακόμη και οι βαρύτερες προσβολές παραμερίζονται προκειμένου οι πρώην αντίδικοι να συνεργαστούν προς το κοινό τους συμφέρον (την κατάληψη της εξουσίας), ενώ αντίθετα στα αριστερά οι πολιτικές στρατηγικές επικαθορίζονται από προσωπικές αντιπάθειες.

Βρισκόμαστε λοιπόν στα πρόθυρα της φασιστικής παλινόρθωσης; Όχι ακριβώς – παρά την ανατριχιαστική σύμπτωση της συμπλήρωσης ενός αιώνα από την Πορεία στη Ρώμη και άνοδο του Mussolini στην εξουσία (28 Οκτωβρίου 1922). Η Meloni (που προαλείφεται για πρωθυπουργός) και το κόμμα της (που σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις προηγείται με 25%) δεν είναι φασίστες, δεν ετοιμάζονται να βάλουν λουκέτο στο Κοινοβούλιο, ούτε να στείλουν τους αντιφρονούντες στα ξερονήσια. Δεν θα κάνουν χωριστή συμφωνία αγοράς αερίου από τη Ρωσία, παρότι ο Πούτιν είναι παλιός φίλος του Berlusconi (και έχει φιλοξενηθεί επανειλημμένως στη βίλα του στη Σαρδηνία), ενώ ο Salvini είναι φανατικός οπαδός του Ρώσου δικτάτορα (και μεγάλου χορηγού τη Λέγκας, σύμφωνα με αρκετές ενδείξεις). Δεν θα βγάλουν καν την Ιταλία από την ΕΕ, αντίθετα θα καταπιούν γρήγορα τις ανοησίες περί «ανάγκης αποκατάστασης της πρωτοκαθεδρίας των εθνικών έναντι των κοινοτικών κανόνων δικαίου» στις οποίες δείχνουν να πιστεύουν, τουλάχιστον μέχρι το 2026 που θα εισπραχθεί το τελευταίο από τα 191,5 δις ευρώ που αναλογούν στην Ιταλία από επιχορηγήσεις και δάνεια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Με τι θα ασχοληθεί λοιπόν μια πιθανή κυβέρνηση Meloni; Βραχυπρόθεσμα, με αυτά που αρέσουν στους απανταχού δεξιούς: επαναπροωθήσεις γυναικοπαίδων, διακρίσεις κατά μεταναστών, περιορισμούς στην πρόσβαση των γυναικών σε αντισύλληψη και εκτρώσεις, άρνηση αναγνώρισης αστικών δικαιωμάτων σε ζευγάρια ομοφυλοφίλων. Μεσοπρόθεσμα, με την πολιτειακή αλλαγή, από την Προεδρευομένη στην Προεδρική Δημοκρατία, ώστε να εκλέγεται απευθείας ο ισχυρός ανήρ (ή η ισχυρά γυνή), έτσι ώστε να κυβερνά με πυγμή, χωρίς τις περιττές δεσμεύσεις των ασφαλιστικών δικλείδων και των θεσμικών αντίβαρων του κοινοβουλευτισμού. Το μέλλον θα έχει ενδιαφέρον – και πολλή ξηρασία.

1 Σεπτεμβρίου 2022

«Εξοδόχαρτο»

Δημοσιεύθηκε ως πρόλογος στο βιβλίο του Βαγγέλη Σιαφάκα «Εξοδόχαρτο / Μοναστηράκι» (εκδόσεις «Πόλις», Σεπτέμβριος 2022).

Τα κείμενα που απαρτίζουν το «Εξοδόχαρτο» του Βαγγέλη Σιαφάκα είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση στον κύκλο των αναγνωστών του από την αρχή, όταν τα δημοσίευε ένα-ένα στο fb, τους μήνες του εγκλεισμού, από τα μέσα του 2020 έως τα μέσα του 2021. Υπήρξα ένας από εκείνους που τον ενθάρρυναν να τα δημοσιεύσει σε βιβλίο. Με μοναδικό προσόν αυτό, βρέθηκα να το προλογίζω.

Ο λόγος που είχα σκεφτεί ότι αυτά τα κείμενα πρέπει να κυκλοφορήσουν σε βιβλίο δεν είναι (τόσο) ότι για τους ανθρώπους μιας κάποιας ηλικίας ο τυπωμένος λόγος έχει πάντοτε μεγαλύτερη αξία από τα έπεα πτερόεντα του ψηφιακού. Είναι ότι μου είχαν φανεί «μικρά κοσμήματα», πρωτότυπα και απολαυστικά, με πρώτες ύλες μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων (τον έρωτα και το θάνατο, την πολιτική και το ποδόσφαιρο, την πόλη και το χωριό, το ευτελές και το πολύτιμο της ανθρώπινης κωμωδίας), με αναγνωρίσιμους ήρωες που μένουν μαζί μας αφού έχουν αποχωρήσει από τη σκηνή, και με ενοποιητική ουσία τη μοναδική φωνή του αφηγητή-συγγραφέα, αυτοσαρκαστική και επιεική, κυνική και τρυφερή. Έχοντας μόλις ξαναδιαβάσει ολόκληρη τη συλλογή, αισθάνομαι ότι όσοι γοητεύτηκαν από αυτά τα κείμενα και προέτρεψαν τον συγγραφέα να τα τυπώσει δικαιώνονται διπλά: αφενός η γοητεία τους αντέχει στο χρόνο, αφετέρου το σύνολο έχει μεγαλύτερη αξία από το άθροισμα των μερών.

Ας ξεκινήσουμε από τη μορφή. Το «Εξοδόχαρτο», χωρίς να το επιδιώκει, διαφημίζει τα θέλγητρα της βραχείας φόρμας. «Χωρίς να το επιδιώκει», επειδή εύκολα μπορεί κανείς να υποθέσει ότι το μέγεθος των κειμένων (500 περίπου λέξεις το καθένα) δεν υπαγορεύθηκε από προγραμματικές φιλοδοξίες, τις οποίες ο ίδιος ο συγγραφέας μάλλον θα απέρριπτε ειρωνικά, αλλά κυρίως από το ένστικτο του παλιού δημοσιογράφου, παρότι το μέσο στο οποίο πρωτοεμφανίστηκαν (fb) καλλιεργεί πολύ λιγότερο την αυτοπειθαρχία από ό,τι η εφημερίδα ή το δελτίο ειδήσεων. Όπως και να έχει, ανεξαρτήτως προθέσεων, τη σπουδαία και κάπως παραγνωρισμένη παράδοση των «μικροδιηγημάτων» ακολουθεί το «Εξοδόχαρτο», παράδοση στην οποία διέπρεψαν ο Μπόρχες και άλλοι Λατινοαμερικάνοι συγγραφείς. Πόσο βραχεία μπορεί να είναι αυτή η φόρμα το έδειξε ο Αουγκούστο Μοντερόσο με τον περίφημο «Δεινόσαυρο», ένα μικροδιήγημα επτά μόλις λέξεων: «Όταν ξύπνησε, ο δεινόσαυρος ήταν ακόμη εκεί». Μεταξύ των θαυμαστών του ήταν και ο Ίταλο Καλβίνο, που γνώριζε καλά την ισπανόφωνη λογοτεχνία, και είχε έφεση στα λογοτεχνικά πειράματα (όπως άλλωστε δείχνει η δραστηριοποίησή του στο OuLiPo, το «Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας», μαζί με τον Ρεϊμόν Κενώ και άλλους). Τόσο πολύ θαύμαζε τον Μοντερόσο ο Καλβίνο που για να τον τιμήσει αφιέρωσε στο ίδιο θέμα ένα από τα κεφάλαια των «Κοσμοκωμικών» του («Οι δεινόσαυροι»).

Εάν όμως η μορφή «ιντριγκάρει» τον αναγνώστη, αυτό που τον συναρπάζει είναι το περιεχόμενο. Στην ταινία «Μπάρτον Φινκ» των αδελφών Κοέν, ο ομώνυμος ήρωας (τον υποδύεται ο Τζον Τορτούρο), συγγραφέας το επάγγελμα, άσημος ακόμη, συναντιέται με τον νέο του εργοδότη, έναν κινηματογραφικό παραγωγό, που τον υποδέχεται δίπλα στην πισίνα, λέγοντάς του: «Ένα μόνο πράγμα μας ενδιαφέρει, Μπαρτ. Μπορείς να πεις μια ιστορία; Μπορείς να μας κάνεις να γελάσουμε; Μπορείς να μας κάνεις να κλάψουμε;» Το «Εξοδόχαρτο» δείχνει ότι ο Βαγγέλης Σιαφάκας ξέρει να κάνει και τα τρία. Είναι fabulator: έμαθε να λέει ιστορίες με τον τρόπο του τεχνίτη, όπως οι «πετράδες» της Ηπείρου (και της Αλβανίας) έμαθαν να σμιλεύουν την πέτρα και οι ιστορίες που λέει είναι αστείες και συγκινητικές, διασκεδαστικές και σπαραχτικές, εναλλάξ και ταυτοχρόνως. Ο αναγνώστης του «Απαγορευμένο σεξ στον ΡΗΓΑ ΦΕΡΑΙΟ», ή του «Ετοιμάζω ταξίδι μοναχά για πάρτη μου», ή του «Δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες: με ταράζουν» διατρέχει τον κίνδυνο να αρχίσει ξαφνικά να γελάει φωναχτά, κάνοντας τους γύρω του να στραφούν προς το μέρος του απορημένοι. Και όταν φτάσει να διαβάζει το «Μη φοβηθείς», ή το «Το τελευταίο όνειρο», ή το «Εξοδόχαρτο» (που δίνει το όνομα στη συλλογή), πάλι θα πρέπει να προσέχει αν βρίσκεται σε δημόσιο χώρο εκτός αν φοράει γυαλιά ηλίου, ή έχει πρόχειρα χαρτομάντηλα. Όσο για «Το κλάμα του πατέρα», ή για το «Κατηγορώ» (με το οποίο κλείνει η συλλογή), αφήνουν τον αναγνώστη άναυδο, συγκλονισμένο, σαν να έχει γίνει μόλις μάρτυρας ενός οδυνηρού τραύματος, που ο συγγραφέας δεν έχει διστάσει να αποκαλύψει, και που έχει καταφέρει να μιλήσει για αυτό με μαστοριά, διαύγεια και εντιμότητα, χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν (αρχίζοντας από τον εαυτό του), μετατρέποντας έτσι με τρόπο σχεδόν αλχημικό κάτι προσωπικό σε κάτι άλλο οικουμενικό. Αυτή δεν είναι η μαγεία της μεγάλης λογοτεχνίας;

Όλα αυτά και πολλά ακόμη με την αμίμητη αφηγηματική φωνή του συγγραφέα, η οποία είναι ανευλαβής (με την έννοια ότι δεν έχει ιερό και όσιο), αμείλικτα αυτοσαρκαστική, δυσανεκτική ως προς τα πολλά «δήθεν» του κόσμου γύρω μας, επιεικής με τους χαρακτήρες που επινοεί, φιγούρες της διπλανής πόρτας, παρά την ευτέλειά τους (ή μήπως εξαιτίας της;), με μια λέξη: μοναδική. Μια φωνή που μιλάει μια γλώσσα ζωντανή, αληθινή, χωρίς φτιασίδια, όπως οι γοητευτικές γυναίκες του συγγραφέα, που δεν νοιάζονται καθόλου αν έχουν λίγη κυτταρίτιδα παραπάνω, ξέροντας άλλωστε καλά ότι ούτε οι άνδρες νοιάζονται.

Δεν θα επεκταθώ στα άλλα που με συνδέουν με τους κόσμους που πλάθει ο Βαγγέλης Σιαφάκας, και που με κάνουν να τον αισθάνομαι σαν δικό μου άνθρωπο, παρότι δεν είχαμε γνωριστεί (και βέβαια τώρα δεν θα γνωριστούμε ποτέ): ο Ρήγας, η Ιταλία, η Ήπειρος, ο κινηματογράφος, το ποδόσφαιρο είναι το (σαθρό) υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι. Δεν θα επεκταθώ επειδή το «Εξοδόχαρτο» πάει πολύ πέρα από όλα αυτά, τα μεταχειρίζεται απλώς ως αφορμή, για να πει κάτι μεγαλύτερο, που «μιλάει» σε κάθε αναγνώστη, όποια και αν είναι η καταγωγή του, η ηλικία του, το φύλο του, τα πολιτικά ή ποδοσφαιρικά του φρονήματα.

26 Αυγούστου 2022

Η ζήτηση για ενέργεια δεν είναι ανελαστική


Δημοσιεύθηκε ως ανάρτηση στο fb (Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022).

Η αλλεργία των οικονομολόγων (και ιδίως των φιλελεύθερων οικονομολόγων) στις επιδοτήσεις τιμών είναι γνωστή από καιρό. Άλλο είναι το ενδιαφέρον του χθεσινού άρθρου του Economist. Βλέπετε, δεν είναι τυχαίο περιοδικό: οι συντάκτες του παρακολουθούν τα πρόσφατα ευρήματα της επιστημονικής παραγωγής, αναλογίζονται τη σημασία τους για τη δημόσια πολιτική, και παρουσιάζουν τα κύρια σημεία με εύληπτο τρόπο σε ένα καλλιεργημένο μεν αλλά μη ειδικό (και πολυάσχολο) αναγνωστικό κοινό.
Το χθεσινό άρθρο λοιπόν σχολιάζει μια νέα γενιά οικονομικών ερευνών που χρησιμοποιούν νέες μεθόδους και νέα δεδομένα για να υπολογίσουν την ελαστικότητα της ζήτησης για καύσιμα ή για ενέργεια. Αυτό ακούγεται αφηρημένο, αλλά έχει μεγάλη σημασία. Εάν η ζήτηση είναι ανελαστική, καθώς οι τιμές αυξάνονται οι καταναλωτές κρατάνε σταθερή την ποσότητα που καταναλώνουν, συνεπώς επωμίζονται το σύνολο της επιβάρυνσης από την ακρίβεια. Όσο πιο ελαστική είναι η ζήτηση, τόσο περισσότερο μειώνουν οι καταναλωτές την ποσότητα που καταναλώνουν μετά από μια αύξηση της τιμής.
Τα πρόσφατα ευρήματα που παρουσιάζει το άρθρο του Economist ανατρέπουν προηγούμενες παραδοχές για τη δήθεν ανελαστικότητα της ζήτησης. Σύμφωνα με αυτά, όταν οι τιμές του πετρελαίου ή του φυσικού αερίου αυξάνονται, οι καταναλωτές μειώνουν την κατανάλωση. Η ελαστικότητα δεν είναι μεγάλη: στις ΗΠΑ, μια αύξηση της τιμής κατά 10% υπολογίστηκε ότι έφερε μείωση της κατανάλωσης σε 3% (πετρέλαιο) ή 2% (φυσικό αέριο). Και το αντίστροφο: όταν η πολιτεία της Καλιφόρνιας μείωσε κατά 20% την οριακή τιμή του φυσικού αερίου για τα φτωχά νοικοκυριά, η κατανάλωση τους αυξήθηκε κατά 8,5%.
Όπως αναφέρει το άρθρο, το 2015 η ουκρανική κυβέρνηση αποφάσισε να καταργήσει τις επιδοτήσεις των καυσίμων, με αποτέλεσμα διπλασιασμό της τιμής. Όσα νοικοκυριά δεν επένδυσαν σε καλύτερη μόνωση κτλ., αναγκάστηκαν να μειώσουν την κατανάλωση τους κατά 16%.
Κάτι αντίστοιχο είχε γίνει στη χώρα μας το 2012, μετά από την εξίσωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης: ο λόγος που η αύξηση του φόρου απέδωσε πολύ λιγότερο από ό,τι ήλπιζε η κυβέρνηση (και η Τρόικα) ήταν ότι πολλά νοικοκυριά στράφηκαν από την κεντρική θέρμανση σε άλλες λύσεις (pellet, ξύλα, ηλεκτρική σόμπα, αερόθερμο), ή απλώς άρχισαν να ζεσταίνουν το σπίτι τους λιγότερο από πριν. Αυτό το προηγούμενο δείχνει πολλά για τις οικονομικές, κοινωνικές, και περιβαλλοντικές συνέπειες μιας απότομης μεταβολής των τιμών σε συνθήκες οικονομικής κρίσης. Διαψεύδει ωστόσο επίσης, και μάλιστα με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, την υπόθεση ότι οι καταναλωτές αφήνουν αμετάβλητες τις συνήθειες τους ακόμη και όταν οι τιμές αυξάνονται σημαντικά. Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο: η ζήτηση για ενέργεια είναι κάθε άλλο παρά “ανελαστική”.
Εάν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ενδιαφέρονται πραγματικά για την απεξάρτηση από τη Ρωσία, καθώς και για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τότε θα πρέπει να διευκολύνουν τους καταναλωτές να προσαρμόσουν τη συμπεριφορά τους στην αύξηση των τιμών της ενέργειας καίγοντας λιγότερο ρεύμα ή πετρέλαιο ή φυσικό αέριο. Αντί να επιδοτούν τις τιμές της ενέργειας, θα πρέπει να επιδοτούν τις επενδύσεις σε μέτρα εξοικονόμησης, καθώς φυσικά και σε ανανεώσιμες πηγές. Βραχυπρόθεσμα, στη μεταβατική περίοδο, οι ενισχύσεις θα πρέπει να είναι εισοδηματικές (ώστε να μην επηρεάζουν τα κίνητρα εξοικονόμησης), και στοχευμένες (υπέρ φτωχών, ηλικιωμένων, κατοίκων ορεινών περιοχών κτλ).
Εάν, για πολιτικούς ή άλλους λόγους, προκρίνεται η επιδότηση των τιμών, τότε θα πρέπει να υπάρχει πλαφόν κατανάλωσης. Το άρθρο του Economist σχολιάζει ευνοϊκά την περίπτωση της Αυστρίας, όπου η επιδότηση δίνεται μόνο για το 80% της μέσης κατανάλωσης ενός νοικοκυριού. Υπενθυμίζεται ότι στην Ελλάδα οι επιδοτήσεις αφορούν αντίθετα “όλες τις παροχές, κύριας και μη κύριας κατοικίας, για το σύνολο της μηνιαίας κατανάλωσης, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια”.

23 Αυγούστου 2022

Οι επιδοτήσεις των λογαριασμών και η ενεργειακή μετάβαση









Δημοσιεύθηκε ως ανάρτηση στο fb (Τρίτη 23 Αυγούστου 2022).

Το χθεσινό άρθρο μου στο Kreport, καθώς και η μετέπειτα ανάρτησή μου, πυροδότησαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τους στόχους και τα μέσα της δημόσιας πολιτικής για την ενέργεια στις σημερινές δύσκολες συνθήκες. Παρόμοιες ανησυχίες είχαν διατυπώσει πριν από εμένα με άρθρα τους στην Καθημερινή ο Κώστας Κωστής (18 Ιουλίου 2022) και η Μιράντα Ξαφά (14 Αυγούστου 2022). Υπέρ της κυβερνητικής πολιτικής, των επιδοτήσεων-βροχή, έγραψε ο Θάνος Πετραλιάς, γενικός γραμματέας Δημοσιονομικής Πολιτικής (26 Ιουλίου 2022). Έλαβα πολλά σχόλια, δημόσια ή ιδιωτικά, που σχολίαζαν ή διόρθωναν αυτά που έγραψα. Ευχαριστώ θερμά όσους και όσες μπήκαν στον κόπο.

Πολλά από τα επιμέρους θέματα είναι τεχνικά, αλλά όχι τόσο ώστε να μην μπορεί να τα συλλάβει ο ενημερωμένος αναγνώστης. Η εναλλακτική επιλογή, να ασχολούνται με αυτά αποκλειστικά οι ειδικοί, εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις, ερήμην της κοινής γνώμης, μου είναι απεχθής – και το λέω τόσο από πεποίθηση (μια δημοκρατική Πολιτεία χρειάζεται πολίτες που συμμετέχουν ενεργά στη δημόσια συζήτηση) όσο και από επαγγελματική διαστροφή (η οικονομική ανάλυση της δημόσιας πολιτικής είναι ο τομέας μου και επίσης το πάθος μου).

Πολλές πτυχές του ζητήματος (μου) είναι τώρα πιο σαφείς. Οι κυβερνητικές επιδοτήσεις στους λογαριασμούς χρηματοδοτούνται σε μεγάλο βαθμό από πόρους της ΕΕ (χάρη στους μηχανισμούς του Ταμείου Ενεργειακής Μετάβασης), καθώς και από αυξημένα φορολογικά έσοδα (λόγω τουρισμού και λόγω πληθωρισμού). Συνεπώς, το κόστος των επιδοτήσεων, παρότι εξωφρενικό (1% του ΑΕΠ μόνο το μήνα Σεπτέμβριο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Υπουργείου Οικονομικών) δεν θα εκτροχιάσει τον προϋπολογισμό του 2022.

Όλα καλά λοιπόν; Κατά τη γνώμη μου όχι. Η επιλογή της κυβέρνησης να προστατεύσει τα νοικοκυριά από απότομες αυξήσεις είναι θεμιτή. (Είναι επίσης εκλογικά προσοδοφόρα, αλλά αυτό δεν την καθιστά λιγότερο θεμιτή.) Το πρόβλημα βρίσκεται στη δοσολογία της προστασίας. Η εποχή της φτηνής ενέργειας έχει παρέλθει οριστικά. Θα πρέπει όλοι να μάθουμε να ζούμε (και να παράγουμε) διαφορετικά. Είμαστε πολύ τυχεροί που υπάρχει το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης (και που είμαστε στην ΕΕ). Εάν όμως σπαταλήσουμε τους πόρους του όχι για να προετοιμάσουμε την ενεργειακή μετάβαση, αλλά για να κρατήσουμε τεχνητά στη ζωή το σημερινό παρωχημένο μοντέλο, θα έχουμε χάσει άλλη μια μεγάλη ευκαιρία. Επίσης, θα έχουμε κάνει μια τρύπα στο νερό: η ενέργεια δεν πρόκειται να ξαναγίνει φτηνή, οι πόροι του Ταμείου δεν θα είναι απεριόριστοι για πάντα, η Ελλάδα δεν θα πάψει να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ (193% του ΑΕΠ το 2021), με μεγάλη απόσταση από τη δεύτερη Ιταλία (151%).

Χρειαζόμαστε λοιπόν λιγότερες επιδοτήσεις (άρα ακριβότερους λογαριασμούς), λιγότερη σπατάλη ενέργειας (αυτοβούλως αλλά και με κίνητρα για επενδύσεις εξοικονόμησης), περισσότερη ηλιακή και αιολική ενέργεια (αυτό είναι το συγκριτικό μας πλεονέκτημα) – και λιγότερα ελλείμματα: μια χώρα με το δικό μας παρελθόν (και με το δικό μας δημόσιο χρέος) δεν έχει την πολυτέλεια να πετάει λεφτά, μόνο και μόνο επειδή η φετινή χρονιά ήταν λίγο καλύτερη. Δεν ζούμε μέρες του 2008 λοιπόν (το παίρνω πίσω αυτό), ζούμε μέρες του 2005, εφησυχασμού και αμεριμνησίας. Τα τελευταία 15 χρόνια ήταν δύσκολα. Είναι κρίμα να μην μάθουμε από αυτά.

Άλλες πτυχές του ζητήματος ελπίζω να αποσαφηνιστούν στη συνέχεια (από άλλους). Λειτουργεί σωστά η ρύθμιση της αγοράς ενέργειας; Γιατί καθυστερεί το νομικό πλαίσιο για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας; Η χωροταξική πολιτική της κυβέρνησης (π.χ. στα νησιά) ευνοεί την ενεργειακή μετάβαση; Προχωρούν ικανοποιητικά τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης για τις πράσινες επενδύσεις;

Από τέτοιου είδους ερωτήματα θα εξαρτηθεί η ευημερία μας, η δική μας και των παιδιών μας (και των παιδιών τους). Συνεπώς, η σιωπή γύρω από αυτά είναι το ίδιο καταστροφική (και το ίδιο ένοχη) όσο και η συνηθισμένη κακοφωνία της προεκλογικής δημαγωγίας.

22 Αυγούστου 2022

Η πολιτική της κυβέρνησης για τις τιμές της ενέργειας δεν είναι βιώσιμη

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022).


«Σε υψηλά επίπεδα, όπως αναμενόταν, διαμορφώνονται τα ονομαστικά τιμολόγια ρεύματος για τον Σεπτέμβριο που ανακοινώνουν από αργά χθες το βράδυ οι προμηθευτές. Το ενδιαφέρον στρέφεται τώρα στο ύψος της επιδότησης που θα ανακοινώσει η κυβέρνηση για τον επόμενο μήνα, με την οποία επιδιώκεται η διατήρηση των τελικών τιμών καταναλωτή κοντά στο επίπεδο του Αυγούστου» (Καθημερινή, 21 Αυγούστου 2022)

Είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε στα (κατά τεκμήριο) φιλελεύθερα στελέχη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης το αλφαβητάρι της οικονομίας της αγοράς; Όπως μάλλον γνωρίζουν και οι ίδιοι, οι τιμές ενσωματώνουν πολύτιμες πληροφορίες, που επιτρέπουν στη ζήτηση και στην προσφορά να ισορροπούν. Η αλλοίωση των τιμών, μέσω επιδοτήσεων ή φόρων κατανάλωσης, επιβάλλεται σε ειδικές συνθήκες, π.χ. όταν οι τιμές δεν περιλαμβάνουν το κόστος εξωτερικών επιδράσεων, θετικών (όπως η διάδοση της καινοτομίας) ή αρνητικών (όπως η μόλυνση του περιβάλλοντος). Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η κυβέρνηση που επιλέγει να επιδοτήσει τις τιμές αλλοιώνει το σινιάλο, προκαλώντας σύγχυση στους καταναλωτές και στους παραγωγούς, και δυσχεραίνοντας την εξισορρόπηση των δυνάμεων της αγοράς.

Αυτό ακριβώς κάνει από την αρχή της ενεργειακής κρίσης η ελληνική κυβέρνηση: Δαπανά τεράστια ποσά για επιδοτήσεις τιμών, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να περιορίσει τη δυσαρέσκεια των καταναλωτών εν μέσω (;) προεκλογικής περιόδου.

Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ότι αυτή η πολιτική δεν είναι βιώσιμη. Για τρεις λόγους:

Ο πρώτος είναι δημοσιονομικός. Το κόστος των επιδοτήσεων (περίπου 700 εκατ. ευρώ μόνο για τον Ιούλιο) είναι απλώς εξωφρενικό. Σε ετήσια βάση, θα φτάσει το 5% του ΑΕΠ, δηλ. θα ξεπεράσει τη δημόσια δαπάνη για την Υγεία ή για την Παιδεία. Εάν οι τιμές αυξηθούν και άλλο, το ίδιο θα συμβεί και με το κόστος των επιδοτήσεων (εάν η κυβέρνηση επιμείνει στη σημερινή πολιτική). Αυτά τα χρήματα η χώρα δεν τα έχει – και αν τα είχε θα όφειλε να τα ξοδεύει καλύτερα. Με αυτόν το ρυθμό, η έξοδος από την οικονομική επιτήρηση κινδυνεύει να αποδειχθεί σύντομη παρένθεση.

Ο δεύτερος λόγος είναι κοινωνικός. Με πρόσχημα τη φοροδιαφυγή, που θολώνει την εικόνα για τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών, η κυβέρνηση επέλεξε οι επιδοτήσεις τιμών να είναι «οριζόντιες». Κατά συνέπεια, όσο μεγαλύτερο σπίτι (ή/και όσο περισσότερα σπίτια) διαθέτει κανείς, τόσο περισσότερο ρεύμα καταναλώνει, και τόσο περισσότερο ενισχύεται από το δημόσιο ταμείο. Ίσως είναι συμπτωματικό ότι οι πλέον ωφελημένοι τείνουν να υποστηρίζουν το κυβερνών κόμμα. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για τυπικό παράδειγμα ιδιοποίησης του δημοσίου χρήματος από ομάδα πίεσης με δυσανάλογα μεγάλη πολιτική ισχύ. Ένας πραγματικός φιλελεύθερος οφείλει να νιώθει την ίδια αποστροφή για μια τόσο σκανδαλώδη προσοδοθηρία, είτε πρόκειται για το ΔΣ της ΓΕΝΟΠ–ΔΕΗ είτε για όσους δροσίζουν το θηριώδες εξοχικό τους στη Μύκονο με την ευγενική χορηγία όλων των υπολοίπων.

Ο τρίτος λόγος είναι γεωπολιτικός (και περιβαλλοντικός). Όπως και εάν εξελιχθεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, η εποχή της φτηνής ενέργειας από τη Ρωσία έχει παρέλθει οριστικά. Επιπλέον, για να έχουμε την παραμικρή ελπίδα να παραδώσουμε στα παιδιά μας και στα παιδιά τους έναν πλανήτη που να μην είναι εντελώς αβίωτος, θα πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας, ιδίως όταν αυτή προέρχεται από ορυκτά καύσιμα. Για να το πετύχουμε, θα πρέπει όλοι (καταναλωτές, κατασκευαστές, καινοτόμοι επιχειρηματίες) να εξοικονομούμε ενέργεια. Για να έχουμε κίνητρο να το κάνουμε, θα πρέπει να επιτραπεί στις τιμές να φτάσουν στο επίπεδο που υπαγορεύουν οι συνθήκες της αγοράς, δηλ. να αυξηθούν πολύ. Μόνο έτσι θα κατεβάσουμε τον θερμοστάτη, θα βάλουμε ηλιακό θερμοσίφωνα, θα χτίζουμε σπίτια με καλύτερη μόνωση, θα αρχίσουμε να βλέπουμε χωρίς παρωπίδες τα πλεονεκτήματα της ανεμογεννήτριας.

Για τους λόγους αυτούς, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί (η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ) συνιστούν στις κυβερνήσεις να αποφεύγουν τις επιδοτήσεις τιμών. Το πρόβλημα είναι ότι οι επιδοτήσεις είναι τόσο εθιστικές που η κατάργησή τους προκαλεί βίαιες αντιδράσεις. Ιδίως όταν είναι απότομη, και όταν δεν συνοδεύεται από τις απαραίτητες εισοδηματικές ενισχύσεις των πιο ευάλωτων καταναλωτών. Όπως με κάθε τι το εθιστικό, είναι προτιμότερο να απέχει κανείς εντελώς.

«Και τι να γίνει; Να αφήσουμε τους λογαριασμούς να ξεφύγουν;»

Δεν είναι πολύ δύσκολο να σχεδιάσει κανείς μια εναλλακτική απάντηση στην ενεργειακή κρίση. Η ιταλική κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι, ήδη πριν από την κυβερνητική κρίση, έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο με βασικούς πυλώνες (1) την έκτακτη φορολόγηση των έκτακτων κερδών (windfall profit tax) των εταιρειών παροχής και διανομής ενέργειας, (2) τη μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια (το μόνο οριζόντιο μέτρο), και (3) τη χορήγηση στοχευμένων εισοδηματικών ενισχύσεων στους πιο αδύναμους καταναλωτές. Παραλείπονται ως αυτονόητα τα συνοδευτικά μέτρα: η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με πόρους του Ταμείου Ανάπτυξης, ο περιορισμός της άσκοπης κατανάλωσης στα δημόσια κτίρια κτλ.

Στα καθ’ ημάς, το μόνο σίγουρο είναι ότι η εμμονή της κυβέρνησης στην επιδότηση των τιμών ενέργειας δεν είναι απλώς ανεύθυνη δημοσιονομικά, άδικη κοινωνικά, και κοντόφθαλμη περιβαλλοντικά: Έχει επίσης κοντινή ημερομηνία λήξης. Γι’ αυτό, ο προφανής, ανομολόγητος αντίλογος («εκλογές έρχονται») δεν στέκει – εκτός βέβαια εάν δεχθούμε ότι το εκλογικό σώμα είναι πολύ πιο ελαφρόμυαλο από ό,τι μέχρι τώρα νομίζαμε.

Πράγματι, δεν θέλει και πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι από την επομένη των εκλογών οι επιδοτήσεις θα αρχίσουν να «μαζεύονται». Μια στοιχειωδώς επαρκής αντιπολίτευση, αντί να πλειοδοτεί σε υποσχέσεις, θα καλούσε την κυβέρνηση να σοβαρευτεί. Τώρα, όχι μετά τις εκλογές.


21 Αυγούστου 2022

Οι αθέατες παρενέργειες της «βαριάς βιομηχανίας» μας








Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 21 Αυγούστου 2022).

Ποιος δεν θα ήθελε να κερδίσει τον πρώτο λαχνό; Και όμως, όλες οι έρευνες δείχνουν ότι οι περισσότεροι κερδισμένοι του λαχείου γίνονται δυστυχέστεροι, όχι ευτυχέστεροι, σε σχέση με πριν. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις χώρες: τα κοιτάσματα πετρελαίου ή/και φυσικού αερίου έκαναν (πολύ) πλουσιότερους λίγους Ρώσους και Νιγηριανούς, αλλά συνολικά στη Ρωσία και στη Νιγηρία έκαναν περισσότερο κακό παρά καλό. Εξαιρέσεις υπάρχουν (π.χ. Νορβηγία), αλλά είναι εξαιρέσεις.

Οι οικονομολόγοι χρησιμοποιούν τον όρο «κατάρα των φυσικών πόρων» για να περιγράψουν το φαινόμενο. Η ανακάλυψη ενός νέου κοιτάσματος, μαζί με τα προφανή οφέλη, φέρνει αλλαγές που αλλοιώνουν και συχνά στρεβλώνουν την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική. Η εκμετάλλευση του νέου πόρου αποσπά κεφάλαιο και εργασία από άλλες δραστηριότητες, προκαλώντας το μαρασμό τους. Οι επιχειρηματικές ελίτ που τον ελέγχουν αποκτούν δυσανάλογη ισχύ, επηρεάζοντας προς όφελός τους τη δημόσια πολιτική. Η ευνοϊκή φορολογική μεταχείριση ανατροφοδοτεί την οικονομική στρέβλωση, αυξάνοντας το μειονέκτημα των άλλων κλάδων. Η πάση θυσία προστασία της κερδοφορίας του πόρου αναγορεύεται σε αυτονόητη ορθοδοξία, επισκιάζοντας π.χ. την προστασία του περιβάλλοντος. Ο εύκολος πλουτισμός ενθαρρύνει τον εφησυχασμό, καθυστερώντας την προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες συνθήκες. Ο εκσυγχρονισμός των υποδομών και η αναβάθμιση των δεξιοτήτων παραμελούνται, υποθηκεύοντας τη μελλοντική ευημερία της χώρας. Και ούτω καθεξής.

Ο αναγνώστης έχει ήδη καταλάβει «πού το πάει» ο συντάκτης αυτού του άρθρου. Ο δικός μας «πρώτος λαχνός» είναι ο τουρισμός: αυτή η πανέμορφη γωνιά της γης που κληρονομήσαμε, χωρίς (εδώ που τα λέμε) να έχουμε κάνει πολλά για να το αξίζουμε. Το 2019, ο τουρισμός στην Ελλάδα συνεισέφερε πάνω από 20% του ΑΕΠ και πάνω από 25% της απασχόλησης, πολύ περισσότερο από ό,τι στην Πορτογαλία, στην Ισπανία ή στην Ιταλία (στοιχεία του World Travel and Tourism Council).

Αυτή είναι η ευλογία. Υπάρχει όμως και η «κατάρα». Ο τουρισμός είναι ευπαθής δραστηριότητα: ένα θερμό επεισόδιο θα στείλει τους τουρίστες στο Algarve, η υπερθέρμανση του πλανήτη μπορεί να τους στείλει στις Εβρίδες. «Παράγοντες της αγοράς» ζητούν χαμηλή φορολογία (και χαμηλούς μισθούς) στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, όμως το εισιτήριο του πλοίου από τη Σίφνο στη Νάξο (απλή μετάβαση) κοστίζει 95 ευρώ. Η αλόγιστη ανάπτυξη πριονίζει το κλαδί όπου κάθεται: όταν κάθε σπιθαμή του νησιού καλυφθεί από τσιμέντο, η Μύκονος θα γίνει το νέο Benidorm. Τα τοπικά συμφέροντα λένε όχι στις ανεμογεννήτριες και ναι στις πισίνες, επιταχύνοντας τη διαδικασία που θα κάνει τον τόπο αβίωτο για τα παιδιά τους. Και ούτω καθεξής.

Τι μπορεί να γίνει; Πολλά, από την υπεράσπιση του φυσικού και οικιστικού περιβάλλοντος των νησιών  έως την ενθάρρυνση του ορεινού τουρισμού. Όμως πρώτα θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι το σημερινό μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης, όσα (εύκολα) κέρδη και αν αποφέρει σε αρκετούς, έχει προ πολλού εξαντλήσει τη χρησιμότητά του για τη χώρα.