24 Σεπτεμβρίου 2023

Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο είναι ισχυρότερο παρά ποτέ

Το κείμενο εκφωνήθηκε στην εκδήλωση για την Παρουσίαση της Έκθεσης της Επιτροπής Σοφών για το Μέλλον της Κοινωνικής Προστασίας και του Κράτους Πρόνοιας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023), και δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023).

Σύμφωνα με μια αρκετά διαδεδομένη vulgata, στην Ευρώπη και ιδίως στην Ελλάδα, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο βρίσκεται σε επιθανάτια αγωνία – εδώ και 50 χρόνια. Οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις (1973 & 1978) το συντάραξαν συθέμελα, η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού το υπονόμευσε, η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση και στη συνέχεια (στην Ευρώπη) η κρίση χρέους ήταν η χαριστική βολή (μια ακόμη), η πρόσφατη πανδημία το αποτελείωσε, η δε ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (με τις συνέπειές της: επανεμφάνιση του πληθωρισμού και ενίσχυση των αμυντικών δαπανών) το έθαψε ακόμη πιο βαθιά.

Σωστά; Αυτό δεν είναι το κυρίαρχο αφήγημα; Όπως επαναλαμβάνεται σε δεκάδες άρθρα και ομιλίες;

Πρόκειται για δημοφιλή ιστορία: έχει εύληπτη πλοκή, κακούς και καλούς, αρχή μέση και τέλος. Έχει μόνο ένα μειονέκτημα: ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

Ας ρίξουμε μια ματιά στα δεδομένα. Η κοινωνική δαπάνη στην ΕΕ των 27 έφτασε σχεδόν το 32% του ΑΕΠ το 2020 (και παρέμεινε πάνω από το 30% μετά το τέλος της πανδημίας). Ποτέ στο παρελθόν οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν αφιέρωναν τόσο μεγάλο μερίδιο του πλούτου που παρήγαγαν στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Καθόλου άσχημη επίδοση για ένα σύστημα που (πάντοτε σύμφωνα με τη vulgata) χαροπαλεύει, ή έχει ήδη αποδημήσει υπό το βάρος των απανωτών χτυπημάτων της μοίρας.

Θα μου πείτε: «Και η ανισότητα; Η φτώχεια; Δεν αυξάνονται αλματωδώς;» Στις ΗΠΑ, ναι. Στη Βρετανία, επίσης. Στην ΕΕ κατά μέσο όρο, όχι. Σε κάποια κράτη μέλη η ανισότητα αυξάνεται (συνήθως λίγο). Σε άλλα μειώνεται (επίσης λίγο).

«Ναι, ΟΚ – αλλά στην Ελλάδα;» Στη χώρα μας, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται (και από ό,τι πιστεύουν) πολλοί, η εισοδηματική ανισότητα βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών. Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας μείωσε τα εισοδήματα (δυστυχώς), συμπιέζοντας την κατανομή τους (ευτυχώς). Η δε κοινωνική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αυξηθεί καθαρά: αμέσως πριν τον κορωνοϊό (το 2019) πλησίαζε το 25%, ενώ αμέσως πριν την κρίση χρέους (το 2007) ήταν κάτω από το 21%. Και για να προλάβω την επόμενη ένσταση, ισχύει ότι το κλάσμα ανέβηκε επειδή έπεσε ο παρονομαστής (υποχώρησε το ΑΕΠ), αλλά αυτό οδηγεί σε δύο συμπεράσματα: πρώτον, διαψεύδει το αφήγημα της κατάρρευσης (η προτεραιότητα που δίνουμε στην κοινωνική προστασία δεν έχει εξασθενήσει, παρότι το μέγεθος της πίτας έχει μειωθεί), και δεύτερον, υποδεικνύει ότι τώρα πρέπει να δώσουμε έμφαση στην αύξηση του παρονομαστή, με άλλα λόγια σε μια κοινωνική πολιτική επιταχυντή της ανάπτυξης, αντί για τροχοπέδη (όπως ήταν την δήθεν «χρυσή εποχή» πριν τα Μνημόνια).

Γίνεται να έχουμε και ταχύρρυθμη (βιώσιμη) ανάπτυξη και υψηλού επιπέδου κοινωνική προστασία; Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα δείχνει ότι γίνεται. Οι πιο επιτυχημένες και δυναμικές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν το πιο στιβαρό και ποιοτικό κοινωνικό κράτος. Και τα δύο αυτά συνδέονται: η Ολλανδία ή η Δανία είναι δυναμικές οικονομίες επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας εκεί λειτουργεί σωστά (προστατεύει τους φτωχούς και τους ανέργους, διευκολύνει και τους δύο γονείς να συνδυάσουν οικογενειακές και επαγγελματικές ευθύνες, ενώ επίσης επενδύει στην καλή υγεία και στις δεξιότητες όλων των πολιτών).

«Όλα καλά λοιπόν;» Όχι βέβαια. Στις προηγμένες κοινωνίες προκύπτουν συνεχώς νέες ανάγκες. Η ψηφιακή οικονομία απαιτεί ριζική αναβάθμιση των δεξιοτήτων: όχι απλώς απορρόφηση των κονδυλίων για επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (στο οποίο είμαστε πρωταθλητές), αλλά ουσιαστικά προγράμματα σπουδών που εφοδιάζουν τους καταρτιζόμενους με αληθινές γνώσεις (στο οποίο είμαστε ουραγοί). Όσοι δεν τα καταφέρουν – άτομα ή χώρες – κινδυνεύουν να μείνουν για δεκαετίες στο περιθώριο της παγκόσμιας οικονομίας.

Το ίδιο ισχύει για τις υπόλοιπες προκλήσεις: H κλιματική αλλαγή απαιτεί προστασία για τα θύματα των θεομηνιών και μέριμνα για τους χαμένους των πράσινων φόρων. Η μακροβιότητα επιβάλλει αλλαγή προσανατολισμού (λιγότερες συντάξεις και περισσότερη υγεία), με στόχο το ενεργό γήρας. Η καθίζηση των γεννήσεων δεν αντιμετωπίζεται με προσλήψεις πολυτέκνων στο Δημόσιο, αλλά με αλλαγή παραδείγματος ώστε να πάψει να είναι η χώρα μας εχθρική για τους νέους, εχθρική για τα νέα ζευγάρια, και εχθρική για τα παιδιά. Κάπου εδώ να αναφέρουμε ότι χρειαζόμαστε επίσης μια πιο ψύχραιμη μεταναστευτική πολιτική, με λιγότερη εχθροπάθεια και περισσότερη ενσωμάτωση, πάντοτε με στόχο τη λελογισμένη αναζωογόνηση των κοινωνιών μας – εκτός αν προτιμάμε μια γερασμένη Ελλάδα με πληθυσμό 6 εκατομμυρίων. Και δεν αφορούν αυτά μόνο την Ελλάδα: το ίδιο ισχύει π.χ. για την πλούσια Βόρεια Ιταλία όπου ζω και εργάζομαι, καθώς και για άλλες χώρες και περιφέρειες στην Γηραιά (…) Ήπειρο.

Το κοινωνικό κράτος είναι το ισχυρό χαρτί της Ευρώπης στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει επιτυχώς αυτές τις δυσκολίες – και άλλες. Θα το κατορθώσει μόνο εάν καταφέρει να ανανεωθεί, στην Ελλάδα και παντού.

17 Σεπτεμβρίου 2023

Κράτος και αγορά αντιμέτωποι με την κλιματική αλλαγή



Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023).

Οι διαδοχικές καταστροφές του περασμένου καλοκαιριού – του φριχτού καλοκαιριού του 2023 που όσοι το έζησαν θα το θυμούνται για πολλά χρόνια – έφεραν στην επιφάνεια τις πιο αποκρουστικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας. Την απέχθεια των περισσότερων εκλεγμένων (σε όλα τα επίπεδα: από το αρμόδιο υπουργείο έως το τελευταίο δημοτικό διαμέρισμα) για ο,τιδήποτε απαιτεί μακροπρόθεσμο σχέδιο, προσήλωση στο στόχο, φροντίδα για τον τόπο, δουλειά για το κοινό καλό. Την αδυναμία της δημόσιας διοίκησης να προβλέψει τους κινδύνους, να αναλάβει πρωτοβουλίες, να κινηθεί με ταχύτητα και ευελιξία, να εγκαταλείψει την ευθυνοφοβία και τον ασφυκτικό φορμαλισμό. Την μυωπία των τοπικών κοινωνιών, τον εγωισμό των μυριάδων συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, την καχυποψία τους για οποιαδήποτε αλλαγή, την αντίθεσή τους σε ό,τι τους ξεβολεύει, την αμεριμνησία τους – μέχρι να συμβεί η καταστροφή. Αυτός είναι ο χειρότερος εαυτός μας. Δεν υπάρχει βέβαια μόνο αυτός: δεν λείπουν οι διορατικοί πολιτικοί, ούτε οι εργατικοί δημόσιοι λειτουργοί, ούτε οι συνεννοήσιμοι πολίτες. Είναι όμως απελπιστικά λίγοι, και απελπιστικά απομονωμένοι. Προς το παρόν, κερδίζουν οι άλλοι. Και χάνουμε όλοι.

Ελπίζοντας ότι έχουμε πάρει το μάθημά μας, πώς πρέπει να κινηθούμε για να αντιμετωπίσουμε την επόμενη κλιματική κρίση;

Τρεις σύντομες παρατηρήσεις, μένοντας στο πεδίο της οικονομίας και της δημόσιας πολιτικής:

1. Εάν κάτι έδειξε το φριχτό καλοκαίρι που μόλις περάσαμε είναι ότι χωρίς αποτελεσματικό κράτος δεν πάμε πουθενά. Όχι υπερτροφικό, όχι γραφειοκρατικό, όχι εχθρικό προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις: απλώς αποτελεσματικό. Ικανό να ρυθμίζει τους κανόνες της συλλογικής συμβίωσης, και να τους επιβάλλει. Είμαστε πολύ μακριά από ένα τέτοιο κράτος. Ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες και επιτυχημένες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης (από τη ΜΟΔ και τα ΚΕΠ των κυβερνήσεων Σημίτη έως την ψηφιακή διακυβέρνηση της σημερινής κυβέρνησης) παρέκαμπταν την κρατική μηχανή αντί να την αναβαθμίζουν. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Δεν είμαι σίγουρος πώς (άλλοι ξέρουν πολύ καλύτερα), ελπίζω με διακομματική συναίνεση (που σήμερα είναι δυσεύρετη), όμως ένα είναι βέβαιο: περιθώρια για αναβολές δεν υπάρχουν.

2. Στην εξεταστική περίοδο του περυσινού καλοκαιριού δεν απέτυχε μόνο το κράτος: απέτυχε επίσης η ιδιωτική πρωτοβουλία. Δεν θα αναφερθώ στον γνωστό οπορτουνισμό πολλών ελληνικών επιχειρήσεων, που έχει και θετικές πλευρές (π.χ. την ετοιμότητα στην αξιοποίηση των ευκαιριών). Θα σημειώσω μόνο ότι το μοντέλο ανάπτυξης από το οποίο δεν φαίνεται να ξεκολλάμε εύκολα είναι συγκλονιστικά αυτοκαταστροφικό: τα μπαρ στις περιοχές Natura, τα ντους στις παραλίες άνυδρων νησιών, ο οικοδομικός οργασμός στις Κυκλάδες και αλλού, πριονίζουν το κλειδί στο οποίο καθόμαστε όλοι. Με αυτό το ρυθμό, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, η «ομορφότερη χώρα στον κόσμο» θα είναι μια έρημος από τσιμέντο, με κακόγουστα και ντεμοντέ θέρετρα, με τουρίστες που δεν γνωρίζουν ούτε σέβονται τον τόπο, με βρώμικες παραλίες, και αφόρητη ζέστη. (Για να μην μιλήσω για το χειρότερο σενάριο: όλα τα προηγούμενα συν την τουρκική επιθετικότητα.) Εάν ένα τέτοιο μέλλον δεν μας αρέσει, θα πρέπει από τώρα να εξυγιάνουμε τον τουριστικό κλάδο, να περιορίσουμε τη μετάστασή του, να διαφοροποιήσουμε την εθνική οικονομία.

3. Χωρίς επώδυνα μέτρα, η κλιματική αλλαγή δεν αντιμετωπίζεται. Το ρεύμα πρέπει να ακριβύνει, το ίδιο και η βενζίνη, τα αεροπορικά ταξίδια, και πολλά άλλα αγαθά που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε «πρώτης ανάγκης». Ποιο ήταν όμως το δίδαγμα της εξέγερσης των «κίτρινων γιλέκων»; Όχι (μόνο) ότι οι λαϊκιστές είναι ανεύθυνοι, ούτε (μόνο) ότι οι Γάλλοι είναι συχνά κουραστικοί. Αλλά επίσης ότι για να είναι κοινωνικά αποδεκτά τα μέτρα θα πρέπει να μοιράζουν δίκαια το κόστος. Εάν ακριβύνει η βενζίνη, ο Παριζιάνος (ή ο Μιλανέζος) που κινείται με το μετρό δεν θα επηρεαστεί, όμως ο κάτοικος μιας μικρής πόλης (όπου χωρίς αυτοκίνητο μένεις χωρίς τρόφιμα) θα αισθανθεί φτωχότερος.

Πράσινοι φόροι λοιπόν ναι, αλλά με μέτρο, και με εισοδηματική στήριξη όσων πλήττονται. Για το καλό όλων.