30 Δεκεμβρίου 2018

Το 2019 «δι’ ἐσόπτρου ἐν αἰνίγματι»

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018).

Οι αναγνώστες του «Βήματος» δεν περιμένουν ασφαλώς από τους συντάκτες αυτού του πρωτοχρονιάτικου αφιερώματος να προβλέψουν τι θα συμβεί το 2019. Το μέλλον είναι αινιγματικό: το διακρίνουμε θολά μέσα από έναν καθρέφτη που αναπόφευκτα αντανακλά εμάς τους ίδιους και όσα βρίσκονται γύρω μας. Για αυτό δυσκολευόμαστε να το φανταστούμε ως κάτι που δεν είναι απλή προέκταση του παρελθόντος. Όμως εδώ και λίγα χρόνια η πορεία του κόσμου έχει ξεπεράσει την πιο δημιουργική – ή μήπως νοσηρή; - φαντασία. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εξευτελίζει το εγχώριο σύστημα των θεσμικών αντίβαρων και εξαρθρώνει τη διεθνή τάξη πραγμάτων του «Αμερικανικού αιώνα» (1918-2016). Οι πολιτικοί της Βρετανίας καταρρίπτουν κάθε εθνικό ρεκόρ ανευθυνότητας και δημαγωγίας, σημειώνοντας πλέον επιδόσεις που θα ζήλευε ένας επίδοξος διδακτορίσκος σε κάποια Λατινοαμερικανική χώρα της δεκαετίας του ‘70. Ο φόβος (και το μίσος) για τους ξένους εκτοξεύει πάλαι ποτέ περιθωριακές πολιτικές δυνάμεις, καθιστώντας τες ηγεμονικές. Όχι μόνο στις πρώην κομμουνιστικές χώρες, όπου πρωτόγονα πάθη έμεναν θαμμένα λίγο κάτω από την επιφάνεια. Ούτε μόνο στην Αυστρία ή στη Γερμανία, όπου ο φυλετικός μυστικισμός δεν έπαψε ποτέ να έχει θαυμαστές, φανερούς ή κρυφούς. Αλλά και στις χώρες όπου άνθισε – και ανθεί ακόμη – η φιλελεύθερη ανεκτικότητα και η σοσιαλδημοκρατική ισότητα, όπως η Σουηδία και η Ολλανδία. Για να μην μιλήσουμε για τη Γαλλία, όπου αυτό που ενώνει τους οπαδούς της Λεπέν και του Μελανσόν είναι η μνησικακία και η πεποίθηση ότι μια καλή εξέγερση θεραπεύει πάσα νόσο, από την ανεργία των νέων έως την υποβάθμιση της υπαίθρου. Ή για την Ιταλία, όπου τα «κίτρινα γιλέκα» κυβερνούν από τον περασμένο Μάρτιο, ο υπουργός οικονομίας και ανάπτυξης (και αναπληρωτής πρωθυπουργός) δεν είχε ποτέ κανονική δουλειά, ο υπουργός παιδείας ήταν γυμναστής σε γυμνάσιο, και η υπουργός υγείας καταφέρεται εναντίον των εμβολίων. Στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον ερχόμενο Μάιο οι εθνικιστές και λαϊκιστές κάθε είδους θα επιχειρήσουν ένα ρεσάλτο με έπαθλο την ανάσχεση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και την επανεθνικοποίηση των πολιτικών της ΕΕ. Απέναντί τους θα βρουν σοσιαλδημοκράτες που πασχίζουν να συνέλθουν από τις εκλογικές ήττες, κεντροδεξιούς επιρρεπείς στον πειρασμό της προσχώρησης στην αντιμεταναστευτική δημαγωγία, καθώς και Πράσινους ισχυρούς στο Βορρά αλλά ανύπαρκτους στο Νότο και στην Ανατολή. Η Ευρώπη βρίσκεται σε περιδίνηση, η Δύση δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της, το μέλλον δεν είναι πια αυτό που ήταν.

Σε αυτό το ρευστό περιβάλλον αναμετράται η χώρα μας με τα δικά της αδιέξοδα. Το 2019 συμπληρώνονται δέκα χρόνια από το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης - η οποία ακόμη δεν λέει να περάσει. Με την οικονομία να έχει ισορροπήσει σε ένα χαμηλότερο επίπεδο, συρρικνωμένη κατά 25%, με περισσότερα σουβλατζίδικα και καταστήματα περιποίησης νυχιών από ό,τι πριν, με λιγότερες υγιείς επιχειρήσεις, με ένα παραγωγικό μοντέλο πιο «φτηνής ανάπτυξης» από εκείνο που (μαζί με τις υπερφίαλες καταναλωτικές προσδοκίες) μας έφερε στην κρίση. Με την κοινωνία χωρίς δυνάμεις και χωρίς ελπίδες, με τους ανθρώπους θυμωμένους και ματαιωμένους. Και με την πολιτική ανήμπορη να αρθεί πάνω από την καθημερινή μιζέρια, να προσπεράσει τις ανούσιες αντιπαραθέσεις, να οδηγήσει μια ηττημένη χώρα στην έξοδο από την κρίση.

Εκτός απροόπτου, οι εκλογές του 2019 θα σημάνουν το τέλος της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Θα είναι η δίκαιη κατάληξη μιας από κάθε άποψη απογοητευτικής εμπειρίας. Με βάση τα έως τώρα επιτεύγματά της, η σημερινή κυβέρνηση διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο της χειρότερης κυβέρνησης της Μεταπολίτευσης. Με υπουργούς χωρίς συναίσθηση της ανεπάρκειάς τους, με επικεφαλής έναν ακαλλιέργητο άνθρωπο μακριά από τις απαιτήσεις του αξιώματός του, και με ένα πρωθυπουργικό περιβάλλον αδίστακτο και αδιάντροπο. Μια κυβέρνηση με αυταρχικά ένστικτα, που εκμεταλλεύεται τους θεσμούς της φιλελεύθερης δημοκρατίας αλλά τους εχθρεύεται ανοιχτά και τους υποσκάπτει συστηματικά, με αντιδημοκρατικό ήθος και ύφος, που πολιτεύεται στον αστερισμό του κυνισμού και της χυδαιότητας. Η ήττα της θα αφήσει μια πικρή γεύση σε όσους πίστεψαν τις παραφουσκωμένες υποσχέσεις του αντιμνημονιακού μπλοκ, αλλά επίσης θα ενισχύσει τη διαδεδομένη δυσπιστία των πολιτών για την πολιτική. Όταν οι ενδείξεις για τα σκάνδαλα του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ γίνουν αποδείξεις δεν θα έχει υποστεί πλήγμα μόνο ο μύθος του «ηθικού πλεονεκτήματος», αλλά και η δυνατότητά μας να φανταζόμαστε πολιτικούς με ευγενέστερα κίνητρα και δημόσια ζωή με λιγότερη διαφθορά.

«Δώρο» της σημερινής κυβέρνησης στην επόμενη, ένα πρόβλημα του 19ου αιώνα κινδυνεύει να συνεχίσει να μας εμποδίζει να βρούμε τον βηματισμό μας στη σύγχρονη εποχή. Άλλες χώρες έχουν εξωτερική πολιτική, εμείς έχουμε «εθνικά θέματα». Ο χειρισμός τους από τον Τσίπρα και τον Καμμένο έσπασε το μονοπώλιο της ανευθυνότητας που μέχρι πρόσφατα ανήκε δικαιωματικά στους εθνοσωτήρες της άλλης πλευράς. Αντίθετα με τις προσδοκίες του Μαξίμου, το Μακεδονικό δεν μπόρεσε τελικά να διασπάσει τη ΝΔ. Κατάφερε όμως να ενισχύσει τα χειρότερα ανακλαστικά των οπαδών της, και να ενισχύσει τη μερίδα της ηγεσίας της που είχε ηττηθεί στις εσωκομματικές εκλογές του Νοεμβρίου 2015. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, τόσο από υπολογισμό όσο και από πεποίθηση, προτιμά να έχει αντίπαλο μια παραδοσιακή και συντηρητική ΝΔ. Αντίθετα, δεν ξέρει πώς να αντιμετωπίσει μια μοντέρνα και φιλελεύθερη ΝΔ, ούτε μια εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά. Θα ήταν τραγική ειρωνία οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ να μπουν μόνοι τους στο καλούπι που τους ετοιμάζουν οι σημερινοί ένοικοι του Μαξίμου προτού εγκαταλείψουν την εξουσία.

Σε όσους από εμάς σε αυτήν την εκσυγχρονιστική και μεταρρυθμιστική κεντροαριστερά εξακολουθούν να ανήκουν, παρά τις άοκνες προσπάθειες των πολιτικών φορέων που διεκδικούν να μας εκπροσωπήσουν, η τελευταία δεκαετία επεφύλαξε αμέτρητες πίκρες και απογοητεύσεις – και δύο μόνο (διπλές) επιτυχίες: την εκλογή του Γιώργου Καμίνη και του Γιάννη Μπουτάρη στη δημαρχία των δύο μεγάλων πόλεων της χώρας το 2010, και την επανεκλογή τους το 2014. Τώρα που η θητεία τους ολοκληρώνεται, οι επόμενοι δήμαρχοι θα κληρονομήσουν τοπικές κυβερνήσεις που δεν έλυσαν τα προβλήματα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, αλλά έμαθαν να προσφέρουν περισσότερες και καλύτερες υπηρεσίες με λιγότερο προσωπικό και το μισό προϋπολογισμό. Η υποδειγματική και χωρίς ταρατατζούμ μεταφορά των 620 παιδιών της δημοτικής κατασκήνωσης του Αγίου Ανδρέα, την ώρα που στο Μάτι ο μηχανισμός της κεντρικής κυβέρνησης και της Περιφέρειας Αττικής είχε παραλύσει, θα μας θυμίζει πάντοτε ότι με την κατάλληλη καθοδήγηση μπορούμε ακόμη να γίνουμε «μια άλλη χώρα». Ας μην το ξεχάσουμε αυτό το μάθημα.

8 Δεκεμβρίου 2018

Η θλιβερή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 8 Δεκεμβρίου 2018).

Σε τι οφείλεται η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να εμποδίσει την αναθεώρηση του άρθρου 16 που απαγορεύει την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων; Οπωσδήποτε όχι στην έγνοια του κόμματος αυτού για τη δημόσια εκπαίδευση. Όπως γνωρίζουν καλά όσοι δεν ζούσαν σε άλλο πλανήτη τα τελευταία χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει τεράστια ευθύνη για τη θλιβερή υποβάθμιση του δημόσιου πανεπιστημίου. Οι κύριοι λόγοι για αυτό είναι τρεις: υποχρηματοδότηση, ασφυκτικό ρυθμιστικό πλαίσιο, αδιαφορία για την ασφάλεια όσων εργάζονται και σπουδάζουν στα ΑΕΙ της χώρας.

Ας δεχθούμε ότι για την υποχρηματοδότηση φταίει η κρίση και οι προηγούμενες κυβερνήσεις (αν και ο ΣΥΡΙΖΑ συγκυβερνά ήδη 3+ χρόνια). Στα άλλα δύο οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ είναι συντριπτικές.

Για τα φαινόμενα βίας και ανομίας, έχουν γραφτεί πολλά. Το περίφημο «άσυλο» δεν προστατεύει την κίνηση ιδεών. Εδώ και χρόνια έχουν πάψει να διοργανώνονται ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αφού κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των ομιλητών, όταν αυτά που λένε δεν αρέσουν στις γνωστές ακραίες ομάδες που δρουν σε καθεστώς πλήρους ατιμωρησίας μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια. (Δηλαδή πάντοτε: εάν αυτά που λέγονται άρεσαν στους μπαχαλάκηδες και στους χρυσαυγίτες, δεν θα ήταν ενδιαφέρουσες οι εκδηλώσεις.) Το «άσυλο», πίσω από το οποίο έχει οχυρωθεί μια φυγόπονη αστυνομία, προστατεύει μόνο την ιδιότυπη βιοτεχνία του εγκλήματος, λίγο-πολύ οργανωμένου, που έχει ανθίσει σε αυτό το αρρωστημένο περιβάλλον, και ειδικεύεται στην διακίνηση ναρκωτικών και στην κλοπή εξοπλισμού. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πουλάει την ηρωίνη ούτε κάνει λαθρεμπόριο υπολογιστών, αλλά προσφέρει πολιτική κάλυψη στα φαινόμενα βίας και ανομίας, εδώ και πολλά χρόνια – αρχικά ως αντιπολίτευση, στη συνέχεια ως κυβέρνηση. Το αποτέλεσμα είναι ότι ιστορικά ιδρύματα όπως το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (όπου δίδασκα μέχρι πρόσφατα), παρότι διαθέτουν εξαιρετικό έμψυχο δυναμικό (καθηγητές που «στέκονται» με αξιώσεις διεθνώς, και διοικητικούς υπαλλήλους που εργάζονται με ευσυνειδησία), λειτουργούν πλέον από κεκτημένη ταχύτητα: χωρίς πόρους, σε τριτοκοσμικό περιβάλλον, και στο έλεος διαταραγμένων ατόμων που ανά πάσα στιγμή μπορούν να προπηλακίσουν οποιονδήποτε καθηγητή ή και τον πρύτανη (όπως έχει επανειλημμένα συμβεί), χωρίς καμμιά απολύτως συνέπεια.

Η αλλοπρόσαλλη πολιτική των τελευταίων χρόνων έχει επιταχύνει την υποβάθμιση της ανώτατης εκπαίδευσης. Η χώρα δεν θα βγει από την κρίση χωρίς πολίτες με κριτική σκέψη, και εργαζόμενους με υψηλές δεξιότητες. Αλλά η κυβέρνηση, με την απέχθειά της για την έρευνα και για την αριστεία, έχει αποδείξει ότι δεν ενδιαφέρεται ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Η μόνη της έγνοια είναι να διορίσει τους εκλεκτούς της, να ανοίξει δουλειές για ενοικιαζόμενα δωμάτια και σουβλατζίδικα ιδρύοντας πανεπιστημιακά τμήματα στη μέση του πουθενά, και να ψαρέψει ψήφους μετονομάζοντας τα ΤΕΙ σε ΑΕΙ, αδιαφορώντας πλήρως για την αναβάθμιση της τεχνικής εκπαίδευσης (που παραμένει αναγκαία).

Ο ΣΥΡΙΖΑ νομίζει ότι εμποδίζοντας την αναθεώρηση του άρθρου 16 εμφανίζεται «επικοινωνιακά» ως υπερασπιστής της δημόσιας εκπαίδευσης. Μάλλον περνάει για αφελείς όσους έχουν ζήσει από κοντά την παρακμή του δημόσιου πανεπιστημίου – και είναι πολλοί: καθηγητές, εργαζόμενοι, φοιτητές, γονείς και φίλοι. Στο βαθμό που η βλάβη δεν είναι οριστική, το κοπιαστικό έργο της αναβάθμισης της δημόσιας εκπαίδευσης περνά στην επόμενη κυβέρνηση. Ας ελπίσουμε ότι θα τα καταφέρει καλύτερα.

11 Νοεμβρίου 2018

Ο δρόμος προς τη χρεωκοπία περνά από την αλλοίωση του πολιτεύματος

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018).

Οι πρόσφατες αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας φέρνουν τη χώρα ένα βήμα από την χρεωκοπία. Δεν πρόκειται για σχήμα λόγου: σύμφωνα με εκτιμήσεις, η ακύρωση των «μνημονιακών περικοπών» στις συντάξεις και στους μισθούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα συνεπάγεται επιβάρυνση του προϋπολογισμού από 9 έως 15 δις ευρώ. Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης: 9 δις είναι όλη η δημόσια δαπάνη για την υγεία (του κράτους και των ταμείων), ενώ η δαπάνη για υγεία και παιδεία μαζί δεν φτάνει τα 15 δις. Είναι προφανές ότι η υλοποίηση των αποφάσεων αυτών είναι εφικτή μόνο εάν χρεωκοπήσουμε επισήμως, ώστε η Τράπεζα της Ελλάδος (σε ένα κατεστραμμένο κράτος) να μπορεί να τυπώνει όσα χαρτονομίσματα θέλει, με πολλά μηδενικά και αξία κουρελόχαρτων, όπως στην Κατοχή. Πώς απαντά η κυβέρνηση σε αυτή την εξέλιξη; Με έναν κουτοπόνηρο ελιγμό («τα αναδρομικά θα επιστραφούν σε όσους κάνουν προσφυγή»), ο οποίος επί πλέον είναι προορισμένος να πέσει στο κενό (προσφυγή κάνουν σχεδόν όλοι).

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Οκτώμισι χρόνια μετά από το πρώτο Μνημόνιο, η αντίληψη που έχει σχηματίσει η κοινή γνώμη για τις αιτίες της δυσπραγίας μας είναι αυτή που έχει επιβάλει ο πανίσχυρος «συνασπισμός της χρεωκοπίας» που μας έφερε στην κρίση και που έκτοτε κρατά την χώρα καθηλωμένη. Στην πολιτική εκπροσωπείται από τους ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, αλλά και από τη «λαϊκή δεξιά» του Σαμαρά και των καραμανλικών, από το παλιό ΠΑΣΟΚ, και φυσικά από το ΚΚΕ και την Χρυσή Αυγή. Στα μέσα ενημέρωσης, από τις λιγότερο σοβαρές εφημερίδες, και κυρίως από τους τηλεοπτικούς αστέρες των πρωινών εκπομπών και των βραδινών δελτίων. Στην οικονομία, από τις κρατικοδίαιτες επιχειρήσεις και τα εμπορικά επιμελητήρια, που αναπολούν τις παλιές καλές εποχές και απαιτούν από τις κυβερνήσεις «να ρίξουν χρήμα στην αγορά».

Για όλους αυτούς – και για πολλούς άλλους – για τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό που έφερε την Τρόικα φταίει ο Παπακωνσταντίνου και ο Παπαντωνίου, παρότι η ενοχή του πρώτου δεν αποδείχθηκε ποτέ, ενώ του δεύτερου δεν έχει αποδειχθεί ακόμη. Φταίνε οι πολιτικοί που «τα φάγανε», δεν φταίνε ούτε οι 800.000 προσλήψεις συμβασιούχων το 2004-2009, ούτε οι επιχορηγήσεις του κράτους στα ασφαλιστικά ταμεία, συνολικού ύψους 200 δις – δύο τρίτα του συνολικού δημόσιου χρέους! – την περίοδο 2000-2015. Για αυτό άλλωστε ο τότε υπουργός εσωτερικών ανταμείφθηκε για τις υπηρεσίες του από τη σημερινή κυβέρνηση με το αξίωμα του Προέδρου της Δημοκρατίας. Όσο για τις συντάξεις της ΔΕΗ και της Εθνικής Τράπεζας, και των δικαστικών και των στρατιωτικών και πολλών άλλων, που μειώθηκαν με τους μνημονιακούς νόμους, αυτές «πληρώθηκαν με τις εισφορές των συνταξιούχων», συνεπώς είναι ιερές.

Το δικαστικό σώμα έχει αναδειχθεί σε στυλοβάτη του αντιμνημονιακού «αφηγήματος», αυτού του χοντροκομμένου παραμυθιού που έχει επικρατήσει επειδή χαϊδεύει τις εθνικές μας αυταπάτες, και ας μην περιέχει ίχνος αλήθειας. Με τα δακρύβρεχτα διαβήματα προς τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, γεμάτα από αναφορές στα αρχαία κλέη μας, και στα πνευματικά δικαιώματα που μας οφείλει η υπόλοιπη ανθρωπότητα ως απογόνους του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Με την απίστευτη δίωξη του πρώην προέδρου της ΕλΣτατ επειδή έκανε τη δουλειά του, αντί να στέλνει στις Βρυξέλλες ψεύτικα νούμερα όπως επέβαλλε το εθνικό φρόνημα. Και με το συστηματικό σαμποτάζ στις απεγνωσμένες (όσο και απρόθυμες) προσπάθειες των κυβερνήσεων να συμμαζέψουν κάπως τα δημοσιονομικά της χώρας.

Με το αζημίωτο εννοείται. Η παγερή αδιαφορία των δικαστικών για το πού θα βρούμε τα χρήματα να εφαρμόσουμε τις αποφάσεις τους ξεκινά από τους μισθούς τους, τους οποίους πρακτικά απονέμουν οι ίδιοι στους εαυτούς τους, και που σύμφωνα με στοιχεία που είχαν διαρρεύσει από το Υπουργείο Οικονομικών το 2012 (δηλαδή μετά τις μνημονιακές περικοπές) έφταναν τα 6.500 ευρώ μεικτά το μήνα - κατά μέσο όρο, δηλαδή συνυπολογίζοντας τις αποδοχές όλων των δικαστικών, από έναν πρωτοδιορισμένο ειρηνοδίκη έως τον πρόεδρο του Αρείου Πάγου. Δύομιση φορές πάνω από τις αντίστοιχες αποδοχές π.χ. των ερευνητών, από τους οποίους περιμένουμε την καινοτομία που θα βγάλει την οικονομία μας από το τέλμα.

Ο ένας στους δύο εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα παίρνει μισθούς κάτω από 800 ευρώ το μήνα, αλλά για τους δικαστικούς μας δεν υπάρχει πρόβλημα – ή δεν είναι δικό τους πρόβλημα. Ας φρόντιζαν και αυτοί να ενταχθούν στα «ειδικά μισθολόγια», μαζί με τους υπαλλήλους ΔΕΚΟ, τους στρατιωτικούς, τους κληρικούς, και φυσικά τους ίδιους τους δικαστικούς. Οι περικοπές των ειδικών μισθολογίων κρίθηκαν παράνομες, αντίθετα των απλών εργαζομένων εξακολουθούν να είναι νόμιμες.

Το αξιοσημείωτο δεν είναι η ιδιοτέλεια των δικαστικών. Παρά τους πομπώδεις τόνους, αυτή δεν διαφέρει από την ιδιοτέλεια όλων των άλλων συντεχνιών που βούλιαξαν τη χώρα, με τη συναίνεση των περισσότερων πολιτικών, και υπό τις ενθουσιώδεις επευφημίες των περισσότερων δημοσιογράφων. Είναι ο αντιμνημονιακός ακτιβισμός της κορυφής της ιεραρχίας, από τον πρώην πρόεδρο του ΣτΕ (που κρατούσε στο συρτάρι τις αιτήσεις ακύρωσης που δεν βόλευαν την σημερινή κυβέρνηση) έως την πρώην πρόεδρο του Αρείου Πάγου και σημερινή σύμβουλο του πρωθυπουργού (αναρωτιέται κανείς εάν οι αρμοδιότητες της αφορούν την παροχή τεχνογνωσίας σε θέματα διώξεων πολιτικών αντιπάλων). 

Το πολίτευμα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, που μέχρι νεωτέρας ισχύει στη χώρα μας, προβλέπει τη διάκριση των εξουσιών: η Βουλή νομοθετεί, η κυβέρνηση κυβερνά, τα δικαστήρια ελέγχουν. Με τις πρόσφατες αποφάσεις τους οι δικαστές διεκδικούν το προνόμιο να νομοθετούν και να χαράζουν οικονομική πολιτική. Ο δρόμος προς τη χρεωκοπία περνά από την αλλοίωση του πολιτεύματος.

1 Νοεμβρίου 2018

Η ακραία φτώχεια

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στην εκδήλωση της Κίνησης Πολιτών για μια Ανοικτή Κοινωνία με θέμα «Οι νέες ανισότητες» (Αθήνα 18 Οκτωβρίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Νοέμβριος 2018).

1.

Μου ζητήθηκε να παρουσιάσω εν συντομία τα βασικά ευρήματα της μελέτης μας για την ακραία φτώχεια. Η μελέτη εκπονήθηκε για λογαριασμό της διαΝΕΟσις, με τη συνεργασία τριών νεαρών ερευνητριών: Χρύσα Λεβέντη (Πανεπιστήμιο Essex), Μαρία Φλεβοτόμου (Τράπεζα της Ελλάδος), Ελένη Καναβιτσά (Οικονομικό Πανεπιστήμιο). Οι δύο πρώτες εκπόνησαν τη διδακτορική τους διατριβή στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο, η τρίτη την εκπονεί τώρα.

Πώς εκτιμήσαμε το ποσοστό ακραίας φτώχειας; Θεωρήσαμε ότι το σχετικό όριο είναι ίσο με το κόστος απόκτησης του καλαθιού αγαθών και υπηρεσιών που αντιστοιχεί στις ελάχιστες ανάγκες διαβίωσης μιας οικογένειας. Υπολογίσαμε το κόστος αυτό χωριστά για κάθε τύπο οικογένειας και για διαφορετικές τοποθεσίες. Για παράδειγμα, για μια τετραμελή οικογένεια που διέμενε στην Αθήνα και δεν βαρυνόταν με έξοδα ενοικίου ή στεγαστικού δανείου: €622 το μήνα (το 2016). Στη συνέχεια εκτιμήσαμε το ποσοστό του πληθυσμού που σύμφωνα με τα δεδομένα της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (EU-SILC) εμφανίζει εισόδημα κάτω από το όριο ακραίας φτώχειας (ανάλογα φυσικά με την τοποθεσία και τον τύπο οικογένειας). Το ποσοστό ακραίας φτώχειας είναι απλώς το ποσοστό του πληθυσμού με εισόδημα χαμηλότερο από το κόστος απόκτησης του βασικού καλαθιού με τα απολύτως αναγκαία προς το ζην.

Πόσο ήταν αυτό το ποσοστό; Εκτιμήσαμε ότι ήταν χαμηλό προ κρίσης (2,2% το 2009), μετά αυξήθηκε απότομα (σε 17,1% το 2013), για να υποχωρήσει στη συνέχεια (σε 13,6% το 2016).

Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί σε σχεδόν ενάμισι εκατομμύριο άτομα. Πώς επιβιώνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Εικάζουμε ότι οι περισσότεροι καταφέρνουν – με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία – να διατηρούν ακόμη ένα ελάχιστο επίπεδο κατανάλωσης είτε αντλώντας από αποταμιεύσεις του παρελθόντος, είτε ρευστοποιώντας περιουσιακά στοιχεία (π.χ. χρυσαφικά), είτε χρεώνοντας πιστωτικές κάρτες, είτε απλώς συσσωρεύοντας χρέη (π.χ. στην εφορία, στα ασφαλιστικά ταμεία, στην τράπεζα για στεγαστικά δάνεια), είτε αφήνοντας απλήρωτους άλλους λογαριασμούς (π.χ. ενοίκια, κοινόχρηστα κτλ).

Ποιοι είναι οι «ακραία φτωχοί»; Οι ομάδες που πλήττονται μακράν περισσότερο είναι οι οικογένειες με αρχηγό άνεργο, καθώς και τα νοικοκυριά χαμηλής έντασης εργασίας. Κατά τα άλλα, οι οικογένειες με παιδιά αντιμετωπίζουν σημαντικά υψηλότερα ποσοστά ακραίας φτώχειας από ό,τι τα νοικοκυριά χωρίς παιδιά. Επίσης από αυξημένο κίνδυνο ακραίας φτώχειας χαρακτηρίζονται οι οικογένειες που κατοικούν στις βόρειες ηπειρωτικές περιφέρειες, στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις, καθώς και τα νοικοκυριά που διαμένουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία. Αντίθετα, σε ό,τι αφορά τη γεωγραφική κατανομή, η ακραία φτώχεια κυμαίνεται σε σχετικά χαμηλά επίπεδα στην Κρήτη, στις νησιωτικές περιφέρειες, καθώς και στις αγροτικές περιοχές. Στον αντίποδα επίσης βρίσκονται επαγγελματικές ομάδες που εμφανίζονται ανεπηρέαστες από την παρατεταμένη οικονομική ύφεση και τα μέτρα λιτότητας, εξακολουθώντας να καταγράφουν πολύ χαμηλά ποσοστά ακραίας φτώχειας. Πρόκειται για τους υπαλλήλους Δημοσίου, ΔΕΚΟ και Τραπεζών, καθώς και τους ελεύθερους επαγγελματίες (ειδικά ιατρούς, νομικούς, μηχανικούς και δημοσιογράφους). Το ίδιο ισχύει για τα νοικοκυριά με δύο εργαζόμενους (ιδίως όταν είναι και οι δύο πλήρους απασχόλησης). Τέλος, πολύ χαμηλά εμφανίζονται τα ποσοστά ακραίας φτώχειας για τους συνταξιούχους και τους ηλικιωμένους.


2.

Πώς εξηγείται η εκτίμησή μας για το χαμηλό ποσοστό ακραίας φτώχειας των ηλικιωμένων (2,4% το 2016), καθώς και των συνταξιούχων ανεξαρτήτως ηλικίας (2,9%, έναντι 13,6% για το σύνολο του πληθυσμού); Πολύ απλά, επειδή ακόμη και η χαμηλότερη σύνταξη αρκεί για να καλύψει το κόστος απόκτησης των βασικών αγαθών που θεωρήσαμε απαραίτητα για την εξασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου διαβίωσης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα εισοδήματα των ηλικιωμένων έχουν υποστεί σημαντικές μειώσεις τα τελευταία χρόνια. Όμως, η θέση τους στην κατανομή εισοδήματος έχει βελτιωθεί. Γιατί συνέβη αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις περικόπηκαν λιγότερο από τους μισθούς. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις άλλες συντάξεις (και λιγότερο από τους κατώτατους μισθούς). Τρίτον, επειδή οι συντάξεις – έστω και μειωμένες - συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ βέβαια κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τους μισθούς όσων έχασαν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι συνταξιούχοι που βγήκαν πρόσφατα στη σύνταξη λαμβάνουν υψηλότερες συντάξεις από όσους είχαν συνταξιοδοτηθεί στο πιο μακρινό παρελθόν.

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, το βασικό πρόβλημα των ηλικιωμένων δεν είναι το χαμηλό εισόδημα αυτό καθεαυτό. Είναι η υποβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης, που έχει αυξήσει το κόστος των φαρμάκων και της νοσηλείας, καθιστώντας το απαγορευτικό για τους οικονομικά αδύναμους. Πράγματι, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, στην Ελλάδα το ποσοστό των ηλικιωμένων στο φτωχότερο 20% της κατανομής εισοδήματος οι οποίοι παρότι είχαν ανάγκη περίθαλψης δεν έκαναν χρήση των υπηρεσιών υγείας για οικονομικούς λόγους έφτανε το 30,0% το 2017 (έναντι 11,4% το 2010). Το ποσοστό αυτό ήταν μακράν το χειρότερο στην ΕΕ, ενώ ήταν υπερδεκαπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου (2,8%).


3.

Ενώ η θέση των ηλικιωμένων και των συνταξιούχων στην εισοδηματική πυραμίδα βελτιώθηκε, η θέση των ανέργων, των χαμηλομίσθων και των οικογενειών τους επιδεινώθηκε. Κατά συνέπεια, τα τελευταία χρόνια η σύνθεση του πληθυσμού των φτωχών έχει αλλάξει δραματικά.

Πώς ανταποκρίθηκε σε αυτή τη μεταβολή η πολιτική κατά της φτώχειας;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα τελευταία χρόνια σημειώθηκαν σημαντικά (αν και καθυστερημένα) βήματα εκσυγχρονισμού του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, και ευθυγράμμισης του εγχώριου κοινωνικού κράτους με τον ευρωπαϊκό κανόνα. Ενδεικτικά αναφέρω (α) τη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013, και την αύξησή του με αυστηρότερα εισοδηματικά κριτήρια από το 2018, (γ) την πιλοτική εφαρμογή ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος το 2014 και ξανά το 2016, με γενικευμένη εφαρμογή του σε εθνική κλίμακα από το 2017, και (γ) τη νομοθετική πρόβλεψη για εισαγωγή επιδόματος στέγης για τους δανειολήπτες και ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος από το 2019.

Από την άλλη, διατηρούνται δραματικά κενά κοινωνικής προστασίας, με σημαντικότερο από όλα την απίστευτα χαμηλή κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας. Το 2010, όταν ο αριθμός των ανέργων ήταν ακόμη 639.000, οι δικαιούχοι του τακτικού επιδόματος ανεργίας ήταν 224.000 (ποσοστό κάλυψης 35%). Πέρυσι, οι άνεργοι έφταναν σε 1.030.000, αλλά ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας είχε μειωθεί σε 121.000 (ποσοστό κάλυψης 12%). Με άλλα λόγια, καθώς η ανάγκη για κοινωνική προστασία αυξανόταν, η εισοδηματική στήριξη των ανέργων υποχωρούσε. Η παρακμή των επιδομάτων ανεργίας – την εποχή που η ανάγκη για αυτά ήταν μεγαλύτερη παρά ποτέ – υπήρξε το χειρότερο παράδειγμα αταραξίας της κοινωνικής πολιτικής στις έκτακτες συνθήκες της κρίσης. Εν μέσω της εκκωφαντικής σιωπής των εγχώριων πολιτικών ελίτ, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, της δημόσιας διοίκησης, των εργατικών συνδικάτων, των εργοδοτικών οργανώσεων, των επιστημόνων, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης του Τύπου, ολόκληρης της κοινωνίας.


4.

Η παραπάνω ανάλυση υποδεικνύει τις κατευθύνσεις μιας κοινωνικής πολιτικής άξιας του ονόματός της:

- Κάλυψη των κενών του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας, με προτεραιότητα στην εισοδηματική ενίσχυση των ανέργων και στην εφαρμογή του νόμου για τη θεσμοθέτηση επιδόματος στέγης.

- Προστασία των συντάξεων των φτωχών ηλικιωμένων, αλλά όχι αδιακρίτως όλων των παλαιών συνταξιούχων.

- Αναβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης με στόχο τη βελτίωση της πρόσβασης των φτωχών ηλικιωμένων (και όλων όσων έχουν ανάγκη) σε φάρμακα και νοσηλεία.

- Προετοιμασία ενός πλέγματος κοινωνικών παροχών και υπηρεσιών που να συμβάλλει στην ανάκαμψη της οικονομίας αντί να τη δυσχεραίνει.

Όπως είναι προφανές, η δημόσια συζήτηση στη χώρα μας δεν ασχολείται με αυτά. Το κύριο ερώτημα που απασχολεί τους πάντες είναι πώς δεν θα εφαρμοστεί η πρόβλεψη (νομοθετημένη από την κυβέρνηση) για την περικοπή της διαβόητης «προσωπικής διαφοράς», που επιτρέπει σε όσους πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη μέχρι το 2016 (προτού ψηφιστεί ο «Νόμος Κατρούγκαλου») να εξακολουθούν να εισπράττουν ποσά πολύ υψηλότερα από τις εισφορές που είχαν καταβάλει, και φυσικά πολύ υψηλότερα από τις συντάξεις όσων πρόκειται να βγουν στη σύνταξη από εδώ και πέρα.

Για αυτό άλλωστε, το προσχέδιο προϋπολογισμού που κατατέθηκε πρόσφατα προβλέπει δύο σενάρια. Το πρώτο είναι το «εθνικά υπερήφανο»: αφήνει όλες τις παλιές συντάξεις στην ησυχία τους, παραβαίνοντας τη δέσμευση για κατάργηση της προσωπικής διαφοράς που η ίδια η κυβερνητική πλειοψηφία ψήφισε. Βέβαια, επειδή η εθνική υπερηφάνεια έχει κόστος, μετά δεν θα περισσεύουν χρήματα για άλλα μέτρα, όπως π.χ. είναι το επίδομα στέγης που επίσης ψήφισε η κυβερνητική πλειοψηφία. Το δεύτερο σενάριο είναι αυτό που θέλουν οι κακοί ξένοι και τα εγχώρια φερέφωνά τους: εφαρμογή των δεσμεύσεων που έχουν νομοθετηθεί, δηλ. μερική κατάργηση της προσωπικής διαφοράς (με πλαφόν μείωση 18%) και χορήγηση επιδόματος στέγης.

Το ενδιαφέρον είναι ότι το προσχέδιο προϋπολογισμού περιλαμβάνει μια υποδειγματική ανάλυση των διανεμητικών επιπτώσεων των δύο σεναρίων. Το «εθνικά υπερήφανο» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο πλούσιους: όσους βρίσκονται στο πάνω μέρος της κατανομής εισοδήματος. Το «προδοτικό» σενάριο ωφελεί κυρίως τους πιο φτωχούς: όσους βρίσκονται στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κατανομής. 

Σε μια νορμάλ χώρα, η συζήτηση για το ποιο από τα δύο σενάρια πρέπει να εφαρμοστεί θα σταματούσε κάπου εδώ. Στη χώρα μας, τίποτε δεν φαίνεται να ταράζει την εθνική ομοψυχία – για τη λάθος επιλογή.

Αναγνώσεις

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2018).

Κυριακή, ημέρα ανάγνωσης. Ο ανταποκριτής σας περπάτησε υπό καταρρακτώδη βροχή μέχρι το περίπτερο για να αγοράσει την Corriere della sera και τη Lettura, το κυριακάτικο ένθετο, και στη συνέχεια πάνω από τη γέφυρα, δίπλα στο κανάλι, μέχρι το Mag, το αγαπημένο του καφέ. Πάνε τα τραπέζια έξω, πάει και ο ήλιος: συνωστισμός στον κλειστό χώρο, βρεγμένα πανωφόρια, ομπρέλες που στάζουν, μυρωδιά μούχλας στην ατμόσφαιρα. Αλλά και ωραία μουσική, θαμώνες Ιταλοί και ξένοι, με την παρέα τους ή μοναχικοί, νεαρά ζευγάρια, γυναίκες με τα παιδιά τους, άνδρες με τα σκυλιά τους, μιλάνε, γελάνε, διαβάζουν. Αισθάνομαι πάντα πολύ οικεία σε τέτοιο πλήθος. Ο σερβιτόρος με το λεπτό μουστάκι και τις τιράντες με υποδέχεται με θερμό χαιρετισμό: "Καλημέρα αγαπητέ. Το συνηθισμένο κρουασάν με φυστίκια;" Δίπλα μου μια νεαρή γυναίκα με γυαλιά μου ζητά την άδεια να ρίξει μια ματιά στο κύριο σώμα της εφημερίδας. "Δεν θα σας τη λερώσω!" Την κοιτάζω λίγο παραξενεμένος: "Τόσο πολύ φαίνεται ότι με ενοχλούν κάτι τέτοια;" Γελάει - "Όχι, αλλά η ανάγνωση της κυριακάτικης εφημερίδας είναι και για μένα ιερή."

Είχα αρκετό καιρό να διαβάσω τη Lettura. Είχα ξεχάσει πόσο απολαυστική είναι. Μέσα στις 64 σελίδες βρήκα τουλάχιστον μια ντουζίνα (μεγάλα) άρθρα με ενδιαφέροντα θέματα και συναρπαστική γραφή. Τα πιο σημαντικά (κατά σειρά εμφάνισης): Παρουσίαση της ιταλικής έκδοσης του βιβλίου του E.O. Wilson "The origins of creativity" (προ ετών είχα κάνει δώρο στη Ρ. το "Letters to a Young Scientist", αφού πρώτα το διάβασα εγώ). Ο Wilson, καθηγητής εντομολογίας στο Harvard, δημοφιλής εκλαϊκευτής της επιστήμης, στοχάζεται στην τεχνητή νοημοσύνη και ποντάρει σε έναν "Διαφωτισμό 4.0" (μετά τον αρχαιοελληνικό του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, τον αραβικό του Αβερρόη και του Αβικέννα, και τον Διαφωτισμό της Αναγέννησης), όπου η φιλοσοφία και οι ανθρωπιστικές επιστήμες συνδιαλέγονται με την τεχνολογία και τις θετικές επιστήμες, αντί να γυρίζουν την πλάτη τους σε αυτές.

Γυρίζω σελίδα και πέφτω πάνω στο άρθρο του Maurizio Ferrera, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου, για το αποτέλεσμα των εκλογών της Βαυαρίας. Γνώστης της γερμανικής, μελετητής του Max Weber, φιλελεύθερος από το Τορίνο, κοιτίδα του ιταλικού φιλελευθερισμού, μαθητής του Norberto Bobbio, ο Ferrera χαιρετίζει τη νίκη των Πρασίνων ως προάγγελο ενός πανευρωπαϊκού κινήματος αντίστασης στον εθνολαϊκισμό. Στο διπλανό άρθρο μια συντάκτης της εφημερίδας γράφει για ένα άλλο είδος Γερμανών οικολόγων: Völkische Siedler, Umwelt und Aktiv, αλλά στην πραγματικότητα Blut und Boden. Από όλα έχει ο μπαχτσές, μερικές φορές κυριολεκτικά: τα βιολογικά προϊόντα των νέων εποίκων που επέστρεψαν στη φύση καταλήγουν στα ράφια των καταστημάτων του Βερολίνου και του Μονάχου, όπου αγοράζονται από ανυποψίαστους κοσμοπολίτες καταναλωτές που αγνοούν την τοξική ιδεολογία των παραγωγών τους.

Ξαναγυρίζω σελίδα: "Το γέλιο απελευθερώνει, ακόμη και τους ερωτευμένους". Η συντάκτρια, Ilaria Gaspari, (άγνωστή μου) νεαρή συγγραφέας, με πτυχίο φιλοσοφικής από τη φημισμένη Normale της Pisa, αντιπαραθέτει στον "Ρωμαίο και Ιουλιέττα" του Βάρδου το "Much ado about nothing" του ιδίου, όπου - αντί για τραγικούς έρωτες, αυτοκτονίες και άλλες συμφορές - ο μισογύνης Benedick και η πνευματώδης Beatrice πειράζονται, καυγαδίζουν, εκνευρίζουν ο ένας τον άλλο, προτού τελικά αγαπηθούν. Η Gaspari (προβλέψιμα) εξαίρει την αξία του γέλιου στον έρωτα, και (απρόσμενα) προσθέτει μερικές σοφές γραμμές: η ζωή συχνά μας κάνει να υποφέρουμε, και κάθε νίκη του χιούμορ είναι αναγκαστικά προσωρινή - αλλά μας βοηθά να γίνουμε λίγο πιο ελεύθεροι, λίγο λιγότερο δούλοι των παθών μας. Καταλήγει με τον Βοκκάκιο, που στο "Δεκαήμερο" έγραψε σελίδες φαρσοκωμωδίας για να παρωδήσει τα υποκριτικά ήθη της εποχής, αλλά στην ιστορία του Gian di Procida πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Ο νεαρός συλλαμβάνεται να ερωτοτροπεί με τη μέλλουσα σύζυγο του βασιλιά. Ο τελευταίος δίνει εντολή να εκτελεστούν και οι δύο, αφού πρώτα διαπομπευθούν στην πλατεία της πόλης. Οι δύο εραστές, αλυσοδεμένοι, προσπαθούν μάταια να καλύψουν τη γύμνια τους. Αλλά ο όχλος που έχει συγκεντρωθεί για να παρακολουθήσει την εκτέλεση και να εξευτελίσει τους καταδικασμένους, χάνει κάθε όρεξη για κοροϊδίες όταν αντικρίζει τους δύο εραστές, "γυμνούς, όμορφους, και αθώους": σιωπά γεμάτο σεβασμό, και απαιτεί από τον βασιλιά να τους δώσει χάρη. Εκείνος συμμορφώνεται.

Ξαναγυρίζω σελίδα (είμαστε ακόμη στις πρώτες σελίδες της Lettura): O Loris Zanatta, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Bologna, ειδικός στα πολιτικά συστήματα της Λατινικής Αμερικής, ειρωνεύεται τον Noam Chomsky (ο οποίος κάθεται και σε μένα στο στομάχι) που στο νέο του βιβλίο δηλώνει απογοητευμένος από τον Μαδούρο και τους Κίρχνερ. Μήπως κατά τύχη αισθάνεται την ανάγκη να κάνει αυτοκριτική για τους ενθουσιώδεις επαίνους του μόλις πριν λίγα χρόνια; "Όχι βέβαια! Τι φταίει εκείνος που πίστεψε σε αυτούς; Αυτοί φταίνε που αποδείχθηκαν διεφθαρμένοι" γράφει ο Zanatta - και συνεχίζει: "Δεν ξέρω αν νιώθω πιο πολύ θυμό ή οίκτο για τους Αγγλοσάξονες ριζοσπάστες τύπου Chomsky, Michael Moore, Oliver Stone, Ken Loach κ.ά., αφελή εξαπτέρυγα του κάθε Fidel Castro, Rafael Correa, Hugo Chavez: είναι προφανές ότι δεν ξέρουν για τι πράγμα μιλάνε." Με αφορμή την ιταλική έκδοση του τελευταίου βιβλίου του (90χρονου) Chomsky, o Zanatta γράφει ένα μικρό δοκίμιο για την οικονομία, την κοινωνία και την πολιτική της Λατινικής Αμερικής. Το πρόβλημα της τελευταίας δεν είναι ο καπιταλισμός, που πουθενά αλλού δεν έχει τόσους εχθρούς ("εθνικιστές, σοσιαλιστές, καθολικούς, τριτοκοσμικούς"), αλλά η επικράτηση μιας κουλτούρας αυταρχικής, κρατιστικής και κορπορατιβιστικής, με ρίζες στην ισπανική αποικιοκρατία. Στη Λατινική Αμερική οι περισσότεροι επιχειρηματίες "δεν ζητούν ανταγωνισμό αλλά προστασία, δεν θέλουν κανόνες αλλά προνόμια, δεν αναζητούν αγορές αλλά εργολαβίες". "Αξιοκρατία, διαφάνεια, νομιμότητα; Κενές λέξεις." (Θα μπορούσε να μιλάει για την Ελλάδα.) Καταλήγει με μια πιο αισιόδοξη νότα, χαιρετίζοντας την πρόσφατη εμφάνιση νέων μεσοαστικών στρωμάτων με υγιέστερες αξίες. "Ποιος ξέρει αν πρόκειται για φαινόμενα επιφανειακά ή βαθύτερα, παροδικά ή μονιμότερα. Λίγο το ένα και λίγο το άλλο, υποθέτω. Όμως ένα πράγμα είναι βέβαιο: ο αντικαπιταλισμός του Chomsky χαρίζει μια επίστρωση αξιοπιστίας στους χειρότερους κληρονόμους της αποικιοκρατικής παράδοσης. Τίποτε σήμερα δεν είναι προοδευτικότερο από την επιδίωξη ενός υγιούς καπιταλισμού στη Λατινική Αμερική."

21 Οκτωβρίου 2018

Οι λαοί είναι λιγότερο ανόητοι απ' ό,τι οι λαϊκιστές νομίζουν

Συνέντευξη στην Αγγελική Σπανού. Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική εφημερίδα «news 247» (Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2018).

-Η σύγκρουση Ρώμης-Βρυξελλών τρομάζει ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν θα έπρεπε;

Τα πράγματα είναι πράγματι ανησυχητικά. Το δημόσιο χρέος της Ιταλίας είναι θεόρατο: 2,3 τρις ευρώ (12 φορές όσο το ΑΕΠ της Ελλάδας). Χωρίς την Ιταλία, είναι δύσκολο να επιβιώσει το κοινό νόμισμα. Στην πραγματικότητα, όμως, αυτό που έχει απέναντί της η Ρώμη δεν είναι τόσο οι Βρυξέλλες όσο οι αγορές. Εάν η Ιταλία κατέθετε ένα σχέδιο προϋπολογισμού με τις ίδιες προβλέψεις για το έλλειμμα (2,4% του ΑΕΠ αντί του 0,8% που είχε συμφωνηθεί με την προηγούμενη κυβέρνηση), αλλά πειστικό με την έννοια της βελτίωσης των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάκαμψης της οικονομίας, είναι πιθανό οι αγορές να αντιδρούσαν θετικά. Αλλά η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης Σαλβίνι – Ντι Μάιο δεν ενδιαφέρεται τόσο για την οικονομία όσο για τις ευρωπαϊκές εκλογές του Μαΐου 2019. Οπότε οι αγορές – δηλ. οι καταθέτες, άτομα και οι οργανισμοί – δικαίως δυσπιστούν, και ζητούν ασφάλιση κινδύνου για να αγοράσουν ομόλογα του ιταλικού κράτους. Αυτή η ασφάλιση κινδύνου είναι το spread. Όσο αυτό ανεβαίνει, τόσο αυξάνεται το κόστος εξυπηρέτησης του ιταλικού χρέους, τόσο εξανεμίζονται οι πόροι που συνεισφέρουν οι Ιταλοί φορολογούμενοι, και τόσο στενεύουν τα περιθώρια άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής.

 

-Σαλβίνι και ντι Μάιο κερδίζουν απ αυτή την κόντρα;

Βραχυπρόθεσμα, ίσως. Η γνωστή παντομίμα «εμείς διαπραγματευόμαστε σκληρά, αντίθετα με τους προηγούμενους που ήταν πεσμένοι στα τέσσερα» δεν έχει ακροατήριο μόνο στην Ελλάδα. Φυσικά, αργά ή γρήγορα η πραγματικότητα εκδικείται. Η ελπίδα των Σαλβίνι και Ντι Μάιο είναι η εκδίκηση της πραγματικότητας να μην έρθει πριν από τον επόμενο Μάιο. Πράγμα όχι απίθανο.

 

-Ο ευρωσκεπτικισμός έχει διαβρώσει και την ιταλική κοινωνία πέρα από το πολιτικό σύστημα;

Η Ιταλία είναι ιδρυτικό μέλος της Ενωμένης Ευρώπης (άλλωστε η ιδρυτική Συνθήκη υπογράφηκε στη Ρώμη). Επί πλέον, όπως έδειχναν όλες οι έρευνες γνώμης, οι Ιταλοί για ολόκληρες δεκαετίες εμπιστεύονταν τις Βρυξέλλες περισσότερο από τη Ρώμη. Αυτό τα τελευταία χρόνια άλλαξε. Όχι τόσο εξαιτίας των καταστροφικών επιπτώσεων της πρόσφατης κρίσης (σε σύγκριση με την Ελλάδα ή την Ισπανία, η Ιταλία έπεσε στα μαλακά). Το πρόβλημα είναι ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90 η ιταλική οικονομία έχει πάψει να αναπτύσσεται, με αποτέλεσμα να πνέει ένας άνεμος απαισιοδοξίας, ιδίως μεταξύ των νεότερων γενιών. Επίσης, παραμένουν άλυτες οι ιστορικές παθογένειες της Ιταλίας από την εποχή της Ενοποίησης πριν ενάμιση αιώνα (το χάσμα Βορρά-Νότου, το οργανωμένο έγκλημα, η πολιτική αστάθεια, το χαμηλό επίπεδο δημόσιας διοίκησης, η μυωπία του επιχειρηματικού κόσμου). Όλα αυτά βεβαίως μικρή σχέση έχουν με την Ευρώπη ή με το κοινό νόμισμα.

 

-Μήπως ο λαϊκισμός κυριάρχησε στην Ιταλία επειδή ήταν πολύ αντιλαϊκός ο αντιλαϊκισμός;

Για πολλά πράγματα μπορεί να κατηγορήσει κανείς τις μετριοπαθείς φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις της Ιταλίας, και ιδίως το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα, αλλά η κατηγορία του «αντιλαϊκού» δύσκολα στέκει. Η αδυναμία τους να δώσουν λύσεις στα προβλήματα της χώρας, αυτό ναι.

 

-Υπάρχουν αναλογίες μεταξύ ελληνικής και ιταλικής πραγματικότητας

Για μια ακόμη φορά εμείς οι Έλληνες είμαστε μπροστά από την εποχή μας. Η νίκη των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, με τη Βαρουφάκειο διαπραγμάτευση στο ενδιάμεσο, την οποία θα πληρώνουμε για πολλές δεκαετίες, ήταν η πρώτη πράξη της επιθεώρησης «Τσαρλατάνοι στην κυβέρνηση». Η νίκη της Λέγκα και του Κινήματος Πέντε Αστέρων τον περασμένο Μάρτιο ήταν η τελευταία (μέχρι στιγμής). Η παταγώδης αποτυχία της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μέσα σε ένα κρεσέντο ανικανότητας, κυνισμού και αναξιοκρατίας, δίνει μια γεύση για το τι μπορεί να επακολουθήσει στην Ιταλία. Ήδη τα δείγματα γραφής πληθαίνουν: από τη νέα υπουργό υγείας, που πιστεύει ότι οι εμβολιασμοί βλάπτουν την υγεία, έως τον εκπρόσωπο τύπου του πρωθυπουργού, που γκρίνιαζε στους δημοσιογράφους ότι η κατάρρευση της γέφυρας στη Τζένοβα με δεκάδες νεκρών του χάλασε την αργία του Δεκαπενταύγουστου, όλα φαίνονται τόσο οικεία. Αντιστρόφως, η διαφαινόμενη ήττα των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στις επόμενες εκλογές θα δείξει ότι οι λαοί είναι λιγότερο ανόητοι από ό,τι νομίζουν οι λαϊκιστές.

4 Οκτωβρίου 2018

Είναι δίκαιο να μην περικοπούν οι συντάξεις;

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018).

Μετά τις περικοπές της περιόδου 2010-2014, είναι άχαρο να υποστηρίζει κανείς ότι οι συντάξεις πρέπει να μειωθούν και άλλο. Ιδίως εάν λάβει κανείς υπόψη ότι οι συνταξιούχοι δεν έχουν περιθώρια προσαρμογής: δεν μπορούν να εργαστούν, ή να εργαστούν περισσότερο, ή να ψάξουν για άλλη δουλειά, δεν μπορούν καν να μεταναστεύσουν. Ίσως αυτό να εξηγεί - εν μέρει - την ομοφωνία κυβέρνησης και αντιπολίτευσης (για να μην αναφερθώ στην απόλυτη συναίνεση των εντύπων και ηλεκτρονικών μέσων ενημέρωσης) για το απαράδεκτο της κατάργησης της «προσωπικής διαφοράς».

Εν μέρει όμως. Εάν κάτι δείχνει η συζήτηση για τις συντάξεις είναι ότι μετά από μια δεκαετία σχεδόν κρίσης δεν μάθαμε τίποτε (ούτε ξεχάσαμε τίποτε, όπως οι Βουρβώνοι μετά το 1814). Ας δούμε γιατί.

1. Η «προσωπική διαφορά» επινοήθηκε για να εξασφαλίζει ότι όσοι πρόλαβαν να συνταξιοδοτηθούν πριν από την ψήφιση του Νόμου Κατρούγκαλου θα εξακολουθήσουν να εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις από εκείνες που ο ίδιος νόμος θεσμοθέτησε για τους νέους συνταξιούχους.

2. Ανάμεσα στους παλαιούς συνταξιούχους, πολλοί συνταξιοδοτήθηκαν σε νεαρή ηλικία. Σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία, το 17% όσων βγήκαν στη σύνταξη τον Δεκέμβριο 2016 (λίγο προτού τεθεί σε ισχύ ο Νόμος Κατρούγκαλου) ήταν έως 55 ετών, ενώ το 41% έως 60 ετών. Στις συντάξεις γήρατος τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν 13% και 40%.

3. Απίστευτα μεγάλος αριθμός συνταξιούχων (424 χιλιάδες άνθρωποι σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου) εξακολουθεί να λαμβάνει 3 ή περισσότερες συντάξεις.

4. Παρά τις περικοπές, οι συντάξεις δεν είναι τόσο χαμηλές όσο νομίζεται. Η μέση σύνταξη γήρατος τον Δεκέμβριο 2016 ήταν €972 το μήνα. Οι χαμηλότερες ηλικίες εισπράττουν υψηλότερη σύνταξη: €1.198 κατά μέσο όρο για τους συνταξιούχους κάτω των 55 (και €1.241 για τους κάτω των 60).

5. Σύμφωνα με προηγούμενη μελέτη μας, για τη συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων του ΙΚΑ (98,5% μετά τις μνημονιακές περικοπές) οι συντάξεις είναι υπερ-ανταποδοτικές, δηλ. υπερβαίνουν τις εισφορές που κατέβαλαν οι ίδιοι οι συνταξιούχοι και οι εργοδότες τους (κατά €63.600 σε διά βίου βάση). Για το Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ, αυτό ισχύει στο πολλαπλάσιο.

6. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το 66% των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα εισπράττουν μισθούς κάτω από €1.000 το μήνα (50% κάτω από €800).

7. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΑΕΔ και της ΕλΣτατ, το ποσοστό των ανέργων που εισπράττουν επίδομα ανεργίας (€360 το μήνα) ήταν 12,8%.

Να μην περικοπούν λοιπόν οι συντάξεις; Κανενός; Ούτε όσων πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη σε ηλικία που οι περισσότεροι δουλεύουν; Ούτε όσων παίρνουν σύνταξη πάνω από το μέσο μισθό των εργαζομένων που τους συντηρούν με τις εισφορές τους; Σύνταξη πολύ υψηλότερη από τις εισφορές που πλήρωσαν οι ίδιοι; Και οπωσδήποτε πολύ υψηλότερη από τις συντάξεις όσων βγαίνουν στη σύνταξη σήμερα;

Είναι θέμα επιλογής. Σε μια χώρα που γερνά, και όπου η ανεργία παραμένει στα ύψη, μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε – όλες! – τις συντάξεις «ιερές αγελάδες». Εναλλακτικά, μπορούμε να δώσουμε προτεραιότητα στο μέλλον, στην απασχόληση και στην ανάπτυξη, προστατεύοντας το εισόδημα (και την περίθαλψη) όσων ηλικιωμένων έχουν ανάγκη. Ποια επιλογή είναι δικαιότερη;

Ένας έρωτας

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2018).

Κάνει ακόμη αρκετή ζέστη στο Μιλάνο, αλλά κανείς εδώ δεν αμφιβάλλει ότι το φθινόπωρο ήρθε οριστικά. Κιτρινισμένα φύλλα δεν φαίνονται πουθενά, ούτε πρωτοβρόχια, αλλά μερικά πράγματα δεν επηρεάζονται από την κλιματική αλλαγή. Για όσους δεν έχουν (ή δεν είναι οι ίδιοι) παιδιά σχολικής ηλικίας, η καλύτερη απόδειξη είναι η παρουσία εκατοντάδων φωτομοντέλων στους δρόμους της πόλης, που όπως κάθε χρόνο τέτοια εποχή αναπνέει στους ρυθμούς της «Εβδομάδας της μόδας». Ο ανταποκριτής σας κοιτάζει τα νεαρά κορίτσια με το ανέκφραστο βλέμμα και το υπερβολικά αδύνατο σώμα όπως κοιτάζει ο εντομολόγος τους ανωφελείς κώνωπες, συμφωνώντας με τον Έ., που αναγνωρίζει ως μοναδικό προσόν των μοντέλων τα ψηλά ζυγωματικά («δεν είναι και λίγο» απαντά ο πατέρας του, μόνιμο πνεύμα αντιλογίας), και με τη Ρ. που υποψιάζεται ότι η ζωή τους «πρέπει να είναι λίγο θλιβερή».

Χθες, καθισμένος σε ένα παγκάκι στο πάρκο, δίπλα σε μαμάδες που πασάλειβαν μεθοδικά τα πιτσιρίκια τους με αντικουνουπικές κρέμες, παρακολουθώντας με ανησυχία τις φουσκάλες από τα τσιμπήματα να αυξάνονται και να πληθύνονται στο μπράτσο μου, κατάφερα επιτέλους να τελειώσω το «Un amore», το ερωτικό μυθιστόρημα του Dino Buzzati που κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 1963 προκαλώντας πλήθος αντιδράσεων. Ο πρωταγωνιστής, ένας 50χρονος αρχιτέκτονας στο Μιλάνο, ερωτεύεται ένα λαϊκό κορίτσι με τα μισά του χρόνια ή λιγότερα, που πουλάει το κορμί της σε όποιον δίνει περισσότερα, με την ώρα ή με το μήνα. Ο έρωτάς του γίνεται εμμονικός, παρασύροντάς τον σε ένα σπιράλ εξευτελισμού και ταπείνωσης.

Πρόκειται για ένα είδος «Γαλάζιου Άγγελου» αλά ιταλικά. Στην ταινία του Josef von Sternberg (βασισμένη στο μυθιστόρημα του Heinrich Mann), ο Rath, αξιοσέβαστος καθηγητής Γυμνασίου, ερωτεύεται τη Λόλα, αρτίστα καμπαρέ (την υποδύεται η Marlene Dietrich), στα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Όλο και λιγότερο αξιοσέβαστος, ο καθηγητής Rath έχει άσχημο τέλος. Ο Antonio πάλι, ο πρωταγωνιστής του Buzzati, όχι ακριβώς – αν και εδώ οι γνώμες διίστανται. Η συνέχεια στις σελίδες του βιβλίου.

Δυστυχώς οι μόνες πόρνες και καμπαρετζούδες που έχει γνωρίσει ο ανταποκριτής σας, επίσης καθηγητής, επίσης αξιοσέβαστος (μέχρι αποδείξεως τουναντίον), ήταν στη λογοτεχνία και στον κινηματογράφο. Ειδικά στην Ιταλία, αυτό σχετίζεται εν μέρει με την ψήφιση του «Νόμου Μέρλιν», από το όνομα της σοσιαλίστριας γερουσιαστού που τον εισηγήθηκε, ο οποίος απαγόρευσε τους οίκους ανοχής («case di tolleranza»). Εν μέσω σφοδρής διαμάχης, το νομοσχέδιο εγκρίθηκε το 1958, με τις ψήφους των χριστιανοδημοκρατών, των κομμουνιστών, των ρεπουμπλικάνων, των περισσότερων σοσιαλιστών, και λίγων σοσιαλδημοκρατών. Καταψήφισαν οι φιλελεύθεροι, οι ριζοσπάστες, οι νεοφασίστες, οι μοναρχικοί, πολλοί σοσιαλδημοκράτες, και κάποιοι διαφωνούντες από το σοσιαλιστικό και άλλα κόμματα.

Ο Dino Buzzati, δημοσιογράφος της Corriere della sera από το 1928 έως τον θάνατό του το 1972 (είχε δηλώσει ότι εμπνεύστηκε το αριστούργημά του «Η έρημος των Ταρτάρων» παρακολουθώντας την ρουτίνα των συναδέλφων του στην εφημερίδα), στο θέμα του Νόμου Μέρλιν δεν είχε δίλημμα. Το άρθρο του, την επομένη της ψήφισης του νόμου, ήταν μια μεθοδική και αδιάλλακτη υπεράσπιση των οίκων ανοχής και του επαγγέλματος της «δημόσιας γυναίκας». Ήδη από τη δεύτερη γραμμή του άρθρου ο Buzzati προειδοποιεί τους αναγνώστες ότι δεν πρόκειται να λάβει υπόψη του την «τελετουργική υποκρισία που ευρέως θεωρείται υποχρεωτική κάθε φορά που θίγεται το θέμα». Φτάνει να συγκρίνει τη γερουσιαστή Μέρλιν με τον Ηρόστρατο «που διέταξε να καεί η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, καταστρέφοντας ένα τεράστιο πολιτισμικό κεφάλαιο που χάθηκε για πάντα». Θρηνεί την ανεκτίμητη απώλεια του «ερωτικού πολιτισμού που με λόγια και με έργα μετέδιδαν από γενιά σε γενιά οι οίκοι ανοχής». Και προς αποφυγή παρεξηγήσεων διευκρινίζει: «Δεν έχω καμμία πρόθεση να αστειευτώ».

Ο ανταποκριτής σας, όπως του συμβαίνει συχνά, δεν ξέρει τι ακριβώς να σκεφτεί πάνω στο θέμα. Από τη μια αντιτίθεται στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, και δεν αμφιβάλλει ότι στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων η πορνεία είναι μια θλιβερή συναλλαγή χωρίς ίχνος glamour. Από την άλλη, έχει σχηματίσει την εικόνα - διαβάζοντας μελέτες και συνεντεύξεις, τι άλλο; - ότι για ορισμένες γυναίκες, σε ορισμένες ευνομούμενες χώρες, για μια σύντομη περίοδο ενδεχομένως (όσο διαρκεί η νεότητα), είναι επίσης μια εμπειρία ενδυνάμωσης, όπου ο συσχετισμός ισχύος ευνοεί τη «δημόσια γυναίκα». Οι νόμιμοι οίκοι ανοχής έγερναν την πλάστιγγα υπέρ της ενδυνάμωσης και κατά της εκμετάλλευσης, αντίθετα π.χ. με τα παράνομα σπίτια ή τους σκοτεινούς δρόμους. Και δεδομένου ότι η απαγόρευση των οίκων ανοχής δεν εξάλειψε την πορνεία, αναρωτιέται κανείς πού ακριβώς έγκειται το δημόσιο συμφέρον, και ποια πολιτική θα το διασφάλιζε, ταυτόχρονα με την αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα των «δημόσιων γυναικών».

Καλύτερα να σταματήσω εδώ. Εάν το πανεπιστήμιο όπου διδάσκω βρισκόταν στις ΗΠΑ, το κίνημα #metoo θα φρόντιζε να απολυθώ. Στη μεσογειακή Ευρώπη ακόμη όχι – αν και ποτέ κανείς δεν ξέρει.

26 Αυγούστου 2018

Το πολιτικό δίλημμα της μεταμνημονιακής εποχής

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 26 Αυγούστου 2018).

Όσοι αμφέβαλλαν για την παρακμή του «ενδιάμεσου χώρου», το θέαμα των τελευταίων μηνών θα πρέπει να τους έπεισε. Από τη μια, η άρνηση των οργανωμένων δυνάμεων της κεντροαριστεράς να βαδίσουν γρήγορα και αποφασιστικά στο δρόμο της ανανέωσης και της ενότητας (που είναι ο μόνος που οδηγεί στην ανασυγκρότηση). Από την άλλη, ο αποδεκατισμός του χώρου, η εγκατάλειψή του υπέρ της ιδιώτευσης, ή υπέρ της δημόσιας υποστήριξης στη Νέα Δημοκρατία ή ακόμη και στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η απόδοση ιδιοτελών κινήτρων στους τελευταίους είναι επίσης ένδειξη παρακμής: του δημόσιου διαλόγου. Τα επιχειρήματα πρέπει να απαντώνται με επιχειρήματα, όποια και να είναι τα πραγματικά - αλλά άγνωστα - κίνητρα όσων τα προβάλλουν. Στο κάτω-κάτω, χωρίς ιδιοτελή κίνητρα (π.χ. δόξα και υστεροφημία) δεν γίνεται πολιτική – ίσως μάλιστα να μην γίνεται τίποτε απολύτως. Το ζήτημα είναι άλλο: εάν η ιδιοτέλεια είναι απόλυτη ή αντίθετα εάν υπηρετεί ευγενέστερες επιδιώξεις συλλογικού συμφέροντος.

Κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να μην ανησυχεί για το ενδεχόμενο μελλοντικής επικράτησης μιας ρεβανσιστικής δεξιάς, που θα δικαιώνει π.χ. όσους με περισσή γενναιότητα (εκατό εναντίον ενός) θεώρησαν επιβεβλημένο να ξυλοκοπήσουν έναν ηλικιωμένο άνθρωπο, τον δήμαρχο Θεσσαλονίκης, επειδή δεν συμμερίζεται τις εθνικιστικές τους φαντασιώσεις. Έχουν άδικο όμως όσοι σήμερα προσεγγίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ να θεωρούν ότι η ενίσχυσή του είναι ο κατάλληλος τρόπος για να αποτραπεί αυτό που απεύχονται.

Αν κάτι έδειξε το διάγγελμα του πρωθυπουργού στην Ιθάκη, που λοιδωρώντας «τον τραπεζίτη που έγινε πρωθυπουργός» έδωσε πολιτική κάλυψη στα διαταραγμένα άτομα που επιχείρησαν να τον δολοφονήσουν, ήταν ότι ο διχαστικός λόγος και η συκοφάντηση του αντιπάλου είναι η μόνη γλώσσα που γνωρίζει καλά ο κ. Τσίπρας και οι γύρω του: αυτή τους έφερε από το πολιτικό περιθώριο στα σαλόνια της Ευρώπης, την ίδια γλώσσα θα επιστρατεύσουν – σε ένα κρεσέντο μίσους – για να γραπωθούν στην εξουσία μέχρι την τελευταία στιγμή. Και τι άλλο ανέδειξε τη Χρυσή Αυγή σε υπολογίσιμη δύναμη, εάν όχι ο εξευτελισμός των θεσμών, η καταρράκωση του κοινοβουλευτισμού, και η νομιμοποίηση της βίας, αυτό το βρώμικο σπορ στο οποίο τόσο εξαιρετικές επιδόσεις σημείωσε το αντιμνημονιακό στρατόπεδο από το «καλοκαίρι των αγανακτισμένων» μέχρι τις μέρες μας;

Επί πλέον, τι νόημα έχει να επικαλείται κανείς την πολιτική γεωγραφία, που τοποθετεί την κεντροαριστερά πλησιέστερα στην αριστερά παρά στη δεξιά, όταν αυτή η αριστερά δεν δίστασε να συμπορευθεί – σε έναν αρραβώνα έρωτα και συναντίληψης, όχι απλώς συμφέροντος – επισήμως με την πιο ψεκασμένη δεξιά, και ανεπισήμως με την άλλη «δεξιά συνιστώσα», ακόμη περισσότερο επικίνδυνη λόγω της επιρροής της στο βαθύ κράτος;

Κανείς κεντροαριστερός δεν επιθυμεί την «εξόντωση του ΣΥΡΙΖΑ». Εάν ήταν στο χέρι μας, η χώρα θα είχε μια αριστερά (και ένα κέντρο, και μια δεξιά) που σέβεται τους κανόνες του δημοκρατικού παιγνιδιού και αναγνωρίζει στους αντιπάλους το δικαίωμα να σκέφτονται διαφορετικά. Το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι στο χέρι μας, και η αριστερά που έχουμε κινείται εδώ και πολύ καιρό στην αντίθετη κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση, οι επόμενες εκλογές θα κρίνουν το έργο μιας κυβέρνησης που εξαπάτησε τους ψηφοφόρους, εφάρμοσε σχέδια άλωσης της δικαιοσύνης και των μέσων ενημέρωσης, ξεχαρβάλωσε το κράτος (από την αστυνομία έως τις δημόσιες συγκοινωνίες, και από την πολιτική προστασία έως την ανώτατη εκπαίδευση), και καθήλωσε την οικονομία καθυστερώντας και επιβραδύνοντας την ανάκαμψη. Η κατηγορηματική ήττα στις κάλπες του ιδιαίτερου μείγματος ανικανότητας και χυδαιότητας με το οποίο πολιτεύεται αυτή η κυβέρνηση δεν είναι εκδικητικότητα: είναι αναγκαία συνθήκη για να ορθοποδήσει ο τόπος.

Αναγκαία συνθήκη, αλλά όχι ικανή. Η διαμάχη για το «Μακεδονικό» έχει δώσει το φιλί της ζωής στις πιο καθυστερημένες δυνάμεις στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας που είχαν ηττηθεί με την εκλογή του κ. Μητσοτάκη. Οι δυνάμεις αυτές υλοποίησαν τον δημοσιονομικό εκτροχιασμό της χώρας την περίοδο 2005-2009, απέρριψαν την εθνική συνεννόηση με πρόσχημα τις ανύπαρκτες εναλλακτικές των Ζαππείων το 2010-2011, δεν έμαθαν τίποτε από την τραυματική εμπειρία της κρίσης, και σήμερα ονειρεύονται διορισμούς και ρουσφέτια. Όλοι αυτοί έχουν περισσότερα κοινά με τον ΣΥΡΙΖΑ (και ιδίως με τους ΑΝΕΛ) από ό,τι οι ίδιοι θέλουν να παραδεχθούν. Η υπερσυντηρητική, εθνικιστική δεξιά που εκπροσωπούν είναι ο αντίπαλος που ονειρεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Μια τυχόν επικράτησή της θα ήταν για τον κ. Τσίπρα ο ασφαλέστερος τρόπος για να επιστρέψει στην εξουσία στις μεθεπόμενες εκλογές.

Και το αντίστροφο: ο διχαστικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ ενισχύει τις ακραίες συντηρητικές δυνάμεις, μέσα και έξω από τη Νέα Δημοκρατία. Για αυτό κάνουν τραγικό λάθος όσοι θεωρούν ότι η σύμπυξη ενός δήθεν «προοδευτικού μετώπου» είναι ο καλύτερος τρόπος για την αναχαίτισή τους. Θα είχε το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα: εμφυλιοπολεμική πόλωση που θα εξασφάλιζε την καθήλωση της χώρας για πολλές δεκαετίες.

Έχοντας βγει από τα Μνημόνια (χωρίς να βγούμε από τη διεθνή οικονομική επιτήρηση), βρισκόμαστε πλέον αντιμέτωποι με το φάσμα της στασιμότητας. Για να την αποφύγουμε, στις επόμενες εκλογές θα πρέπει όχι απλώς να αλλάξουμε κυβέρνηση αλλά να γυρίσουμε σελίδα. Ο τόπος διαθέτει ακόμη ζωντανές δυνάμεις, παρά τη μετανάστευση μερικών εκατοντάδων χιλιάδων νέων, και παρά την περιθωριοποίηση πολλών από όσους έμειναν στην Ελλάδα. Όσοι ονειρεύονται να ζήσουν σε μια χώρα ευνομούμενη, που προστατεύει όσους έχουν ανάγκη, και που δίνει ευκαιρίες σε όσους (και είναι πολλοί) εργάζονται έντιμα και σκληρά, θα απαιτήσουν από την επόμενη κυβέρνηση να τους εκπροσωπήσει. Άλλα περιθώρια αποτυχίας δεν υπάρχουν.

27 Μαΐου 2018

Φτου ξελεφτερία για όλους;

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 27 Μαΐου 2018).

Όλες οι πολιτικές δυνάμεις ενδιαφέρονται για την εκλογική τους επιρροή – ή δεν είναι πολιτικές δυνάμεις. Και δεν είναι λίγοι όσοι, όταν το βραχυπρόθεσμο συμφέρον της παράταξης συγκρούεται με το πιο μακροπρόθεσμο συμφέρον του τόπου, δεν διστάζουν να επιλέξουν το πρώτο. Αυτό, άλλωστε, δεν έκανε η κυβέρνηση Καραμανλή, 2004-2009; Μετά από έναν παροξυσμό σπατάλης και κακοδιαχείρισης, χρεωκόπησε τη χώρα και έφυγε νωρίς, παραδίδοντας την καυτή πατάτα στους επόμενους. Κάπως έτσι η ΝΔ διατήρησε τις δυνάμεις της καλύτερα από ό,τι το ΠΑΣΟΚ, κάπως έτσι διατηρεί την επιρροή του το ίδιο το καραμανλικό μπλοκ, με το ένα πόδι στο βαθύ κράτος των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, και με το άλλο έτοιμο να βάλει τρικλοποδιά στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Συχνά ο κυνισμός ανταμείβεται στις κάλπες από τον κυρίαρχο λαό.

Αυτό είναι το καλούπι πάνω στο οποίο υφαίνεται σήμερα η προεκλογική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ. Έξοδος από τα Μνημόνια (έστω με τρία χρόνια καθυστέρηση από την υπόσχεση της άμεσης κατάργησής τους «με ένα άρθρο και έναν νόμο»), απαλλαγή από τον ξένο ζυγό, επιστροφή στη λεωφόρο της ανάπτυξης. Αυτό θα είναι το τρίπτυχο πάνω στο οποίο θα βασιστεί η προεκλογική εκστρατεία του ΣΥΡΙΖΑ, διανθισμένη με δύσοσμους και ατεκμηρίωτους υπαινιγμούς για τη διαφθορά των αντιπάλων. Με στόχο όχι τη νίκη, αλλά την «διατήρηση του κύριου όγκου των δυνάμεων», έτσι ώστε τα επόμενα δύο χρόνια η χώρα να μην μπορεί να κυβερνηθεί από κανέναν. Με την ελπίδα το εκλογικό σώμα, μέσα στην παραζάλη του, να τους δώσει άλλη μια ευκαιρία στις μεθεπόμενες εκλογές, ει δυνατόν το 2020. Σε ένα σκηνικό γεμάτο συντρίμμια, ποιος νοιάζεται; Σημασία έχει να έρθουν ξανά στα πράγματα.

Το ίδιο το τρίπτυχο είναι σαθρό. Αντί για «καθαρή έξοδο από τα Μνημόνια», η σημερινή κυβέρνηση έχει υπογράψει περικοπές δαπανών και αυξήσεις φόρων για πολλά ακόμη χρόνια, δεσμεύοντας τις επόμενες κυβερνήσεις. Η αντίθεση στην προληπτική πιστωτική γραμμή που ζητά ανήσυχος ο Διοικητής της ΤτΕ θα έχει μοιραίες συνέπειες: οι αγορές θα μας δανείζουν με πολύ επαχθέστερους όρους από ό,τι τα Μνημόνια, ιδίως όσο η ιταλική κρίση απειλεί να δυνατιμίσει την Ευρωζώνη. Αλλά για τους εγκεφάλους του ΣΥΡΙΖΑ, πολιτικούς και οικονομικούς, όλα αυτά θα συμπέσουν χρονικά με τη «δεξιά παρένθεση», άρα εξυπηρετούν το σχέδιό τους.

Όσο για την ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας, που στο μυαλό του Τσίπρα και του Τσακαλώτου σημαίνει επιστροφή στη χρυσή εποχή της κυβέρνησης Καραμανλή, των ανεξέλεγκτων πελατειακών διορισμών και των θηριωδών ελλειμμάτων, θα παραμείνει φαντασίωση. Το 2004-2009 οι αγορές νόμιζαν ότι τα ελληνικά ομόλογα είναι περίπου το ίδιο ασφαλή όσο και τα γερμανικά. Τώρα πλέον κανείς δεν πιστεύει κάτι τέτοιο. Η εθνική μας κυριαρχία θα είναι πιο περιορισμένη μετά την «καθαρή έξοδο» από όσο ήταν με τα Μνημόνια. Και εάν διαλυθεί η Ευρωζώνη, όπως εύχονται διάφοροι ανόητοι, τα περιθώρια για άσκηση ανεξάρτητης οικονομικής πολιτικής θα είναι αντίστοιχα με εκείνα της Αργεντινής ή της Τουρκίας.

Κακά τα ψέματα, εθνική κυριαρχία χωρίς ισχυρή οικονομία δεν γίνεται. Και «ισχυρή» σημαίνει «βιώσιμη», χωρίς το ντόπινγκ του υπερδανεισμού ή της εκτύπωσης χρήματος. Όμως ποιος σοβαρός άνθρωπος θέλει να επενδύσει σε μια χώρα όπου η βασική αγωνία της κυβέρνησης είναι το πώς θα χειραγωγήσει τους δήθεν ανεξάρτητους θεσμούς (τη Δικαιοσύνη, τον Τύπο), όπου όσοι έχουν καλές διασυνδέσεις αναρριχώνται σε θέσεις ευθύνης όσο άχρηστοι και εάν είναι, όπου η αριστεία υπονομεύεται και η μετριότητα επιβραβεύεται, όπου η ανομία και η βία κυριαρχούν; Κανείς σοβαρός άνθρωπος. Μόνο το είδος των επενδυτών που ευδοκιμούν στα αποτυχημένα κράτη όλου του κόσμου: τυχοδιώκτες και μαφιόζοι.

Μπορεί να ματαιωθεί το σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ; Ναι, αλλά όχι εύκολα. Μια υπερσυντηρητική και εθνικιστική δεξιά θα είναι το ίδιο βλαβερή για τον τόπο (και, παρεμπιπτόντως, ο αντίπαλος που ονειρεύεται ο ΣΥΡΙΖΑ). Το ίδιο και μια κεντροαριστερά αγχωμένη για την εκλογική της επιβίωση, που ανακαλύπτει τις αρετές των ίσων αποστάσεων, και – γιατί όχι; - της υποταγής σε όσους την συκοφάντησαν και την εξευτέλισαν τα τελευταία χρόνια. Όμως η κυβέρνηση που θα βγάλει τη χώρα από την κρίση και θα στείλει τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση για πολλά χρόνια δεν αρκεί να στηρίζεται σε αυτές τις δύο παρατάξεις, την κεντροαριστερά και την κεντροδεξιά. Θα πρέπει ταυτόχρονα να τις υπερβαίνει, ενώνοντας όλες τις ζωντανές δυνάμεις, της δουλειάς και της προκοπής, της προόδου και της επινοητικότητας, της συνεννόησης και της μετριοπάθειας. Μια τέτοια Ελλάδα υπάρχει – και απαιτεί εκπροσώπηση.

23 Μαΐου 2018

Η κανονικότητα του ΣΥΡΙΖΑ

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τετάρτη 23 Μαΐου 2018).

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τη ζωηρή συζήτηση των ημερών αναφορικά με το μελλοντικό μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ στην κατεύθυνση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, παρά το γεγονός ότι αυτή η συζήτηση εκπορεύεται περισσότερο από διανοητές της κεντροαριστεράς και δεν αποτελεί ένα διακηρυγμένο στόχο του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που υπονοείται είναι η αναγκαιότητα να συμβάλει ο ΣΥΡΙΖΑ στην επιστροφή της χώρας σε μία μορφή κανονικότητας. Διότι αν η διαφαινόμενη ολοκλήρωση του προγράμματος προσαρμογής σηματοδοτεί υπό προϋποθέσεις την έξοδο της χώρας από μία επώδυνη «κατάσταση εξαίρεσης» στο πεδίο της οικονομίας, στο πολιτικό πεδίο συνεχίζουν να κυριαρχούν με σχεδόν αποκλειστική ευθύνη της κυβέρνησης, η πολιτική αβεβαιότητα, η κακοποίηση των θεσμών, ο συγκρουσιακός λόγος. Επ’ αυτού λοιπόν του ερωτήματος η απάντησή μας είναι αρνητική, κύρια για τους παρακάτω τρεις λόγους:

Πρώτον, ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ γιγαντώθηκε σε συνθήκες «μη κανονικότητας» της περιόδου της σφοδρής οικονομικής κρίσης, με κορύφωση το τραγικό δημοψήφισμα του 2015. Αγκάλιασε πρόθυμα ιδεοληψίες, νομιμοποίησε αντιδημοκρατικές συμπεριφορές και πρόσφερε φιλόξενο καταφύγιο σε κάθε λογής ανορθολογικά οικονομικά και πολιτικά αιτήματα. Η αρμονική συμπόρευση με το εθνικο-λαϊκιστικό κόμμα των ΑΝΕΛ, καθώς και με εκπροσώπους της καραμανλικής δεξιάς, είναι η πλέον ορατή απόδειξη της απόστασης που χωρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ από την ευρωπαϊκή κανονικότητα. Η μετέπειτα (αναγκαστική) προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ όταν οι «αυταπάτες» του συγκρούστηκαν με την πραγματικότητα οδήγησε σε ταχεία δημοσκοπική συρρίκνωση της απήχησής του. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι στην ενδεχόμενη απομάκρυνσή του από την κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιστρέψει τάχιστα στην εμπρηστική ρητορική του πρόσφατου παρελθόντος του. 

Δεύτερον, oι ιδέες και τα πρόσωπα ασκούν τη δική τους καταλυτική επίδραση στις πολιτικές επιλογές και τα πολιτικά κόμματα εξελίσσονται βαθμιαία και οι οβιδιακές μεταμορφώσεις σπανίζουν. Σε αυτό το πλαίσιο κάθε σύγκριση του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 είναι ατυχής. Αν στο ΠΑΣΟΚ χρειάστηκαν δύο δεκαετίες για να εγκαταλείψει το ριζοσπαστικό παρελθόν του σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο, πόσος χρόνος άραγε θα απαιτηθεί για  το μεγάλο μέρος του πολιτικού προσωπικού του ΣΥΡΙΖΑ που αγκάλιασε ηγέτες αυταρχικών και νεοκομμουνιστικών καθεστώτων τριάντα χρόνια έπειτα από την κατάρρευση του κομμουνιστικού συστήματος;

Τρίτον, η καθημερινή άσκηση της διακυβέρνησης της χώρας δείχνει το πώς αντιλαμβάνεται η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ την κανονικότητα. Σε κάθε τομέα όπου η κυβέρνηση διατηρεί ελευθερία κινήσεων και οι οποίοι δεν ρυθμίζονται από το ακολουθούμενο πλαίσιο οικονομικής προσαρμογής (Μνημόνιο), αναπαράγονται ορισμένες από τις χειρότερες όψεις της μεταπολίτευσης (πελατειακές λογικές, οπισθοδρομικές επιλογές, αφόρητος λαϊκισμός). Ακόμη χειρότερα, όπως καταδεικνύεται από τη διαρκή υποβάθμιση των θεσμών του κράτους δικαίου (βλ. παρεμβάσεις στη δικαιοσύνη), η κυβέρνηση δεν δείχνει να συμμερίζεται το πλαίσιο του πολιτικού φιλελευθερισμού που συνιστά τον πυρήνα του ευρωπαϊκού μοντέλου διακυβέρνησης.

Συμπερασματικά, ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε θέλει ούτε μπορεί να μετεξελιχθεί σε ένα σύγχρονο πολιτικό φορέα που να αποδέχεται τις αρχές της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τις θέσεις της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που προέχει είναι η επιστροφή της χώρας στην πολιτική κανονικότητα – και αυτό προϋποθέτει την άμεση επιστροφή και μακρόχρονη παραμονή του ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση.

17 Μαΐου 2018

Κυβέρνηση τσαρλατάνων

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 17 Μαΐου 2018).

Όπως όλα δείχνουν, πάμε προς σχηματισμό κυβέρνησης στην Ιταλία. Η Λέγκα (πρώην του Βορρά), αδελφό κόμμα του γαλλικού Εθνικού Μετώπου της Μαρίν Λεπέν, και το Κίνημα Πέντε Αστέρων, που ίδρυσε ο κωμικός Μπέππε Γκρίλλο, οι δύο νικητές των εκλογών του περασμένου Μαρτίου, θα ενώσουν τις δυνάμεις τους. Τι κοινό έχουν τα δύο κόμματα; Όχι πολλά. Απέχθεια για το «κατεστημένο», για την κεντροαριστερά, για την Τράπεζα της Ιταλίας, για την ανεξάρτητη δημοσιογραφία, για την Ευρώπη. Συμπάθεια για τη Ρωσία του Πούτιν. Και δίψα για εξουσία: μεγάλη και απροσχημάτιστη.

Φυσικά, επειδή οι δύο μελλοντικοί εταίροι δεν εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον, συμφώνησαν να συνάψουν γραπτό σύμφωνο συμβίωσης, με (αντισυνταγματικές) διαδικασίες επίλυσης διαφωνιών. Και με κυβερνητικό πρόγραμμα: κατάργηση του νόμου για τις συντάξεις, πιο αναλογική φορολογία (ιδέα της Λέγκα), επίδομα 780 ευρώ σε εκατομμύρια ανέργους και υποαπασχολούμενους (ιδέα του Κ5Α). Πώς θα χρηματοδοτηθούν όλα αυτά; Προσχηματική απάντηση: Από την περικοπή των βουλευτικών αποζημιώσεων και των «χρυσών συντάξεων» (άνω των 5.000 ευρώ το μήνα), και από την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αληθινή απάντηση: Δεν θα χρηματοδοτηθούν. Θα αυξηθεί το έλλειμμα. Και όταν οι Βρυξέλλες τους ρωτήσουν τι σκέπτονται να κάνουν για να επαναφέρουν τα δημοσιονομικά υπό έλεγχο, θα καταγγείλουν την ανάμειξη στα εσωτερικά της χώρας. Εξ άλλου και τα δύο κόμματα έχουν στο παρελθόν υποστηρίξει την έξοδο από το ευρώ. Ο δε Γκρίλλο προχθές επανήλθε ζητώντας άμεσο δημοψήφισμα και διπλό νόμισμα. Κατά τα άλλα, άμεση επαναδιαπραγμάτευση των Συνθηκών της ΕΕ (δεν πρόκειται να συμβεί), άμεση εκτόπιση μεταναστών χωρίς χαρτιά (ιδέα της Λέγκα), και φυσικά άρση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας (ιδέα και των δύο).

Ποιες θα είναι οι συνέπειες από μια κυβέρνηση Λέγκα-Κ5Α; Νέα πτώση του διεθνούς κύρους της Ιταλίας, προς επιβεβαίωση του στερεότυπου των φανφαρόνων που δεν έχουν καταλάβει πόσο ανήμποροι είναι. Άνοδος των spreads των κρατικών ομολόγων, που σε μια χώρα με θηριώδες δημόσιο χρέος (το οποίο είχε συσσωρευθεί κυρίως στις δεκαετίες του ‘70 και του ’80) απειλεί να τινάξει στον αέρα τα δημοσιονομικά του κράτους. Ενίσχυση των θέσεων του Πούτιν, ο οποίος αποκτά νέο προγεφύρωμα – πέρα από τη μικρή και ασήμαντη Ελλάδα, ή τις «ανελεύθερες δημοκρατίες» της ανατολικής Ευρώπης. Στην καρδιά της δυτικής Ευρώπης αυτή τη φορά, σε ένα ιδρυτικό μέλος της ενωμένης Ευρώπης, σε μια από τις μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου.

Δικαιολογημένη, συνεπώς, η ανησυχία των πολιτικών ελίτ στις Βρυξέλλες, στο Παρίσι, στο Βερολίνο (και στην Ουάσινγκτον, στο βαθμό που έχουν απομείνει εχέφρονες άνθρωποι εκεί). Φυσικά, η αδιαφορία της Ευρώπης (πλην Γερμανίας και Σουηδίας) για την ισόρροπη κατανομή των προσφύγων και των μεταναστών, οι οποίοι φτάνουν στην Ιταλία και παγιδεύονται εκεί, ή για μια οικονομική διακυβέρνηση στην Ευρωζώνη που να δίνει ελπίδες και μέλλον σε όλες τις χώρες, όχι μόνο σε εκείνες του Βορρά, συνέβαλαν καθοριστικά στην διάβρωση του φιλοευρωπαϊσμού στην Ιταλία, και στην αποτυχία των μεταρρυθμιστικών κυβερνήσεων που – παρά τα ελαττώμματά τους  - προσπάθησαν να βρουν λύσεις στο πλαίσιο των ευρωπαϊκών κανόνων.

Και τώρα; Δεν είναι δύσκολο να απαριθμήσει κανείς τις πολιτικές προϋποθέσεις για την εξουδετέρωση της ισχυρής πρόκλησης στην ευρωπαϊκή ομαλότητα που εκπροσωπεί μια κυβέρνηση Λέγκα-Κ5Α στην Ιταλία. Αλλαγή πορείας της ίδιας της Ευρώπης: νέα πολιτική για το μεταναστευτικό, νέα οικονομική διακυβέρνηση, κυρώσεις σε όσες κυβερνήσεις δεν σέβονται το ευρωπαϊκό κεκτημένο. Και στην Ιταλία: ανασυγκρότηση του χώρου αριστερά από το κέντρο, για την προγραμματική αντιπολίτευση στη διαφαινόμενη κυβέρνηση τσαρλατάνων, και για την προετοιμασία της επανόδου στην εξουσία στις επόμενες εκλογές. Το δύσκολο είναι να εντοπίσει κανείς τις πολιτικές δυνάμεις, και τους πολιτικούς ηγέτες, που θα φανούν αντάξιοι των περιστάσεων.

10 Μαΐου 2018

Μια αστραφτερή πόλη

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 10 Μαΐου 2018).

Η «Εβδομάδα του design», η φημισμένη διεθνής έκθεση του Μιλάνου, που πραγματοποιήθηκε την τρίτη εβδομάδα του Απριλίου, είχε φέτος μεγαλύτερη επιτυχία παρά ποτέ: πάνω από μισό εκατομμύριο επισκέπτες, 26% περισσότεροι από πέρυσι, οι περισσότεροι από την Ευρώπη και την Αμερική, +1,2 δισεκατομμύρια ευρώ έσοδα για την οικονομία της πόλης – όλα αυτά μέσα σε μια μόνο εβδομάδα.

Αλλά τι ακριβώς είναι αυτή η «Εβδομάδα του design»; Τυπικά πρόκειται για το άθροισμα δύο διακριτών εκδηλώσεων. Από τη μια, της επίσημης έκθεσης με την ονομασία «Σαλόνι του Επίπλου», που γίνεται στον εκθεσιακό χώρο του Rho, λίγο έξω από το Μιλάνο, στην οποία συμμετέχουν επιχειρήσεις (από τη Βόρεια Ιταλία, την υπόλοιπη χώρα, και τον υπόλοιπο κόσμο) στον κλάδο του επίπλου – αλλά και του φωτισμού, της εσωτερικής διακόσμησης κτλ. Μια βιομηχανία που, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των εκπροσώπων της, συνεισφέρει στην ιταλική οικονομία 5% του ΑΕΠ (και ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό των εξαγωγών).

Από την άλλη, της ανεπίσημης έκθεσης «Fuorisalone»: ένα σύνολο 1.372 εγκαταστάσεων, συζητήσεων, δεξιώσεων και άλλων «δρώμενων», διάχυτων σε έξη περιοχές της πόλης. Φέτος η zona Tortona, το παλιό βιοτεχνικό κέντρο κοντά στα κανάλια της πόλης και στον σιδηροδρομικό σταθμό της Porta Genova (κοντά στην κατοικία του ανταποκριτή σας), που ζει μια δεύτερη νεότητα – η περιοχή, όχι ο ανταποκριτής σας – ως cluster δεκάδων μικρών επιχειρήσεων που φιλοξενούνται στα παλιά βιομηχανικά κτίρια, δέχθηκε 180.000 επισκέπτες. Ξεπεράστηκε όμως σε αριθμό προσελεύσεων από τις εγκαταστάσεις του περιοδικού Interni στο προαύλιο της ιστορικής έδρας του Κρατικού Πανεπιστημίου της πόλης, με την απίθανη διεύθυνση «Οδός Εορτής της Συγχώρεσης» (ελαφρυντικό: ήταν μοναστήρι παλιά), που δέχθηκε 200.000 επισκέψεις. Άλλα περίπτερα φιλοξένησαν τις πιο ποικίλες εκθέσεις, από παρκέ έως αυτοκίνητα, και από μικροσκοπικές κρεβατοκάμαρες έως γωνίες ανάγνωσης για τον σύγχρονο άνδρα (και γυναίκα).

Ένας θρίαμβος, που χτίστηκε πάνω στην παραδοσιακή φινέτσα και εφευρετικότητα της τόσο αξιαγάπητης (και, μερικές φορές, τόσο εκνευριστικής) γειτονικής φυλής, η οποία λατρεύει – με τη θρησκευτική σημασία της λέξης – την ομορφιά σε όλες της τις εκφάνσεις, έχοντας την αναγορεύσει σε απόλυτη αξία, ακόμη και αδιαφορώντας, στην ανάγκη, για την οσμή σήψης που κάποτε τη συνοδεύει (όπως αξέχαστα έδειξε ο Paolo Sorrentino στην ταινία του «La grande bellezza»). Αλλά επίσης, μια επιτυχία που έγινε εφικτή χάρη στην εργατικότητα των Μιλανέζων, και των πιο ακατέργαστων εξαδέλφων τους στις κοιλάδες της Λομβαρδίας, καθώς και στη συνεργασία κράτους, επιχειρήσεων, και κοινωνίας των πολιτών. Όπου εδώ κράτος ίσον Δήμος του Μιλάνου (όπου κυβερνά η κεντροαριστερά), συν τα πανεπιστήμια της πόλης (το προαναφερθέν λεγόμενο «Κρατικό», για να μην το μπερδεύουν με το Καθολικό, αλλά και το Πολυτεχνείο, 5ο στον κόσμο στο design σύμφωνα με την τελευταία κατάταξη QS World University Rankings, day job του ανταποκριτή σας), συν δημοτική επιχείρηση συγκοινωνιών (που αύξησε τα δρομολόγια κόβοντας 700.000 εισιτήρια παραπάνω σε μια εβδομάδα). Όσο για την κοινωνία των πολιτών, εννοώ κυρίως τους κατοίκους των ιστορικών κτιρίων, που άνοιξαν για μια εβδομάδα τις περίκλειστες αυλές τους (από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της πόλης) στις επιχειρήσεις που νοίκιασαν κάποιον χώρο, συνήθως έναντι εξωφρενικού τιμήματος, καθώς και στους χιλιάδες επισκέπτες. Οι υπόλοιποι κάτοικοι διχάστηκαν – μερικές φορές, και εσωτερικά – ανάμεσα στη μεταδοτική ευφορία εκατοντάδων χιλιάδων χαρούμενων και (κατά κανόνα) εμφανίσιμων επισκεπτών από τη μια, και στη σνομπ δυσφορία του τύπου «άντε να περάσει επιτέλους αυτή η εβδομάδα να πάψουμε να στριμωχνόμαστε έτσι» από την άλλη.

Στο μάθημα της Παρασκευής, με θέμα την ακμή και την παρακμή των πόλεων, εκείνων που δεν μπόρεσαν να συνέλθουν από την έκλειψη της βασικής τους δραστηριότητας (όπως το Detroit, τέως Motown νυν Murder Town, και όπως σε λιγότερο δραματικό τόνο το Τορίνο), και εκείνων αντίθετα που κατάφεραν να επινοήσουν μια νέα ταυτότητα (όπως η Βοστώνη, που ακμάζει χάρη στη συνέργεια των επιχειρήσεων τεχνολογίας ή βιοιατρικής έρευνας και των κορυφαίων πανεπιστημίων όπου παράγεται η απαραίτητη γνώση, και όπως το Μιλάνο), οι ιταλοί φοιτητές μου ήταν λιγότερο ενθουσιώδεις από ό,τι εγώ. Ο Μ. είναι λίγο αντιεξουσιαστής, οπότε όλη αυτή η καπιταλιστική φιέστα του κάθεται λίγο στο στομάχι. Ο Ε. είναι από την Τοσκάνη, οπότε πόσο να τον εντυπωσιάσει η ομορφιά του Μιλάνου; Επίσης, είναι καλλιεργημένος και στοχαστικός: παρατηρεί ότι «οι πόλεις χάνουν τη γοητεία τους όταν αρχίζουν να μιλάνε για αυτήν». Η παγκόσμια πρωτοκαθεδρία του Μιλάνου στον τομέα της μόδας βασίστηκε στις εκατοντάδες μικρές βιοτεχνίες όπου οι ιδιοκτήτες δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, μαζί με τους τεχνίτες και τις μοδίστρες, παράγοντας ρούχα και παπούτσια που αρχικά φορούσαν οι ίδιοι, μετά η υπόλοιπη πόλη, και μετά ο υπόλοιπος κόσμος. Σήμερα οι βιοτεχνίες αυτές ή δεν υπάρχουν ή αντίθετα έχουν γιγαντωθεί ως πολυεθνικές, και έχουν μεταφέρει την παραγωγή έξω από την πόλη, συνήθως έξω από τη χώρα, μέχρι την Κίνα και το Βιετνάμ. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με το design: «είναι ένα άδειο κέλυφος». Η G., η βοηθός μου, οικονομολόγος με Μάστερ από το Bocconi, έτοιμη να φύγει για διδακτορικό στο Cornell, συμφωνεί. Αλλά κατάγεται από μια μικρή πόλη του Πιεμόντε, το Μιλάνο της φαίνεται ακριβό και «δήθεν», και το χειρότερο: υποψιάζομαι ότι είναι οπαδός της Γιουβέντους. Μάλλον κακώς της έδωσα το λόγο. Όσο για τους υπόλοιπους φοιτητές μου, από τη Γαλλία, τη Σουηδία, τη Σερβία, την Αίγυπτο, την Ινδία και την Κίνα, που είναι και η πλειοψηφία, παρακολουθούν με ενδιαφέρον, συγκρίνοντας όσα ακούν με τις δικές τους αρκετά επιφανειακές ακόμη εμπειρίες από τη ζωή στο Μιλάνο, αναλογιζόμενοι τις πόλεις που άφησαν πίσω (τη Μασσαλία, το Γκαίτεμποργκ, το Βελιγράδι, το Κάιρο ή το Νέο Δελχί), στις οποίες ελπίζουν μετά την αποφοίτηση να επιστρέψουν για να εργαστούν ως αρχιτέκτονες ή πολεοδόμοι.

Μιλάω στα παιδιά για τις πόλεις όπου έζησα, τις πόλεις που αγάπησα. Το Μιλάνο, οπωσδήποτε. Αλλά και το Λονδίνο, τον προηγούμενο αιώνα, τότε που υπήρχαν ακόμη μαγειρεία όπου μπορούσες να φας αυγά με μπέηκον (και με τομάτες και με φασόλια, όλα τηγανισμένα σε λάδια αγνώστου προελεύσεως), και όπου για να πιεις καφέ της προκοπής έπρεπε να πας στο Bar Italia στο Soho. Και φυσικά μιλώ για την Αθήνα, αυτή την αντιφατική πόλη, υπέροχη και εχθρική, ζωτική και καταθλιπτική, που στη μακρά ιστορία της (πιο Αιώνια Πόλη από τη Ρώμη) έχει γνωρίσει την πιο αστραφτερή ακμή και την πιο σκοτεινή παρακμή, και που σήμερα ταλαντεύεται ανάμεσα στη μιζέρια και στην αισιοδοξία, ανάμεσα στην αναδίπλωση και στην εξωστρέφεια.

Αλλά αυτή, όπως λένε, είναι μια άλλη ιστορία.

5 Μαΐου 2018

Η ανάκαμψη απαιτεί μια ενιαία αγορά εργασίας

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 5 Μαΐου 2018).

Ένα άρθρο με θέμα την πολιτική της σημερινής κυβέρνησης για την απασχόληση θα μπορούσε να είναι πραγματικά σύντομο. Η κυβέρνηση δεν διαθέτει κάτι τέτοιο. Η προσπάθεια απορρόφησης κοινοτικών πόρων, όχι ιδιαίτερα επιτυχής εξ άλλου, δεν συνιστά πολιτική. Όσο για τις εκθέσεις ιδεών περί «κοινωνικής οικονομίας», ως λύση για την απορρόφηση ενός εκατομμυρίου ανέργων, μόνο ως ανέκδοτα μπορούν να εκληφθούν: το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να συκοφαντήσουν ανεπανόρθωτα και αυτή την συμπαθητική αλλά περιορισμένου βεληνεκούς πρόταση.

Βέβαια ούτε οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν να επιδείξουν αξιόλογο έργο: η απασχόληση ήταν σχεδόν πάντοτε ένας από τους τομείς πολιτικής όπου η κυβερνητική δράση στη χώρα μας παρακολουθούσε τις εξελίξεις χωρίς να θέλει ή να μπορεί να τις επηρεάσει. Με αυτή την έννοια, η σημερινή κυβέρνηση – που υποτίθεται ότι θα «ξεμπέρδευε με το παλιό» – ακολουθεί την πεπατημένη, απλώς σε πιο ανερμάτιστη εκδοχή.

Κακά τα ψέματα, η μόνη άξια λόγου πολιτική απασχόλησης των τελευταίων ετών ήταν και πάλι αυτή των Μνημονίων. Θυμίζουμε συνοπτικά τη συνταγή: εσωτερική υποτίμηση, χαλάρωση της νομοθεσίας για την προστασία της απασχόλησης, περιορισμός της ισχύος των συλλογικών διαπραγματεύσεων (και των συνδικάτων). Μια στρατηγική φιλελευθεροποίησης και απορρύθμισης της αγοράς εργασίας.

Απέδωσε η στρατηγική αυτή στη χώρα μας; Βραχυπρόθεσμα, ενδεχομένως ναι. Η ευχέρεια των εργοδοτών να μειώνουν προσωρινά και νόμιμα τις δαπάνες μισθοδοσίας σε εποχές αναδουλειάς μπορεί να σώσει επιχειρήσεις και θέσεις εργασίας. Είναι πολύ πιθανό χωρίς τη μείωση των μισθών η ανεργία να είχε αυξηθεί ακόμη περισσότερο. (Άλλωστε, στις επιχειρήσεις όπου εργοδότες και εργαζόμενοι μπόρεσαν να συνεννοηθούν, η αναγκαιότητα των περικοπών για να μην χαθούν οι δουλειές αναγνωρίστηκε τελικά από όλους.)

Όμως μακροπρόθεσμα η στρατηγική της εσωτερικής υποτίμησης δεν αποδίδει. Ας μην ξεχνάμε ότι η λογική της Τρόικας ήταν η στροφή προς ένα εξαγωγικό μοντέλο ανάπτυξης: φτηνή εργασία = φτηνά προϊόντα = ανάκτηση μεριδίου στις διεθνείς αγορές = αύξηση της κερδοφορίας των ελληνικών επιχειρήσεων = αύξηση της παραγωγής = προσλήψεις = πτώση της ανεργίας. Ένας ενάρετος κύκλος. Συνέβη αυτό; Σε απελπιστικά μικρό βαθμό. Μέχρι πολύ πρόσφατα, η αξία των εξαγωγών σε ευρώ ήταν χαμηλότερη από ό,τι προ κρίσης. Εάν αφαιρέσει κανείς τα πετρελαιοειδή (που εισάγονται και επανεξάγονται διϋλισμένα) και τον τουρισμό (που είναι ευάλωτος σε γεωπολιτικές αναταράξεις), η εξαγωγική επίδοση της ελληνικής οικονομίας ήταν χαμηλή – ιδίως σε σύγκριση με αυτή άλλων μικρών χωρών που επλήγησαν από την κρίση όπως π.χ. η Πορτογαλία. Όσο για την απασχόληση, επί πέντε ολόκληρα χρόνια μετά τη μείωση των κατώτατων μισθών και τα υπόλοιπα μέτρα απορρύθμισης της αγοράς εργασίας, ο αριθμός απασχολουμένων συνέχισε να μειώνεται: το επίπεδο του Φεβρουαρίου 2012 (όταν οι εργαζόμενοι ήταν 3,7 εκατομμύρια) ξεπεράστηκε μόλις τον Απρίλιο του 2017!

Γιατί ποιο λόγο; Επειδή η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα παραγωγικό μοντέλο φτηνής ανάπτυξης - δηλ. χαμηλής τεχνολογίας, μικρού μεγέθους επιχειρήσεων, χαμηλών διαχειριστικών ικανοτήτων (των εργοδοτών), και χαμηλών δεξιοτήτων (των εργαζομένων). Η εσωτερική υποτίμηση δεν έλυσε κανένα από αυτά τα προβλήματα, ούτε μπορούσε. Η αναγκαιότητα αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου (η στροφή προς επενδύσεις στη γνώση και στο ανθρώπινο κεφάλαιο των εργαζομένων) δεν ήταν καν στην agenda της Τρόικας. Ακόμη χειρότερα, απουσίαζε από την οπτική των ελληνικών κυβερνήσεων, κομμάτων, συνδικάτων και εργοδοτικών οργανώσεων (με ορισμένες αξιοσημείωτες εξαιρέσεις).

Συνεπώς; Έχουν δίκιο οι υπουργοί του ΣΥΡΙΖΑ που στις επαφές με τους δανειστές ψελλίζουν διάφορα περί επιστροφής στη χρυσή εποχή προ κρίσης; Όχι, επειδή η εποχή εκείνη ήταν χρυσή μόνο για εργαζομένους σε επιχειρήσεις τύπου ΔΕΗ, ΟΤΕ και Εθνικής Τράπεζας (από όπου άλλωστε προέρχονταν οι ηγέτες της ΓΣΕΕ και τα «εργατικά» στελέχη των κομμάτων). Αυτό που χρειάζεται η χώρα δεν είναι η αποκατάσταση των απαράδεκτων προνομίων μιας μικρής ομάδας καλοπληρωμένων εργαζομένων (οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, έχασαν λιγότερα στα χρόνια της κρίσης από ό,τι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι). Είναι η επικράτηση ενιαίων κανόνων για όλους τους εργαζόμενους, είτε εργάζονται σε ΔΕΚΟ είτε στην Pizza Domino.

Πράγματι, το (άλλο) λάθος της Τρόικας ήταν ότι διάβασε λαθεμένα το πρόβλημα της ελληνικής αγοράς εργασίας: «σκληρωτικό» και «υπερ-ρυθισμένο» ήταν και παραμένει ένα μόνο τμήμα της (ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΕΤΕ – και μάλιστα για τους παλιούς μόνο υπαλλήλους). Η πλειοψηφία των εργαζομένων της χώρας, ιδίως όσοι απασχολούνται στον εμπορεύσιμο τομέα της οικονομίας (από όπου ελπίζουμε να προέλθει η εξαγωγική ώθηση) στερούνται τα προνόμια των καλών πελατών του ΣΥΡΙΖΑ, συχνά μάλιστα στερούνται τα στοιχειώδη εργασιακά δικαιώματα.

Η κατάτμηση της αγοράς εργασίας δεν είναι μόνο άδικη, είναι επίσης τροχοπέδη για τη βιώσιμη ανάκαμψη. Εργαζόμενοι χωρίς δικαιώματα σημαίνει επιχειρηματικότητα χωρίς σχέδιο και χωρίς μέλλον (ή και εντελώς της αρπαχτής). Ένα δυναμικό παραγωγικό μοντέλο στηριγμένο στις εξαγωγές προϋποθέτει ένα κεφάλαιο «υπομονετικό», που σέβεται τους εργαζομένους και ποντάρει σε αυτούς. Προϋποθέτει επίσης έναν κρατικό τομέα που να παρέχει υπηρεσίες υψηλού επιπέδου στους πολίτες και στις επιχειρήσεις, αντί να είναι καταφύγιο αργόσχολων που έχουν προσληφθεί με μέσον.

Για αυτό η λύση δεν μπορεί να είναι γενικώς και αορίστως «περισσότερη προστασία» ή «περισσότερη ελαστικότητα». Αυτό που χρειάζεται η αγορά εργασίας είναι περισσότερη προστασία στο απροστάτευτο κομμάτι της (π.χ. για τα νεαρά παιδιά που κάνουν ντελίβερυ ή δουλεύουν με μπλοκάκι), και ταυτόχρονα περισσότερη ελαστικότητα στο εντελώς σκληρωτικό (π.χ. στο Δημόσιο).

Γίνονται τέτοια πράγματα; Φυσικά γίνονται. Έχουν γίνει σε άλλες χώρες. Δεν γίνονται χωρίς κόπο όμως, αυτό όχι. Απαιτούν συνδικαλιστικές ηγεσίες μακράς πνοής, που να καταλαβαίνουν ότι τα συμφέροντα των εργαζομένων μπορούν να εξυπηρετηθούν καλά μόνο σε δυναμικές επιχειρήσεις που ακμάζουν, και που να φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν ολόκληρη την εργατική τάξη της χώρας, όχι μόνο τις ευνοημένες συντεχνίες από τις οποίες προέρχονται. Απαιτούν εκπροσώπους του επιχειρηματικού κόσμου που να αναγνωρίζουν ότι η διατηρήσιμη ανάκαμψη της οικονομίας προϋποθέτει την αξιοποίηση των ταλέντων και ενίσχυση των ικανοτήτων των εργαζομένων, και σχέσεις δημιουργικής συνεργασίας με τους εκπροσώπους τους. Και επίσης απαιτούν διορατικούς πολιτικούς σε όλους τους χώρους, και ιδίως στη φιλελεύθερη κεντροδεξιά και στην εκσυγχρονιστική κεντροαριστερά, που να αφήσουν πίσω τους τις άγονες διαμάχες που οδήγησαν στα σημερινά αδιέξοδα, επιβάλλοντας λύσεις θετικού αθροίσματος.

Αυτή είναι η λογική της νέας πολιτικής απασχόλησης που χρειαζόμαστε: συντονισμένα βήματα μετάβασης προς μια ενιαία αγορά εργασίας, που να συνδυάζει την ελαστικότητα με την προστασία, την ευελιξία με την ασφάλεια. Για μια ανάκαμψη δίκαια και βιώσιμη.

30 Απριλίου 2018

Ανισότητα και φτώχεια: Η σύνθετη εικόνα και τα μεγαλύτερα θύματα

Σχόλιο στο ρεπορτάζ του Γιάννη Παλαιολόγου με τίτλο «Ανισότητα και φτώχεια: Αφόρητες πιέσεις σε ένα διάτρητο δίχτυ ασφαλείας (6)». Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Δευτέρα 30 Απριλίου 2018).

Σύμφωνα με ένα αρκετά διαδεδομένο κλισέ, «τα Μνημόνια αύξησαν τις ανισότητες»: «οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι, και οι πλούσιοι πλουσιότεροι». Έτσι είναι; Και ναι και όχι.

Κατ’ αρχάς, είναι αλήθεια ότι στα πρώτα χρόνια της κρίσης οι εισοδηματικές ανισότητες αυξήθηκαν, ενώ στη συνέχεια σταθεροποιήθηκαν σε αυτό το υψηλότερο επίπεδο. Όμως η αύξηση της ανισότητας ήταν μικρή, και οπωσδήποτε μικρότερη από το αναμενόμενο, σε μια χώρα που σε λίγα χρόνια έχασε το ένα τέταρτο του εθνικού της εισοδήματος.

Οι εκτιμήσεις ποικίλλουν ανάλογα με την πηγή και τον δείκτη που χρησιμοποιείται. Ενδεικτικά, στην Ελλάδα, ενώ το 2009 το συνολικό εισόδημα του πλουσιότερου 20% του πληθυσμού ήταν 5,8 φορές μεγαλύτερο από το αντίστοιχο του φτωχότερου 20%, το 2016 η αναλογία αυτή είχε γίνει 6,6. Ο μέσος όρος της ΕΕ είναι αρκετά χαμηλότερος: 5,2 το 2016 (έναντι 4,9 το 2009).

Πρόκειται ασφαλώς για ανησυχητική εξέλιξη. Απέχει όμως πολύ από το να θεωρείται καταστροφική. Αρκεί να αναλογιστούμε ότι και το 1997 η αναλογία εισοδήματος πλουσίων-φτωχών πάλι 6,6 ήταν. Ο άλλος δείκτης ανισότητας, ο συντελεστής Gini, το 2016 είχε φτάσει στα επίπεδα του 2006, στα ανέμελα δηλαδή χρόνια της αστακομακαρονάδας.

Εάν δούμε προσεκτικά τα δεδομένα θα διαπιστώσουμε ότι η αύξηση της ανισότητας είναι συνδυαστικό αποτέλεσμα πολλών και συχνά απρόσμενων μεταβολών. Κάποιοι ανεβαίνουν μερικά σκαλοπάτια στην εισοδηματική κλίμακα είτε επειδή το εισόδημά τους αυξήθηκε είτε επειδή μειώθηκε λιγότερο από ό,τι των υπολοίπων (η περίπτωση των ηλικιωμένων τα τελευταία χρόνια). Κάποιοι κατεβαίνουν (η περίπτωση των ανέργων). Άλλοι βρέθηκαν στα ψηλά (ή στα χαμηλά) κατά τύχη (ή ατυχία), επειδή π.χ. το 2009 ήταν ιδιαίτερη καλή (ή κακή) χρονιά.

Η τελευταία μελέτη μας παρακολουθεί τις εισοδηματικές μεταβολές ενός σταθερού δείγματος νοικοκυριών την περίοδο 2009-2012. Τα πρώτα αποτελέσματα προκαλούν έκπληξη. Όσοι βρίσκονταν στο φτωχότερο 10% το 2009 είδαν το πραγματικό τους εισόδημα να αυξάνεται σημαντικά (22% κατά μέσο όρο) τα επόμενα χρόνια της βαθιάς οικονομικής ύφεσης. Δύο στους τρεις ανέβηκαν εισοδηματικό κλιμάκιο. Αντίθετα, όσοι ήταν στο φτωχότερο 10% της εισοδηματικής κατανομής το 2012 είχαν φτωχύνει δραματικά σε σχέση με το 2009 (μέση μείωση πραγματικού εισοδήματος 71%). Δύο στους τρεις βρέθηκαν εκεί έχοντας κατέβει κλιμάκιο, αρκετοί ανήκαν στα μεσαία στρώματα προ κρίσης. Το αντίστροφο συνέβη με τους πλούσιους: όσοι το 2009 ήταν στο υψηλότερο τμήμα της κατανομής εισόδήματος έχασαν έδαφος, όσοι βρέθηκαν εκεί το 2012 κέρδισαν πολύ. Κάτι αντίστοιχο συνέβη και στις άλλες χώρες της Ν. Ευρώπης.

Συνεπώς όχι, δεν ισχύει ότι «οι φτωχοί έγιναν φτωχότεροι και οι πλούσιοι πλουσιότεροι». Και τα υψηλά εισοδηματικά στρώματα επλήγησαν από την κρίση. Ισχύει όμως ότι οι φτωχοί του σήμερα είναι φτωχότεροι παρά ποτέ. Ισχύει επίσης ότι δεν είναι ίδιοι με τους φτωχούς του χθες: όλο και πιο σπάνια αγρότες και συνταξιούχοι, όλο και πιο συχνά οικογένειες ανέργων στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις. Σε μια χώρα με 1 εκατομμύριο ανέργους, εκ των οποίων εισπράττουν επίδομα ανεργίας λίγο πάνω από 100 χιλιάδες. Αυτή ναι: η συλλογική μας αποτυχία να φροντίσουμε τα μεγαλύτερα θύματα της κρίσης είναι η καταστροφική εξέλιξη των τελευταίων χρόνων.

29 Απριλίου 2018

Οι ήττες πονάνε

Αναρτήθηκε στον ιστότοπο για τον πολιτισμό «dimart» (Κυριακή 29 Απριλίου 2018).

Είναι το πρωί της επόμενης μέρας. Έχω κλειδώσει το ποδήλατο, έχω αγοράσει την Corriere με τη Lettura, το κυριακάτικο ένθετο για τις τέχνες και τα γράμματα, και διαβάζω τα αθλητικά όρθιος στη μπάρα του αστικού καφέ, τρώγοντας κρουασάν και πίνοντας καπουτσίνο. Πίσω μου περιμένουν να σερβιριστούν δύο κυρίες μεγάλης ηλικίας, καλοντυμένες και περιποιημένες. «Τελικά έχασε η Ίντερ; Μα έπαιζε τόσο ωραία!» Γυρίζω χαμογελώντας πικρά. «Ναι κυρία μου, έχασε – και ναι, πράγματι έπαιζε ωραία. Οι ήττες πονάνε.» (Κατά κυριολεξία, στη γλώσσα του τόπου: «Οι ήττες καίνε».)

Η τελευταία ήττα που πόνεσε ήταν φυσικά το 2-3 με την αντιπαθητική Γιουβέντους, την αιώνια ευνοημένη των διαιτητών, το προηγούμενο βράδυ. Το Σαν Σίρο κατάμεστο: 78.328 εισιτήρια (5,3 εκατομμύρια ευρώ εισπράξεις). Οι οπαδοί της φιλοξενούμενης στο πέταλο, αλλά και σκόρπιοι ανάμεσα στους υπόλοιπους θεατές: φοράνε φανέλες της ομάδας τους, και δεν φοβούνται να πανηγυρίσουν τα γκολ, υπό τα θλιμμένα αλλά όχι απειλητικά βλέμματα των υποστηρικτών της Ίντερ.

Το πρώτο ημίχρονο είναι τραγικό για την Ίντερ. Δέχεται νωρίς γκολ, μένει με έναν παίκτη λιγότερο, δέχεται δεύτερο γκολ που ευτυχώς ακυρώνεται λόγω (καθαρού) οφσάιντ. Το στάδιο δεν διαμαρτύρεται τόσο για την (αυστηρή) αποβολή του Βεσίνο, όσο για την διπλή άρνηση του διαιτητή να εφαρμόσει τα ίδια μέτρα και σταθμά, σε δύο διαφορετικές φάσεις, δίνοντας δεύτερη κίτρινη στον Πιάνιτς σε ισάριθμα σκληρά φάουλ στον Ραφίνια. Οι οπαδοί της Ίντερ αντιδρούν ξεσπώντας σε ειρωνικά χειροκροτήματα, στραμμένοι προς το πέταλο των οπαδών της Γιουβέντους.

Στο δεύτερο ημίχρονο βλέπουμε μια Ίντερ μεταμορφωμένη: «Με δέκα παίκτες, παίζει με κουράγιο, δύναμη, σφρίγος και ενθουσιασμό» όπως γράφει η σοβαρή εφημερίδα. Είναι μια Ίντερ «garibaldina». Ανατρέπει το σκορ μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων, με ένα γκολ του Ικάρντι και άλλο ένα αυτογκόλ του αμυντικού της Γιουβέντους, ενδεικτικό της πίεσης, αγωνιστικής και ψυχολογικής, που ασκεί η Ίντερ. Διατηρεί το προβάδισμα, χωρίς μεγάλη δυσκολία αλλά και χωρίς άλλες δυνάμεις, μέχρι τρία λεπτά πριν από το τέλος. Τότε η Γιουβέντους, ψυχρή και κυνική, πετυχαίνει δύο γκολ σε ενάμιση λεπτό, «αρπάζοντας τη νίκη από τα σαγόνια της ήττας», όπως λένε οι Εγγλέζοι.

Στο δρόμο του γυρισμού με τον Έ. είμαστε σε θυμόσοφο mood. Του μιλάω για κάποιες άλλες ήττες που είχαν πονέσει. Από το 4-4 με τον Ολυμπιακό (14-15 στα πέναλτυ) το 2009, έως το 1-0 στην Τούμπα το 1976. Ακόμη θυμάμαι το μακρύ ταξίδι της επιστροφής στην Αθήνα, με τον πατέρα μου μάταια να προσπαθεί να με παρηγορήσει, οδηγώντας στην Εθνική Οδό μέσα στη νύχτα. Ο Έ. χαμογελάει πικρά. Είναι σαν να βλέπω το αόρατο νήμα, πάνω από τη θάλασσα και πάνω από τον χρόνο, που τον συνδέει με τον λατρεμένο του παππού (και ίσως, γιατί όχι, και με τον μπαμπά του), με την άλλη μια από τις δύο πατρίδες του, με την άλλη μια από τις δυο ομάδες της καρδιάς του.

Δεν του μιλάω για τις διαφορετικές ήττες μας, που και εκείνες είχαν πονέσει τόσο πολύ. Για τις εκλογές του 1977 και του 1981. Για την αποτυχία της ΕΑΡ. Για τον εκφυλισμό του Συνασπισμού. Για την ταχεία μετάλλαξη της ΔΗΜΑΡ από ελπίδα της δημοκρατίας σε φαρσοκωμωδία της δεκάρας. Για την επικράτηση της χειρότερης Ελλάδας: ενός αμόρφωτου πρωθυπουργού και του χυδαίου φίλου του με τις στολές παραλλαγής, των τσαρλατάνων υπουργών τους, των ανίκανων ή/και θρησκόληπτων ανόητων σε θέσεις ευθύνης, των στελεχών που περιμένουν τη σειρά τους για να διοριστούν κι αυτοί σε κάποια θεσούλα, των απλών οπαδών που παρηγορούνται με τη σκέψη ότι «και οι άλλοι ίδιοι ήταν», σε ένα απέραντο τοπίο παρακμής, σε μια χώρα φοβισμένων και μνησίκακων ανθρώπων.

Πώς να του μιλήσω για όλα αυτά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρει όλα.

Τελειώνω τον καφέ, μαζεύω την εφημερίδα (και τα γυαλιά πρεσβυωπίας), χαιρετάω τις δύο κυρίες. «Καλή Κυριακή παιδί μου. Και ας ελπίσουμε ότι την άλλη φορά η Ίντερ θα κερδίσει, όπως άλλωστε της αξίζει.»

1 Απριλίου 2018

Οι μεταμορφώσεις του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα

Μια προηγούμενη εκδοχή του κειμένου παρουσιάστηκε στο Ανοιχτό Σεμινάριο Οικονομικής Ιστορίας (Αθήνα Τρίτη 6 Μαρτίου 2018). Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Απρίλιος 2018).

1.

Μια δημοσιογραφική (και ενίοτε ακαδημαϊκή) βουλγκάτα θέλει τη «νεοφιλελεύθερη λαίλαπα» να έχει κονιορτοποιήσει τις κοινωνικές κατακτήσεις φέρνοντας τον «κοινωνικό μεσαίωνα» σε όλη την Ευρώπη. Στην πραγματικότητα ισχύει το αντίθετο: παρά τις όποιες αδυναμίες, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο γενικά τα έχει καταφέρει αρκετά καλά τα τελευταία χρόνια.

Τόσο καλά που δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστεί κανείς ότι συνέβαλε καθοριστικά στο να εμποδιστεί η μετατροπή της διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης (2007-2009), και στη συνέχεια της κρίσης της Ευρωζώνης (2011-2013), σε κοινωνική και πολιτική καταστροφή, όπως είχε συμβεί την επαύριο της Μεγάλης Ύφεσης των αρχών της δεκαετίας του ‘30. Το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο το πέτυχε αυτό, με την ευρεία έννοια: προοδευτική φορολογία (που μειώνει τη επιβάρυνση των φορολογουμένων καθώς μειώνονται τα εισοδήματά τους), επιδόματα ανεργίας και πρόνοιας (που αναπληρώνουν μέρος των απωλειών όσων χάνουν τη δουλειά τους ή μέρος του μισθού τους), και κοινωνικές υπηρεσίες (που εξακολουθούν να είναι διαθέσιμες σε όσους τις χρειάζονται).

Αυτή η φόρμουλα μπορεί να ακούγεται υπερβολικά μαγική για να είναι αληθινή, αλλά σε γενικές γραμμές λειτούργησε πραγματικά στην Ευρώπη. Για αυτό άλλωστε, παρότι ζήσαμε τη χειρότερη κρίση από το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, δεν είδαμε μάζες εξαθλιωμένων και ρακένδυτων ανέργων να βαδίζουν πεινασμένοι και απελπισμένοι από τη μια πόλη στην άλλη ψάχνοντας για δουλειά, όπως συνέβαινε τη δεκαετία του ‘30. Η ανεργία αυξήθηκε, αλλά η φτώχεια (και η δυστυχία των ανθρώπων) όχι, ή πολύ λιγότερο. Αυτή τη φορά δεν γράφτηκαν «Σταφύλια της οργής», ούτε «The road to Wigan Pier». Το πιο εμβληματικό ίσως έργο της πρόσφατης κρίσης, «I, Daniel Blake», κατήγγειλε τις εξοργιστικές παρενέργειες του συστήματος κοινωνικής προστασίας, όχι την απουσία του.

Κάθε άλλο παρά συμπτωματικά, η αναμφισβήτητη άνοδος της επιρροής των εχθρών της φιλελεύθερης δημοκρατίας, αντίθετα με το ιστορικό προηγούμενο του Μεσοπολέμου, αυτή τη φορά ήταν πιο περιορισμένη, και είχε πιο περίπλοκες αιτίες.

Γενικά, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η θεσμική αρχιτεκτονική των συστημάτων κοινωνικής προστασίας, που οικοδομήθηκαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο με στόχο να απορροφήσουν τους κοινωνικούς και πολιτικούς κραδασμούς μιας μελλοντικής οικονομικής ύφεσης, πέρασε με επιτυχία το δύσκολο τεστ της τελευταίας κρίσης.

Μια προσεκτική ματιά στα δεδομένα επιβεβαιώνει αυτόν τον ισχυρισμό. Πράγματι, τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη η κοινωνική δαπάνη αυξήθηκε, όχι μόνο ως ποσοστό του ΑΕΠ αλλά και σε απόλυτα μεγέθη, ιδίως στα χειρότερα χρόνια της κρίσης[1]. Τα επιδόματα ανεργίας και κοινωνικής πρόνοιας λειτούργησαν όπως προβλεπόταν: ως «αυτόματοι σταθεροποιητές», μετριάζοντας τις επιπτώσεις της απώλειας θέσης εργασίας ή της μείωσης των αποδοχών στο οικογενειακό εισόδημα.

Επί πλέον, καινοτόμα προγράμματα (όπως το περίφημο Kurzarbeit στη Γερμανία) επέτρεψαν στις επιχειρήσεις που αντιμετώπισαν μείωση των παραγγελιών να ελαττώσουν την παραγωγή τους μειώνοντας τις ώρες εργασίας του προσωπικού χωρίς να χρειαστεί να προχωρήσουν σε απολύσεις: οι εβδομαδιαίες ή μηνιαίες αποδοχές των εργαζομένων στις επιχειρήσεις που εντάχθηκαν στο πρόγραμμα αναπόφευκτα μειώθηκαν αναλογικά, αλλά η πτώση του ατομικού και οικογενειακού εισοδήματος μετριάστηκε χάρη στην καταβολή επιδομάτων μειωμένης απασχόλησης. Με τον τρόπο αυτό οι εργαζόμενοι απέφυγαν τις καταστροφικές επιδράσεις της απόλυσης (στο εισόδημα, στην ψυχική και σωματική υγεία, στις δεξιότητες), οι επιχειρήσεις απέφυγαν τα κόστη απόλυσης και μελλοντικής επαναπρόσληψης (και επανεκπαίδευσης) των ίδιων ή άλλων εργαζομένων, ενώ το κράτος πλήρωσε μεν επιδόματα μειωμένης απασχόλησης αλλά απέφυγε τη (συγκριτικά ακριβότερη) μείωση των φορολογικών εσόδων και αύξηση των δαπανών για επιδόματα ανεργίας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, προγράμματα όπως το Kurzarbeit ήταν ένας θρίαμβος της κοινωνικής Ευρώπης, ως μεθόδου και ως έκβασης, και ταυτόχρονα μια χρήσιμη υπενθύμιση ότι η πολιτική συναίνεση και οι καλές εργασιακές σχέσεις οδηγούν στην επινόηση λύσεων θετικού αθροίσματος, ακόμη και στα πιο δύσκολα προβλήματα[2].

 

2.

Όπως όλοι γνωρίζουμε, στην Ελλάδα όλα αυτά τα ωραία δεν συνέβησαν. Το ελληνικό κοινωνικό κράτος, αντίθετα με το ευρωπαϊκό, απέτυχε να εμποδίσει τη μετατροπή της οικονομικής κρίσης σε κοινωνική καταστροφή (και σε πολιτική καταρράκωση, τουλάχιστον με την έννοια της φθοράς του κύρους των θεσμών της δημοκρατικής Πολιτείας). Είναι όμως σημαντικό να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους. Η αποτυχία του ελληνικού συστήματος κοινωνικής προστασίας να κάνει τη δουλειά του δεν υπήρξε ακραία έστω εκδήλωση ενός γενικού κανόνα. Υπήρξε σε μεγάλο βαθμό ελληνικό φαινόμενο.

Έχω υπόψη μου την συνήθη ένσταση: «Τα βάσανα του δικού μας κοινωνικού μοντέλου ήταν εισαγόμενα: τα προκάλεσαν τα Μνημόνια και τα έφερε η Τρόικα». Φοβάμαι ότι αυτή η ερμηνεία, αν και διαδεδομένη, δεν στέκει.

Δεν εννοώ ότι η (έξωθεν επιβεβλημένη) λιτότητα δεν περιόρισε τους διαθέσιμους πόρους για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής: αυτό αναμφισβήτητα ισχύει. Όμως, επειδή ο υπερτροφισμός του συστήματος συντάξεων και η κατασπατάληση πόρων στο σύστημα υγείας είχαν καθοριστική συμβολή στην κρίση δανεισμού της χώρας και στην τοποθέτησή της υπό διεθνή επιτροπεία, ήταν αδύνατο να μην τεθούν στο στόχαστρο των περικοπών. Επί πλέον, τα μέτρα των Μνημονίων δεν περιείχαν μόνο περικοπές, ούτε ήταν όλες οι περικοπές «κοινωνικά ανάλγητες». Τέλος, το εγχώριο πολιτικό σύστημα εξακολούθησε να διατηρεί κάποια – περιορισμένα έστω – περιθώρια χειρισμών, τα οποία κατά κανόνα σπατάλησε, παραμελώντας την ενίσχυση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας μέχρι που δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά.

Όποιες και να είναι οι ιστορικές αιτίες της ελληνικής εξαίρεσης, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι από τα μέσα της δεκαετίας του ‘80 η καθυστέρηση του κοινωνικού κράτους οφειλόταν όλο και λιγότερο στη δήθεν υποχρηματοδότησή του. Τη δε δεκαετία 2000-2009, η κοινωνική δαπάνη στη χώρα μας αυξήθηκε θεαματικά: κατά 71% κατά κεφαλήν σε σταθερές τιμές, παρότι η οικονομία κάλπαζε στο μεγαλύτερο μέρος της περιόδου, ενώ η ανεργία παρέμενε χαμηλή.

Ποσοτικά, το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα συνέκλινε στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Ποιοτικά όμως όχι.

Παρά την άνετη χρηματοδότηση, το ελληνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας παρέμεινε άνισο και αναποτελεσματικό. Με ένα υπερ-σπάταλο τομέα υγείας, που πλούτιζε αρκετούς από όσους εργάζονταν μέσα ή γύρω από αυτό, αλλά ωφελούσε λιγότερο (και ενίοτε έβλαπτε) τους ασθενείς. Με ένα άδικο και χρεωκοπημένο σύστημα συντάξεων, που αύξανε τις κοινωνικές ανισότητες αντί να τις μετριάζει, και υπονόμευε το μέλλον της χώρας και την ευημερία των επερχόμενων γενεών. Με επιδόματα ανεργίας που σύντομα έμελλε να αποδειχθούν προβληματικά. Με υπανάπτυκτες κοινωνικές υπηρεσίες (βρεφονηπιακοί σταθμοί, μέτρα προώθησης της απασχόλησης, φροντίδα ηλικιωμένων). Και χωρίς καθόλου προγράμματα στήριξης του εισοδήματος των φτωχών οικογενειών. Με άλλα λόγια, η καθυστέρηση του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα δεν ήταν χρηματοδοτική: ήταν θεσμική.

Εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης, η αποτυχία του συστήματος κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα να κάνει αυτό για το οποίο υποτίθεται ότι είχε φτιαχτεί ήταν σχεδόν απόλυτη, και απολύτως προβλέψιμη[3]. Παρά τις προειδοποιήσεις, το ελληνικό κοινωνικό κράτος βρέθηκε απροετοίμαστο όταν ξέσπασε η κρίση. Μοιραία, απεδείχθη ανήμπορο να μετριάσει τις κοινωνικές επιπτώσεις της πρωτοφανούς πράγματι συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Τι σήμαινε αυτό πρακτικά; Κυρίως ότι η ακραία φτώχεια αυξήθηκε πολύ περισσότερο από ό,τι ήταν αναπόφευκτο. Εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες (ιδίως όσες βρέθηκαν χωρίς εργαζόμενο, με παιδιά, στις μεγάλες πόλεις), έμειναν αβοήθητες, χωρίς εισοδήματα και χωρίς επιδόματα.

Πρόκειται για τον θλιβερό απολογισμό μιας προαναγγελθείσας αποτυχίας.

 

3.

Αντίθετα με ό,τι ενδεχομένως θα περίμενε κάποιος αφελής παρατηρητής των ελληνικών πραγμάτων, το ξέσπασμα της κρίσης δεν έγινε αφετηρία ενός αποφασιστικού επανακαθορισμού των προτεραιοτήτων της κοινωνικής πολιτικής. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα (κυβέρνηση και αντιπολίτευση), ζαλισμένο από την πρωτοφανή δριμύτητα της κρίσης χρέους του 2010 και από το μέγεθος της απαιτούμενης δημοσιονομικής προσαρμογής, αντέδρασε σπασμωδικά προσπαθώντας να προστατεύσει τους πελάτες του, όχι όσους είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Στη συνέχεια, αντί να αναλάβει πρωτοβουλίες, προσαρμόστηκε παθητικά στις πιέσεις των δανειστών, προβάλλοντας ενστικτώδη αντίσταση ακόμη και όταν εκείνοι πίεζαν για την ενίσχυση του διχτυού κοινωνικής προστασίας, όπως συνέβη το 2015-2016.

Ας δούμε εν συντομία τις μεταμορφώσεις του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα της κρίσης, αρχίζοντας από τις συντάξεις. Από το 1992 έως το 2010, καμμία σοβαρή μεταρρύθμιση δεν είχε μπορέσει να ευδοκιμήσει. Η απόπειρα μεταρρύθμισης Γιαννίτση του 2001 (υπερβολικά δειλή κατά την τότε – και τώρα – ταπεινή άποψή μου[4], και οπωσδήποτε απείρως ηπιότερη από τα μέτρα που εφαρμόστηκαν αργότερα) προκάλεσε τόσο έντονες αντιδράσεις που εξανέμισε το πολιτικό κεφάλαιο και εξάντλησε την εκσυγχρονιστική ορμή της κυβέρνησης Σημίτη. Μετά από εικοσαετή σχεδόν παράλυση, οι συντάξεις άρχισαν σταδιακά να περικόπτονται με την υπογραφή του πρώτου Μνημονίου. Οι περικοπές δεν ήταν «οριζόντιες», όπως συνηθίζεται να λέγεται: κυμάνθηκαν ανάλογα με το ύψος της σύνταξης και την ηλικία του συνταξιούχου (τη στιγμή εκείνη, όχι τη στιγμή της συνταξιοδότησης), και έφτασαν σε βάθος χρόνου το 14% για τους χαμηλοσυνταξιούχους, και το 40% για τους υψηλοσυνταξιούχους κάτω των 55 ετών.

Επρόκειτο για μειώσεις δίχως αμφιβολία οδυνηρές. Αλλά και πάλι ανεπαρκείς από την άποψη της αναλογιστικής εξυγίανσης του συστήματος. Όπως διαπίστωσε σχετική μελέτη[5] μας με τη Χρύσα Λεβέντη (σήμερα στο Πανεπιστήμιο του Essex), ακόμη και μετά τις περικοπές, το 98,5% όσων είχαν συνταξιοδοτηθεί από το ΙΚΑ το 2008 εξακολουθούν σήμερα να εισπράττουν υπερ-ανταποδοτικές συντάξεις (δηλ. υψηλότερες από ό,τι εάν είχαν επενδύσει στις χρηματαγορές τις εισφορές που κατέβαλαν οι ίδιοι και οι εργοδότες τους με σταθερό ποσοστό απόδοσης 2% πάνω από τον πληθωρισμό). Εάν κάτι πέτυχαν οι περικοπές ήταν να μειώσουν στο μισό την παρούσα αξία της διά βίου επιδότησης (από €124.000 σε €64.000 ανά συνταξιούχο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις μας). Γενικά, οι μνημονιακές περικοπές των συντάξεων περιόρισαν το μέγεθος της επιδότησης, ενώ επίσης διόρθωσαν σε κάποιο βαθμό τις ακραίες μονομέρειες στην κατανομή της – δεν αποκατέστησαν όμως ούτε τη δικαιοσύνη ούτε την ανταποδοτικότητα.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι συντάξεις έπρεπε να μειωθούν και άλλο; Όχι, αυτό που σημαίνει είναι ότι οι περικοπές είναι θλιβερό υποκατάστατο μιας έγκαιρης και τολμηρής μεταρρύθμισης. Ο ανασχεδιασμός των κανόνων σε αυτό χρησιμεύει: στη δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου, ώστε οι ατομικές επιλογές κάθε πολίτη να ευθυγραμμίζονται με τις απαιτήσεις ενός βιώσιμου και δίκαιου συστήματος συντάξεων.

Παρά τη σθεναρή αντίσταση της τότε κυβέρνησης, και εν μέσω των υστερικών διαμαρτυριών της τότε αντιπολίτευσης, ένα σημαντικό βήμα εξυγίανσης έγινε χάρη στην πίεση της Τρόικας, με την ψήφιση του Ν3863 τον Ιούλιο του 2010. Εξυπακούεται ότι η αρχιτεκτονική του νέου ασφαλιστικού «παρήγαγε» πολύ χαμηλότερες συντάξεις από ό,τι είχαμε συνηθίσει μέχρι τότε. Ήταν όμως σαφώς πιο ορθολογική: καθιέρωνε ένα πιο βιώσιμο και πιο δίκαιο σύστημα συντάξεων, σχεδόν σκανδιναβικού τύπου, προσαρμοσμένο φυσικά στις χαμηλές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας.

Αξίζει να θυμηθούμε ότι η σθεναρή αντίσταση της τότε κυβέρνησης (και οι κραυγές της αντιπολίτευσης) δεν ήταν εντελώς μάταια: μια σειρά αναξιοπαθουσών κατηγοριών (δημοσιογράφοι, υπάλληλοι της Τράπεζας της Ελλάδος, ιατροί, δικηγόροι, μηχανικοί, και αγρότες) εξαιρέθηκαν από τις διατάξεις του Ν3863 και διατήρησαν το δικαίωμα για χωριστή ασφάλιση. Επί πλέον, ούτε η έλλειψη πόρων για ανακούφιση των φτωχών και των ανέργων ούτε η αγχώδης αναζήτηση οικονομιών δεν εμπόδισε την κυβέρνηση να εντάξει στο «Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα» του 2012 την επιχορήγηση του ΤΑΠ-ΟΤΕ με €600 εκατ. και του ΟΑΠ-ΔΕΗ με άλλα €600 εκατ. ετησίως (ούτε φυσικά την αντιπολίτευση να την επικροτήσει σιωπηρά).

Το νέο ασφαλιστικό του Ν3863 (σκανδιναβικού τύπου) επρόκειτο να τεθεί σε εφαρμογή τον Ιανουάριο του 2015. Όμως, η κυβερνητική αλλαγή το μήνα εκείνου ματαίωσε την εφαρμογή του: η νέα κυβέρνηση πρώτα θα καταργούσε τη λιτότητα και μετά θα γύριζε το ρολόι και των συντάξεων στο 2009. Δεκάξη μήνες και ένα ακόμη Μνημόνιο αργότερα ψήφισε τον νέο νόμο για τις συντάξεις (Ν4387). Ο οποίος περιέχει θετικά σημεία, όπως είναι η ενοποίηση του συστήματος με ένταξη όλων των ταμείων σε έναν «Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης». Ταυτόχρονα, όμως, αναστυλώνει την προηγούμενη προβληματική αρχιτεκτονική, ενώ εισάγει χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης για όλους σε σύγκριση με τον Ν3863 του 2010, και χαμηλότερη εισοδηματική στήριξη στους φτωχούς ηλικιωμένους.

«Πολύ κακό για το τίποτε», όπως θα έλεγε ο Βάρδος. (Ή μάλλον: «πολύ κακό για κάτι σαφώς χειρότερο».)

Στον τομέα της υγείας, τα πράγματα ήταν κάπως πιο σύνθετα. Προ κρίσης, η σπατάλη ήταν τόσο μεγάλη που περιθώρια για την παροχή καλύτερων και φθηνότερων υπηρεσιών θεωρητικά υπήρχαν. Το πρόβλημα είναι ότι οι μεταρρυθμίσεις στην υγεία δεν είναι ασκήσεις επί χάρτου, όπως π.χ. στις συντάξεις: απαιτούν την ευσυνείδητη εφαρμογή τους από τους επαγγελματίες του κλάδου – υπό την οπτική γωνία των οποίων «καλύτερες και φθηνότερες υπηρεσίες για τους ασθενείς» μεταφράζεται σε περισσότερη δουλειά και χαμηλότερες αποδοχές για τους ίδιους. Σε έναν ιδανικό κόσμο, αυτό δεν θα ήταν μεγάλο πρόβλημα. Στο κάτω-κάτω, οι περισσότεροι ιατροί είχαν (και έχουν) πολύ υψηλότερα εισοδήματα από ό,τι οι ασθενείς τους, ενώ στις δύσκολες εποχές ο καθένας συνεισφέρει στις θυσίες ανάλογα με τις δυνάμεις του.

Βέβαια, στην Ελλάδα της κρίσης, παρά τις ρητορείες τύπου «κανένας μόνος του», οι πράξεις των πολλών εμπνεύστηκαν περισσότερο από το «ο σώζων εαυτόν σωθήτω». Ιδίως στην υγεία. Παρά την ίδρυση του ΕΣΥ το 1983, οι κυρίαρχες αξίες του ιατρικού κόσμου και των άλλων πρωταγωνιστών του τομέα υγείας παρέμειναν ασύμβατες με την δεοντολογία και τους κανόνες συμπεριφοράς σε ένα εθνικό σύστημα υγείας[6]. Κανένα δημόσιο σύστημα πουθενά στον κόσμο – και πολύ λιγότερο στην πρακτικά χρεωκοπημένη Ελλάδα - δεν ήταν σε θέση να πληρώνει σε τόσους πολλούς ιατρούς τόσα πολλά χρήματα όσα εκείνοι είχαν συνηθίσει να κερδίζουν σε συνθήκες γενικευμένης ανομίας. Η περιστολή της σπατάλης και η ενοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης που προέβλεπαν τα Μνημόνια (μέτρα «ολοκλήρωσης της μεταρρύθμισης του 1983, σε συνθήκες περικοπών στη χρηματοδότηση», όπως τα συνόψισε πρόσφατα η Μαρία Πετμεζίδου[7]) συνάντησαν την θορυβώδη αντίδραση των περισσοτέρων επαγγελματιών του κλάδου, οι οποίοι πέρασαν στη συνειδητή υπονόμευσή τους. Με αμέριστη πολιτική κάλυψη από τα κόμματα της τότε αντιπολίτευσης, ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ΝΔ (η τελευταία μέσω της επιρροής της στον ΙΣΑ και στον ΠΙΣ).

Ποιο ήταν αποτέλεσμα των περικοπών και των προσπαθειών εξυγίανσης, καθώς και της αλληλεπίδρασής τους με τις συμπεριφορές του ιατρικού κόσμου; Από τη μια, η δαπάνη υγείας περιορίστηκε σημαντικά. (Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ: κατά 5% ετησίως την περίοδο 2009-2016, έναντι ετήσιας αύξησης 5% την περίοδο 2003-2009.) Από την άλλη, η συμμετοχή των ασθενών «από την τσέπη τους» στο κόστος της υγείας αυξήθηκε (κατά ΟΟΣΑ: από 29% το 2009 σε 35% το 2015), ενώ ο αριθμός όσων στερήθηκαν αναγκαία περίθαλψη επειδή δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στο κόστος της υπερτριπλασιάστηκε (από 4% το 2009 σε 12% το 2016, φτάνοντας στην περίπτωση των φτωχών ηλικιωμένων το 48%, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα δεδομένα της Eurostat).

Παρότι αναμφίβολα η υποχώρηση της δημόσιας παροχής στον τομέα της υγείας οπωσδήποτε επιβάρυνε τους ηλικιωμένους (που την χρειάζονται περισσότερο), από την άποψη των χρηματικών εισοδημάτων οι ηλικιωμένοι επλήγησαν λιγότερο από την κρίση από ό,τι οι νεώτερες ηλικίες. (Παρεμπιπτόντως, το ίδιο συνέβη και με τους αγρότες: τα τελευταία χρόνια στην ύπαιθρο κάποια εισοδήματα έμειναν σταθερά, π.χ. τα γεωργικά, και κάποια άλλα αυξήθηκαν π.χ. τα τουριστικά.)

Πράγματι, τα τελευταία χρόνια η θέση των ηλικιωμένων στην κατανομή εισοδήματος βελτιώθηκε. Γιατί συνέβη αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις περικόπηκαν λιγότερο από τις αμοιβές εργασίας. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις άλλες συντάξεις. Τρίτον, επειδή οι συντάξεις –έστω και μειωμένες - συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ βέβαια κάτι τέτοιο δεν συνέβη με τις αμοιβές όσων έχαναν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι νέες «γενιές» συνταξιούχων δικαιούνταν υψηλότερες συντάξεις από το μέσο όρο των ήδη συνταξιούχων. Για όλους αυτούς τους λόγους, το ποσοστό φτώχειας των ηλικιωμένων συνέχισε την πτωτική του πορεία: από 29% το 2003, σε 21% το 2009, και σε 12% το 2016.

Η άλλη όψη του νομίσματος είναι η παιδική φτώχεια, η οποία αυξήθηκε από 23% το 2009 σε 29% το 2013, και εξακολούθησε στη συνέχεια να κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα (26% το 2016).

Με άλλα λόγια, ενώ η εικόνα που επικρατεί για τη φτώχεια παραμένει χρωματισμένη από το παρελθόν (ηλικιωμένοι, ιδίως στα χωριά), η πραγματικότητα της φτώχειας έχει μεταβληθεί (οικογένειες με παιδιά, ιδίως στις πόλεις).

Το ερώτημα είναι: πώς ανταποκρίθηκε η κοινωνική πολιτική στο μεταβαλλόμενο πρότυπο φτώχειας;

Η απάντηση είναι «καθυστερημένα» ή «καθόλου».

Το «καθόλου» αφορά κυρίως την εισοδηματική ενίσχυση των ανέργων. Πράγματι, η χαμηλή κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας συνιστά το σπουδαιότερο κενό κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας σήμερα. Το 2010, όταν ο αριθμός των ανέργων ήταν ακόμη 639.000, οι δικαιούχοι του τακτικού επιδόματος ανεργίας ήταν 224.000 (ποσοστό κάλυψης 35%). Το 2017, οι άνεργοι έφταναν σε 1.030.000, αλλά ο αριθμός όσων ελάμβαναν τακτικό επίδομα ανεργίας είχε μειωθεί σε 121.000 (ποσοστό κάλυψης 12%)[8]. Με άλλα λόγια, καθώς η ανάγκη για κοινωνική προστασία αυξανόταν, η εισοδηματική στήριξη των ανέργων υποχωρούσε.

Γιατί συνέβη αυτό; Αφενός, λόγω του σχεδιασμού του βασικού επιδόματος, το οποίο επειδή είναι «ασφαλιστικό» (προϋποθέτει ένσημα) και περιορισμένης διάρκειας (12 μήνες) αναπόφευκτα αποκλείει τους μακροχρόνια ανέργους και όσους ψάχνουν για την πρώτη τους δουλειά (δύο ομάδες που πλήθυναν στα χρόνια της κρίσης). Αφετέρου, λόγω λανθασμένων επιλογών (με μια δόση υποκρισίας): ενώ η ΓΔ Απασχόλησης[9] συνιστούσε στα κράτη-μέλη να χαλαρώσουν τα κριτήρια επιλεξιμότητας όσο η ανεργία παραμένει υψηλή (όπως στις ΗΠΑ, όπου η διάρκεια των επιδομάτων επιμηκύνεται αυτομάτως σε περιόδους ύφεσης, και το 2007 επιμηκύνθηκε και άλλο με απόφαση του προέδρου Obama), η ΓΔ Οικονομικών και Χρηματοδοτικών Υποθέσεων (που στελέχωνε την Τρόικα, μαζί με το ΔΝΤ και την ΕΚΤ) επέβαλε το ακριβώς αντίθετο. Λίγο βοήθησαν οι βελτιώσεις σε δύο μικρότερα επιδόματα (το προνοιακό επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας του 2001, και το βοήθημα ανεργίας αυτοαπασχολουμένων του 2013): οι υπερβολικά απαιτητικές προϋποθέσεις πρόσβασης σε αυτά τα καταδίκασαν σε εντελώς περιθωριακό ρόλο[10].

Αυτό όμως που εντυπωσιάζει, περισσότερο από την «διπλοπροσωπεία» της ΕΕ, ή από τη – μυωπική, όπως αποδείχθηκε – πρόταξη δημοσιονομικών στόχων έναντι κοινωνικών εκ μέρους των δανειστών, είναι άλλο: η εκκωφαντική σιωπή των εγχώριων πολιτικών ελίτ, της δημόσιας διοίκησης, των συνδικάτων, του Τύπου, των επιστημόνων, των διαμορφωτών της κοινής γνώμης, της κοινωνίας ολόκληρης σε τελική ανάλυση, για την σταδιακή απονέκρωση ενός κατ’ εξοχήν «αυτόματου σταθεροποιητή», ενός εργαλείου-κλειδί για τον μετριασμό των κοινωνικών συνεπειών μιας οικονομικής κρίσης, όπως είναι τα επιδόματα ανεργίας. (Ιδίως εάν συγκριθεί με τους τόνους μελάνης, τα έτη τηλεοπτικού χρόνου, τα ανθρωποχιλιόμετρα οργισμένων διαδηλώσεων που σπαταλήθηκαν για να μην εξισωθεί η ηλικία συνταξιοδότησης των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ με εκείνη των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ.)

Εάν η παρακμή των επιδομάτων ανεργίας – την εποχή που η ανάγκη για αυτά ήταν μεγαλύτερη παρά ποτέ – ήταν το χειρότερο παράδειγμα αταραξίας της κοινωνικής πολιτικής σε έκτακτες συνθήκες, η θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013 συνιστά περίπτωση καθυστερημένης ανταπόκρισης (35 μήνες μετά την ψήφιση του πρώτου Μνημονίου). Μέχρι τότε, τα οικογενειακά επιδόματα ήταν γενναιόδωρα στις Τράπεζες, αξιόλογα στο Δημόσιο, πενιχρά στον ιδιωτικό τομέα, και εντελώς άγνωστα για τους αυτοαπασχολούμενους ή τους αγρότες. Το νέο επίδομα είναι ενιαίο: χορηγείται σε οικογένειες με χαμηλό εισόδημα, ανεξαρτήτως επαγγελματικής κατάστασης. Από το 2018, καταβάλλεται σημαντικά αυξημένο (από €80 σε €140 το μήνα για οικογένεια με δύο παιδιά), με αυστηρότερα όμως εισοδηματικά κριτήρια. Χάρη σε αυτό, 750.000 φτωχές οικογένειες λαμβάνουν από την Πολιτεία μια όχι ευκαταφρόνητη εισοδηματική ενίσχυση, οι περισσότερες για πρώτη φορά το 2013.

Η άλλη θετική πρωτοβουλία των κυβερνήσεων των τελευταίων ετών υπήρξε το «κοινωνικό μέρισμα», το οποίο χορηγήθηκε για πρώτη φορά το 2014. Έκτοτε ο σχεδιασμός του βελτιώθηκε κάπως. Όμως, η ύπαρξη και μόνο μιας έκτακτης αλλά επαναλαμβανόμενης παροχής, που εξαγγέλλεται και καταβάλλεται κάθε χρόνο λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, εν τη μεγαλοψυχία του ηγεμόνα προς τους υπηκόους του, προδίδει μια εντελώς απηρχαιωμένη αντίληψη για την κοινωνική πολιτική. Οι καθόλου ασήμαντοι πόροι που κάθε φορά διατίθενται στο κοινωνικό μέρισμα θα είχαν πολύ μεγαλύτερο αντίκρυσμα εάν επενδύονταν στη συστηματικότερη κάλυψη των κενών προστασίας – αρχίζοντας από την επέκταση της εισοδηματικής στήριξης των ανέργων.

Δεν θα μπορούσα να ολοκληρώσω αυτόν τον απολογισμό πεπραγμένων χωρίς να αναφερθώ στο πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα καθυστερημένης ανταπόκρισης, που είναι η βασανιστική πορεία προς την καθιέρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Δεν είναι άλλωστε μυστικό ότι στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 είχα συντάξει μια λεπτομερή έκθεση (και ταυτόχρονα συνηγορία) για τη σταδιακή εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος στη χώρα μας προς τον τότε πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη[11]. Ως γνωστόν, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα δεν εφαρμόστηκε τότε, και στη συνέχεια ξεχάστηκε. Το Μάιο του 2010 μας το ξαναθύμισε το ΔΝΤ[12], το οποίο πρότεινε τη θεσμοθέτησή του και ταυτόχρονη κατάργηση μιας πληθώρας αποσπασματικών μικροεπιδομάτων (αμφίβολης χρησιμότητας, και κατά κανόνα πελατειακής προέλευσης). Το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα του 2012 προέβλεπε μια μικρή δαπάνη – σε εποχή καταιγισμού περικοπών – για την προικοδότηση της πιλοτικής εφαρμογής του.

Κάπου εκεί αρχίζει η φαρσοκωμωδία. Η τότε κυβέρνηση δεν δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον: κωλυσιεργεί, δεν το παίρνει απόφαση να ξεκινήσει την πιλοτική εφαρμογή παρά μόνο το Νοέμβριο του 2014 (δηλαδή λίγο πριν την προκήρυξη εκλογών). Η αντιπολίτευση καταγγέλλει ότι πρόκειται για ψίχουλα που προσβάλλουν τα 6,3 εκατομμύρια Έλληνες που μαστίζονται από την «κοινωνική γενοκτονία των Μνημονίων».

Μετά τις εκλογές, η νέα κυβέρνηση «σνομπάρει» επιδεικτικά το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, υιοθετώντας τρία «άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης»: δωρεάν επανασύνδεση και παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, επίδομα ενοικίου, και κάρτα σίτισης. Η συνολική αξία τους: 0,1% του ΑΕΠ.

Ταυτόχρονα, η αρμόδια υφυπουργός διαμαρτύρεται για «αφόρητη πίεση» υπέρ του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος εκ μέρους των δανειστών, δηλώνει σε όλους τους τόνους ότι το μέτρο είναι νεοφιλελεύθερο, ότι το επιβάλλει το ΔΝΤ στην Αφρική (...), ότι οι Έλληνες δεν θέλουν επιδόματα αλλά δουλειές, ότι το μέτρο «εγκλωβίζει» τους φτωχούς – σε ένα κρεσέντο ημιμάθειας, όπου προβάλλονται τα πιο αντιφατικά επιχειρήματα, με μόνο σκοπό τη συντήρηση μιας στείρας αντιπαράθεσης με τους δανειστές. Οι οποίοι δανειστές μάλλον διασκεδάζουν με τη σπάνια ευκαιρία που τους προσφέρεται να κάνουν επίδειξη κοινωνικής ευαισθησίας, και μάλιστα έναντι μιας κυβέρνησης που είχε έρθει στην εξουσία για να καταργήσει τη λιτότητα και να επουλώσει τις πληγές της ανθρωπιστικής κρίσης.

Η αντιπαράθεση τελειώνει όταν η κυβέρνηση σηκώνει λευκή σημαία το καλοκαίρι του 2015. Το τρίτο Μνημόνιο που υπογράφει αναγορεύει τη σταδιακή (αλλά ταχεία) εφαρμογή του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε προαπαιτούμενο για την καταβολή των επόμενων δόσεων. Κάπου εκεί η κυβέρνηση το παίρνει απόφαση να κάνει την ανάγκη φιλοτιμία – όχι όμως προτού η αρμόδια υπουργός δηλώσει την πλήρη αντίθεσή της με το μέτρο, με το μνημειώδους ασυναρτησίας επιχείρημα ότι για τους φτωχούς είναι προτιμότερα τα 140 ευρώ το μήνα σε κάρτα σίτισης και επίδομα ενοικίου που έδινε η κυβέρνηση, παρά τα 200 ευρώ το μήνα σε χρήμα που δίνει το επάρατο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (και το ακόμη πιο επάρατο Μνημόνιο, που η κυβέρνησή της είχε υπογράψει)[13].

Εν τω μεταξύ, ακόμη και χωρίς πολιτική υποστήριξη από την κυβέρνηση (ή την αντιπολίτευση, ή από τις κοινωνικές οργανώσεις, ή από τα Μέσα Ενημέρωσης), το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα προχωρά με ταχείς ρυθμούς. Η υλοποίησή του στηρίζεται στην πίεση των δανειστών, στην τεχνική βοήθεια της Παγκόσμιας Τράπεζης, αλλά και στην ευσυνειδησία μιας μικρής ομάδας υπαλλήλων στο αρμόδιο υπουργείο, καθώς και στον επαγγελματισμό των δημοτικών υπηρεσιών που φορτώθηκαν το διοικητικό βάρος χωρίς κανενός είδους υποστήριξη εκ μέρους της κυβέρνησης. Ως «κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης» (παρόμοιο με το «κοινωνικό εγγυημένο εισόδημα» της προηγούμενης κυβέρνησης), εφαρμόζεται από το καλοκαίρι του 2016 με επιτυχία σε 30 δήμους, και από την 1η Φεβρουαρίου 2017 σε εθνική κλίμακα. Όσο για τη μνησίκακη απόρριψη του μέτρου εκ μέρους της κυβέρνησης, έχει πλέον δώσει τη θέση της στην επιχειρούμενη ιδιοποίησή του. Η αρμόδια υφυπουργός τώρα δηλώνει: «με κορμό το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης δημιουργείται ένα δίχτυ ασφαλείας για τους συμπολίτες μας που χτυπήθηκαν πιο βίαια από την οικονομική κρίση»[14]. (Η παθητική φωνή – «δημιουργείται» - είναι απολύτως ακριβής.)

Με αυτό τον κάπως λοξό τρόπο, πραγματοποιείται ένα σημαντικό βήμα προς την κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας της χώρας, καθώς και της ευθυγράμμισης του εγχώριου κοινωνικού κράτους με τον ευρωπαϊκό κανόνα.

 

4.

Πώς θα μπορούσε να αξιολογήσει κανείς συνολικά τις μεταμορφώσεις του κοινωνικού κράτους τα τελευταία χρόνια;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ενοποίηση των κανόνων και η καταπολέμηση της σπατάλης στις συντάξεις και στην υγεία υπήρξαν υπερώριμα μέτρα εξυγίανσης του συστήματος κοινωνικής προστασίας. Επί πλέον, έχουν σημειωθεί αξιόλογα βήματα ενίσχυσης του δείκτη κοινωνικής προστασίας (με σημαντικότερους σταθμούς τη θεσμοθέτηση ενιαίου επιδόματος στήριξης τέκνων το 2013 και κοινωνικού εισοδήματος αλληλεγγύης το 2017). Από την άλλη, όλες οι βελτιώσεις ήρθαν υπερβολικά αργά για να προλάβουν τη γενικευμένη αίσθηση ότι το κράτος ήταν απόν τη στιγμή οι πολίτες το χρειάζονταν περισσότερο, και τη συνακόλουθη πτώση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς της δημοκρατικής πολιτείας. Επί πλέον, ακόμη και σήμερα, οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης, σημαντικά κενά προστασίας παραμένουν (με σπουδαιότερα τα εμπόδια πρόσβασης στις παροχές υγείας και την ελλειματική εισοδηματική στήριξη των ανέργων).

Σε κάθε περίπτωση, το ελληνικό κοινωνικό κράτος μεταμορφώνεται. Οι ραγδαίες θεσμικές αλλαγές, σε συνδυασμό με τη βιαστική και συχνά απρόθυμη εφαρμογή τους, αφήνουν να διαφανεί το περίγραμμα ενός συστήματος κοινωνικής προστασίας σημαντικά διαφοροποιημένου από εκείνο που επικρατούσε προ κρίσης. Το κοινωνικό κράτος που αναδύεται μέσα από μύριες αντιφάσεις είναι αναμφισβήτητα πιο λιτό. Το εάν θα αποδειχθεί επίσης πιο αποτελεσματικό στην αντιμετώπιση της φτώχειας και των ανισοτήτων, καθώς και στην εξασφάλιση μιας βασικής δέσμης κοινωνικών υπηρεσιών, παραμένει αδιευκρίνιστο: θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη ορισμένων κομβικών ζητημάτων. Θα αναφέρω εν συντομία τα κυριότερα.

Το πρώτο είναι αυτό που έχει ονομαστεί «προ-διανομή»[15]. Το κοινωνικό κράτος, με την ευρεία έννοια (φορολογία, επιδόματα, και υπηρεσίες), λίγα πράγματα μπορεί να κάνει από μόνο του όταν η αγορά παράγει μεγάλες ανισότητες και χαμηλές αμοιβές. Κανένα σύστημα κοινωνικής προστασίας, ακόμη και το πιο προηγμένο, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τη φτώχεια όσο η οικονομία υπολειτουργεί, όσο η ανεργία παραμένει υψηλή, όσο οι θέσεις εργασίας που δημιουργούνται είναι επισφαλείς ή/και πληρώνουν απελπιστικά χαμηλές αποδοχές. Η κάλυψη των κενών κοινωνικής προστασίας παραμένει επιτακτική. Αλλά η αποφασιστική παρτίδα θα παιχτεί σε μεγάλο βαθμό αλλού: στην επανεκκίνηση της οικονομικής δραστηριότητας, στην αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, στη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας σε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, στη βελτίωση των εργασιακών σχέσεων, στη σταδιακή άνοδο των αποδοχών των εργαζομένων. Με την έννοια αυτή, μια πολιτική που διώχνει επενδύσεις, εχθρεύεται την καινοτομία και υπερφορολογεί την εργασία για να χρηματοδοτήσει αμφίβολης αξίας κοινωνικές πολιτικές (όπως είναι π.χ. το κοινωνικό μέρισμα) δημιουργεί περισσότερα κοινωνικά προβλήματα από όσα λύνει.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ο «προνοιακός σωβινισμός». Ήδη από το 2011 (μετά από παρέμβαση βουλευτή του ΛΑΟΣ) στα κριτήρια επιλεξιμότητας των οικογενειακών επιδομάτων προστέθηκε η μόνιμη και συνεχής διαμονή του δικαιούχου στην Ελλάδα για μια δεκαετία πριν την υποβολή της αίτησης – όρος σχεδιασμένος ώστε να αποκλείει τα παιδιά των μεταναστών, ακόμη και όταν βρίσκονται νομίμως στη χώρα, ακόμη και όταν οι γονείς τους έχουν χαμηλό εισόδημα. Η σχετική διάταξη μεταφέρθηκε αυτολεξεί στο κείμενο του νόμου που θεσμοθετούσε το ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων. Παρόμοιες – αν και λιγότερο ακραίες – ρυθμίσεις, και διοικητικές αυθαιρεσίες, περιορίζουν την πρόσβαση σε άλλες κοινωνικές παροχές. Από αυτή την άποψη, το ελληνικό σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν ακολουθεί το κύμα επαναπροσδιορισμού της κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη με εθνοτικά κριτήρια που παρατηρείται (είτε ως διεκδίκηση είτε ως πραγματικότητα) σε κάποιες χώρες: πρωτοπορεί σε αυτό.

Είναι πρόβλημα αυτό; Κατά τη γνώμη μου ναι. Όχι μόνο για προφανείς ανθρωπιστικούς λόγους, ούτε μόνο επειδή προδίδει μια αντίληψη για το ποιος δικαιούται τη στήριξη της πολιτείας και ποιος όχι (ακόμη και όταν έχει συνεισφέρει στα φορολογικά βάρη) που μου είναι απεχθής. Αλλά επίσης επειδή θέτει εν αμφιβόλω τη συγκατάθεση της κοινής γνώμης σε ένα κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας που αναπόφευκτα ωφελεί και όσους προέρχονται από μειονοτικές ομάδες. Αναρωτιέμαι π.χ. αν μια επόμενη κυβέρνηση θα επιβεβαιώσει την υποστήριξή της στο κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης όταν η Α εφημερίδα ή το Β κανάλι δημοσιεύσει κάποιο υστερικό «αποκλειστικό ρεπορτάζ» για την τάδε οικογένεια δικαιούχων με χρώμα δέρματος «προκλητικά» διαφορετικό από το δικό μας, και όταν κάποιος βουλευτής των ΑΝΕΛ ή της Χρυσής Αυγής φέρει το θέμα στη Βουλή.

Το τρίτο και τελευταίο ζήτημα αφορά την ευρύτερη συναίνεση στις πρόσφατες αλλαγές. Αξίζει να θυμόμαστε ότι αυτό που ονομάζουμε «κοινωνικό κράτος» δεν είναι μόνο ένα άθροισμα δημόσιων πολιτικών. Είναι επίσης (ή μάλλον: είναι κυρίως) ένα κοινωνικό συμβόλαιο, λιγότερο ή περισσότερο δίκαιο, λιγότερο ή περισσότερο βιώσιμο, το οποίο δίνει λογική συνοχή και πολιτική νομιμοποίηση στα συστατικά του μέρη. Για παράδειγμα, το κοινωνικό κράτος που είχε διαμορφωθεί στη μακρά διάρκεια μέχρι το ξέσπασμα της κρίσης χαρακτηριζόταν από ένα συγκεκριμένο κοινωνικό συμβόλαιο: επαχθές για τις επερχόμενες γενεές, χρεωκοπημένο (πρώτα ηθικά και μετά οικονομικά), αλλά απολύτως ανθεκτικό σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης. Αντιθέτως, το σημερινό κοινωνικό κράτος, όπως αναδύεται από την κρίση, υπερβολικά καθυστερημένα ώστε να συμβάλλει στην απάλυνση των χειρότερων συνεπειών της, οφείλει την ύπαρξή του στις ενέργειες ενός μικρού αριθμού στελεχών διεθνών οργανισμών, κυβερνητικών τεχνοκρατών και δημοσίων υπαλλήλων. Όλες οι μεταρρυθμίσεις, ακόμη και οι πιο ώριμες, ακόμη και οι πιο «κοινωνικά ευαίσθητες», προσέκρουσαν στη δυσπιστία, στην αδιαφορία και κάποτε στην ανοιχτή εχθρότητα της ελληνικής πλευράς: στο βαθμό που τελικά επιβλήθηκαν αυτό κυρίως πιστώνεται στην επιμονή των δανειστών. Οι αλλαγές δεν προέκυψαν μετά από την συνεπή συνηγορία μέρους έστω των πολιτικών ελίτ, ούτε στηρίχθηκαν στη συνειδητή υποστήριξη των αρμόδιων υπουργών, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση στα μέτρα που υποτίθεται ότι εφάρμοζαν δεν συνεισέφεραν παρά την ανοχή τους – συνήθως καιροσκοπική, συχνά ανόρεχτη, πάντοτε καθυστερημένη. Ούτε υποστηρίχθηκαν από κοινωνικές δυνάμεις οι οποίες διεκδίκησαν αυτές τις αλλαγές, είτε επειδή αποκαθιστούσαν αδικίες σε βάρος τους, είτε επειδή ελάφραιναν τα βάρη στους ώμους τους, είτε επειδή απλώς ταίριαζαν στις αντιλήψεις τους για μια συνεκτικότερη κοινωνία και μια δυναμικότερη οικονομία σε ένα πιο σύγχρονο κράτος.

Οι θεμελιωτές του κοινωνικού κράτους στα μέσα του 20ού αιώνα στην Ευρώπη (και αλλού) υπήρξαν σοσιαλδημοκράτες, φιλελεύθεροι και χριστιανοδημοκράτες. Πρόκειται για τρεις πολιτικές οικογένειες ολιγομελείς ή εντελώς ανύπαρκτες σε μια χώρα όπου ιστορικά η κεντροαριστερά υπήρξε περισσότερο μαξιμαλιστική παρά ρεφορμιστική, η κεντροδεξιά περισσότερο συντηρητική παρά φιλελεύθερη, και όπου η εκκλησία ενδιαφέρεται περισσότερο για την εξωτερική πολιτική παρά για την κοινωνική πρόνοια.

Όσο όμως οι μεταρρυθμιστικές δυνάμεις στην Ελλάδα παραμένουν αριθμητικά ισχνές, απελπιστικά αδύναμες, και ελάχιστα πειστικές, η πρόοδος προς το νέο κοινωνικό κράτος που χρειαζόμαστε (αποτελεσματικό, δίκαιο και συμβατό με μια δυναμική οικονομία) θα μένει αναγκαστικά μετέωρη.

 



[1] Συγκεκριμένα, η κοινωνική δαπάνη στην Ευρώπη των 15 (δηλ. στα κράτη μέλη πριν τη διεύρυνση της ΕΕ το 2004) αυξήθηκε ως ποσοστό του ΑΕΠ από 25,9% το 2007 σε 29,5% το 2009. Σε ευρώ ανά κάτοικο (σταθερές τιμές) η αύξηση ήταν 9%. Παρόμοια ήταν η εξέλιξη της κοινωνικής δαπάνης στην Ευρώπη των 28, αν και τα σχετικά μεγέθη άρχισαν να υπολογίζονται από το 2008. Όλα τα δεδομένα που αναφέρονται στο κείμενο προέρχονται από την Eurostat, εκτός εάν παρατίθεται άλλη πηγή.

[2] Βλ. το άρθρο μου «Προοπτικές της κοινωνικής Ευρώπης μετά την κρίση» στο περιοδικό Ελληνική Επιθεώρηση Πολιτικής Επιστήμης τ. 37 σελ. 17-40 (2011).

[3] Για μια νωρίτερη ανάλυση, βλ. το βιβλίο μου «Η κοινωνική πολιτική σε δύσκολους καιρούς: οικονομική κρίση, δημοσιονομική λιτότητα και κοινωνική προστασία», εκδόσεις Κριτική (2011).

[4] Βλ. το κείμενό μου «Η μετέωρη μεταρρύθμιση: το κοινωνικό κράτος και o εκσυγχρονισμός της κοινωνίας», στον συλλογικό τόμο «Η κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα: προκλήσεις και προοπτικές» (επιμέλεια Δ. Βενιέρη και Χ. Παπαθεοδώρου), σελ. 133-165, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα (2003).

[5] Βλ. «Η ανταποδοτικότητα των συντάξεων στην Ελλάδα» Ενημερωτικό Δελτίο της Ομάδας Ανάλυσης Δημόσιας Πολιτικής 9/2016 (http://www.paru.gr/files/newsletters/NewsLetter_09.pdf). Για μια πληρέστερη παρουσίαση, βλ. το άρθρο μας «Η ανταποδοτικότητα των συντάξεων στη θεωρία και στην πράξη» στο περιοδικό Επιθεώρησις Δικαίου Κοινωνικής Ασφαλίσεως τ. 58 (651) σελ. 75-81 (2016).

[6] Βλ. το άρθρο μου «Μια ανορθόδοξη ερμηνεία της παρακμής του ΕΣΥ» στο περιοδικό Σύγχρονα Θέματα τ. 111 σελ 59-64 (2010).

[7] «It took a major economic and financial crisis and strong outside pressure by the country’s international lenders (the so-called “Troika” - the European Commission, the International Monetary Fund, and the European Central Bank) for some major provisions of the “path shift” introduced in 1983 to be progressively materialized (namely, the unification of health funds, the standardization of contributions and of the benefits package across socio-occupational groups etc.). Albeit, under conditions of harsh cuts in funding and receding public provision.» Βλ. «Rethinking Greece: Maria Petmesidou on the past and the future of the Greek welfare state» 26 Ιανουαρίου 2018 (http://www.greeknewsagenda.gr/index.php/interviews/rethinking-greece/6616-petmesidou)

[8] Τα δεδομένα για τον αριθμό των ανέργων προέρχονται από την ΕλΣτατ, ενώ για τον αριθμό των δικαιούχων τακτικού επιδόματος ανεργίας από τον ΟΑΕΔ.

[9] Βλ. την ετήσια έκθεση «Employment and social developments in Europe 2012» (2013). Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «During economic downturns, eligibility conditions and replacement rates need to cater for the increased rate of job destruction and the stronger need for stabilising incomes, and the duration needs to be adapted in line with the reduced chances of finding a job. [...] Conversely, during recoveries, the unemployment benefit system needs to provide stronger incentives to re-enter the labour market in order to prevent cyclical unemployment from becoming structural.» (σελ. 210)

[10] Συγκεκριμένα, το 2016 το επίδομα μακροχρόνιας ανεργίας καταβαλλόταν σε 13.257 άτομα, ενώ το βοήθημα ανεργίας αυτοαπασχολουμένων σε άλλα 4.125 (1,2% και 0,4% του συνόλου των ανέργων αντιστοίχως). Για αυτό, ο ισχυρισμός του Olivier Blanchard (Chief Economist του ΔΝΤ έως πρόσφατα) και των συνεργατών του ότι «με σύσταση του ΔΝΤ, η κάλυψη των επιδομάτων ανεργίας στην Ελλάδα επεκτάθηκε» δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα. Βλ. Blanchard O.J., Jaumotte F. & Loungani P. «Labor market policies and IMF advice in advanced economies during the Great Recession» στο περιοδικό IZA Journal of Labor Policy τ. 3:2 σελ. 20 (2014).

[11] Βλ. το βιβλίο μου «Η κοινωνική αλληλεγγύη και οι αντιφάσεις της: ο ρόλος του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος σε μια σύγχρονη κοινωνική πολιτική», εκδόσεις Κριτική (2004).

[12] Βλ. IMF «Greece: request for stand-by arrangement» Country Report No. 10/111 σελ. 13 & 37 (Μάιος 2010).

[13] Η σχετική δήλωση σχολιάστηκε από την εφημερίδα «Ριζοσπάστης» ως εξής: «Μια πρωτότυπη συλλογιστική ανέπτυξε η αναπληρώτρια υπουργός Εργασίας, Θεανώ Φωτίου, στην προσπάθειά της να εξηγήσει γιατί η κυβέρνηση προσανατολίζεται να αντικαταστήσει τη χρηματική ενίσχυση - ψίχουλα που προβλέπει το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, με παροχές σε είδος, μικρότερου μάλιστα κόστους για τον προϋπολογισμό. Είπε η υπουργός: «Εγώ ισχυρίζομαι ότι όταν βρίσκεσαι σε τέτοια κατάσταση, δεν μπορεί να πας με επιδοματικό χαρακτήρα. Πρέπει να πας με το χαρακτήρα που είχαν οι παροχές που κάναμε στην αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης. Δηλαδή σε είδος. Διότι πρέπει να είσαι απόφοιτος του Χάρβαρντ για να καταφέρεις να επιβιώσεις με 200 ευρώ το μήνα. Αν σου δίνουμε όμως 70 ευρώ κάρτα, η οποία είναι προπληρωμένη για τρόφιμα, που τα παίρνεις από οποιοδήποτε μαγαζί, δωρεάν ηλεκτρική ενέργεια, δηλαδή αυτό που έχει ανάγκη μια οικογένεια, και σου δίνουμε, εφόσον δεν έχεις σπίτι, 70 ευρώ επιδότηση ενοικίου (...) Δηλαδή μία λογική σε είδος και όχι σε χρήμα. Οταν φτάνεις σε τόσο μικρά επίπεδα επιδοματικά, όπως είναι σήμερα το GMI (σ.σ. ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα), τα 200 ευρώ, οι παροχές σε είδος μπορούν να σε κάνουν να επιβιώσεις. Οι παροχές σε χρήμα θα σε καταστρέψουν. Γιατί, όπως είπα και πριν, είναι αδύνατον να επιβιώσεις με 200 ευρώ, ενώ αυτά που σας είπα μόλις πριν είναι 150 ευρώ. Και μπορείς να επιβιώσεις, πολύ δύσκολα αλλά μπορείς». Το δίλημμα που βάζει η κυβέρνηση στα πιο φτωχά λαϊκά στρώματα, είναι αν θα ζουν ... καλύτερα με 200 ευρώ «στο χέρι» ή με 150 ευρώ σε είδος! Πράγματι, χρειάζεται πτυχίο από το Χάρβαρντ, όχι μόνο για να αναδιανέμεις τη φτώχεια στο λαό, αλλά και για να προσπαθείς να τον κοροϊδέψεις με τόσο θράσος.» Βλ. «Πτυχίο Χάρβαρντ στην κοροϊδία» Πέμπτη 15 Σεπτέμβρη 2016 (https://www.rizospastis.gr/story.do?id=9034712).

[14] Βλ. σχετικό ρεπορτάζ της ΕΡΤ με τίτλο «Θ. Φωτίου: Αναμόρφωση του κράτους πρόνοιας ως το τέλος του 2018», 30 Ιουλίου 2017 (http://www.ert.gr/eidiseis/ellada/politiki/th-fotiou-anamorfosi-tou-kratous-pronias-os-telos-tou-2018/).

[15] Ο όρος «predistribution» επινοήθηκε από τον Jacob S. Hacker, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale. Βλ. το κείμενό του «The institutional foundations of middle-class democracy» για το Policy Network (2011) (http://www.policy-network.net/pno_detail.aspx?ID=3998&title=The+institutional+foundations+of+middle-class+democracy).