10 Μαΐου 2026

Η εβδομάδα 35 ωρών μπορεί να περιμένει

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 10 Μαΐου 2026).

Η πρόσφατη πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ για μείωση των ωρών εργασίας με πλήρεις αποδοχές συνάντησε την απόλυτη άρνηση της κυβέρνησης, που κατηγόρησε την αξιωματική αντιπολίτευση για «λαϊκισμό», καθώς και των εργοδοτικών οργανώσεων, που περιέγραψαν τις συνέπειες ενός τέτοιου μέτρου με σκοτεινά χρώματα: λουκέτα, ανεργία κτλ.

Όπως συμβαίνει συνήθως, πρωτοστάτησαν οι εργοδοτικές οργανώσεις που εκπροσωπούν τις μικρές επιχειρήσεις, που στη χώρα μας είναι αναλογικά περισσότερες. Έχουν και αυτές τους λόγους τους: πολλές μικρές επιχειρήσεις βρίσκονται στα όρια της βιωσιμότητας, κινδυνεύοντας να βουλιάξουν λόγω κάποιας δυσμενούς μεταβολής των συνθηκών, και για αυτό άλλωστε κινητοποιούνται με στόχο το χαμηλό κόστος, εργασίας και φορολογίας. Και ως γνωστόν ο στόχος αυτός μπορεί να επιτυγχάνεται είτε ευθέως, με την απόσπαση ευνοϊκών ρυθμίσεων, είτε λιγότερο ευθέως, μέσω της φοροδιαφυγής, των απλήρωτων υπερωριών κτλ. Τα τελευταία χρόνια, η κινητοποίηση αυτή έχει φέρει καρπούς για τους άμεσα ενδιαφερόμενους.

Μόνο που η υποχωρητικότητα της κυβέρνησης στα αιτήματα των εργοδοτών (ιδίως των μικρομεσαίων) έχει οδηγήσει στην αναβίωση ενός μοντέλου ανάπτυξης χαμηλών επιδόσεων, που πριν λίγα χρόνια μας έφερε στα πρόθυρα της χρεωκοπίας, και που σήμερα καθηλώνει την ελληνική οικονομία στην προτελευταία θέση της ΕΕ: κάτω από τη Ρουμανία, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία. Όσο για την περίφημη έκθεση Πισσαρίδη, που το 2020 είχε γίνει δεκτή από την κυβέρνηση με επευφημίες, σήμερα δείχνει να έχει ξεχαστεί. Με αυτή την έννοια, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν έχει άδικο όταν ισχυρίζεται ότι το υπόδειγμα της φθηνής εργασίας εγκλωβίζει την οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο χαμηλής παραγωγικότητας, περιορισμένης καινοτομίας και διαρκούς στασιμότητας.

Γενικά, δεν υπάρχει τίποτε σκανδαλιστικό στην ιδέα ότι ο εργάσιμος χρόνος μπορεί να μειώνεται καθώς η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται. Στη Γερμανία, το 1870 ο μέσος εργαζόμενος δούλευε 3.284 ώρες το χρόνο, το 1950 ο αριθμός αυτός είχε πέσει στις 2.427 ώρες, και το 2023 στις 1.335 ώρες – χωρίς αυτό να έχει εμποδίσει τους μισθούς και τα κέρδη των επιχειρήσεων να αυξηθούν θεαματικά στον ενάμιση αιώνα που μεσολάβησε. Αντιστρόφως, στην Ελλάδα οι ετήσιες ώρες εργασίας είναι 1.893, και όμως οι μέσες αποδοχές των εργαζομένων είναι χαμηλότερες από τις μισές των Γερμανών συναδέλφων τους.

Ο λόγος φυσικά είναι η χαμηλή παραγωγικότητα των Ελλήνων εργαζομένων, που με τη σειρά της οφείλεται όχι μόνο στο χαμηλό μέγεθος των ελληνικών επιχειρήσεων, αλλά και στην προβληματική οργάνωσή τους, στη χαμηλή διοικητική ικανότητα των ανθρώπων που τις διευθύνουν, στις χαμηλές δεξιότητες των εργαζομένων, καθώς και στη σχετική αδιαφορία των εργοδοτών για την αναβάθμισή τους.

Το πρόβλημα με την πρόταση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ είναι ότι ακριβώς επειδή η ελληνική οικονομία, με ευθύνη και της κυβέρνησης, έχει εγκλωβιστεί σε μια παγίδα χαμηλής παραγωγικότητας, η προτεραιότητα τώρα πρέπει να είναι πώς θα απεγκλωβιστεί από αυτή – και η μείωση του χρόνου εργασίας δεν φαίνεται να είναι ο καλύτερος τρόπος για να συμβεί κάτι τέτοιο.

Η (τελικά άγονη) συζήτηση για την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας έχει εδώ και καιρό εντοπίσει τα κύρια συστατικά μιας εθνικής στρατηγικής για την αύξηση της παραγωγικότητας. Χρειάζεται στροφή πολιτικής από την προστασία των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στη δημιουργία των συνθηκών που θα επιτρέψουν στις καλύτερες από αυτές να μεγαλώσουν. Χρειάζεται μετατόπιση πόρων (και κρατικών ενισχύσεων, άμεσων και έμμεσων) από τις δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας στις οποίες βασίζεται σήμερα η ελληνική οικονομία προς άλλες υψηλότερης. Χρειάζεται μια εκπαιδευτική πολιτική που να ποντάρει λιγότερο στη συσσώρευση τίτλων σπουδών και περισσότερο στο τι πραγματικά ξέρουν να κάνουν οι κάτοχοί τους.

Εν απουσία μιας τέτοιας στρατηγικής, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου στις σημερινές συνθήκες θα έπεφτε στο κενό – με μοναδικό αποτέλεσμα την ακόμη βαθύτερη κατάτμηση της αγοράς εργασίας, ανάμεσα σε έναν ιδιωτικό τομέα όπου τα δικαιώματα των εργαζομένων συχνά αγνοούνται, και ένα υπερπροστατευμένο Δημόσιο όπου η μέριμνα για την καλύτερη και ταχύτερη εξυπηρέτηση των πολιτών εξαντλείται στην ψηφιοποίηση μερικών διαδικασιών. Σε τι θα ωφελούσε αυτό;

22 Μαρτίου 2026

Η ενεργειακή αυτονομία παραμένει ζητούμενο

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 22 Μαρτίου 2026).


Η ριζική αβεβαιότητα είναι το χαρακτηριστικό της νέας εποχής που εγκαινιάστηκε με την δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ, όμως η δίνη στην οποία έχει βυθίσει τη διεθνή οικονομία η επίθεση στο Ιράν είναι από κάθε άποψη πρωτοφανής. Η ισραηλινή επίθεση την περασμένη Τετάρτη στις ιρανικές εγκαταστάσεις του Νότιου Παρς (το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο), και τα ιρανικά αντίποινα την επομένη στις καταριανές εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Ρας Λαφφάν (μεγαλύτερες στον κόσμο), οδήγησαν σε νέα εκτίναξη των τιμών στην Ευρώπη, που τώρα είναι διπλάσιες από ό,τι πριν τρεις εβδομάδες.

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές είναι ακόμη άγνωστη η έκβαση της Συνόδου Κορυφής των 27 στις Βρυξέλλες. Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα έχει ζητήσει «αποφασιστική και άμεση παρέμβαση για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων» στο πρότυπο της ενεργειακής κρίσης του 2022, ενώ επίσης υποστηρίζει την πρόταση της ιταλικής κυβέρνησης για αναστολή του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών επειδή «επιβαρύνει υπέρμετρα την ανταγωνιστικότητα».

Ακούγονται πολύ φιλολαϊκά και τα δύο. Τα φαινόμενα όμως απατούν.

Ως γνωστόν, το 2022 η ελληνική κυβέρνηση ξόδεψε 4,9% του ΑΕΠ για να προστατεύσει επιχειρήσεις και νοικοκυριά από την εκτόξευση του κόστους της ενέργειας, πολύ περισσότερο από τα άλλα 40 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ: στη δεύτερη θέση με 2,8% του ΑΕΠ ισοβάθμησαν η Ιταλία και η Πολωνία. Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των μέτρων της ελληνικής κυβέρνησης (2,7% του ΑΕΠ) καλύφθηκε από κοινοτικά κονδύλια, τα οποία έχουν θεσμοθετηθεί για άλλο σκοπό (δίκαιη ενεργειακή μετάβαση). Το υπόλοιπο (2,2% του ΑΕΠ) προήλθε από εθνικούς πόρους – ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, αν αναλογιστούμε ότι παραμένουμε πρωταθλητές Ευρώπης στο δημόσιο χρέος (151% του ΑΕΠ). Όσο για το «φιλολαϊκό» χαρακτήρα των μέτρων του 2022, η διανεμητική επίπτωσή τους ήταν αντιστρόφως προοδευτική: όσο πιο εύπορο το νοικοκυριό, τόσο μεγαλύτερο το όφελος.

Όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (γνωστό και ως «Χρηματιστήριο Ρύπων»), είναι το πιο φιλελεύθερο από όλα τα εργαλεία περιβαλλοντικής πολιτικής: μειώνει τη ρύπανση στη βιομηχανία και στην παραγωγή ενέργειας μέσω ενός ευέλικτου μηχανισμού τιμολόγησης των ρύπων. Παρά τις αδυναμίες του το σύστημα αποδίδει – για αυτό άλλωστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει την επέκτασή του στη ναυτιλία και στις μεταφορές.

Όπως σχολίαζε τις προάλλες ο Federico Fubini, αναπληρωτής διευθυντής της πάντα μετρημένης Corriere della Sera, το αίτημα αναστολής του Χρηματιστηρίου Ρύπων εκ μέρους της ιταλικής κυβέρνησης συνιστά ομολογία αποτυχίας: ο εθνικός στόχος θα έπρεπε να είναι η ανάκτηση της ενεργειακής αυτονομίας, και ο περιορισμός των εισαγωγών καυσίμων από ασταθείς περιοχές του πλανήτη (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική), καθώς και από χώρες που ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν το ενεργειακό τους πλεονέκτημα για να εκβιάσουν γεωπολιτικά οφέλη σε βάρος της Ευρώπης. Στην τελευταία κατηγορία ο Fubini κατατάσσει όχι μόνο τη Ρωσία, αλλά δυνητικά και τις ΗΠΑ.

Εμείς πώς τα πάμε στον τομέα της ενεργειακής αυτονομίας; Χάρη στη θεαματική αύξηση της παραγωγής ηλιακής και αιολικής ενέργειας τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει γίνει καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρισμού. Όμως το μερίδιο της παραγωγής ηλεκτρισμού στη συνολική κατανάλωση ενέργειας είναι μόνο 20% (όσο και το 2021). Στο σύνολο, η ενεργειακή εξάρτηση έχει επιδεινωθεί: το 2024 οι καθαρές εισαγωγές καυσίμων αντιπροσώπευαν 78% των ενεργειακών αναγκών της χώρας (έναντι 74% το 2021). Καθώς υποχωρεί το μερίδιο της Ρωσίας, γιγαντώνεται εκείνο των ΗΠΑ: από εκεί προερχόταν το 86% του υγροποιημένου φυσικού αερίου που φορτώθηκε στη Ρεβυθούσα πέρυσι. Στην ίδια κατεύθυνση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ κινείται η συμφωνία με την εταιρεία Chevron για εκμετάλλευση υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου (η οποία κυρώθηκε την περασμένη εβδομάδα από τη Βουλή), καθώς και ο σχεδιασμός για τον «Κάθετο διάδρομο» από την Αλεξανδρούπολη, όπου σχεδόν το 100% του φορτίου θα προέρχεται από τις ΗΠΑ. Πόσο συνετά είναι όλα αυτά;

Η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα δεν βλάπτει μόνο την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης και της Ελλάδας, βλάπτει επίσης την οικονομία. Μετά τη θεαματική πτώση του κόστους παραγωγής ηλιακής ενέργειας, ακολουθεί η ταχεία μείωση του κόστους αποθήκευσης.

Το εθνικό συμφέρον επιβάλλει την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, όχι την εγκατάλειψή της.

8 Φεβρουαρίου 2026

Το κατάρτι του Οδυσσέα

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026).


Η πρωτοβουλία του πρωθυπουργού να προτείνει συνταγματική αναθεώρηση έχει προκαλέσει μια συζήτηση που, όπως συνήθως, επικεντρώνεται στις βραχυπρόθεσμες διαστάσεις του θέματος, π.χ. στις βλέψεις του ίδιου του πρωθυπουργού και των αντιπάλων του, μέσα στο κυβερνών κόμμα και έξω από αυτό.

Οι διαστάσεις αυτές μπορεί να είναι σημαντικές. Όμως, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, το Σύνταγμα είναι σοβαρή υπόθεση: αφορά τους κανόνες του παιγνιδιού, τα όρια και τους περιορισμούς στη δυνατότητα της κυβέρνησης να παίρνει αποφάσεις, και της Βουλής να νομοθετεί. Συνεπώς, ας μιλήσουμε για αυτά.

Παραδόξως, η άλλη ένσταση που ακούγεται («Από ποιο άμβωνα προέρχεται το κήρυγμα ...») αντί να ακυρώνει την ανάγκη για ουσιαστική συζήτηση την κάνει ακόμη πιο επείγουσα. Πράγματι, για κάθε πολίτη που νοιάζεται για την υγεία της δημοκρατίας περισσότερο από ό,τι για τον κομματικό ανταγωνισμό, που είχε δει με αποτροπιασμό τις επανειλημμένες απόπειρες της προηγούμενης κυβέρνησης να ελέγξει τη δικαστική εξουσία, τα μέσα ενημέρωσης, ή τη στατιστική υπηρεσία, και που περίμενε δραστική αλλαγή πορείας από τη σημερινή κυβέρνηση, η ανοιχτή επίθεση στις ανεξάρτητες αρχές και στους δημοσιογράφους που επιχείρησαν να την ελέγξουν υπήρξε η απογοητευτικότερη διάψευση των τελευταίων ετών.

Το «Κοίτα ποιος μιλάει» εκτείνεται σε όλο το φάσμα των θεμάτων. Για παράδειγμα, είναι ακριβές ότι το Σύνταγμα «δεν παρέχει επαρκή εχέγγυα για τη δημοσιονομική ισορροπία και βιωσιμότητα», ή ότι «δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις επόμενες γενεές», όπως αναφέρει στην επιστολή του ο πρωθυπουργός. Όμως ο συντάκτης της επιστολής τυχαίνει να είναι το ίδιο πρόσωπο με τον πρόεδρο της κυβέρνησης που πριν λίγους μήνες, αντί να αυξήσει τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης λόγω αύξησης της διάρκειας ζωής, όπως προέβλεπε η ισχύουσα (μνημονιακή) νομοθεσία, αποφάσισε να τα κρατήσει αναλλοίωτα, με κόστος +1,2% του ΑΕΠ ετησίως σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής. Στο σημείο αυτό, ας υπενθυμίσουμε τη γενική αγαλλίαση με την οποία έγινε δεκτή αυτή η κραυγαλέα παραβίαση της δημοσιονομικής ισορροπίας και βιωσιμότητας, και εξόφθαλμη περιφρόνηση των επόμενων γενεεών, από το σύνολο του πολιτικού σφάλματος, με το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης να υπερθεματίζει και να υπόσχεται τα ίδια και χειρότερα.

Όμως ας αφήσουμε κατά μέρος τις ενστάσεις, και ας αναγνωρίσουμε στον πρωθυπουργό το ευεργέτημα της αμφιβολίας. Ποιος μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο ένας αυθεντικά φιλελεύθερος πολιτικός να κοιτάζει με αγωνία γύρω του (την προέλαση του αυταρχισμού στον κόσμο) και μέσα του (βλ. παραπάνω) και να αισθάνεται την ανάγκη να βάλει όρια και περιορισμούς στον εαυτό του και κυρίως στους διαδόχους του; Άλλωστε, το να δένει κανείς τα χέρια του επειδή δεν εμπιστεύεται εντελώς τον εαυτό του είναι η πεμπτουσία της σοφίας. Αυτό δεν έκανε ο Οδυσσέας, όταν πρόσταξε τους συντρόφους του να τον δέσουν στο κατάρτι και να βουλώσουν τα αυτιά τους στο τραγούδι των Σειρήνων (και στις διαταγές του ίδιου του Οδυσσέα να τον λύσουν); Αυτό δεν έκαναν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις όταν έβαλαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ την αυστηρή ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, έτσι ώστε οι κυβερνήσεις να μην αντιμετωπίζουν τον πειρασμό να μειώνουν τα επιτόκια «για να πέσει χρήμα στην αγορά» λίγο πριν τις εκλογές, συσσωρεύοντας αδιέξοδα στο μέλλον;

Φυσικά, όπως πάντοτε, ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες. Οι περιορισμοί στην ελευθερία της κυβέρνησης να αποφασίζει και της Βουλής να νομοθετεί πρέπει να είναι συνετοί. Εξ άλλου, η αίσθηση ότι η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας (ή και η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση) συνθέτουν ένα ασφυκτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο οι κυβερνήσεις είναι υποχρεωμένες να λειτουργούν διαχειριστικά, ανήμπορες να ανταποκριθούν στις ανάγκες των πολιτών, συνέβαλε στην άνοδο του αυταρχισμού.

Οι υπερβολές είναι αντιπαραγωγικές και με οικονομικούς όρους. Με την απόφασή της το 2009 να βάλει στο Σύνταγμα της χώρας το «φρένο χρέους», κηρύσσοντας αντισυνταγματικό κάθε δημοσιονομικό έλλειμμα πάνω από 0,35% του ΑΕΠ, η γερμανική πολιτική ελίτ σκόραρε ένα θεαματικό αυτογκόλ. Οι συνέπειες είναι σήμερα ορατές: με τις υποδομές απηρχαιωμένες, με τους σιδηροδρόμους να καθυστερούν απελπιστικά, με τη δημόσια διοίκηση να πασχίζει να προλάβει την ψηφιακή εποχή, και με την οικονομία προσκολλημένη σε ένα παρελθόν που έχει πλέον παρέλθει, η κυβέρνηση Μερτς αναγκάστηκε τελικά να παρακάμψει το «φρένο χρέους» για να μπορέσει στοιχειωδώς να ανταποκριθεί στις αμυντικές, ενεργειακές και άλλες υποχρεώσεις που υπαγορεύει η πραγματικότητα.

Ποια είναι η σωστή ισορροπία μεταξύ ελευθερίας και ορίων, μεταξύ κυβερνητικής ευελιξίας και συνταγματικών περιορισμών; Αυτό είναι το κρίσιμο ερώτημα. Ας συζητήσουμε αυτό, έστω και τώρα.

29 Ιανουαρίου 2026

Μετά το Νταβός

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ στο πλαίσιο του αφιερώματος με τίτλο "Ποιες στρατηγικές τάσεις στην παγκόσμια γεωπολιτική ανέδειξε το Νταβός και ποιες επιπτώσεις προκύπτουν για τη διατλαντική συνεργασία; – Οι αναλυτές του ΕΛΙΑΜΕΠ απαντούν" (Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2026).

Τα καταιγιστικά γεγονότα των τελευταίων εβδομάδων, με επίκεντρο το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του Νταβός, επιβεβαιώνουν αυτό που πολλοί στην Ευρώπη φοβόντουσαν αλλά αρνιόντουσαν να πιστέψουν: ότι δηλ. η «Δύση» ως γεωπολιτική κατηγορία με τις ΗΠΑ στο ρόλο της «αναντικατάστατης δύναμης» πλέον δεν υφίσταται. Πράγματι, οι απειλές ότι οι ΗΠΑ θα προσαρτήσουν την Γροιλανδία (ακόμη και με τη βία, αν χρειαστεί), οι απαξιωτικές δηλώσεις του Προέδρου Τραμπ για τις χώρες του ΝΑΤΟ, η πανηγυρική ίδρυση «Συμβουλίου Ειρήνης» (με τη Ρωσία και την Τουρκία αλλά χωρίς τη Γαλλία ή τη Βρετανία), δείχνουν ότι η Ατλαντική Συμμαχία έχει δεχθεί ένα συντριπτικό πλήγμα.

Ακόμη και αν τελικά αποτραπεί το εφιαλτικό ενδεχόμενο η Ευρώπη να δεχθεί στρατιωτική επίθεση από τις ΗΠΑ, είναι φανερό ότι δεν μπορεί πια να υπολογίζει στην αμερικανική αμυντική ομπρέλα των ΗΠΑ (π.χ. σε περίπτωση που κάποιο κράτος μέλος της ΕΕ ή/και του ΝΑΤΟ δεχθεί επίθεση), γεγονός που φυσικά καθιστά μια τέτοια επίθεση πιθανότερη. Τώρα το ΝΑΤΟ κινδυνεύει να έχει το τέλος της Κοινωνίας των Εθνών, που συνέχισε να λειτουργεί στα χαρτιά έως το 1946, ενώ είχε ακυρωθεί στην πράξη ήδη από την δεκαετία του 1930, όταν απέτυχε να αποτρέψει την επιθετικότητα των δυνάμεων του Άξονα στην Μαντζουρία και στην Αβησσυνία.

Η επανατοποθέτηση των ΗΠΑ απέναντι στην Ευρώπη φαίνεται μόνιμη. Η ήττα του κινήματος MAGA στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου 2026, και στις προεδρικές εκλογές του 2028, μπορεί να βελτιώσει τις σχέσεις με την Ευρώπη, αλλά είναι απίθανο να επαναφέρει την Ατλαντική Συμμαχία των προηγούμενων 80 ετών. Ως προς αυτό, η ομιλία του κυβερνήτη της Καλιφόρνιας (και πιθανού διεκδικητή της Προεδρίας το 2028) στο Νταβός υπήρξε αποκαλυπτική: κριτική της επιθετικότητας του Προέδρου Τραμπ κατά της Γροιλανδίας, και καταδίκη της δολοφονίας δύο πολιτών από τις δυνάμεις του ICE στη Μινεάπολη, αλλά ούτε λέξη για τη βοήθεια στην Ουκρανία, για το μέλλον του ΝΑΤΟ, για τη ρύθμιση των πολυεθνικών της τεχνολογίας, ή για τους δασμούς στα ευρωπαϊκά προϊόντα.

Η Ευρώπη διαθέτει τους πόρους (υλικούς και ανθρώπινους) που θα της επιτρέψουν να αποκτήσει την αμυντική ισχύ που χρειάζεται για να αποθαρρύνει όσους την επιβουλεύονται. Η αύξηση των αμυντικών δαπανών δεν αρκεί: η αγορά αμερικανικών οπλικών συστημάτων αναπαράγουν την εξάρτηση από τις ΗΠΑ, και εκθέτουν την Ευρώπη σε θανάσιμους κινδύνους. Χωρίς αυτονομία, χωρίς στενή συνεργασία με άλλες «μεσαίες» δυνάμεις (όπως η Βρετανία και ο Καναδάς), και χωρίς επιλεκτικές συμφωνίες ειδικού σκοπού με τρίτες χώρες, δεν φαίνεται πώς θα μπορέσουμε να υπερασπιστούμε την ειρήνη, τη δημοκρατία, την ελευθερία στην περιοχή μας. Τα πρόσφατα γεγονότα βοηθούν όλο και περισσότερους Ευρωπαίους να συνειδητοποιήσουν ποια είναι η μοίρα που μας περιμένει αν αρνηθούμε ή αν αποτύχουμε.

8 Ιανουαρίου 2026

Η οικονομία το 2026 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύθηκε στον ιστότοπο του ΕΛΙΑΜΕΠ και ως μέρος του ELIAMEP Policy Paper #194.


Η παγκόσμια οικονομία έχει εδώ και μερικά χρόνια εισέλθει σε φάση ακραίας αβεβαιότητας. Σε τέτοιες συνθήκες, κάθε πρόβλεψη για τις προοπτικές της ευρωπαϊκής και της ελληνικής οικονομίας για το 2026 δεν μπορεί παρά να είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένη.

Οι κύριες αιτίες αβεβαιότητας είναι γεωπολιτικές: συνδέονται με την εξέλιξη του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, την εμπορική πολιτική και τη γενικότερη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην ΕΕ (και τον υπόλοιπο κόσμο), την οικονομική και εξωτερική πολιτική της Κίνας, καθώς και την αντιμετώπιση όλων αυτών εκ μέρους της Ευρώπης.

Πιο συγκεκριμένα: Η ρωσική επιθετικότητα κοστίζει ήδη ακριβά στην ευρωπαϊκή οικονομία. Προς το παρόν, η Ευρώπη υφίσταται έναν ακήρυχτο υβριδικό πόλεμο, με τη μορφή σαμποτάζ των υποδομών, με πλήθος ενδείξεων ρωσικής ανάμειξης. Ταυτόχρονα, η Ρωσία αναμειγνύεται στην εσωτερική πολιτική των ευρωπαϊκών χωρών, με στόχο την υπονόμευση των εχθρικών σε αυτήν κυβερνήσεων, και την υποστήριξη αντιευρωπαϊκών πολιτικών κομμάτων, συνήθως της ακροδεξιάς αλλά ενίοτε και της ακροαριστεράς. Η μεσοπρόθεσμη απειλή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Το ιδεώδες σενάριο από τη σκοπιά του Προέδρου Πούτιν (διαμελισμός Ουκρανίας, ουδετερότητα ΗΠΑ, αυτοακύρωση του ΝΑΤΟ, προεδρία Εθνικού Συναγερμού στη Γαλλία, άνοδος AfD στη Γερμανία, νίκη Reform στη Βρετανία) θα σήμαινε το τέλος της 80χρονης περιόδου οικονομικής ευημερίας και δημοκρατικής σταθερότητας στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η δημοσίευση τον περασμένο μήνα από τον Λευκό Οίκο της Εθνικής Στρατηγικής Ασφάλειας των ΗΠΑ επιβεβαίωσε ό,τι πολλοί στην Ευρώπη ήδη φοβόνταν αλλά αρνούνταν να παραδεχθούν. Ο Πρόεδρος Τραμπ και το επιτελείο του δηλώνουν χωρίς περιστροφές δύο πράγματα: Πρώτον, ότι περιφρονούν τη σημερινή Ευρώπη και λοιδωρούν τις θεμελιώδεις αξίες της (την εμμονή στη φιλελεύθερη δημοκρατία, τον σεβασμό του κράτους δικαίου, τη ρύθμιση των αγορών, την επιδίωξη της κοινωνικής συνοχής). Δεύτερον, ότι επιθυμούν την διάλυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και την ανατροπή των κυβερνήσεων που παραμένουν πιστές σε αυτές τις θεμελιώδεις αξίες, και εργάζονται για αυτό υποστηρίζοντας “πατριωτικές” κυβερνήσεις και ακροδεξιά κόμματα στην αντιπολίτευση. Όσο διαρκεί αυτό, η συνεχιζόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τα αμερικανικά οπλικά συστήματα θα συνιστά υπαρξιακό κίνδυνο για την ασφάλεια και την ελευθερία στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Η στάση της Κίνας επηρεάζει την ευρωπαϊκή οικονομία με δύο κυρίως τρόπους: Αφενός, η κινεζική κυβέρνηση παρέχει αφειδώς οικονομική, τεχνολογική και στρατιωτική βοήθεια στη Ρωσία, επιτρέποντας στην τελευταία να συνεχίζει τον επιθετικό της πόλεμο κατά της Ουκρανίας. Αφετέρου, όσο η εσωτερική ζήτηση παραμένει υπερβολικά αναιμική για να απορροφήσει την εγχώρια παραγωγή, οι κινεζικές εξαγωγές κατακλύζουν τις αγορές της Ευρώπης, απειλώντας με αφανισμό κάποτε κραταιούς κλάδους της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Σε μια πιο ήρεμη εποχή, αυτό το τελευταίο θα μπορούσε – με δυσκολία – να γίνει αποδεκτό (εφόσον είναι συμβατό με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου), ως μέρος της αδιάκοπης παραγωγικής αναδιάρθρωσης που χαρακτηρίζει την καπιταλιστική οικονομία ήδη από τη Βιομηχανική Επανάσταση, και να αποτελέσει αντικείμενο χειρισμού για την αποφυγή μεγάλων κοινωνικών εντάσεων στις πληγείσες περιφέρειες. Στη σημερινή εποχή, ο εφησυχασμός των ευρωπαϊκών ελίτ, πολιτικών και οικονομικών, καθώς και η υποτίμηση του κινδύνου εξάρτησης από την Κίνα, φαντάζει εκτός χρόνου και τόπου. (Συμπτωματικά, ο εφησυχασμός αυτός αποτελεί τον βασικό λόγο για τον οποίο η κινεζική ηγεσία περιφρονεί την Ευρώπη, ως πάλαι ποτέ οικονομική υπερδύναμη χωρίς συναίσθηση της παρακμής της.)

Αναπόφευκτα, το ζοφερό διεθνές πλαίσιο σκοτεινιάζει τις προσδοκίες, συμπιέζει τις επενδύσεις, κάνει επιφυλακτικούς τους καταναλωτές. Εν τω μεταξύ, η Ευρώπη στέκεται διχασμένη και αναποφάσιστη μπροστά στα ζητήματα που θα κρίνουν το μέλλον της. Η επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής συνεργασίας, η συστηματική δουλειά για την κατάκτηση της στρατηγικής αυτονομίας, και η υπεύθυνη αντιμετώπιση των κινδύνων που παραμονεύουν στη μεταβατική περίοδο είναι πλέον ζωτικής σημασίας. Όμως οι ηγεσίες που υποστηρίζουν μια τέτοια στάση δείχνουν κουρασμένες, αποπροσανατολισμένες, στραμμένες στα εσωτερικά προβλήματα. Η αφύπνιση της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης, προϋπόθεση για μια δημιουργική διέξοδο από τη σημερινή στασιμότητα, δείχνει ακόμη δύσκολη.

Τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία σημείωνε υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από το μέσο όρο της ΕΕ. Όμως, οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Δημοσιονομικού-Διαρθρωτικού Σχεδίου, το οποίο έδωσε στη δημοσιότητα το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, δείχνουν ότι αυτή η επίδοση δύσκολα θα επαναληφθεί τα επόμενα χρόνια, ενώ από το 2029 ο ρυθμός ανάπτυξης θα πέσει κοντά στο μηδέν. Η σταδιακή ολοκλήρωση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης κινδυνεύει να αφήσει χάσμα, που θα διευρύνει το ήδη μεγάλο επενδυτικό κενό, το οποίο περιορίζει τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Η αποτροπή αυτού του κινδύνου είναι ευθύνη όλων των ζωντανών δυνάμεων της χώρας.