Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «K Report». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «K Report». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

30 Δεκεμβρίου 2023

Φωτεινές και σκοτεινές πτυχές της πορείας της ελληνικής οικονομίας



Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Σάββατο 30 Δεκεμβρίου 2023).

Σύμφωνα με το περιοδικό Economist, η χώρα με τις καλύτερες οικονομικές επιδόσεις το 2023 ήταν η Ελλάδα. Η κολακευτική αυτή αξιολόγηση βασίστηκε σε έναν σύνθετο δείκτη, που έλαβε υπόψη πέντε μεγέθη: τον πληθωρισμό, την εξέλιξη του μεριδίου στη συνολική κατανάλωση προϊόντων και υπηρεσιών των οποίων η τιμή αυξήθηκε πάνω από 2%, τη μεταβολή του ΑΕΠ, τη μεταβολή της απασχόλησης, καθώς και την εξέλιξη του γενικού δείκτη του χρηματιστηρίου.

Το ίδιο ευνοϊκές για τη χώρα μας είναι οι προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2024: σε σχέση με το μέσο όρο της ΕΕ, στην Ελλάδα ο πληθωρισμός αναμένεται να είναι χαμηλότερος (2,8% έναντι 3,5%), ενώ ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ μεγαλύτερος (2,3% έναντι 1,3%).

Έχουν δίκιο λοιπόν όσοι πανηγυρίζουν; Και ναι και όχι.

Ναι – επειδή μετά από μια βαθιά και παρατεταμένη ύφεση της προηγούμενης δεκαετίας, και τη δύσκολη διετία 2020-2021, έχουμε πολύ χαμένο έδαφος να ανακτήσουμε, και μεγάλη ανάγκη από καλά νέα. Εξ άλλου, η οικονομία δεν είναι μόνο αριθμοί, είναι και ψυχολογία. Η αισιοδοξία για το μέλλον ενθαρρύνει την κατανάλωση και κυρίως τις επενδύσεις (ο ορισμός της αυτοεκπληρούμενης προφητείας). Συνεπώς, λίγη ευφορία δεν κάνει κακό.

Όχι – επειδή στην πραγματικότητα η εικόνα είναι πολύ πιο μπερδεμένη.

Ας αρχίσουμε από τους αριθμούς στον σύνθετη δείκτη του Economist. Το ΑΕΠ όντως αυξάνεται, αλλά υπερβολικά αργά για να καλυφθούν οι προηγούμενες απώλειες. Εάν τη δεκαετία του ’90 η Ελλάδα ήταν η δεύτερη φτωχότερη χώρα της ΕΕ των 15 (μετά την Πορτογαλία), σήμερα είναι η δεύτερη φτωχότερη της ΕΕ των 27 (μετά τη Βουλγαρία). Όλες οι άλλες χώρες (η Πορτογαλία, η Κύπρος, η Μάλτα, η Πολωνία, η Τσεχία, η Σλοβακία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία, οι χώρες της Βαλτικής, η Κροατία, και η Ρουμανία) μας έχουν ξεπεράσει.

Επί πλέον, η ταχύρρυθμη ανάπτυξη από μόνη της δεν σημαίνει πολλά, το θέμα είναι εάν είναι διατηρήσιμη: τα ξένοιαστα χρόνια πριν από την κρίση χρέους ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας ήταν ακόμη υψηλότερος (4,0% κατά μέσο όρο το 1999-2007, δεύτερος υψηλότερος στην ΕΕ μετά την Ιρλανδία), και όλοι ξέρουμε τι έγινε μετά.

Η απασχόληση όντως αυξάνεται, και η ανεργία όντως μειώνεται, αλλά η απόσταση που μας χωρίζει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο χώρα παραμένει αβυσσαλέα: και στα δύο, η Ελλάδα καταλαμβάνει τη δεύτερη χειρότερη θέση στην ΕΕ (μετά την Ιταλία και την Ισπανία αντιστοίχως).

Όσο για την αύξηση της τιμής των μετοχών, εδώ η αίσθηση déjà-vu είναι ακόμη πιο έντονη. Σε μια «ρηχή» χρηματιστηριακή αγορά, ο κύκλος της εκρηκτικής ανόδου και της παταγώδους πτώσης τείνει να επαναλαμβάνεται με μεγαλύτερη συχνότητα από ό,τι σε πιο ώριμες αγορές.

Το μεγάλο ερώτημα για την ελληνική οικονομία είναι εάν σε μια περίοδο ραγδαίων και απρόβλεπτων εξελίξεων κερδίζει θέσεις στον παγκόσμιο καταμερισμό, ή εάν αντίθετα παραμένει παγιδευμένη στη μέση της διεθνούς κατάταξης: υπερβολικά «καθυστερημένη» για να ανταγωνιστεί τις προηγμένες οικονομίες, και ταυτόχρονα υπερβολικά «ακριβή» για να ανταγωνιστεί τις αναδυόμενες.

Και επειδή θαύματα από τη μια μέρα στην άλλη δεν γίνονται, η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης θα κριθεί ανάλογα με το εάν συμβάλλει στην αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης της χώρας, ή εάν αντίθετα ευνοεί όσους αντλούν ισχύ και κέρδη από τη διατήρηση του παρωχημένου μοντέλου της φθηνής ανάπτυξης (που ήδη οδήγησε τη χώρα στην χρεωκοπία μια φορά πρόσφατα, κατόρθωμα που ανά πάσα στιγμή μπορεί να επαναλάβει).

Εδώ νομίζω τα πράγματα είναι δύσκολα. Μια χώρα που ποντάρει τα ρέστα της στην καλή τουριστική σαιζόν κινδυνεύει να βρεθεί «στον άσσο» εάν κάποιο γεωπολιτικό επεισόδιο στείλει τους τουρίστες κάπου πιο ήσυχα, ή η υπερθέρμανση του πλανήτη κάπου πιο δροσερά, ή η αλλαγή της μόδας και η αναζήτηση του αυθεντικού κάπου με λιγότερο τσιμέντο, λιγότερα κιτς μεγαθήρια, λιγότερες καμήλες και λιγότερα χαλιά στην άμμο.

Μια οικονομία με πάνω από 30% του εργατικού δυναμικού να είναι αυτοαπασχολούμενοι μπορεί να κάνει πρωταθλητισμό μόνο στο ευγενές άθλημα της φοροδιαφυγής. Εκεί οι επιδόσεις της Ελλάδας είναι όντως εντυπωσιακές (συνολική κατανάλωση 124 δις με δηλωμένα εισοδήματα 84 δις το 2021 – και μπράβο μας). Όμως όλοι αυτοί ψηφίζουν, και μάλιστα το κόμμα που σήμερα βρίσκεται στην εξουσία, απαιτούν το πάρτυ να μην σταματήσει ποτέ, μέχρι τελικής πτώσεως (και των υπολοίπων), και εξοργίζονται κάθε φορά που κάποιος υπουργός πάει να συμμαζέψει λίγο την κατάσταση.

Θα μπορούσε κανείς να απαριθμήσει και άλλες απογοητευτικές επιδόσεις. Το δημόσιο έλλειμμα είναι υπό έλεγχο, παρότι η κυβέρνηση σπατάλησε τα δημοσιονομικά περιθώρια σε μέτρα κοντόφθαλμα και άδικα: όπως δείχνουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το 2022 ξόδεψε περισσότερα από όλες τις άλλες κυβερνήσεις (4,87% ΑΕΠ, με τη δεύτερη Πολωνία στο 2,82%) για επιδοτήσεις λογαριασμών ενέργειας, παρότι ο χειμώνας ήταν ήπιος (ενώ το δημόσιο χρέος είναι πάντα θηριώδες), με τη μερίδα του λέοντος της κρατικής ενίσχυσης να πηγαίνει στους πιο πλούσιους και πιο σπάταλους καταναλωτές. Το εξωτερικό έλλειμμα υποχώρησε σε σχέση με πέρυσι (-6,6% του ΑΕΠ), αλλά παραμένει μακράν το υψηλότερο στην ΕΕ, ενώ Ισπανία και Πορτογαλία καταγράφουν πλέον πλεονάσματα, και μάλιστα αξιόλογα: +2,5% και +1,6% του ΑΕΠ αντιστοίχως.

Τι πρόσημο βάζουμε στην επίδοση της ελληνικής οικονομίας, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η πολιτική της κυβέρνησης («pro-market» την χαρακτηρίζει ο Economist) έχει απελευθερώσει τα «ζωώδη ένστικτα» του ιδιωτικού τομέα. Προς το παρόν, η νέα αυτή ισορροπία είναι ηγεμονική. Η μακροημέρευσή της θα εξαρτηθεί από το εάν η αύξηση των κερδών οδηγήσει στη δημιουργία χιλιάδων θέσεων εργασίας με καλούς μισθούς. Οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο δεν είναι ακόμη ορατές.

13 Ιουλίου 2023

Τα κέρδη αυξάνονται, οι (πραγματικοί) μισθοί μειώνονται. Είμαστε ΟΚ με αυτό;

 


Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Πέμπτη 13 Ιουλίου 2023).


Η δημοσίευση την περασμένη Τρίτη (11 Ιουλίου 2023) της ετήσιας έκθεσης του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) για τις προοπτικές της αγοράς εργασίας (OECD Employment Outlook 2023) επιβεβαίωσε αυτό που πολλοί υποψιάζονταν: τα κέρδη αυξάνονται, ενώ οι (πραγματικοί) μισθοί μειώνονται. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΟΟΣΑ, στη χώρα μας, την τελευταία τετραετία (από το τελευταίο τρίμηνο του 2019 έως το πρώτο τρίμηνο του 2023), τα κέρδη αυξήθηκαν κατά 16,1%, ενώ το κόστος εργασίας κατά 7%. (Και τα δύο σε ονομαστικούς όρους, ανά μονάδα προϊόντος.) Σε πραγματικούς όρους, δηλ. συνυπολογίζοντας την άνοδο των τιμών, το μοναδιαίο κόστος εργασίας (και κατ’ επέκταση το μερίδιο της εργασίας στο ΑΕΠ) μειώθηκε κατά 4,6%. Σε παρόμοια συμπεράσματα είχε καταλήξει σχετική έρευνα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ). Μάλιστα, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της ΕΚΤ, το 2022 στην Ευρωζώνη τα κέρδη αυξήθηκαν περισσότερο από τους μισθούς σε όλους τους κλάδους, όχι μόνο στην ενέργεια.

Γιατί αυξάνονται τα κέρδη; Η ερμηνεία της «απληστίας» (greedflation), παρότι δημοφιλής, και όχι εντελώς αβάσιμη, φαίνεται υπερβολικά ανεπαρκής. Η αύξηση των τιμών των προϊόντων και των υπηρεσιών είναι το φυσικό επακόλουθο της αύξησης της ζήτησης (λόγω των επιδομάτων επί πανδημίας, των κονδυλίων του Ταμείου Ανάπτυξης κ.ά.) αλλά όχι και της προσφοράς (λόγω διαταραχής των εφοδιαστικών αλυσίδων εξαιτίας του κορωνοϊού, της επίθεσης της Ρωσίας στην Ουκρανία, του εμπορικού ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας κ.ά.). Προφανώς, για τις επιχειρήσεις αυτό το επακόλουθο είναι καλοδεχούμενο, όμως αυτό δεν το κάνει λιγότερο φυσικό.

Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση των κερδών είναι το νέο στοιχείο του σημερινού πληθωριστικού επεισοδίου. Στο προηγούμενο επεισόδιο, όταν o τετραπλασιασμός της τιμής του αργού πετρελαίου το 1973 και ο εκ νέου διπλασιασμός της το 1979 προκάλεσαν γενική άνοδο των τιμών σε όλο τον δυτικό κόσμο, ο βασικός μηχανισμός μετάδοσης του πληθωρισμού από την ενέργεια στην υπόλοιπη οικονομία ήταν η (εύλογη) αύξηση των τιμών εκ μέρους των επιχειρήσεων, και στη συνέχεια η (εξίσου εύλογη) διεκδίκηση μισθολογικών αυξήσεων εκ μέρους των συνδικάτων. Εκείνο το επεισόδιο δεν είχε ευνοϊκή κατάληξη για τους εργαζόμενους. Αρχικά, η διατήρηση της αγοραστικής αξίας των μισθών υποστηρίχθηκε από την κοινή γνώμη ως δίκαιη και λογική, και ανάγκασε τις κυβερνήσεις αρκετών χωρών (Ιταλία, Γαλλία, Ελλάδα και άλλες) να θεσμοθετήσουν επίσημους μηχανισμούς αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (ΑΤΑ).

Σταδιακά έγινε κατανοητό ότι ο μηχανισμός της ΑΤΑ τροφοδοτούσε ένα ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών, που απλώς επιδείνωνε την ανταγωνιστικότητα της εθνικής οικονομίας και καθήλωνε την ανάπτυξη. Καθώς σε κύκλους οικονομολόγων και κεντρικών τραπεζιτών ωρίμαζε η ιδέα της κατάργησης ή τουλάχιστον της τροποποίησης της ΑΤΑ, τα συνδικάτα τήρησαν απορριπτική στάση. Στην Ιταλία, όταν η κυβέρνηση Κράξι με πρωθυπουργικό διάταγμα αποδυνάμωσε την ΑΤΑ (προβλέποντας αύξηση των μισθών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες κάτω από την αύξηση των τιμών), το Κομμουνιστικό Κόμμα και το αριστερό συνδικάτο Cgil μάζεψαν υπογραφές για δημοψήφισμα (όπως προβλέπει το Σύνταγμα), με ερώτημα την ακύρωση ή όχι του διατάγματος, και άρα την επαναφορά ή όχι της πλήρους ΑΤΑ. Όμως στο δημοψήφισμα του Ιουνίου 1985 το ΙΚΚ και η Cgil ηττήθηκαν: το Όχι επικράτησε καθαρά (54,3% έναντι 45,7%), ανοίγοντας τον δρόμο στην εφαρμογή αντιπληθωριστικής πολιτικής, που όπως και στον υπόλοιπο κόσμο κατάφερε την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού προκαλώντας οικονομική ύφεση και αύξηση της ανεργίας, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα.

Όλα καλά λοιπόν; Μπορούμε να είμαστε ήσυχοι ότι η μείωση των πραγματικών μισθών, παρότι δυσάρεστη για τους μισθωτούς, δεν αποτελεί πρόβλημα για την οικονομία; Όχι ακριβώς. Σε πρόσφατη ομιλία της (22 Μαρτίου 2023), η Κριστίν Λαγκάρντ, Πρόεδρος της ΕΚΤ, επεσήμανε το ρόλο των κερδών στην εκτίναξη του πληθωρισμού, υπογραμμίζοντας ότι μόνο «ο δίκαιος επιμερισμός του κόστους του πληθωρισμού μπορεί να αποτρέψει τον ανταγωνισμό τύπου ‘οφθαλμό αντί οφθαλμού’ μεταξύ κερδών και μισθών, που μπορεί να τροφοδοτήσει ανοδικά σπιράλ τιμών».

Για διάφορους λόγους, οικονομικούς (μετάβαση σε μια μεταβιομηχανική οικονομία) και πολιτικούς (έκλειψη των «μεγάλων αφηγήσεων»), τα συνδικάτα στις περισσότερες χώρες είναι πολύ πιο αδύναμα σήμερα από ό,τι πριν 40 χρόνια. Συνεπώς, και να ήθελαν δεν θα μπορούσαν να επιβάλλουν λύσεις τύπου ΑΤΑ. Δεν φαίνεται καν να θέλουν πάντως. Ακόμη και η Cgil, με πολύ πιο μαχητική ηγεσία σήμερα από ό,τι τις τελευταίες πολλές δεκαετίες, απέρριψε στο πρόσφατο συνέδριό της (15-18 Μαρτίου 2023) την πρόταση της μειοψηφίας για υιοθέτηση της ΑΤΑ. Σε όλες τις χώρες, τα συνδικάτα σήμερα είναι πιο προσεκτικά, αναγνωρίζοντας ότι ο πληθωρισμός σε τελική ανάλυση στρέφεται πάντοτε εναντίον των εργαζομένων, και συνεπώς η τιθάσευση του πληθωρισμού είναι προς το συμφέρον και των εργαζομένων.

(Επί πλέον, ο πληθωρισμός πλήττει τους πιο αδύναμους: ως γνωστόν, επειδή τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος δαπανούν μεγαλύτερο μερίδιο του οικογενειακού προϋπολογισμού σε ενέργεια, τρόφιμα, και κατοικία, οι αυξήσεις σε αυτές τις κατηγορίες αγαθών καταλήγουν σε υψηλότερο πληθωρισμό για τους φτωχούς παρά για τους πλούσιους.)

Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Σε περυσινό κείμενο μας με την Σωτηρία Θεοδωροπούλου, ερευνήτρια του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Εργατικών Συνδικάτων, εξηγούμε γιατί ένα μείγμα κοινωνικών συμφώνων (μεταξύ εργοδοτών και συνδικάτων) και στοχευμένων εισοδηματικών ενισχύσεων για την αντιμετώπιση της ακρίβειας μπορεί να προστατεύσει τους πιο αδύναμους χωρίς να προκαλέσει ανοδικό σπιράλ μισθών-τιμών. Σε παρόμοια συμπεράσματα καταλήγει η έκθεση του ΟΟΣΑ που αναφέραμε στην αρχή, η οποία επί πλέον βλέπει πολύ θετικά την αύξηση του κατώτατου μισθού, με το επιχείρημα ότι τα δεδομένα δείχνουν ότι η αλυσιδωτή αύξηση και των υπόλοιπων μισθών (όπως φοβούνται πολλοί) είναι στην πράξη πολύ περιορισμένη.

Στην Ελλάδα, ο κατώτατος μισθός πράγματι αυξήθηκε σημαντικά σε ονομαστικούς όρους (20% από τον Ιανουάριο 2021 έως Μάιο 2023), περνώντας με την τελευταία αύξηση λίγο πάνω από τον σωρευτικό πληθωρισμό της περιόδου (βλ. διάγραμμα*). Βέβαια, χωρίς τακτική αναπροσαρμογή, και ο κατώτατος μισθός θα κινδυνεύσει από «διάβρωση» της αγοραστικής του αξίας.

Κατά τα άλλα, μετά την αποδυνάμωση των συλλογικών διαπραγματεύσεων με τις νομοθετικές ρυθμίσεις της προηγούμενης δεκαετίας, στη χώρα μας τα κοινωνικά σύμφωνα φαίνονται πλέον ανέφικτα: όταν οι περισσότερες συμβάσεις είναι ατομικές, οι εργοδότες δεν έχουν να κερδίσουν πολλά από ένα κοινωνικό σύμφωνο.

Όσο για τα μέτρα αντιμετώπισης της ανόδου των τιμών ενέργειας, τα δεδομένα του ΟΟΣΑ δείχνουν ότι η χώρα μας ήταν πρωταθλήτρια στο κόστος των μέτρων (6,3% του ΑΕΠ από το 2022), όμως το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος τους αφορούσε οριζόντιες επιδοτήσεις τιμών (5,2% του ΑΕΠ) αντί για στοχευμένες εισοδηματικές ενισχύσεις (1,1% του ΑΕΠ).

Όπως ίσως θυμούνται οι αναγνώστες του Κ-report, οι αρνητικές παρενέργειες των (οριζόντιων) μέτρων αντιμετώπισης της ανόδου των τιμών ενέργειας ήταν ακριβώς το θέμα προηγούμενου άρθρου μας. Έκτοτε η πολιτική της κυβέρνησης διορθώθηκε κάπως σε σχέση με την αρχική πολιτική τύπου «όλα τα λεφτά όλα τα κιλοβάτ». Μένει να δούμε πώς ακριβώς οι επιχειρηματικοί όμιλοι που δραστηριοποιούνται στον κλάδο της ενέργειας προτίθενται να περάσουν στις τιμές καταναλωτή την υποχώρηση των κόστους των αγαθών ενέργειας που αγοράζουν στις διεθνείς αγορές.

* Το διάγραμμα δείχνει την εξέλιξη του κατώτατου μισθού, σε ονομαστικούς (ανοιχτόχρωμη γραμμή) και πραγματικούς (σκουρόχρωμη γραμμή) όρους, από τον Ιανουάριο 2021 έως τον Μάιο 2023. (Πηγή: Annex Figure 1.C.1. OECD Employment Outlook 2023, σελ. 78).


28 Δεκεμβρίου 2022

Πρόσφατες επιδόσεις και άμεσες προοπτικές της ελληνικής οικονομίας


Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Τετάρτη 28 Δεκεμβρίου 2022).

Μετά μια καταστροφική δεκαετία (όταν η χώρα φτώχυνε αισθητά, και μαζί της οι περισσότεροι από τους κατοίκους της), την οποία διαδέχθηκε μια πολύ δύσκολη διετία, η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας δείχνει απρόσμενα ισχυρή.

Πράγματι, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (Νοέμβριος 2021), ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2022 θα διαμορφωθεί σε 6,0% στην Ελλάδα έναντι 3,3% στο σύνολο της ΕΕ. Η πρόβλεψη για το 2023 – έτος κορύφωσης της ενεργειακής κρίσης – είναι μικρή αύξηση (1,0%) του ΑΕΠ στη χώρα μας έναντι ακόμη μικρότερης (0,3%) στην ΕΕ. Αυτή η εικόνα αναμένεται να συνεχιστεί και το 2024, με την ελληνική οικονομία (2,0%) να «τρέχει» γρηγορότερα από την ευρωπαϊκή (1,6%).

Ακόμη πιο ελπιδοφόρο είναι ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας φαίνεται να στηρίζεται σε γερές βάσεις: η σύγκριση του πρώτου εννεάμηνου του 2022 με το αντίστοιχο του 2019 δείχνει σημαντική αύξηση των εξαγωγών αγαθών (+19%) και των επενδύσεων (+30%), κρίσιμα μεγέθη και τα δύο για τις μελλοντικές προοπτικές της χώρας.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί η προσέλκυση επιχειρηματικών δραστηριοτήτων υψηλής τεχνολογίας, είτε αυτό αφορά τη δημιουργία ερευνητικού κέντρου στη Θεσσαλονίκη από την Pfizer, είτε επενδύσεις σε cloud computing («υπολογιστικό νέφος») από κολοσσούς της Silicon Valley όπως η Microsoft και η Google, που αναμένεται να προσθέσουν μερικά δις ευρώ στο εθνικό εισόδημα και μερικές χιλιάδες (καλοπληρωμένες) θέσεις εργασίας.

Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς. Ο μετασχηματισμός της ελληνικής οικονομίας προς ένα πιο εξωστρεφές και πιο βιώσιμο παραγωγικό μοντέλο είναι ακόμη απελπιστικά ημιτελής. Για την ακρίβεια, χωρίς γενναία αλλαγή προσανατολισμού στη δημόσια πολιτική κινδυνεύει να μείνει για πάντα ημιτελής. Παρά τις θετικές εξελίξεις σε επιμέρους σημεία, η ελληνική οικονομία δείχνει να παραμένει εγκλωβισμένη σε παραγωγικές δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, από επιχειρήσεις χαμηλής παραγωγικότητας, που απασχολούν εργαζόμενους χαμηλής ειδίκευσης, και πληρώνουν χαμηλούς μισθούς.

Ο πρώτος λόγος ανησυχίας αφορά το ρυθμό ανάπτυξης. Παρά την πρόσφατη επιτάχυνση, σε σύγκριση με την υποβάθμιση της προηγούμενης δωδεκαετίας η ανάπτυξη παραμένει θλιβερά αναιμική. Δεν πρόκειται για υποκειμενική εκτίμηση, του τύπου αν βλέπουμε το ποτήρι μισογεμάτο ή μισοάδειο. Σύμφωνα με τις επίσημες εκτιμήσεις του ECFIN, εάν επιβεβαιωθούν οι θετικές προβλέψεις για την επόμενη διετία (βλ. παραπάνω), το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων (σε όρους αγοραστικής αξίας) το 2024 θα είναι 32% χαμηλότερο από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 κρατών μελών (δηλ. όπως ακριβώς το 2016). Το 2009 το διαθέσιμο εισόδημα των Ελλήνων ήταν μόλις 6% χαμηλότερο του μέσου όρου της ΕΕ. Έχουμε αλήθεια συνειδητοποιήσει ότι, μετά τους Βούλγαρους και τους Σλοβάκους, είμαστε εδώ και καιρό οι φτωχότεροι στην Ευρώπη;

Ο δεύτερος λόγος ανησυχίας αφορά τις επενδύσεις. Παρά την πρόσφατη άνοδο, απέχουμε ακόμη πολύ από το να έχουμε αναπληρώσει το μεγάλο επενδυτικό κενό ολόκληρης της προηγούμενης δεκαετίας, όταν ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός της ελληνικής οικονομίας συρρικνωνόταν, καθώς ο ακαθάριστος σχηματισμός παγίου κεφαλαίου (αυτό που ονομάζουμε «επενδύσεις») δεν αρκούσε ούτε καν για να αντικαταστήσει την απαξίωσή του λόγω της φθοράς του χρόνου («αποσβέσεις»). Πράγματι, αν και σαφώς αυξημένες σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, οι επενδύσεις σήμερα βρίσκονται ακόμη κάτω από το μισό του επιπέδου που είχαν φτάσει προ δεκαπενταετίας. Επιπλέον, μια προσεκτικότερη ματιά στο είδος των επενδυτικών αγαθών που αυξάνονται περισσότερο δείχνει κυριαρχία των μη παραγωγικών επενδύσεων. Τα τελευταία τρία χρόνια οι επενδύσεις σε οπλικά συστήματα υπερ-εξαπλασιάστηκαν, ενώ οι επενδύσεις σε κατοικίες σχεδόν διπλασιάστηκαν. Αντίθετα, οι επενδύσεις σε τεχνολογικό, μεταφορικό ή μηχανικό εξοπλισμό (εκτός οπλικών συστημάτων) αυξήθηκαν ελάχιστα.

Ο τρίτος λόγος ανησυχίας αφορά τις εξαγωγές. Παρά την πρόσφατη βελτίωση, το μερίδιο των ευρωπαϊκών εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών που προέρχονται από την Ελλάδα είναι σήμερα καθαρά μικρότερο από ό,τι πριν 20 χρόνια (1,2% το 2021 έναντι 1,5% το 2000). Ακόμη χειρότερα, οι ατμομηχανές των ελληνικών εξαγωγών παραμένουν ο τουρισμός και τα καύσιμα (που εισάγονται, διυλίζονται, και επανεξάγονται). Σε πιο σύνθετα προϊόντα, υψηλότερης προστιθέμενης αξίας, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να σημειώνει απογοητευτικές επιδόσεις. Τα δεδομένα του Οργανισμού Βιομηχανικής Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNIDO) δείχνουν ότι το μερίδιο των προϊόντων μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας στο σύνολο των εξαγωγών μεταποίησης έχει υποχωρήσει από 37% το 2007 σε 28% το 2019 (τελευταίο έτος για το οποίο υπάρχουν δεδομένα σήμερα). Η Ελλάδα ήταν τελευταία στην ΕΕ, και 84η στον κόσμο (σε σύνολο 151 χωρών).

Ο τέταρτος λόγος ανησυχίας αφορά τις εισαγωγές. Τα τελευταία δεδομένα για το πρώτο εννεάμηνο του 2022 δείχνουν ότι σε σχέση με το αντίστοιχο του 2019 οι εισαγωγές αγαθών και υπηρεσιών είναι αυξημένες κατά 18%, ενώ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών μόνο κατά 2%. (Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές αγαθών αυξήθηκαν κατά 19% το 2019-2022, όπως αναφέραμε παραπάνω, αλλά οι εξαγωγές υπηρεσιών μειώθηκαν κατά 11%. Το καλοκαίρι του 2022 ήταν εξαιρετικό για τον ελληνικό τουρισμό, αλλά λιγότερο προσοδοφόρο από εκείνο του 2019.) Και αφού η άνοδος των εισαγωγών είναι θεαματικότερη από εκείνη των εξαγωγών, το αποτέλεσμα είναι η διόγκωση του ελλείμματος του εξωτερικού ισοζυγίου: από μόλις 0,3% του ΑΕΠ το πρώτο εννεάμηνο του 2019 σε 6,2% το πρώτο εννεάμηνο της φετινής χρονιάς. Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε (ή ίσως χρειάζεται;) ότι το θηριώδες εξωτερικό έλλειμμα ήταν το ένα από τα δύο «δίδυμα ελλείμματα» πριν το 2010 που καταδίκασαν τη χώρα στη διεθνή οικονομική επιτροπεία των Μνημονίων.

Φαίνεται λοιπόν ότι εάν ξύσουμε λίγο τη γυαλιστερή επιφάνεια των πρόσφατων (αναμφισβήτητων) επιτυχιών θα βρεθούμε και πάλι αντιμέτωποι με την παραδοσιακή μετριότητα των οικονομικών επιδόσεων της χώρας, από την οποία πασχίζουμε να ξεφύγουμε.

Οι βαθύτερες αιτίες της κακοδαιμονίας αναλύονται αλλού, σε υπό έκδοση μελέτη μας για το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ. Το βασικό συμπέρασμα εκείνης της μελέτης είναι ότι η υποτίμηση της εργασίας και η αποδυνάμωση του δημόσιου τομέα έχουν εξαντλήσει τα όποια οφέλη τους, και πλέον λειτουργούν αντιπαραγωγικά. Η βιώσιμη ανάπτυξη δεν μπορεί να προκύψει με την απελευθέρωση των δυνάμεων της αγοράς από τις ρυθμίσεις που τις περιορίζουν. Η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας έχει οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά προαπαιτούμενα: συνεπάγεται βαθιές τομές στην παραγωγή δεξιοτήτων, στην κοινωνική προστασία, στη φορολογία, και στις εργασιακές σχέσεις.

22 Αυγούστου 2022

Η πολιτική της κυβέρνησης για τις τιμές της ενέργειας δεν είναι βιώσιμη

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Δευτέρα 22 Αυγούστου 2022).


«Σε υψηλά επίπεδα, όπως αναμενόταν, διαμορφώνονται τα ονομαστικά τιμολόγια ρεύματος για τον Σεπτέμβριο που ανακοινώνουν από αργά χθες το βράδυ οι προμηθευτές. Το ενδιαφέρον στρέφεται τώρα στο ύψος της επιδότησης που θα ανακοινώσει η κυβέρνηση για τον επόμενο μήνα, με την οποία επιδιώκεται η διατήρηση των τελικών τιμών καταναλωτή κοντά στο επίπεδο του Αυγούστου» (Καθημερινή, 21 Αυγούστου 2022)

Είναι απαραίτητο να υπενθυμίσουμε στα (κατά τεκμήριο) φιλελεύθερα στελέχη του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης το αλφαβητάρι της οικονομίας της αγοράς; Όπως μάλλον γνωρίζουν και οι ίδιοι, οι τιμές ενσωματώνουν πολύτιμες πληροφορίες, που επιτρέπουν στη ζήτηση και στην προσφορά να ισορροπούν. Η αλλοίωση των τιμών, μέσω επιδοτήσεων ή φόρων κατανάλωσης, επιβάλλεται σε ειδικές συνθήκες, π.χ. όταν οι τιμές δεν περιλαμβάνουν το κόστος εξωτερικών επιδράσεων, θετικών (όπως η διάδοση της καινοτομίας) ή αρνητικών (όπως η μόλυνση του περιβάλλοντος). Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, η κυβέρνηση που επιλέγει να επιδοτήσει τις τιμές αλλοιώνει το σινιάλο, προκαλώντας σύγχυση στους καταναλωτές και στους παραγωγούς, και δυσχεραίνοντας την εξισορρόπηση των δυνάμεων της αγοράς.

Αυτό ακριβώς κάνει από την αρχή της ενεργειακής κρίσης η ελληνική κυβέρνηση: Δαπανά τεράστια ποσά για επιδοτήσεις τιμών, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να περιορίσει τη δυσαρέσκεια των καταναλωτών εν μέσω (;) προεκλογικής περιόδου.

Το πρόβλημα της κυβέρνησης είναι ότι αυτή η πολιτική δεν είναι βιώσιμη. Για τρεις λόγους:

Ο πρώτος είναι δημοσιονομικός. Το κόστος των επιδοτήσεων (περίπου 700 εκατ. ευρώ μόνο για τον Ιούλιο) είναι απλώς εξωφρενικό. Σε ετήσια βάση, θα φτάσει το 5% του ΑΕΠ, δηλ. θα ξεπεράσει τη δημόσια δαπάνη για την Υγεία ή για την Παιδεία. Εάν οι τιμές αυξηθούν και άλλο, το ίδιο θα συμβεί και με το κόστος των επιδοτήσεων (εάν η κυβέρνηση επιμείνει στη σημερινή πολιτική). Αυτά τα χρήματα η χώρα δεν τα έχει – και αν τα είχε θα όφειλε να τα ξοδεύει καλύτερα. Με αυτόν το ρυθμό, η έξοδος από την οικονομική επιτήρηση κινδυνεύει να αποδειχθεί σύντομη παρένθεση.

Ο δεύτερος λόγος είναι κοινωνικός. Με πρόσχημα τη φοροδιαφυγή, που θολώνει την εικόνα για τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών, η κυβέρνηση επέλεξε οι επιδοτήσεις τιμών να είναι «οριζόντιες». Κατά συνέπεια, όσο μεγαλύτερο σπίτι (ή/και όσο περισσότερα σπίτια) διαθέτει κανείς, τόσο περισσότερο ρεύμα καταναλώνει, και τόσο περισσότερο ενισχύεται από το δημόσιο ταμείο. Ίσως είναι συμπτωματικό ότι οι πλέον ωφελημένοι τείνουν να υποστηρίζουν το κυβερνών κόμμα. Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για τυπικό παράδειγμα ιδιοποίησης του δημοσίου χρήματος από ομάδα πίεσης με δυσανάλογα μεγάλη πολιτική ισχύ. Ένας πραγματικός φιλελεύθερος οφείλει να νιώθει την ίδια αποστροφή για μια τόσο σκανδαλώδη προσοδοθηρία, είτε πρόκειται για το ΔΣ της ΓΕΝΟΠ–ΔΕΗ είτε για όσους δροσίζουν το θηριώδες εξοχικό τους στη Μύκονο με την ευγενική χορηγία όλων των υπολοίπων.

Ο τρίτος λόγος είναι γεωπολιτικός (και περιβαλλοντικός). Όπως και εάν εξελιχθεί ο πόλεμος στην Ουκρανία, η εποχή της φτηνής ενέργειας από τη Ρωσία έχει παρέλθει οριστικά. Επιπλέον, για να έχουμε την παραμικρή ελπίδα να παραδώσουμε στα παιδιά μας και στα παιδιά τους έναν πλανήτη που να μην είναι εντελώς αβίωτος, θα πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση ενέργειας, ιδίως όταν αυτή προέρχεται από ορυκτά καύσιμα. Για να το πετύχουμε, θα πρέπει όλοι (καταναλωτές, κατασκευαστές, καινοτόμοι επιχειρηματίες) να εξοικονομούμε ενέργεια. Για να έχουμε κίνητρο να το κάνουμε, θα πρέπει να επιτραπεί στις τιμές να φτάσουν στο επίπεδο που υπαγορεύουν οι συνθήκες της αγοράς, δηλ. να αυξηθούν πολύ. Μόνο έτσι θα κατεβάσουμε τον θερμοστάτη, θα βάλουμε ηλιακό θερμοσίφωνα, θα χτίζουμε σπίτια με καλύτερη μόνωση, θα αρχίσουμε να βλέπουμε χωρίς παρωπίδες τα πλεονεκτήματα της ανεμογεννήτριας.

Για τους λόγους αυτούς, όλοι οι διεθνείς οργανισμοί (η Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ) συνιστούν στις κυβερνήσεις να αποφεύγουν τις επιδοτήσεις τιμών. Το πρόβλημα είναι ότι οι επιδοτήσεις είναι τόσο εθιστικές που η κατάργησή τους προκαλεί βίαιες αντιδράσεις. Ιδίως όταν είναι απότομη, και όταν δεν συνοδεύεται από τις απαραίτητες εισοδηματικές ενισχύσεις των πιο ευάλωτων καταναλωτών. Όπως με κάθε τι το εθιστικό, είναι προτιμότερο να απέχει κανείς εντελώς.

«Και τι να γίνει; Να αφήσουμε τους λογαριασμούς να ξεφύγουν;»

Δεν είναι πολύ δύσκολο να σχεδιάσει κανείς μια εναλλακτική απάντηση στην ενεργειακή κρίση. Η ιταλική κυβέρνηση του Μάριο Ντράγκι, ήδη πριν από την κυβερνητική κρίση, έθεσε σε εφαρμογή ένα σχέδιο με βασικούς πυλώνες (1) την έκτακτη φορολόγηση των έκτακτων κερδών (windfall profit tax) των εταιρειών παροχής και διανομής ενέργειας, (2) τη μείωση του ΦΠΑ στην ενέργεια (το μόνο οριζόντιο μέτρο), και (3) τη χορήγηση στοχευμένων εισοδηματικών ενισχύσεων στους πιο αδύναμους καταναλωτές. Παραλείπονται ως αυτονόητα τα συνοδευτικά μέτρα: η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας με πόρους του Ταμείου Ανάπτυξης, ο περιορισμός της άσκοπης κατανάλωσης στα δημόσια κτίρια κτλ.

Στα καθ’ ημάς, το μόνο σίγουρο είναι ότι η εμμονή της κυβέρνησης στην επιδότηση των τιμών ενέργειας δεν είναι απλώς ανεύθυνη δημοσιονομικά, άδικη κοινωνικά, και κοντόφθαλμη περιβαλλοντικά: Έχει επίσης κοντινή ημερομηνία λήξης. Γι’ αυτό, ο προφανής, ανομολόγητος αντίλογος («εκλογές έρχονται») δεν στέκει – εκτός βέβαια εάν δεχθούμε ότι το εκλογικό σώμα είναι πολύ πιο ελαφρόμυαλο από ό,τι μέχρι τώρα νομίζαμε.

Πράγματι, δεν θέλει και πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι από την επομένη των εκλογών οι επιδοτήσεις θα αρχίσουν να «μαζεύονται». Μια στοιχειωδώς επαρκής αντιπολίτευση, αντί να πλειοδοτεί σε υποσχέσεις, θα καλούσε την κυβέρνηση να σοβαρευτεί. Τώρα, όχι μετά τις εκλογές.


22 Μαρτίου 2022

Πάλι ξεχάσαμε τους ανέργους;

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Τρίτη 22 Μαρτίου 2022). 

Ήταν αρκετά καλοσχεδιασμένα τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Η κοινωνική πολιτική στη χώρα έχει γυρίσει σελίδα από τα χρόνια του «κοινωνικού μερίσματος» που μοίραζαν οι κυβερνήσεις Σαμαρά τα χρόνια της κρίσης, σε συνταξιούχους αδιακρίτως, αλλά και σε αστυνομικούς. Τώρα η ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων γίνεται με κριτήρια εισοδηματικά και περιουσίας, όπως είναι απαραίτητο για να βελτιώνεται η στόχευση και να αξιοποιούνται καλύτερα οι περιορισμένοι πόροι. Ταυτόχρονα, ενισχύονται οι ανασφάλιστοι υπερήλικες, καθώς και οι δικαιούχοι αναπηρικών επιδομάτων, ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, και επιδόματος παιδιού.

Βέβαια, η αρχή της στόχευσης των ενισχύσεων θα ξεχάστηκε μάλλον όταν σχεδιάστηκαν οι «επιστρεπτέες προκαταβολές», πολλές από τις οποίες δεν θα επιστραφούν ποτέ, ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις που τις εισέπραξαν δεν είχαν πληγεί από τα περιοριστικά μέτρα κατά του κορωνοϊού, ή το πρόβλημά τους ήταν άλλο, και η στήριξή τους έρχεται σε αντίθεση με την διακηρυγμένη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας – πολύ περισσότερο τώρα που η δημοσιονομική ισορροπία έχει διαταραχθεί, λόγω αντικειμενικών παραγόντων (πανδημία) αλλά και υποκειμενικών επιλογών (προεκλογική χαλάρωση). Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Το περίεργο με τα μέτρα στήριξης είναι η εξαίρεση των ανέργων από τις ευάλωτες ομάδες. Αμφιβάλλω ότι ήταν εσκεμμένη. Μου φαίνεται πιθανότερο ότι απλώς τους ξέχασαν. Ανεξαρτήτως της αιτίας, πρόκειται για παράλειψη με ιστορικό βάθος.

Ενδεικτικά, τα πρώτα χρόνια της κρίσης, καθώς η ανεργία ανέβαινε στα ύψη, το ποσοστό των ανέργων που εισέπρατταν το τακτικό επίδομα ανεργίας των 360 ευρώ το μήνα έπεσε σε απίστευτα χαμηλά για ευρωπαϊκή χώρα επίπεδα: από 35% το 2010 σε 9% το 2014. Στη θεωρία, όσοι άνεργοι δεν είχαν τα ένσημα για το τακτικό επίδομα ήταν υποψήφιοι για το προνοιακό βοήθημα μακροχρόνια ανέργων, εάν βέβαια πληρούσαν τα εισοδηματικά κριτήρια. Στην πράξη, πρόσθετα εμπόδια, ενίοτε ασυνάρτητα, όπως π.χ. η απαίτηση ότι για να εισπράξει κανείς το προνοιακό βοήθημα θα πρέπει να έχει προηγουμένως εισπράξει το τακτικό επίδομα επί 12 μήνες (δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ), συνέβαλαν στο να μείνει το 90% σχεδόν των ανέργων χωρίς καθόλου εισοδηματική στήριξη.

Θα περίμενε κανείς, ακούγοντας την τότε (αλλά και τώρα) ρητορική περί κοινωνικής ευαισθησίας ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, και ιδίως το μόνιμο θρήνο της αντιμνημονιακής παράταξης περί «κοινωνικού μεσαίωνα», και μην ξεχνώντας την επί τετραετία διακυβέρνηση της χώρας από αυτήν ακριβώς την παράταξη, ότι αυτή η κραυγαλέα αποτυχία διορθώθηκε, ή εάν δεν διορθώθηκε τουλάχιστον έγινε θέμα αντιπαράθεσης, ότι τα εργατικά συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα (ιδίως της Αριστεράς), τα μέσα ενημέρωσης, οι διανοούμενοι (ιδίως οι στρατευμένοι στην Αριστερά), έκαναν φασαρία για αυτή την απαράδεκτη και ντροπιαστική παράλειψη. Θα περίμενε μάταια. Δεν κουνήθηκε φύλλο. Στη χώρα μας η (έμπρακτη) αλληλεγγύη στους ανέργους ωχριά μπροστά στην αλληλεγγύη π.χ. στους δοκιμαζόμενους 50χρονους συνταξιούχους της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ.

Φυσικά, και η ίδια η εισοδηματική στήριξη των ανέργων είναι αρκετά προβληματική. Εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως κρατική επιδότηση της εποχικής απασχόλησης στον κλάδο του τουρισμού ή της φροντιστηριακής εκπαίδευσης (και πάλι: σε πείσμα των διακηρύξεων περί αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου), και πολύ λιγότερο ως θεμελιώδες και εμβληματικό πρόγραμμα του κοινωνικού κράτους. Εξακολουθούν να επιδοτούνται κάποιοι (λίγοι) που δεν θα έπρεπε, τη στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα των ανέργων δεν εισπράττουν ούτε ευρώ από την Πολιτεία.
Όμως αυτός είναι ο λόγος που ξεχάστηκαν οι άνεργοι όταν σχεδιάζονταν τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων της περασμένης εβδομάδας; Ή μήπως η κοινωνική ευαισθησία του συνόλου των πολιτικών, στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, των δημοσιολογούντων, και σε τελευταία ανάλυση των ψηφοφόρων, είναι επιλεκτική; Και από αυτή την επιλογή, οι άνεργοι βγαίνουν χαμένοι;

13 Μαΐου 2021

Το αθέατο κόστος του φαγητού σε πακέτο

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Πέμπτη 13 Μαΐου 2021). 

Το νέο εργασιακό νομοσχέδιο δίνει δύναμη στον εργαζόμενο;

Αυτό ισχυρίζεται το φιλμάκι της κυβέρνησης που δόθηκε στη δημοσιότητα σήμερα. Αρκετές από τις διατάξεις του (για το δικαίωμα της αποσύνδεσης, την προστασία της άδειας πατρότητας, την καταγγελία της σεξουαλικής παρενόχλησης) αυτό πράγματι κάνουν - υπό την αίρεση βέβαια της συμμόρφωσης των εργοδοτών στο νόμο. Άλλες, όπως η ευελιξία κατανομής του 40ώρου την εβδομάδα σε τέσσερα 10ωρα αντί για πέντε οκτάωρα, εάν συγκατατίθεται ο εργαζόμενος, δεν δείχνουν να δικαιολογούν τη φασαρία που γίνεται.

Σε ένα κρίσιμο όμως σημείο, διαιωνίζεται η άγρια εκμετάλλευση μιας κατηγορίας εργαζομένων: των διανομέων στον τομέα της εστίασης. Το νομοσχέδιο δίνει τη δυνατότητα στις ψηφιακές πλατφόρμες (Wolt κ.ά.) να τους απασχολούν είτε ως μισθωτούς είτε ως ανεξάρτητους συνεργάτες. Δύσκολα οι εργοδότες θα επιλέξουν το πρώτο: είναι μεγάλο το όφελος της μεταμφίεσης των υπαλλήλων σε «συνεργάτες», και έχει γίνει μεγαλύτερο με το Ν4670/2020 που επανέφερε τις χαμηλές εισφορές ασφάλισης για ελεύθερους επαγγελματίες ανεξαρτήτως εισοδήματος.

Βέβαια, το νομοσχέδιο μιλά για εφαρμογή των κριτηρίων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου – το οποίο όμως στην απόφασή του (Απρίλιος 2020) ρητά αναφέρει ότι η ανεξαρτησία των εργαζομένων δεν πρέπει να είναι πλασματική, προτού παραπέμψει το θέμα στην αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων. Τα τελευταία αποφαίνονται ότι οι διανομείς δεν είναι «συνεργάτες». Στην Ιταλία, η Εισαγγελία του Μιλάνου καταδίκασε (Φεβρουάριος 2021) τέσσερις πλατφόρμες εστίασης να πληρώσουν πρόστιμα συνολικής αξίας 733 εκατ. ευρώ και να προσλάβουν τους 60.000 υπαλλήλους τους ως μισθωτούς. Στην Ισπανία, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (Σεπτέμβριος 2020), χθες η κυβέρνηση πέρασε νόμο που ορίζει ότι 30.000 διανομείς πρέπει να προσληφθούν ως μισθωτοί. Είχε προηγηθεί απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου (Φεβρουάριος 2021) που επέβαλε στην Uber να αναγνωρίσει στους οδηγούς της κάποια από τα δικαιώματα των μισθωτών: κατώτατο μισθό, ασφάλιση εργατικού ατυχήματος, άδειες ασθενείας, μητρότητας και διακοπών. Ακόμη και στις ΗΠΑ, όπου η Uber και άλλες εταιρείες δαπάνησαν 224 εκατ. δολάρια για να ακυρωθεί (Proposition 22) στο δημοψήφισμα του περασμένου Νοεμβρίου σχετικός νόμος της Πολιτείας της Καλιφόρνιας, έγιναν κάποιες παραχωρήσεις στους εργαζόμενους: συμμετοχή στα ασφάλιστρα υγείας, ασφάλιση οχήματος, κατώτατες αμοιβές.

Στην Ελλάδα οι διανομείς πληρώνονται με το κομμάτι, άδειες δεν δικαιούνται, η βενζίνη και το σέρβις της μηχανής είναι δικά τους, και όταν ένας τρακάρει οι υπόλοιποι κάνουν έρανο για τα έξοδα του νοσοκομείου – ενώ οι εργοδότες δηλώνουν αμέτοχοι. Αυτό είναι το αθέατο κόστος του φαγητού σε πακέτο.

Θα τα αλλάξει όλα αυτά το νομοσχέδιο της κυβέρνησης;

Και αν όχι, πώς τότε «δίνει δύναμη στον εργαζόμενο»;