17 Ιουλίου 2022

Η Ιταλία στους μαιάνδρους της αβεβαιότητας

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Ιουλίου 2022).

Ότι πίσω από τη στιβαρή πρόσοψη μιας κυβέρνησης εθνικής ενότητας (όλα τα κόμματα εκτός από το μετανεοφασιστικό της Τζόρτζια Μελλόνι), με επικεφαλής έναν από τους τελευταίους εναπομείναντες Ευρωπαίους ηγέτες, κρύβονταν όλες οι ιστορικές αδυναμίες του ιταλικού πολιτικού συστήματος ήταν γνωστό σε όλους. Ότι αυτές οι αδυναμίες – το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο, ο επαρχιωτισμός, η αδυναμία άρθρωσης ενός πολιτικού λόγου που να αφορά τους πολίτες και τις έγνοιές τους, η απουσία ενδοιασμών για το τι επιτρέπεται και τι όχι, το προβάδισμα στο κόμμα σε βάρος της χώρας, και στο σήμερα σε βάρος του αύριο – θα έφταναν σε βαθμό παροξυσμού τώρα, που η Ιταλία και η Ευρώπη παλεύουν να τα βγάλουν πέρα με την ενεργειακή κρίση, τον πληθωρισμό, και τον πόλεμο στην Ουκρανία, αφήνει άναυδο και τον πιο κυνικό παρατηρητή.

Υπό μια έννοια, πρόκειται για τον τελευταίο σπασμό του Κοινοβουλίου που αναδείχθηκε από τις κάλπες του Μαρτίου 2018, με νικητές τον κεντροδεξιό συνασπισμό (37%) και μεγαλύτερο κόμμα το Κίνημα Πέντε Αστέρων (33%). Η κυβέρνηση που σχηματίστηκε τότε στηριζόταν από τη Λέγκα του Ματτέο Σαλβίνι και το Κ5Α, με πρωθυπουργό τον Τζουζέπε Κόντε. Στη συνέχεια η Λέγκα αποχώρησε από την κυβέρνηση για να προκαλέσει εκλογές, με στόχο την αυτοδυναμία, αλλά αντί για αυτό το Κοινοβούλιο έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης σε νέα κυβέρνηση, με τον ίδιο πρωθυπουργό, από το Κ5Α και το Δημοκρατικό Κόμμα.

Ο σχηματισμός κυβέρνησης από τον Μάριο Ντράγκι τον Φεβρουάριο 2021 ήταν η απάντηση του Σέρτζιο Ματαρέλλα, Προέδρου της Δημοκρατίας (με αυξημένες εξουσίες στην Ιταλία) στην πολιτική παράλυση που οφείλεται στη δυσαρμονία του Κοινοβουλίου με τη νέα εκλογική γεωγραφία της χώρας: το Κ5Α βρίσκεται σε διάλυση, η Λέγκα βρίσκεται σε πτώση, πολλοί ψηφοφόροι και των δύο έχουν μεταναστεύσει στο μετανεοφασιστικό κόμμα που προηγείται στις δημοσκοπήσεις με 22%, όσο περίπου και το Δημοκρατικό Κόμμα.

Η μαεστρία του Ντράγκι ήταν να δώσει στην Ιταλία μια δυναμική κυβέρνηση που εργάστηκε πυρετωδώς για την ανοικοδόμηση (αξιοποιώντας με τον καλύτερο τρόπο τα 200 δις ευρώ του Ταμείου Ανάκαμψης), αποκατέστησε το διεθνές κύρος της χώρας, και ανέλαβε ηγετικές πρωτοβουλίες στην Ευρώπη, ορθώνοντας αποφασιστικά το ανάστημά της στη ρωσική επιθετικότητα. Και όλα αυτά παρά την ενεργειακή εξάρτηση της χώρας από τη Ρωσία, και παρά τον αντιευρωπαϊσμό και φιλοπουτινισμό, κρυφό ή φανερό, των δύο μεγαλύτερων κομμάτων (Λέγκα και Κ5Α) του Κοινοβουλίου και της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Η αφορμή για την κυβερνητική κρίση είναι το ίδιο καταγέλαστη όσο και ο πανικός των Πέντε Αστέρων, που ποντάρουν σε μερικούς μήνες ανερμάτιστης αντιπολίτευσης μήπως και περισώσουν μια ή δυο ποσοστιαίες μονάδες. Ο υπολογισμός τους διατυπώθηκε με σαφήνεια από έναν γερουσιαστή του Κινήματος: «Τι πρόβλημα υπάρχει; Αποχωρήσαμε από την αίθουσα την ώρα της ψήφου εμπιστοσύνης. Δεν αποσύραμε τους υπουργούς μας, δεν ζητάμε ανασχηματισμό, παραμένουμε στην κυβέρνηση.» Με άλλα λόγια: αφήστε μας να είμαστε με το ένα πόδι μέσα και το άλλο έξω, εκλογές έρχονται.

Λογικό, και έχει ξαναγίνει (στα χρόνια της Χριστιανικής Δημοκρατίας). Όχι όμως με τον Ντράγκι, που όπως φαίνεται καμμιά όρεξη δεν έχει να παίξει θέατρο σκιών, και μάλιστα κακής ποιότητας. «Η πλειοψηφία εθνικής ενότητας που υποστήριζε αυτή την κυβέρνηση δεν υφίσταται πια. Παραβιἀστηκε το σύμφωνο εμπιστοσύνης στο οποίο βασιζόταν.»

Τι θα γίνει τώρα; Ο Πρωθυπουργός υπέβαλε την παραίτησή του στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ο οποίος την απέρριψε. Μέχρι την Τετἀρτη, που ο Ντράγκι θα απευθύνει ομιλία στο Κοινοβούλιο, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά. Να ζητήσει νέα ψήφο εμπιστοσύνης. Να επιμείνει στην παραίτησή του. Να σχηματιστεί νέα μεταβατική κυβέρνηση. Να προκηρυχθούν εκλογές.

Εάν το μέλλον ξαναγίνεται αβέβαιο για την Ιταλία, αντίθετα το παρόν έχει γίνει εντελώς προβλέψιμο: τα σπρεντ ανεβαίνουν, τα ειρωνικά πρωτοσέλιδα του ξένου Τύπου επιστρέφουν, οι Ευρωπαίοι εταίροι δυσκολεύονται να καταλάβουν τι συνέβη, και γιατί ήταν τόσο σημαντικό. Δεν είναι οι μόνοι.

26 Απριλίου 2022

Resilience depends on a dynamic, competitive economy

Interview with Wolfgang Landmesser on Politikum, Westdeutscher Rundfunk Köln, (Tuesday 26 April 2022).


Q. Greece paid back its debts to the IMF by end of March, the fiscal surveillance by the EU will end in summer, the country can refinance its liabilities: Is this the point when the Greek debt crisis is finally over and the problem is resolved?

A. Not really: Greece today has the highest debt-to-GDP ratio in the EU (206%). We should perhaps remind listeners that Greece entered its debt crisis when debt was 127% of GDP (in 2009), that ratio climbed to 180% in 2014 in spite (or, arguably, because) of austerity, it fluctuated at that level for the next five years, and rose further because of Covid-19.

Now, debt servicing is not a real issue for the next few years, since the country’s debt is held by institutional investors, and carries a low interest rate. The key question is not the numerator (debt) but the denominator (GDP): the average standard of living in Greece has declined by 30% over the last fifteen years or so. Unless the national economy finds a way to grow faster, Greece will face a range of pressing problems, of which debt is one.

 

Q. Central piece of all restructuring programs was the fiscal deficit. This was also the starting point of the crisis in 2009. How do you assess the state of the Greek public finances? Have they become more resilient?

A. Greek governments have become more sensible with public finances, which is good (even though bad habits have not been entirely uprooted). But resilience does not merely depend on sound tax and spending policies. It crucially depends on a dynamic, competitive economy. We are from that, and the relentless focus on the fiscal deficit has not been very helpful.


Q. The bailout programs came with massive structural reforms. To which extent this was successful. Where do you see progress? Where are still weaknesses?

A. I have long argued in favour of reforms – in pensions, health and other policy areas. But the structural reforms that went with the bailout programmes were often of the wrong kind, more concerned with fiscal savings than with improving the performance of public administration, the welfare state, the economy in general.

Mind you, I wouldn’t like to come across as an opponent of austerity. It is just that I believe Keynes was right when he urged in 1937: “The boom, not the slump, is the right time for austerity at the Treasury.” During the Greek boom, pre-crisis, those of us who called for austerity were lone voices. During the slump, excess austerity did lots of lasting damage.

To give you just one example: in 2010-2014, public investment in Greece was reduced by 47% in real terms. Greece was of course an extreme case, but not an isolated one: public investment also fell by around 30% in Portugal (and Ireland), and by around 20% in Spain and Italy. (In Germany it increased by 10%). I let your listeners work out for themselves what this means for the prosperity of future generations of South Europeans. No wonder so many of them have left their country.


Q. You criticised the Tsipras government because they did (too) well in meeting the fiscal targets of the lenders, but didn’t proceed with the necessary reforms. Did this change with Nea Dimokratia back in power?

A. New Democracy is a mixture of centrist reformers and old-style conservatives. The good news is that reformers include the PM and his closest allies. The bad news is that the PM is tolerated, not fully accepted, by the majority of the rank-and-file, and of voters.


Q. During the pandemic Greece was launching rescue programs like other European countries, the war in Ukraine will afford additional money. Can the country afford this?

Well, can we afford our freedom? As Mario Draghi said the other day, we face a choice between lasting peace and air conditioners. Unwillingness to sacrifice even a small part of our prosperity today usually leads to greater losses in freedom tomorrow. In the recent past, we Greeks have proved that we are perfectly capable of making sacrifices to preserve a greater good – in that case, membership of the Euro Area (and the EU). I am sure we can do it again. I hope other Europeans will, too.

19 Απριλίου 2022

Γιατί φεύγουν από την Ελλάδα οι νέοι;

Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Τρίτη 19 Απριλίου 2022).

Πώς εξηγείται ότι η συντριπτική πλειονότητα των νέων της χώρας μας (77% στις ηλικίες 17-24, και το 72% στις ηλικίες 25-39) λένε ότι θα μετανάστευαν στο εξωτερικό αν έβρισκαν δουλειά με καλύτερες αποδοχές και καλύτερες συνθήκες;

Οι οικονομολόγοι αναλύουν τις αποφάσεις μετανάστευσης κάνοντας διάκριση μεταξύ κινήτρων έλξης και ώθησης. Το «εξωτερικό» δεν είναι αυτό που ήταν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, όταν χιλιάδες Έλληνες έφευγαν για την Αμερική, ή ακόμη και τη δεκαετία του ’60 όταν πήγαιναν στη Γερμανία. Τώρα έχουμε φτηνά αεροπορικά εισιτήρια, φτηνά τηλεφωνήματα και βιντεοκλήσεις – και στην Ευρώπη, ελεύθερες μετακινήσεις και πρόγραμμα Erasmus. Το «εξωτερικό» έχει έρθει πολύ πιο κοντά, και μοιάζει περισσότερο με το «εσωτερικό». Επιπλέον, τα σημερινά Ελληνόπουλα μιλάνε καλύτερα αγγλικά (ίσως και άλλες ξένες γλώσσες), έχουν καλύτερα εφόδια, στέκονται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση δίπλα στους άλλους Ευρωπαίους. Τέλος, παρά τη γκρίνια της εγχώριας μιζέριας, οι νέοι μας διαισθάνονται τη μοναδικότητα της δυτικής Ευρώπης και έλκονται από αυτήν: ποια άλλη περιοχή του πλανήτη προσφέρει έναν τέτοιο συνδυασμό υψηλού βιοτικού επιπέδου, ατομικών ελευθεριών, και κοινωνικής συνοχής;

Όσο για τα κίνητρα ώθησης, δεν είναι δύσκολο να τα μαντέψει κανείς (και η έρευνα της διαΝΕΟσις δίνει στοιχεία και για αυτά). Με εξαιρέσεις που μετριούνται στα δάχτυλα, οι επαγγελματικές προοπτικές των περισσότερων νέων στην Ελλάδα περιορίζονται σε δουλειές κακοπληρωμένες, αγχωτικές, χωρίς μέλλον. Αυτή η μεγάλη και διαχρονική παθογένεια του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης, αντί να διορθωθεί, έχει επιδεινωθεί και άλλο τα τελευταία χρόνια, καθώς η υψηλή ανεργία εκμηδένισε την διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, ενώ οι μεταρρυθμίσεις της αγοράς εργασίας έφεραν μεγαλύτερη ευελιξία (για τους εργοδότες) χωρίς να την συνοδεύουν με περισσότερη ασφάλεια (για τους εργαζομένους). Όσο για την πολυπόθητη – και πολυδιακηρυγμένη – αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου, που θα φέρει τις καλύτερες θέσεις εργασίας που θα κρατήσουν τους νέους στη χώρα, την περιμένουμε με ανυπομονησία.

22 Μαρτίου 2022

Πάλι ξεχάσαμε τους ανέργους;

Δημοσιεύθηκε στο ενημερωτικό δελτίο του «K Report» (Τρίτη 22 Μαρτίου 2022). 

Ήταν αρκετά καλοσχεδιασμένα τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων που ανακοινώθηκαν την περασμένη εβδομάδα. Η κοινωνική πολιτική στη χώρα έχει γυρίσει σελίδα από τα χρόνια του «κοινωνικού μερίσματος» που μοίραζαν οι κυβερνήσεις Σαμαρά τα χρόνια της κρίσης, σε συνταξιούχους αδιακρίτως, αλλά και σε αστυνομικούς. Τώρα η ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων γίνεται με κριτήρια εισοδηματικά και περιουσίας, όπως είναι απαραίτητο για να βελτιώνεται η στόχευση και να αξιοποιούνται καλύτερα οι περιορισμένοι πόροι. Ταυτόχρονα, ενισχύονται οι ανασφάλιστοι υπερήλικες, καθώς και οι δικαιούχοι αναπηρικών επιδομάτων, ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, και επιδόματος παιδιού.

Βέβαια, η αρχή της στόχευσης των ενισχύσεων θα ξεχάστηκε μάλλον όταν σχεδιάστηκαν οι «επιστρεπτέες προκαταβολές», πολλές από τις οποίες δεν θα επιστραφούν ποτέ, ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις που τις εισέπραξαν δεν είχαν πληγεί από τα περιοριστικά μέτρα κατά του κορωνοϊού, ή το πρόβλημά τους ήταν άλλο, και η στήριξή τους έρχεται σε αντίθεση με την διακηρυγμένη αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας – πολύ περισσότερο τώρα που η δημοσιονομική ισορροπία έχει διαταραχθεί, λόγω αντικειμενικών παραγόντων (πανδημία) αλλά και υποκειμενικών επιλογών (προεκλογική χαλάρωση). Αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία.

Το περίεργο με τα μέτρα στήριξης είναι η εξαίρεση των ανέργων από τις ευάλωτες ομάδες. Αμφιβάλλω ότι ήταν εσκεμμένη. Μου φαίνεται πιθανότερο ότι απλώς τους ξέχασαν. Ανεξαρτήτως της αιτίας, πρόκειται για παράλειψη με ιστορικό βάθος.

Ενδεικτικά, τα πρώτα χρόνια της κρίσης, καθώς η ανεργία ανέβαινε στα ύψη, το ποσοστό των ανέργων που εισέπρατταν το τακτικό επίδομα ανεργίας των 360 ευρώ το μήνα έπεσε σε απίστευτα χαμηλά για ευρωπαϊκή χώρα επίπεδα: από 35% το 2010 σε 9% το 2014. Στη θεωρία, όσοι άνεργοι δεν είχαν τα ένσημα για το τακτικό επίδομα ήταν υποψήφιοι για το προνοιακό βοήθημα μακροχρόνια ανέργων, εάν βέβαια πληρούσαν τα εισοδηματικά κριτήρια. Στην πράξη, πρόσθετα εμπόδια, ενίοτε ασυνάρτητα, όπως π.χ. η απαίτηση ότι για να εισπράξει κανείς το προνοιακό βοήθημα θα πρέπει να έχει προηγουμένως εισπράξει το τακτικό επίδομα επί 12 μήνες (δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ), συνέβαλαν στο να μείνει το 90% σχεδόν των ανέργων χωρίς καθόλου εισοδηματική στήριξη.

Θα περίμενε κανείς, ακούγοντας την τότε (αλλά και τώρα) ρητορική περί κοινωνικής ευαισθησίας ολόκληρου του πολιτικού φάσματος, και ιδίως το μόνιμο θρήνο της αντιμνημονιακής παράταξης περί «κοινωνικού μεσαίωνα», και μην ξεχνώντας την επί τετραετία διακυβέρνηση της χώρας από αυτήν ακριβώς την παράταξη, ότι αυτή η κραυγαλέα αποτυχία διορθώθηκε, ή εάν δεν διορθώθηκε τουλάχιστον έγινε θέμα αντιπαράθεσης, ότι τα εργατικά συνδικάτα, τα πολιτικά κόμματα (ιδίως της Αριστεράς), τα μέσα ενημέρωσης, οι διανοούμενοι (ιδίως οι στρατευμένοι στην Αριστερά), έκαναν φασαρία για αυτή την απαράδεκτη και ντροπιαστική παράλειψη. Θα περίμενε μάταια. Δεν κουνήθηκε φύλλο. Στη χώρα μας η (έμπρακτη) αλληλεγγύη στους ανέργους ωχριά μπροστά στην αλληλεγγύη π.χ. στους δοκιμαζόμενους 50χρονους συνταξιούχους της ΔΕΗ ή του ΟΤΕ.

Φυσικά, και η ίδια η εισοδηματική στήριξη των ανέργων είναι αρκετά προβληματική. Εξακολουθεί να λειτουργεί περισσότερο ως κρατική επιδότηση της εποχικής απασχόλησης στον κλάδο του τουρισμού ή της φροντιστηριακής εκπαίδευσης (και πάλι: σε πείσμα των διακηρύξεων περί αναβάθμισης του παραγωγικού μοντέλου), και πολύ λιγότερο ως θεμελιώδες και εμβληματικό πρόγραμμα του κοινωνικού κράτους. Εξακολουθούν να επιδοτούνται κάποιοι (λίγοι) που δεν θα έπρεπε, τη στιγμή που η συντριπτική πλειονότητα των ανέργων δεν εισπράττουν ούτε ευρώ από την Πολιτεία.
Όμως αυτός είναι ο λόγος που ξεχάστηκαν οι άνεργοι όταν σχεδιάζονταν τα μέτρα στήριξης των ευάλωτων ομάδων της περασμένης εβδομάδας; Ή μήπως η κοινωνική ευαισθησία του συνόλου των πολιτικών, στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, των δημοσιολογούντων, και σε τελευταία ανάλυση των ψηφοφόρων, είναι επιλεκτική; Και από αυτή την επιλογή, οι άνεργοι βγαίνουν χαμένοι;

16 Μαρτίου 2022

20 μέρες πολέμου, 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα




Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τετάρτη 16 Μαρτίου 2022).

Η Corriere della sera, η ιστορική εφημερίδα του Μιλάνου, πρώτη σε πωλήσεις σε όλη τη χώρα, προσφέρει στους συνδρομητές της μια σειρά από θεματικά newsletter. Ένα από αυτά, Rassegna stampa (Επισκόπηση Τύπου), ομαδοποιεί άρθρα για κάποιο θέμα σε διάφορα μέσα ενημέρωσης, συνήθως διεθνή, καμιά φορά ιταλικά. Οι συντάκτες του newsletter δεν αποδελτιώνουν απλώς: επιλέγουν, συνοψίζουν, συγκρίνουν, σχολιάζουν, διαφωνούν, παίρνουν θέση, με παρρησία και γενναιοδωρία (δεν διστάζουν να επαινέσουν τους «ανταγωνιστές» τους, άλλες εφημερίδες, περιοδικά, και συντάκτες, στην Ιταλία και στο εξωτερικό).

Η Rassegna stampa της Δευτέρας 14 Μαρτίου 2022 ήταν διαφορετική: συνόψιζε την πρόσφατη αρθογραφία όχι του διεθνούς Τύπου αλλά της ίδιας της Corriere della sera. Οι συντάκτες της (Luca Angelini, Gianluca Mercuri, Alessandro Trocino) έγραψαν για τα 10 πράγματα που άλλαξαν για πάντα τις πρώτες 20 μέρες του πολέμου.

1. Το NATO είναι πάλι στη μόδα. Επί προεδρίας Τραμπ, η Βορειοατλαντική Συμμαχία είχε φτάσει στο ναδίρ («κλινικά νεκρή», κατά Μακρόν). Χάρη στον Πούτιν, το ΝΑΤΟ ξαναβρίσκει τον λόγο ύπαρξής του.

2. Η Ρωσία έγινε παρίας. Ότι ο Πούτιν ήταν αυταρχικός ηγέτης, δεσποτικός και (συχνά) αιμοσταγής, ήταν γνωστό, χωρίς αυτό να τον εμποδίζει να συμμετέχει σε συναντήσεις κορυφής με τη Δύση (π.χ. G20). Σήμερα είναι αδιανόητο ότι κάτι τέτοιο θα ξανασυμβεί.

3. Ο πόλεμος τόνωσε την εθνική συνείδηση των Ουκρανών. Προτιμώντας την αντίσταση από την παράδοση, οι Ουκρανοί (ακόμη και οι ρωσόφωνοι) απέδειξαν στον Πούτιν ότι η χώρα τους δεν είναι επαρχία της δικής του.

4. Η Ευρωπαϊκή Ένωση βγαίνει πιο ενωμένη. Η κρίση του Ευρώ απείλησε την ενότητα της ΕΕ, το Brexit έπληξε την ακεραιότητά της. Η ευρωπαϊκή απάντηση στην πανδημία πέρυσι, και στον πόλεμο της Ουκρανίας φέτος, βγάζουν αληθινή την προφητεία του Ζαν Μοννέ από το 1954: «Η Ευρώπη θα χτιστεί στις κρίσεις, ως το άθροισμα των λύσεων που θα δοθούν σε αυτές τις κρίσεις».

5. Η ενεργειακή μετάβαση θα αναβληθεί ή θα επιταχυνθεί; Η εξάρτηση της Ιταλίας από το ρωσικό φυσικό αέριο είναι μεγάλη. Όμως οι ειδικοί επιμένουν ότι μέσα σε ένα χρόνο μπορεί να μειωθεί κατά τουλάχιστον ένα τρίτο, με ένα μείγμα που περιλαμβάνει (προσωρινή) προσφυγή στο κάρβουνο, επιτάχυνση της στροφής προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, και επανεξέταση του ρόλου της πυρηνικής ενέργειας.

6. Η Ιταλία έγινε πιο ατλαντική. Οι θαυμαστές της Ρωσίας (και της Κίνας), πολυάριθμοι στη Λέγκα και στο Κίνημα 5 Αστέρων, έχουν τώρα να διαλέξουν ανάμεσα στη σιωπή και στον εξευτελισμό. Ο Μπερλουσκόνι, φίλος του Πούτιν και οικοδεσπότης του στη Σαρδηνία, επέλεξε τη σιωπή. Ο Σαλβίνι, με την πρόσφατη επίσκεψή του στα σύνορα Πολωνίας-Ουκρανίας, τον εξευτελισμό.

7. Οι οικονομικές κυρώσεις πνίγουν τη Ρωσία. Το ερώτημα είναι αν η οικονομική απομόνωση της Ρωσίας θα συντομεύσει τον πόλεμο, ή αντίθετα θα κάνει πιθανότερη την διαίρεση της παγκόσμιας οικονομίας σε ανταγωνιστικά μπλοκ: Ρωσία-Κίνα (και Ινδία;) εναντίον της Δύσης.

8. Η Κίνα σε σταυροδρόμι. Η κινεζική ηγεσία συμμερίζεται την πεποίθηση του Πούτιν ότι η Δύση είναι αδύναμη και παρηκμασμένη. Όμως η παγκοσμιοποίηση έβγαλε εκατοντάδες εκατομμύρια Κινέζους από την εξαθλίωση. Θα ρισκάρει το καθεστώς την οικονομική στασιμότητα (ή οπισθοδρόμηση);

9. Παγκοσμιοποίηση: το τέλος του τέλους της ιστορίας. Η ιδέα του εξευγενισμού των ηθών μέσω του εμπορίου (Doux commerce κατά Μοντεσκιέ, Wandel durch Handel στη μεταπολεμική Γερμανία) διαψεύσθηκε πρώτα από την Κίνα, ήδη με τη σφαγή στην Πλατεία Τιάνανμεν, και μετά από τη Ρωσία. Όμως, όπως δείχνει το ιστορικό προηγούμενο (1914-1945), το τέλος της παγκοσμιοποίησης απειλεί να κάνει τον κόσμο όχι μόνο φτωχότερο, αλλά και πιο επικίνδυνο.

10. Μια νέα προσφυγική κρίση; Όλοι οι αυταρχικοί ηγέτες (Πούτιν, Λουκασένκο, Ερντογάν) έμαθαν να χρησιμοποιούν τους πρόσφυγες ως όπλο για την αποσταθεροποίηση της Ευρώπης. Το ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν μπορεί να μετατρέψει την προσφυγική κρίση σε ελιξήριο οικονομικού δυναμισμού (και πολιτικής αίγλης). Κάποιοι πιστεύουν πως όχι. Η θερμή υποδοχή των Ουκρανών προσφύγων στην Πολωνία, στη Γερμανία, στην Ιταλία και αλλού δείχνει πως ναι.

1 Φεβρουαρίου 2022

Για την τηλεοπτική σειρά «Καταστροφές και θρίαμβοι»

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2022).

Ήμουν ένας από τους συνομιλητές του Στάθη Καλύβα στο τελευταίο επεισόδιο της σειράς “Καταστροφές και θρίαμβοι” που προβλήθηκε χθες, οπότε ό,τι και να πω κινδυνεύει να παρεξηγηθεί (ή μάλλον, είναι βέβαιο ότι θα παρεξηγηθεί). Ας είναι.

Να τι έχω να πω για τη σειρά:

1. Η ιστορική ύλη είναι απέραντη και ζωντανή (μερικές φορές “το παρελθόν δεν παρέρχεται”), άρα είναι φυσιολογικό διαφορετικοί άνθρωποι, σε διαφορετικές εποχές, ή και στην ίδια εποχή, να επιλέγουν να φωτίσουν διαφορετικές πτυχές της, ακόμη και όταν δεν διαφωνούν για το “τι πραγματικά συνέβη”. Πολύ περισσότερο που ο τηλεοπτικός χρόνος είναι περιορισμένος. Συνεπώς, ο καθένας μας μπορεί να πει “το τάδε συμβάν ή η δείνα εποχή άξιζε περισσότερη εμβάθυνση”. Προσωπικά μου φαίνεται πιο γόνιμο - και πιο ακριβοδίκαιο - να δούμε τη σειρά ως αυτό που ήταν: μια πρωτότυπη πρόταση ανάγνωσης της ιστορίας μας, με σεβασμό στα ιστορικά γεγονότα, με την ιδιαίτερη ματιά του εμπνευστή της.

2. Όμως, η ανάγνωση της ιστορίας των 200 χρόνων που προτείνει η σειρά δεν είναι μόνο πρωτότυπη: είναι επίσης εμψυχωτική. Όχι με τον συνηθισμένο υπερφίαλο και συμπλεγματικό τρόπο (“περιούσιος λαός”), και για αυτό οι κάθε λογής υπερπατριώτες - στους ομοϊδεάτες των οποίων χρεώνονται άλλωστε όλες σχεδόν οι καταστροφές των τελευταίων δύο αιώνων - έμειναν δυσαρεστημένοι. Η σειρά ήταν εμψυχωτική με έναν ψύχραιμο και ώριμο τρόπο: αυτοί είμαστε, ικανοί για το χειρότερο, αλλά και για το καλύτερο. Το πρώτο το έχουμε πια μάθει καλά. Το δεύτερο το ξεχνάμε. Η σειρά μας το θυμίζει. Πολύτιμο μου φαίνεται αυτό. Τα επόμενα χρόνια θα μας χρειαστεί λίγη (προσγειωμένη) αυτοπεποίθηση.

3. Κάθε φορά που ένας καλός καθηγητής, αντί να κάνει αυτό που κάνουν όλοι οι καλοί καθηγητές του κόσμου, δηλαδή να γράφει για άλλους καλούς καθηγητές, σε ένα κλειστό και κάπως αυτοαναφορικό κύκλωμα, απευθύνεται στο ευρύ κοινό, ανεβαίνει πολύ στην εκτίμηση μου. Ο Καλύβας δεν έμεινε εκεί. Πέρασε σε άλλη διάσταση - από τις λέξεις στις εικόνες: έγινε τηλεοπτικός παραγωγός, έπεισε ένα κανάλι, βρήκε χρηματοδότηση, δούλεψε ατελείωτες ώρες, ρίσκαρε τη φήμη του, εκτέθηκε στην εύκολη κριτική (και στη δύσκολη) - για να φτιάξει μια επτάωρη εκπομπή που είδαν (υποθέτω) μερικές εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες, οι οποίοι κατά σειρά (1) πληροφορήθηκαν (έμαθαν πράγματα που δεν ήξεραν), (2) διαπαιδαγωγήθηκαν (είδαν την ιστορία της χώρας τους αλλιώς), και (3) ψυχαγωγήθηκαν (πέρασαν ωραία, και βγήκαν με αναπτερωμένο ηθικό).

Με αυτή την έννοια, η σειρά “Καταστροφές και θρίαμβοι” εκπλήρωσε αυτό που το μακρινό 1922 (άλλη επέτειος και αυτή) όρισε ως αποστολή του BBC ο John Reith, πρώτος γενικός διευθυντής του: inform, educate, entertain. Η σειρά του Καλύβα ήταν συναρπαστική τηλεόραση σε ένα τηλεοπτικό τοπίο που δεν διακρίνεται για το υψηλό του επίπεδο (για να το πω ήπια).

Και αυτό ήταν, νομίζω, το μεγαλύτερο επίτευγμα όλων.


30 Δεκεμβρίου 2021

Η οικονομία το 2022 στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον κόσμο

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2021).

Μετά από δύο δύσκολα χρόνια, η διεθνής οικονομία φαίνεται να βρίσκει ξανά το βηματισμό της και να ανακτά το χαμένο έδαφος. Σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις των διεθνών οργανισμών, ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να φτάσει ή να ξεπεράσει το 4,5% το 2022. Παρόμοια προβλέπεται να είναι η επίδοση και της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία βέβαια είχε πληγεί περισσότερο από τους περιορισμούς για την αντιμετώπιση του πρώτου κύματος της πανδημίας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η κατάσταση της ελληνικής οικονομίας επιτρέπει συγκρατημένη αισιοδοξία. Από τη μια, η πανδημική κρίση κατάφερε νέο ισχυρό πλήγμα σε μια οικονομία ήδη εξασθενημένη. Από την άλλη, τα τελευταία δεδομένα αποκαλύπτουν αξιοσημείωτο δυναμισμό, με τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ανάπτυξη το 2022 λίγο πάνω από 7% (δεύτερη υψηλότερη στην ζώνη του ευρώ μετά την Ιρλανδία).

Το εάν οι ευνοϊκές αυτές προβλέψεις επιβεβαιωθούν θα εξαρτηθεί μεταξύ άλλων από το πώς η πολιτική και η κοινωνία (στον κόσμο, στην Ευρώπη, και στην Ελλάδα) θα αντιμετωπίσουν τις διάφορες απειλές για την οικονομία.

Η πανδημία είναι μια από αυτές. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ (Οκτώβριος 2021), το ποσοστό των πλήρως εμβολιασμένων στο σύνολο του πληθυσμού ήταν 58% στις «ανεπτυγμένες», 36% στις «αναδυόμενες», και μόλις 4% στις «αναπτυσσόμενες» οικονομίες. Η εμφάνιση νέων μεταλλάξεων δείχνει ότι ο πόλεμος κατά του κορωνοϊού δεν θα κερδηθεί πουθενά προτού κερδηθεί παντού.

Η ταχύτατη ανάπτυξη αποτελεσματικών και ακίνδυνων εμβολίων υπήρξε θρίαμβος της επιστήμης και απόδειξη του δυναμισμού και της δημιουργικότητας των δυτικών δημοκρατιών. Στο εσωτερικό της Ευρώπης, η μεταβαλλόμενη γεωγραφία των εμβολιασμών ανέτρεψε κάποια στερεότυπα, και ενίσχυσε άλλα. Το υποτιθέμενο χάσμα αντιλήψεων και συμπεριφορών μεταξύ Βορρά και Νότου ανατρέπεται. Η Πορτογαλία και η Ισπανία βρίσκονται στην κορυφή της κατάταξης του ποσοστού πλήρως εμβολιασμένων. Η εμβολιαστική εκστρατεία προχωρά ταχύτερα και ομαλότερα στην Ιταλία παρά στη Γερμανία. Οι αντιδράσεις στις (επιβεβλημένες για την προστασία του κοινωνικού συνόλου) διακρίσεις εναντίον όσων αρνούνται να εμβολιαστούν είναι βιαιότερες στην Ολλανδία από ό,τι στην Ελλάδα.

Ταυτόχρονα, η γεωγραφία των εμβολιασμών φαίνεται να επιβεβαιώνει το πολιτισμικό χάσμα μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Σε όλες σχεδόν τις χώρες της ανατολικής Ευρώπης το ποσοστό πλήρως εμβολιασμένων είναι χαμηλότερο από ό,τι σε όλες σχεδόν τις χώρες της δυτικής Ευρώπης. Η Ελλάδα, η οποία υστερεί έναντι των άλλων δυτικοευρωπαϊκών χωρών, υπερέχει καθαρά έναντι όλων των ανατολικοευρωπαϊκών πλην Λιθουανίας και Λετονίας.

Εν τω μεταξύ, η γοργή πρόοδος της επιστήμης στην κατεύθυνση της προσαρμογής των εμβολίων στις νέες μεταλλάξεις, και της ανάπτυξης φαρμάκων για την προστασία όσων νοσούν, δημιουργεί βάσιμες ελπίδες ότι ο κορωνοϊός μπορεί αν όχι να εξαφανιστεί ξαφνικά, να ξεθωριάσει σταδιακά, και να γίνει από πανδημικός ενδημικός, όπως π.χ. η γρίππη. Αυτό θα εξαρτηθεί και από την ωριμότητα των πολιτών. Η διαφαινόμενη ευρεία συναίνεσή τους, στην Ελλάδα και αλλού, σε μέτρα άσκησης πίεσης σε βάρος όσων δεν έχουν εμβολιαστεί ακόμη, ώστε να το κάνουν και αυτοί, δημιουργεί την εύλογη προσδοκία ότι οι νέες μεταλλάξεις θα αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά. Όσο μαζικότερη είναι η προσέλευση στα εμβολιαστικά κέντρα τόσο μικρότερο θα είναι το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, και για την οικονομία.

Κληρονομιά της πανδημίας είναι και η απότομη διόγκωση του δημοσίου χρέους σε 99% του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη συνολικά (206% του ΑΕΠ στην Ελλάδα). Όσο τα επιτόκια παραμένουν χαμηλά, η εξυπηρέτησή του θα είναι άνετη. Μεσοπρόθεσμα, το ερώτημα είναι πώς θα επιτευχθεί η αναγκαία μείωση του δείκτη δημοσίου χρέους στο ΑΕΠ χωρίς αυτό να υποσκάψει την ανάκαμψη. Πάντως, το 2022, χάρη και στην τόνωση των δημοσίων επενδύσεων από τα ευρωπαϊκά ταμεία, η δημοσιονομική πολιτική θα παραμείνει επεκτατική. Βέβαια, η επανέναρξη της οικονομικής δραστηριότητας και η σταδιακή απόσυρση των μέτρων στήριξης θα περιορίσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα.

Οι διεθνείς οργανισμοί και οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι στην Ευρώπη η άνοδος του πληθωρισμού θα είναι σε μεγάλο βαθμό παροδική. Εάν οι προβλέψεις τους επιβεβαιωθούν, και αν οι κεντρικές τράπεζες κρατήσουν την ψυχραιμία τους (όπως φαίνεται ότι συμβαίνει), η ανάκαμψη της οικονομίας δεν θα υπονομευθεί από τυχόν πρόωρες και απότομες αλλαγές στη νομισματική πολιτική.

Οι αναστατώσεις που προκάλεσε η πανδημία στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες θα επιβραδύνουν την ανάκαμψη βραχυπρόθεσμα, αναλογικά με την εξάρτηση κάθε οικονομίας από τις εισαγόμενες εισροές που υπολείπονται. Για παράδειγμα, ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι οι καθυστερήσεις στην τροφοδοσία της αυτοκινητοβιομηχανίας με τις απαιτούμενες ποσότητες ημιαγωγών (κυρίως από την Ταϊβάν) κόστισε στη γερμανική οικονομία πάνω από 1,5% του ΑΕΠ το 2021.

Το 2022 βρίσκει την Ελλάδα 25% φτωχότερη από ό,τι ήταν το 2007, ενώ στα χρόνια που μεσολάβησαν η ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της έγινε 11% πλουσιότερη. Για να καλύψει το χάσμα, η χώρα μας θα πρέπει να παίξει τα χαρτιά που διαθέτει όσο πιο επιδέξια μπορεί. Οι πόροι που θα εισρεύσουν μετά την ιστορική απόφαση των κρατών μελών της ΕΕ να χρηματοδοτήσουν με γενναιοδωρία ένα φιλόδοξο πρόγραμμα επούλωσης των πληγών της πανδημίας (και της κρίσης του ευρώ), αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, και προετοιμασίας της ψηφιακής επανάστασης, είναι το καλύτερο από τα χαρτιά μας. Δεν έχουμε την πολυτέλεια να σπαταλήσουμε ούτε ευρώ. 

18 Δεκεμβρίου 2021

Η Ιταλία από την αποθάρρυνση στην ανάταση

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021). 

Παράξενη χρονιά για την Ιταλία το 2021. Έχοντας αφήσει πίσω της ένα ζοφερό 2020 (πρώτη ευρωπαϊκή χώρα που κλυδωνίστηκε από την πανδημία), εγκαινίασε το νέο χρόνο με μια κυβερνητική κρίση. Μέχρι εδώ τίποτε το αξιοσημείωτο: η πολιτική αστάθεια είναι το στερεοτυπικό χαρακτηριστικό της γειτονικής χώρας (67 κυβερνήσεις στα 75 τελευταία χρόνια). Όσα όμως ακολούθησαν ξάφνιασαν τους πάντες, με πρώτους τους ίδιους τους Ιταλούς.

Κατ’ αρχάς, η νέα κυβέρνηση που ανέλαβε στα μέσα Φεβρουαρίου, με πρωθυπουργό τον Μάριο Ντράγκι και πολιτική στήριξη από όλα σχεδόν τα κόμματα, εμφύσησε αμέσως ένα πνεύμα επαγγελματισμού και αποτελεσματικότητας στη διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων, αρχίζοντας από την αποφασιστική αντιμετώπιση της πανδημίας. Οι νέοι περιορισμοί απέσπασαν τη συναίνεση μιας ευρείας πλειοψηφίας βουλευτών (παρά την απρόθυμη συγκατάθεση του Ματτέο Σαλβίνι, ηγέτη της κεντροδεξιάς Λέγκας), και έπεισαν την κοινή γνώμη, προκαλώντας λιγότερες αντιδράσεις από ό,τι σε άλλες χώρες. Η εμβολιαστική εκστρατεία, που μέχρι τότε παρέπαιε, ανέβασε ταχύτητα υπό νέα διεύθυνση: μέχρι το τέλος του χρόνου η Ιταλία είχε ανέβει στις πρώτες θέσεις στην κατάταξη των χωρών σύμφωνα με το ποσοστό του πληθυσμού που είναι πλήρως εμβολιασμένοι, πίσω από την Πορτογαλία και την Ισπανία, και μπροστά από τη Γερμανία και την Γαλλία. Οι δηλώσεις της Άνγκελα Μέρκελ και των υπουργών της για την ανάγκη υιοθέτησης του «ιταλικού μοντέλου» αντιμετώπισης της πανδημίας προκάλεσαν χαμόγελα ικανοποίησης.

Το ίδιο απρόσμενη ήταν η ζωτικότητα της ιταλικής οικονομίας. Παρά την εικοσιπενταετή στασιμότητα των δεικτών, την καθήλωση της παραγωγικότητας και των αμοιβών, και την οπισθοχώρηση στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας, οι μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις του δυναμικού τριγώνου Μιλάνο-Μπολόνια-Βενετία διέψευσαν τις προβλέψεις, διατηρώντας τη θέση τους στις διεθνείς «αλυσίδες αξίας», και βελτιώνοντας τις εξαγωγικές τους επιδόσεις. Θα έλεγε κανείς ότι το σοκ της πανδημίας έβγαλε την οικονομία από το λήθαργό της, φέρνοντας στην επιφάνεια ξεχασμένα αποθέματα εργατικότητας και επιχειρηματικότητας.

Όπως συμβαίνει συχνά, το ηθικό των Ιταλών αναπτερώθηκε και άλλο από μια σειρά επιτυχιών στο πεδίο της μαζικής κουλτούρας. Οι Måneskin παρουσιάστηκαν στον τελικό της Eurovision με ένα τραγούδι ροκ - γκλαμ ροκ, και όχι ιδιαίτερα μελωδικό ίσως, αλλά πάντως εμπνευσμένο, και παιγμένο με όλο το πείσμα μιας παρέας πιτσιρικάδων από τις φτωχογειτονιές της Ρώμης. Η νίκη τους πανηγυρίστηκε από (σχεδόν) όλους, ακόμη και από όσους δεν τους είχαν μέχρι τότε ακουστά. Ακολούθησε ο θρίαμβος της εθνικής ομάδας ποδοσφαίρου στο Euro, που κέρδισε στον τελικό την Αγγλία μέσα στο Γουέμπλεϋ, παίζοντας επιθετικά και φινετσάτα. Τέλος, στους Ολυμπιακούς του Τόκιο, μια νέα πολύχρωμη γενιά Ιταλών, που «φοράνε» τη φυλετική ή τη σεξουαλική τους διαφορετικότητα με υπερηφάνεια, ενσάρκωσαν έναν νέο πατριωτισμό, ακομπλεξάριστο και κοσμοπολίτικο, κερδίζοντας το ένα χρυσό μετάλλιο μετά το άλλο, αφήνοντας πίσω τα φαβορί στα 100μ, στο ύψος, στην σκυταλοδρομία 4x100 και αλλού.

Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς. Οι δομικές αδυναμίες δεν έχουν εξουδετερωθεί οριστικά, έχουν απλώς κατασταλεί προσωρινά, αρχίζοντας από την πολιτική αστάθεια. Η προεδρική εκλογή (Ιανουάριος 2022), και οι βουλευτικές εκλογές (άνοιξη 2023 το αργότερο), δεν απειλούν να βάλουν τέλος μόνο στην τεχνοκρατική παρένθεση, όπως είναι επιβεβλημένο σε μια δημοκρατία, αλλά και στην σπάνια έξαρση δημιουργικότητας που τόσο ευεργετική αποδείχθηκε για τη χώρα. Παρά τα σύννεφα στον ορίζοντα, μετά από πολύ καιρό οι Ιταλοί ατενίζουν ξανά το μέλλον με αισιοδοξία.

4 Δεκεμβρίου 2021

Η «Μεγάλη Παραίτηση» και οι αιτίες της

Συνυπογράφεται από τους Γιώργο Μανάλη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2021).

Σύμφωνα με τα τελευταία δεδομένα, 4.434.000 εργαζόμενοι στις ΗΠΑ (3% του συνόλου) παραιτήθηκαν από τη δουλειά τους τον Σεπτέμβριο 2021. Ο αριθμός αυτός είναι ιστορικό ρεκόρ: το Σεπτέμβριο 2020 ήταν 3.307.000. Οι κενές θέσεις εργασίας ήταν 10.438.000 (από 6.611.000 ένα χρόνο νωρίτερα). Το φαινόμενο δεν είναι μόνο αμερικανικό: ρεκόρ παραιτήσεων και κενών θέσεων εργασίας σημειώνεται στη Βρετανία, στη Γερμανία, και στην Ιταλία (όπου σχεδόν μισό εκατομμύριο εργαζόμενοι υπέβαλαν την παραίτησή τους στο διάστημα Απριλίου – Ιουνίου 2021).

Σε τι οφείλεται αυτό το απρόσμενο φαινόμενο; Οι αιτίες δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Φαίνεται όμως ότι δεν είναι όλες παροδικές. Ας δούμε μερικές.

Πρώτον, η (επιβεβλημένη) κρατική επιδότηση της οικονομικής δραστηριότητας, σε συνδυασμό με τη μείωση της καταναλωτικής δαπάνης, αύξησε τις αποταμιεύσεις πολλών νοικοκυριών, ακόμη και στο κάτω μέρος της εισοδηματικής κλίμακας. Αυτό έδωσε κάποια σιγουριά σε εργαζόμενους σε κακοπληρωμένες – και επικίνδυνες, λόγω κορωνοϊού - θέσεις εργασίας να τις εγκαταλείψουν. Δεν είναι τυχαίο π.χ. ότι σε διάφορες χώρες οι επιχειρήσεις στον τομέα της εστίασης δυσκολεύονται να βρουν υπαλλήλους.

Δεύτερον, σε αρκετές χώρες (και στην Ελλάδα) η ενίσχυση των επιχειρήσεων συνοδεύτηκε από την υποχρέωσή τους να μην προχωρήσουν σε απολύσεις προσωπικού. (Στην Ιταλία απαγορεύτηκαν οι απολύσεις με νόμο που ίσχυε έως τον Απρίλιο 2021.) Σε αυτές τις συνθήκες, κάποιες από τις «παραιτήσεις» είναι στην πραγματικότητα απολύσεις, ενδεχομένως με άτυπα κίνητρα στο πλεονάζον προσωπικό. Αυτό βέβαια εξηγεί μόνο το μεγάλο αριθμό παραιτήσεων, όχι το μεγάλο αριθμό κενών θέσεων εργασίας.

Τρίτον, η ξαφνική (αναγκαστική) διόγκωση της εξ αποστάσεως εργασίας, σε συνδυασμό με τον εγκλεισμό λόγω καραντίνας, έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς εργαζομένους να στοχαστούν πάνω στη δουλειά τους, στην καριέρα τους, και στη ζωή τους. Επίσης, μείωσε το κόστος της αλλαγής εργοδότη. Στο βαθμό που η υβριδική εργασία (κάποιες μέρες στο γραφείο, τις υπόλοιπες στο σπίτι) θα παραμείνει, όπως φαίνεται πιθανό, και μετά το τέλος της πανδημίας, ενδέχεται να γίνουμε μάρτυρες μιας περιόδου μεγάλων ανακατατάξεων στην αγορά εργασίας, καθώς η οικονομία προσαρμόζεται από το παλιό μοντέλο στο καινούριο.

Τέταρτον, η «Μεγάλη Παραίτηση» μπορεί απλώς να σημαίνει την αλλαγή του συσχετισμού ισχύος μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Η εξέλιξη αυτή είναι σχετικά ανεπαίσθητη: δεν φαίνεται πιθανό να επιστρέψουμε στην περίοδο της παντοδυναμίας των συνδικάτων, όπως στη δεκαετία του ᾽70. Όμως, έχουμε ίσως μετακινηθεί από την περίοδο της απόλυτης εργοδοτικής εξουσίας. Πέραν των πολιτικών παραγόντων (υποχώρηση του νεοφιλελευθερισμού), συμβάλλουν σε αυτό και οικονομικοί παράγοντες: η μείωση της ανεργίας πάντοτε βελτιώνει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργαζομένων, ενώ η αύξηση της ανεργίας ενισχύει την εργοδοτική πλευρά. Αυτό εξηγεί γιατί η Ελλάδα και η Ισπανία, όπου τα ποσοστά ανεργίας είναι τα υψηλότερα στην ΕΕ, παρουσιάζουν τα χαμηλότερα ποσοστά κενών θέσεων εργασίας.

Γενικότερα, η συνύπαρξη ανέργων και κενών θέσεων εργασίας, που μέχρι κάποιο σημείο οφείλεται στην κινητικότητα στην αγορά εργασίας, πέρα από αυτό το σημείο μπορεί να έχει δομικές αιτίες: κάποιες νέες θέσεις εργασίας μπορεί να μένουν κενές επειδή απαιτούν δεξιότητες που οι άνεργοι δεν διαθέτουν. Όμως αυτό είναι άλλο (πολύ σημαντικό) θέμα: είναι ένα από αυτά που θα κρίνουν το δυναμισμό της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας, μετά τη συρρίκνωσή της κατά 30% την περίοδο 2007-2021.

1 Νοεμβρίου 2021

Άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ;

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2021).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αμοιβές των μισθωτών υποχώρησαν πολύ το πρώτο μισό της περασμένης δεκαετίας (-22% κατά μέσο όρο την περίοδο 2009-2014 σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ), και έμειναν στη συνέχεια καθηλωμένες (+2% την περίοδο 2014-2020). Η μεγάλη υποχώρηση των μισθών ήταν εν μέρει αποτέλεσμα της λειτουργίας των δυνάμεων της αγοράς (μείωση της ζήτησης εργασίας σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης), και εν μέρει συνέπεια αποφάσεων δημόσιας πολιτικής (η περίφημη «εσωτερική υποτίμηση»). Η μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22% τον Φεβρουάριο 2012 ήταν ένας από τους κύριους «μοχλούς» της εσωτερικής υποτίμησης. Η πολιτική αυτή επιβράδυνε και τελικά σταμάτησε την άνοδο της ανεργίας (αφού πρώτα έφτασε το 28,7% το Νοέμβριο 2013).

Παρά τη συμβολή τους τότε στη συγκράτηση της ύφεσης, ως συνταγή βιώσιμης ανάκαμψης η καθήλωση των μισθών είναι βαθιά προβληματική. Οι χαμηλοί μισθοί «επιδοτούν» επιχειρηματικές δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, κρατώντας τες τεχνητά στη ζωή. Υπό την έννοια αυτή, ο εθισμός της οικονομίας στους χαμηλούς μισθούς αντιστρατεύεται την αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου της χώρας που πολύ ορθώς επαγγέλλεται η Επιτροπή Πισσαρίδη (και που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση).

Πώς όμως θα αυξηθούν οι μισθοί; Μια διαδεδομένη άποψη ισχυρίζεται ότι η αύξηση των μισθών δεν «διατάσσεται», ούτε δεν μπορεί να προηγηθεί της ανάπτυξης: θα πρέπει να την ακολουθήσει. Σε κάποιο βαθμό αυτό ισχύει. Όχι εντελώς, όμως. Μια πρόσφατη μελέτη κορυφαίων οικονομολόγων της εργασίας στο University College London έδειξε ότι η θεσμοθέτηση κατώτατου μισθού (8,50 ευρώ την ώρα) το 2015 στη Γερμανία όχι μόνο δεν οδήγησε σε απώλεια 750.000 θέσεων εργασίας, αλλά ώθησε τις «πληττόμενες» επιχειρήσεις να αναβαθμίσουν τη λειτουργία τους ώστε να είναι κερδοφόρες και μετά την καταβολή υψηλότερων αμοιβών στο προσωπικό τους. Η πρόσφατη εμπειρία της Γερμανίας (αλλά και η προηγούμενη της Βρετανίας, και άλλων χωρών) δείχνει ότι η θεσμοθέτηση και στη συνέχεια λελογισμένη αύξηση των κατώτατων μισθών μπορεί να είναι ευεργετική για όλους - εργαζόμενους και επιχειρήσεις.

Η λέξη κλειδί εδώ είναι «λελογισμένη». Πέρα από ένα σημείο, η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να ξεπερνά τις δυνατότητες προσαρμογής της οικονομίας. Ποιο ακριβώς είναι αυτό το σημείο δεν είναι πάντα ξεκάθαρο, για αυτό άλλωστε απαιτείται προσοχή. Για παράδειγμα, η διεθνής επιτροπή εμπειρογνωμόνων που είχε συστήσει το 2018 η προηγούμενη κυβέρνηση κατέληξε σε συνετή πρόταση αύξησης του κατώτατου μισθού (που είχε μείνει από το 2012 στα 586 ευρώ το μήνα) κατά 5% έως 10%. Τελικά, η τότε κυβέρνηση αποφάσισε λίγο μεγαλύτερη αύξηση (11%) στα 650 ευρώ. Στη συνέχεια, η τωρινή κυβέρνηση προχώρησε σε συμβολική αύξηση 2% (από τον Ιανουάριο 2022).

Για τους λόγους που προανέφερα, πιστεύω ότι ο κατώτατος μισθός θα μπορούσε να διαμορφωθεί σε υψηλότερο επίπεδο από τα 663 ευρώ του 2022. Αμφιβάλλω όμως ότι θα μπορούσε από τώρα να φτάσει π.χ. τα 750 ευρώ χωρίς δυσάρεστες παρενέργειες για την οικονομία και την απασχόληση. Για το λόγο αυτό, θεωρώ πυροτέχνημα την πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για «άμεση αύξηση του κατώτατου μισθού στα 800 ευρώ». Οπωσδήποτε, σε σχέση με τα 1.700 ευρώ που πρότεινε το ΚΚΕ το 2007, η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ συνιστά αξιοσημείωτη πρόοδο. Απέχει ωστόσο ακόμη αρκετά από το να μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή συμβολή στη αναζήτηση ρεαλιστικών τρόπων βελτίωσης των χαμηλών μισθών.