30 Ιουνίου 2016

Οι ισπανικές εκλογές και η ελληνική εξαίρεση

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 30 Ιουνίου 2016).

Τα αποτελέσματα των ισπανικών εκλογών υπογραμμίζουν για μια ακόμη φορά την ελληνική εξαίρεση. Οι Podemos θέλησαν να πετύχουν αυτό που πέτυχε ο ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές του Ιουνίου 2012. Με άλλα λόγια, να εκμεταλλευτεί την αποτυχία των υπολοίπων να σχηματίσουν κυβέρνηση (και να την υποδαυλίσει, καταγγέλοντας τα άλλα κόμματα ως "διεφθαρμένα" κτλ.) ώστε να αναδειχθεί σε αξιωματική αντιπολίτευση και αμέσως μετά να στοχεύσει στην εξουσία.

Η στρατηγική αυτή απέτυχε. Οι Unidos Podemos έμειναν τρίτοι, πίσω από τους σοσιαλιστές, έχοντας χάσει πάνω από 1 εκατομμύριο ψήφους και 3,2 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με τις εκλογές του Δεκεμβρίου 2015.Φαίνεται ότι οι Ισπανοί ψηφοφόροι τιμώρησαν την οξύτητα της ρητορικής και την ασυναρτησία των θέσεων αυτού του πολιτικού σχηματισμού, που τη μια μέρα εμφανίζονταν ως ριζοσπάστες θαυμαστές του Τσάβες ενώ την άλλη ως παραδοσιακοί σοσιαλδημοκράτες, και που στη Μαδρίτη ήταν υπέρ της ενότητας του Ισπανικού κράτους αλλά στη Βαρκελώνη υπέρ του δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία. (Αντίθετα με τους Έλληνες ψηφοφόρους, που έδειξαν ότι κάτι τέτοιες λογικές ακροβασίες δεν τους πτοούν.)

Τιμώρησαν επίσης την επιμονή των Podemos μετά τις εκλογές του Δεκεμβρίου 2015 να σύρουν τη χώρα ξανά στις κάλπες, τορπιλλίζοντας τη συμφωνία PSOE-Ciudadanos να εργαστούν για μια κυβερνητική πλειοψηφία χωρίς το PPE του Mariano Rajoy (ο οποίος είναι ο μεγάλος νικητής των χθεσινών εκλογών).
Η στάση αυτή ακύρωσε μια "πορτογαλική λύση" για την Ισπανία, δηλ. μιας συνεργασίας της αριστεράς με την κεντροαριστερά με στόχο τη συναινετική και σταδιακή έξοδο από τη λιτότητα, προσδοκώντας να την επαναπροτείνει υπό την ηγεμονία των Podemos. Όμως αυτό που ήταν εφικτό τον Δεκέμβριο 2015, δεν είναι πλέον εφικτό τον Ιούνιο 2016.

Τόσο στην Ισπανία όσο και στην Πορτογαλία, οι σοσιαλιστές – παρά τη συνεχιζόμενη παρακμή τους – απέφυγαν τη μοίρα των Ελλήνων συντρόφων τους, η οποία μοίρα έχει καταγραφεί στην πολιτική επιστήμη ως "pasokificación" (δηλ. "Πασοκοποίηση" με την έννοια του απότομου αποδεκατισμού), και παραμένουν ηγεμονική δύναμη στον ακόμη εκτεταμένο χώρο που βρίσκεται αριστερά του κέντρου.

Όσο για την "ελληνική λύση", της επιχείρησης ανασύνταξης του πολιτικού σκηνικού γύρω από μια διαίρεση (Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο) που τέμνει εγκαρσίως την παραδοσιακή διαίρεση Αριστεράς-Δεξιάς, δεν φαίνεται να βρίσκει πολλούς μιμητές - εκτός ίσως από τη Βρετανία του Brexit.

Όπως στην Ευρώπη του δεύτερου μισού της δεκαετίας του 1940, όταν οι κομμουνιστές ηγέτες (με πρώτο-πρώτο τον Palmiro Togliatti) επέβαλλαν στους πιο θερμοκέφαλους από τους οπαδούς τους την επιλογή της δημουργικής συμμετοχής στην οικοδόμηση των δημοκρατικών θεσμών, δείχνοντάς τους τα καταστροφικά αποτελέσματα της αντίθετης επιλογής στην Ελλάδα του Εμφυλίου, έτσι και σήμερα η χώρα μας παραμένει αυτό που τόσες φορές υπήρξε στην ιστορία της: παράδειγμα προς αποφυγή.

26 Ιουνίου 2016

Μετά το Brexit

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 26 Ιουνίου 2016).

Το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος είναι πιθανό να αποδειχθεί σημείο καμπής στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης που ξεκίνησε στο τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και κορυφώθηκε με τη θεσμοθέτηση του ευρώ στις αρχές του νέου αιώνα. Οι επιπτώσεις, όσο δύσκολο και αν είναι να τις προβλέψουμε με ακρίβεια, δεν πρόκειται να είναι θετικές για την Ευρώπη. Ακόμη λιγότερο για τη Βρετανία που όταν συνέλθει από την συναλλαγματική αστάθεια και την πολιτική αναταραχή θα έχει να αντιμετωπίσει σοβαρότερες προκλήσεις, όπως είναι η αναμενόμενη απώλεια επιρροής του Σίτυ ως χρηματιστηριακού κέντρου ή ο υπαρξιακός κίνδυνος διαίρεσης του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η πλειοψηφία των Βρετανών ψηφοφόρων επέλεξαν να κλείσουν τα αυτιά τους στους «ειδικούς», και να γυρίσουν την πλάτη τους στις ελίτ κάθε είδους, σε μια απόπειρα να ξαναπάρουν στα χέρια τους τον έλεγχο της κατάστασης. Όμως, η αλήθεια είναι ότι ο κόσμος έχει γίνει τόσο περίπλοκος (και αλληλένδετος), η οικονομία τόσο παγκοσμιοποιημένη, και η πολιτική διακυβέρνησή της τόσο ανεπαρκής, που η ανάκτηση ελέγχου μπορεί να αποδειχθεί χίμαιρα. Για παράδειγμα, η Βρετανία θα πρέπει να διαπραγματευθεί νέες εμπορικές συμφωνίες από ασθενέστερη διαπραγματευτική θέση (το οποίο συνιστά απώλεια ελέγχου). Αλλά αυτό θα γίνει σταδιακά κατανοητό. Εν τω μεταξύ, όπως και στην Ελλάδα του περυσινού καλοκαιριού, τα δημοψηφίσματα εξελίσσονται σε γιορτή δημαγωγών κάθε λογής.

Από τα 17,4 εκατομμύρια ψηφοφόρων υπέρ του Brexit αρκετοί ανήκουν στη λεγόμενη «λευκή εργατική τάξη». Αυτό επιβεβαιώνει μια παλαιότερη τάση, που έκανε την εμφάνισή της τη δεκαετία του ‘80 με τη μεταστροφή των κατοίκων της μέχρι τότε «κόκκινης ζώνης» στην περιφέρεια του Παρισιού από το ΚΚΓ στο Εθνικό Μέτωπο, και σήμερα στέλνει στα ύψη τη δημοτικότητα του Trump μεταξύ των εργατών του Mid-West. Το ότι στην Ευρώπη, στις ΗΠΑ και αλλού οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης στρέφονται προς ξενόφοβους λαϊκιστές δείχνει την αποτυχία των κυβερνήσεων και του κράτους πρόνοιας να προστατεύσουν τους πιο αβοήθητους από τους πολίτες τους. Δείχνει επίσης την αποτυχία των μεγάλων αφηγήσεων του Διαφωτισμού (της σοσιαλιστικής αλλά και της φιλελεύθερης) να πείσουν, πόσω μάλλον να εμπνεύσουν.

Η έξοδος της Βρετανίας διαψεύδει μια από τις θεμελιώδεις αρχές που στήριξαν το οικοδόμημα της ΕΕ, ότι δηλ. η ευρωπαϊκή ενοποίηση είναι αναντίστρεπτη. Ας θυμηθούμε ότι μια παραλλαγή αυτής της αρχής, ότι η συμμετοχή στη ζώνη του ευρώ είναι αναντίστρεπτη, ενίσχυσε το επιχείρημα όσων από τους εταίρους μας έδιναν μάχη για να παραμείνουμε στην Ευρώπη. Τώρα που η αρχή αυτή διαψεύδεται με τον δραματικότερο τρόπο, το συγκεκριμένο επιχείρημα πλέον δεν στέκει. Το Brexit κινδυνεύει να αναζωπυρώσει τη συζήτηση περί Grexit.

19 Ιουνίου 2016

Μικρές απολαύσεις

Δημοσιεύτηκε στον ιστότοπο του ραδιοφωνικού σταθμού «Amagi» (Κυριακή 19 Ιουνίου 2016).

Κάποιος κάποτε είχε παρατηρήσει ότι το βαθύτερο νόημα του να μεγαλώνεις είναι ότι στενεύουν τα περιθώρια των επιλογών. Αυτό αρχίζει να συμβαίνει αμέσως. Τη στιγμή που ένα βρέφος έρχεται στο φώς, μαθαίνει ότι δεν θα γίνει ποτέ Βασιλιάς (ή Βασίλισσα) της Αγγλίας – εκτός φυσικά εάν ανήκει στη γραμμή διαδοχής για το θρόνο, ή σε κάποια από τις οικογένειες που τον σφετερίζονται, εάν υπάρχουν ακόμη τέτοιες.

Μια ρηχότερη εκδοχή αυτής της παρατήρησης είναι ότι καθώς μεγαλώνεις συνειδητοποιείς ότι πράγματα που κάποτε σε ενθουσίαζαν έχουν στο μεταξύ χάσει την αίγλη τους. Το ποδόσφαιρο, για παράδειγμα. Στη δική μου περίπτωση, εν μέρει επειδή η ζωή έχει επιφυλάξει δυσάρεστες εκπλήξεις σε έναν οπαδό της ΑΕΚ. (Αν και υπάρχουν και χειρότερα: π.χ. ο Ε., ο οποίος φέρει το γενετικό υλικό της ποδοσφαιρικής ένταξης που κληρονόμησε από τον μπαμπά του, και κυρίως τον παππού του, δεν έχει ακόμη δει την ομάδα του να παίρνει πρωτάθλημα: η τελευταία φορά ήταν λίγες μέρες προτού γεννηθεί.)

Ίσως για αυτό να βιώνουμε τις – αραιές, και έμμεσες – ποδοσφαιρικές επιτυχίες, όπως το Ευρωπαϊκό του 2004, ή τη νίκη της Inter στον τελικό του Champions League το 2010, ως κάτι όχι απλώς απελευθερωτικά ηδονικό (το foreplay του «γκολ που ψήνεται», η οργασμική κορύφωση της μπάλας που «κάνει το πλεχτό να σπαρταρά»), αλλά και ως επιστροφή στην αθωότητα της παιδικής ηλικίας – στην εποχή δηλ. που για πολλούς από εμάς η βασική έγνοια του απογεύματος της Κυριακής ήταν εάν η νίκη ή η ήττα της ομάδας μας στο πρωτάθλημα θα μας επέτρεπε να βαδίσουμε με το κεφάλι ψηλά ή όχι την Δευτέρα στο σχολείο.

Όμως όταν άρχισα να γράφω αυτό το κείμενο δεν σκεφτόμουν το ποδόσφαιρο, ούτε το sex. (Εντάξει, όχι πολύ.) Αυτό που κυρίως είχα στο μυαλό μου ήταν οι εφημερίδες – ιδίως οι κυριακάτικες. Για μια μεγάλη περίοδο της ζωής μου, η προοπτική του να περάσω ένα κυριακάτικο πρωινό χωρίς την εφημερίδα στο ένα χέρι, το φλυτζάνι του καφέ στο άλλο, και τα υπόλοιπα φύλλα και ένθετα πάνω στο τραπέζι δίπλα στο πιάτο με τα βουτήματα, μου φαινόταν απλώς αδιανόητη ή, ακόμη χειρότερα, κενή νοήματος.

Αυτή η συνήθεια είχε ξεκινήσει από το σχολείο κιόλας, αλλά ανέβασε ταχύτητα στο πανεπιστήμιο. Με θυμάμαι (όχι χωρίς λίγη αναδρομική ντροπή) να μένω μέχρι το μεσημέρι στο κρεβάτι, δίπλα μου το Βήμα, η Αυγή, η Ελευθεροτυπία, η Καθημερινή, το μελάνι τους πάνω στα σκεπάσματα, τη μητέρα μου να μπαίνει στο δωμάτιο και να με κυττάζει με καχυποψία, εκείνη συχνά ακόμη εξαντλημένη μετά από μια νυχτερινή βάρδια στη δουλειά, εγώ με το ύφος του μεγάλου διανοούμενου και κομματικού στελέχους (Γραμματέας της Ο.Β. ΑΣΟΕΕ – λίγο είναι;) που, όχι, δεν τεμπελιάζει: εργάζεται σκληρά πάνω στα μεγάλα προβλήματα της ειρήνης και του σοσιαλισμού. (Συγγνώμη μαμά!)

Στο Λονδίνο, αργότερα, χάρη στον Observer και στον βραχύβιο Independent on Sunday, η φάση αυτή – ως καθαρή απόλαυση, όχι πλέον ως προτετοιμασία ενός καλύτερου κόσμου – έφτασε στο υψηλότερο (ή μήπως χαμηλότερο;) σημείο της. Προειδοποιούσα τους φίλους που φιλοξενούσα να με αφήσουν στην ησυχία μου για λίγες ώρες, μετά θα είμαι στη διάθεσή τους. Υποψιάζομαι ότι η Μ. το θεωρούσε πολύ ανάγωγο εκ μέρους μου (ο F. πάλι, όχι).

Όταν όμως επέστρεψα στην Ελλάδα, παρότι από κεκτημένη συνήθεια συνέχισα να αγοράζω εφημερίδες, δεν ήταν πια το ίδιο. Στο στρατόπεδο του Ρεθύμνου (όπου, χάρη στη νίκη του ΠΑΣΟΚ στις πρόσφατες τότε εκλογές του 1993, είχε επιτραπεί και πάλι η ανάγνωση εφημερίδων), δεν πίστευα στα μάτια μου καθώς διάβαζα το βασικό άρθρο γνώμης της Ελευθεροτυπίας. Κάποιος καθηγητής πανεπιστημίου της Β. Ελλάδας (νομίζω) εξηγούσε γιατί η Πολεμική Αεροπορία θα πρέπει να βομβαρδίσει όσα κτιρία του «κράτους των Σκοπίων» ανέμιζαν τη σημαία με τον Ήλιο της Βεργίνας. Και η δήθεν προοδευτική, ανεξάρτητη εφημερίδα το δημοσίευε – τι λέω; το μόστραρε, με υπερηφάνεια. Καλώς ήρθατε στα Βαλκάνια, του μίσους και του αίματος. Ήταν η τελευταία φορά που πήρα στα χέρια μου το συγκεκριμένο έντυπο, και δεν το μετάνιωσα καθόλου.

Πολύ αργότερα ήρθε η σειρά της Αυγής. Καθυστέρησε κυρίως επειδή, παρά την προϊούσα μετάλλαξη της εφημερίδας αυτής, από το ύφος και το ήθος του Μανόλη Αναγνωστάκη σε εκείνο του Λάκη Λαζόπουλου, σε τελευταία ανάλυση εξακολουθούσα για χρόνια να δημοσιεύω άρθρα εκεί. Τακτικά, στα «Ενθέματα» επί Γιάννη Βούλγαρη μέχρι το 2000, πολύ αραιότερα μέχρι το 2010 οπότε εμφανίστηκε στον «Δαίμονα της Οικολογίας» του Κίμωνα Χατζημπίρου το τελευταίο άρθρο μου στην Αυγή – ένα κείμενο για το οποίο, παρεμπιπτόντως, εξακολουθώ να είμαι περήφανος. Ήδη όμως από πολύ καιρό, εκτός από τα άρθρα της Ελίζας Παπαδάκη ή του Κώστα Κάρη, είχα πάψει να βρίσκω κάτι ενδιαφέρον, ή έστω απλώς καλογραμμένο.

Το τελευταίο κρούσμα απομάγευσης από μια εφημερίδα που προηγουμένως διάβαζα επί χρόνια μου συνέβη το περσινό καλοκαίρι. Στη διάρκεια ενός περιπετειώδους ταξιδιού, από το νησί του Αρχιπελάγους της Τοσκάνης στην Αθήνα του δημοψηφίσματος, με λεωφορείο, πλοίο, bla-bla-car (θα εξηγήσω άλλη φορά) και τέλος αεροπλάνο (παραλείπω το μετρό), διάβασα με έκπληξη και θυμό την πολυσέλιδη ανταπόκριση της Repubblica. Θα μπορούσε να την είχε γράψει μόνος του ο κυβερνητικός εκπρόσωπος: η Αριστερά με το «Όχι», η Δεξιά με το «Ναι», ο Σαμαράς κεντρικός ομιλητής στην τελευταία συγκέντρωση του «Μένουμε Ευρώπη» κτλ. Ήταν η τελευταία φορά που πήρα στα χέρια μου την ιστορική εφημερίδα που ίδρυσε ο Eugenio Scalfari, του οποίου τα editorials ομολογώ ότι μου λείπουν. Κάπως έτσι δεν λειτουργεί η απομάγευση;

Σκέφτομαι καμιά φορά ότι άνθρωποι σαν κι εμάς, αριστεροί-φιλελεύθεροι-σοσιαλδημοκράτες Έλληνες φρικαρισμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ και την ανεκδιήγητη κυβέρνηση Τσίπρα-Καμμένου, μοιάζουμε λίγο (τηρουμένων των αναλογιών) με τους πρώιμους Ανατολικοευρωπαίους refusenik, π.χ. της «Χάρτας ’77», τους οποίους οι Δυτικοί συνομιλητές κατήγγειλαν ότι έπαιζαν «αντικειμενικά» το παιγνίδι του ΝΑΤΟ, ή στην καλύτερη περίπτωση προέτρεπαν να δουν την «ευρύτερη εικόνα». (Ήδη με την «Αλληλεγγύη», 4 χρόνια αργότερα, τα πράγματα είχαν βελτιωθεί: πολλοί αριστεροί σε όλη την Ευρώπη, μαζί τους και τα παιδιά της Ο.Β. ΑΣΟΕΕ που λέγαμε παραπάνω, υποστήριξαν με πάθος το πολωνικό εργατικό συνδικάτο.)

Διαβάζω ακόμη εφημερίδες. Ο υπολογιστής μου ανοίγει στο site της Καθημερινής. Ύστερα κάνω έναν γρήγορο γύρο του κόσμου: NY Times, Guardian, Corriere, El País, Βήμα, Athens Voice. Όμως, σπανίως πια κάθομαι να διαβάσω το χάρτινο φύλλο. Εκτός βέβαια εάν βρεθώ για πρωινό σε κάποιο μπαρ της πόλης, όπου μπορεί κανείς να πιει espresso και να φάει κρουασάν πληρώνοντας δύο ευρώ, περιτριγυρισμένος από βιβλία, ακούγοντας μουσική (στο Bistrò del tempo ritrovato: jazz), και διαβάζοντας – πάντοτε σε συνεννόηση με τους άλλους θαμώνες – τα ωραία ένθετα των εφημερίδων της Β. Ιταλίας, κυρίως την κυριακάτικη La lettura της Corriere della sera, ή το σαββατιάτικο Tuttolibri της Stampa.

Αλλά είπαμε: αυτό συμβαίνει σπάνια. Η απόλαυση της ανάγνωσης έχει μετατοπιστεί στα περιοδικά. Θα ήθελα να έχω στη διάθεσή μου όλο τον χρόνο του κόσμου ώστε να μπορώ να διαβάσω κάθε δεκαπενθήμερο το υπέροχο London Review of Books, το (για μένα, λιγότερο συναρπαστικό) New York Review of Books, και κάθε βδομάδα το απίθανο New Yorker, το οποίο σε μια έκλαμψη ασυνήθιστης έμπνευσης είχα πρόσφατα περιγράψει ως διασταύρωση ανάμεσα στο «Αθηνόραμα» και στην «Κομμουνιστική Θεωρία και Πολιτική» (θεωρητικό περιοδικό του ΚΚΕ εσωτ). Εν τω μεταξύ, διαβάζω κάθε μήνα το Books Journal, που συχνά με διασκεδάζει και με αναστατώνει (ο γιατρός μου έχει απαγορεύσει να παρακολουθώ πολύ στενά την ελληνική επικαιρότητα), το Athens Review of Books – και οπωσδήποτε τον Economist, που πάντοτε ανοίγει νέους ορίζοντες.

Η τελευταία μικρή απόλαυση που μου έρχεται στο μυαλό (και την οποία μπορώ να μοιραστώ με το κοινό του Amagi) είναι το ραδιόφωνο. Στο γραφείο – εκτός από Amagi – ακούω Pepper 96 6, στο σπίτι Rai Radio 2 (η μουσική μέτρια, οι εκπομπές λόγου καλές), και τις Κυριακές BBC Radio 4. Αγαπημένη εκπομπή: Desert Island Disks. Ο καλεσμένος («ναυαγός») μιλά στην παρουσιάστρια (τα τελευταία χρόνια είναι η υπέροχη Kirsty Young) για τη ζωή του, διαλέγοντας τις μουσικές που θα έπαιρνε μαζί του σε ένα ερημονήσι, στη συνέχεια ένα βιβλίο (εκτός από την Βίβλο και τα Άπαντα του Shakespeare, που τον περιμένουν ήδη εκεί), και τέλος μια πολυτέλεια. Ακούστε την εκπομπή των αρχών του περασμένου Μαΐου, με ναυαγό τον Tom Hanks.

Έχω ήδη έτοιμη τη λίστα με τις αγαπημένες μου μουσικές, και βιβλία, και «πολυτέλειες». Δεν θα ήθελα να με βρει απροετοίμαστο το ενδεχόμενο να γίνω κάποτε κι εγώ διάσημος. Θα άξιζε, μόνο και μόνο για αυτό.

15 Μαΐου 2016

Συμφωνία επιστροφής στην ομαλότητα;

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 15 Μαΐου 2016).

Η διαφαινόμενη συμφωνία Ελλάδας-ΕΕ στην επόμενη συνεδρίαση του Eurogroup (Τρίτη 24 Μαΐου), εάν τελικά επιτευχθεί, μπορεί να αποδειχθεί σημείο καμπής για τη χώρα. Οι όροι της, στο βαθμό που τα δημοσιεύματα των διεθνών και ελληνικών μέσων ενημέρωσης επιβεβαιωθούν τελικά, φαίνεται να λύνουν δύο εκκρεμμότητες που έκαναν τεράστια ζημιά στην ελληνική οικονομία (και όχι μόνο).

Η πρώτη εκκρεμμότητα ήταν διεθνής. Αφορά όσους από τους Ευρωπαίους εταίρους μας υιοθέτησαν την άποψη ότι η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη είναι ίσως η προτιμότερη λύση για όλους. Η αμφιβολία για το εάν η Ελλάδα μπορεί (και θέλει) να παραμείνει μέλος της Ευρωζώνης άρχισε να αιωρείται στις αρχές του 2010, φτάνοντας στο απόγειό της τον Ιούλιο 2015 με την δημόσια κατάθεση της πρότασης Schäuble για προσωρινή έξοδο της χώρας από το ευρώ. Είχε προηγηθεί η ασυνάρτητη διαπραγμάτευση της πρώτης κυβέρνησης του κ. Τσίπρα, η οποία πύκνωσε τις γραμμές και ενίσχυσε την αποφασιστικότητα των υποστηρικτών του Grexit. Η συνθηκολόγηση της ελληνικής κυβέρνησης αμέσως μετά απέτρεψε τα χειρότερα. Αλλά το φάσμα της εξόδου της Ελλάδας από τη ζώνη του ευρώ συνέχισε να αιωρείται.

Η συγκατάθεση του Γερμανού υπουργού οικονομικών (Δευτέρα 9 Μαΐου) στη ρύθμιση του ελληνικού χρέους μπορεί κάλλιστα να είναι απρόθυμη, ή να οφείλεται σε γεωπολιτικούς υπολογισμούς (δημοψήφισμα στη Βρετανία, προσφυγικό). Επίσης, η ρύθμιση που θα επιλεγεί πιθανότατα θα συγκεκριμενοποιεί απλώς την υπόσχεση του Eurogroup προς τον κ. Στουρνάρα (27 Νοεμβρίου 2012), δηλ. θα αντιστοιχεί σε βελτίωση των όρων εξόφλησης του χρέους (μείωση επιτοκίων, επέκταση διάρκειας), και όχι σε «κούρεμα» της αξίας του κεφαλαίου όπως διεκδικούσε το αντιμνημονιακό μπλοκ από το 2010 μέχρι αυτή την εβδομάδα. Τέλος, η όποια ελάφρυνση προκύψει θα εξαρτάται από την αυστηρή τήρηση των στόχων για το πρωτογενές πλεόνασμα. Και πάλι όμως, η συμφωνία για το χρέος θα έχει μια κρίσιμη υλική συνέπεια: θα κλείσει – ή τουλάχιστον θα παγώσει – για το επόμενο διάστημα τη συζήτηση περί Grexit, γεγονός που στη συνέχεια θα αποκαταστήσει εξωτερικές συνθήκες στοιχειώδους σταθερότητας (χωρίς την οποία δεν νοείται ανάκαμψη).

Η δεύτερη εκκρεμμότητα ήταν εσωτερική. Αφορά όσους από τους συμπολίτες μας πίστεψαν ότι υπάρχει άλλος, καλύτερος δρόμος για την Ελλάδα από τη συμμετοχή μας στην Ευρωζώνη (και από την τήρηση των κανόνων που απορρέουν από αυτή τη συμμετοχή). Η πεποίθησή τους αυτή ήταν εξ αρχής αβάσιμη. Στηρίχθηκε στην πεισματική άρνηση της πραγματικότητας ότι ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητές μας, ότι μια χώρα που νοικιάζει ξαπλώστρες και εισάγει αυτοκίνητα κάποια στιγμή θα έχει πρόβλημα, ότι εάν δεν μπορεί να παράγει καλύτερα και περισσότερα θα αναγκαστεί τελικά να καταναλώνει λιγότερα. Αυτή η αυταπάτη εμπόδισε τη ψύχραιμη και συγκροτημένη αντιμετώπιση της κρίσης. Δεν προέκυψε αυθόρμητα: πάτησε στην «ευγενή μας τύφλωση», που κάνει πολλούς από εμάς να νομίζουν ότι είμαστε ο εκλεκτός λαός.

Αλλά καλλιεργήθηκε συστηματικά και αδίστακτα από μέχρι τότε περιθωριακές πολιτικές δυνάμεις που είδαν την ευκαιρία να αναρριχηθούν στην εξουσία. Η αποδοχή από τις ίδιες αυτές δυνάμεις, και από κυβερνητικές θέσεις πλέον, της μόνιμης διεθνούς επιτήρησης της χώρας για τις επόμενες δεκαετίες συνιστά την πληρέστερη ομολογία ότι η αναζήτηση κάποιου φανταστικού «άλλου δρόμου» έχει εγκαταληφθεί από τους εμπνευστές της – αφού βέβαια προηγουμένως έσπειρε χάος. Λίγη σημασία έχει ότι κάποιοι, όπως έδειξαν οι κινητοποιήσεις της περασμένης Κυριακής, εξακολουθούν να πιστεύουν στο «σκίσιμο των Μνημονίων με ένα νόμο και ένα άρθρο». Η ικανοποίηση του κ. Τσακαλώτου για τη θεσμοθέτηση αυτόματου μηχανισμού περικοπής δαπανών ή αύξησης φόρων κάθε φορά που το πρωτογενές πλεόνασμα πέφτει κατά 0,25% του ΑΕΠ (!) από το στόχο συμβολίζει το οριστικό και αμετάκλητο τέλος της αντιμνημονιακής (αυτ)απάτης.

Επιστροφή στην ομαλότητα λοιπόν; Όχι ακριβώς. Σίγουρα όχι ακόμη. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την έντιμη αναγνώριση εκ μέρους των πρώην αντιμνημονιακών ότι η στρατηγική που τους οδήγησε στην εξουσία (αφού προηγουμένως διέλυσε την οικονομία και δίχασε την κοινωνία) στηρίχθηκε σε ένα χονδροειδές ψέμα, για το οποίο μας οφείλουν ταπεινά συγγνώμη. Γνωρίζοντας τους ανθρώπους που μας κυβερνούν, θα ήταν αφελές να περιμένει κανείς κάτι εντιμότερο από τις υποκριτικές και μέχρι ναυτίας γλυκερές δηλώσεις τύπου «αγγίξαμε το όνειρο, μας ψαλίδισαν τα φτερά» κτλ. Το αντίθετο είναι πιθανότερο: π.χ. μια τεχνητή όξυνση που θα επιχειρήσει να συγκαλύψει επικοινωνιακά την έμπρακτη προσχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ στη «μνημονιακή» κανονικότητα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πιο ανενδοίαστοι από τους προπαγανδιστές της σημερινής κυβέρνησης θα δοκιμάσουν κάθε τέχνασμα για να αναζωπυρώσουν το διχασμό των τελευταίων ετών: ήδη αυτό κάνουν. Όμως ο χρόνος κυλά αντίστροφα. Στην επόμενη περίοδο, ανεπαίσθητα αλλά αναντίστρεπτα, η πολιτική διαμάχη θα αλλάζει θεματολογία. Η τοξική δημαγωγία για το ποιος είναι περισσότερο «πατριώτης» (στην οποία οι πρώην αντιμνημονιακοί διέπρεψαν) δύσκολα θα συνεχίσει να συγκινεί τα πλήθη. Στις πιο υπεύθυνες από τις πολιτικές δυνάμεις δίνεται η ευκαιρία να επιβάλλουν στη θέση της μια άλλη, λιγότερο άγονη διαμάχη: π.χ. για το πώς θα βρουν δουλειά ένα εκατομμύριο άνεργοι, ανάμεσά τους εκατοντάδες χιλιάδες νέοι.

Για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ίσως δικαιούμαστε να ελπίζουμε.

6 Μαρτίου 2016

Τα αδιέξοδα του ασφαλιστικού

Μια συντομευμένη εκδοχή δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 6 Μαρτίου 2016).

Η διαμάχη για το ασφαλιστικό επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά το γνωστό ρητό: «Όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες». Η σημερινή κυβέρνηση είχε ως αντιπολίτευση καθοριστική συμβολή, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του ’90, στην παραλυτική αδυναμία της χώρας να συζητήσει ήρεμα (πόσω μάλλον να επιλύσει) ένα από τα προβλήματα που από τότε υπέσκαπταν την ευημερία της και την κοινωνική συνοχή της. Με την έννοια αυτή, ότι στην πολυθρόνα του αρμόδιου υπουργού κάθεται ο θεωρητικός της υστερικής αντίδρασης σε οποιαδήποτε αλλαγή, και βεβαίως της «κοινωνικής βίας» εναντίον όσων δεν συμφωνούν μαζί του, συνιστά πειρασμό για κάθε προοδευτικό και φιλελεύθερο πολίτη: «ας βγάλουν τώρα μόνοι τους τα κάστανα από τη φωτιά».

Και όμως: μια αντιπολίτευση που νοιάζεται να πάει μπροστά ο τόπος, όχι απλώς «να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη», θα πρέπει να αντισταθεί σε αυτόν τον (δικαιολογημένο) πειρασμό. Για τρεις τουλάχιστον λόγους.

Πρώτα-πρώτα, επειδή οι ευθύνες για το πώς φτάσαμε να έχουμε το χειρότερο σύστημα συντάξεων της Ευρώπης (το πιο χρεωκοπημένο, και ταυτόχρονα το πιο άδικο) δεν βαραίνουν μόνο τον αριστερό λαϊκισμό και τον συντεχνιακό συνδικαλισμό, αλλά και τις προηγούμενες κυβερνήσεις – με τη μερική εξαίρεση των κυβερνήσεων Μητσοτάκη και Σημίτη που τουλάχιστον αναγνώρισαν το πρόβλημα, και έκαναν κάτι για αυτό (ιδίως η πρώτη). Συνεπώς, λίγη αυτοκριτική εκ μέρους του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ θα ήταν χρήσιμη.

Επίσης, επειδή η ψηφοθηρική υποστήριξη όσων σήμερα αντιδρούν στην πρόταση της κυβέρνησης (π.χ. των αγροτών που κλείνουν τους δρόμους με τα τρακτέρ με αίτημα οι ίδιοι να μην πληρώνουν φόρους και οι υπόλοιποι να πληρώνουν τις συντάξεις τους) θα ήταν άλλη μια απόδειξη ότι ορισμένοι από τους πολιτικούς μας δεν έχουν καταλάβει απολύτως τίποτε από την περιπέτεια στην οποία έχει βρεθεί η χώρα την τελευταία εξαετία.

Τέλος, επειδή ο τρόπος με τον οποίο θα κλείσει το ασφαλιστικό τώρα θα διαμορφώσει το προφίλ της χώρας (ή αρκετές όψεις του) τις επόμενες δεκαετίες. Εάν θα παραμείνει χώρα δημοσίων υπαλλήλων, συνταξιούχων και αγροτών, καταδικασμένη στη μακρόχρονη παρακμή. Ή αντίθετα, εάν θα κάνει ένα μικρό έστω βήμα προς μια πορεία που δίνει ζωτικό χώρο στις παραγωγικές ομάδες και στους νέους.

Συνεπώς, αν αφεθεί ο Τσίπρας με τον Καμμένο (και οι επιλογές τους: Στρατούλης, μετά Χαϊκάλης, και τώρα Κατρούγκαλος) να «βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά», ο κίνδυνος είναι τα σπασμένα, ή μάλλον τα καμμένα, να τα πληρώσουμε όλοι οι υπόλοιποι.

Δεν είμαι σε θέση να συμβουλεύσω τα κόμματα της ευρωπαϊκής αντιπολίτευσης σε θέματα τακτικής. Εξ άλλου, όπως έγραφε πρόσφατα ο Ανδρέας Πετρουλάκης, οι άνθρωποι που μας κυβερνούν «[δ]εν μπορούν να ξεφύγουν από την εχθροπάθεια, τη διχαστική ρητορική, την αχρείαστη πολεμική, την παρόξυνση κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Ακόμα και όταν σε καλούν σε συναίνεση, σε βρίζουν ταυτοχρόνως»  («Τα διακόσια μαθήματα», Protagon 29 Φεβρουαρίου 2016).

Μπορώ όμως να υποδείξω τα σημεία της κυβερνητικής πρότασης για το ασφαλιστικό που – κατά την ταπεινή μου γνώμη – η αντιπολίτευση θα πρέπει να απορρίψει, και όσα θα πρέπει να στηρίξει.

Η επιμονή της κυβέρνησης να φορτώσει όλα τα βάρη σε όσους δεν πρόλαβαν να βγουν στη σύνταξη έως τον περασμένο Αύγουστο, και φυσικά σε όσους συνταξιοδοτηθούν στο μέλλον, ώστε να μπορεί να πει «τηρήσαμε τις υποσχέσεις μας» στους ήδη συνταξιούχους, θα πρέπει να απορριφθεί. Όχι από εκδικητικότητα προς μια κατηγορία που έχει ήδη υποστεί περικοπές, και που έχει μικρά περιθώρια προσαρμογής. Αλλά επειδή το αντίθετο θα υπονόμευε τόσο την κοινωνική δικαιοσύνη όσο και την οικονομική ανάκαμψη (από την οποία άλλωστε εξαρτάται η βιωσιμότητα όλων των συντάξεων).

Η πικρή αλήθεια είναι ότι, παρά τις περικοπές των τελευταίων ετών, η συντριπτική πλειονότητα των σημερινών συνταξιούχων εισπράττει σημαντικά παραπάνω από όσο έχει συνεισφέρει στο σύστημα, συνυπολογίζοντας τις εργοδοτικές εισφορές: κάτι που πολλοί υποψιάζονταν εδώ και καιρό, και που αποδεικνύει πρόσφατη μελέτη μας (Chrysa Leventi & Manos Matsaganis «Disentangling annuities and transfers: redistribution in Greek retirement benefits»), περίληψη της οποίας πρόκειται σύντομα να κυκλοφορήσει στα ελληνικά.

Συνεπώς, μια λελογισμένη εισφορά στις σημερινές συντάξεις, μηδενική για όσους λαμβάνουν κάτω από ένα ποσό (π.χ. 700 ευρώ το μήνα), και για όσους αποδεδειγμένα βγήκαν στη σύνταξη σε μεγάλη ηλικία (π.χ. στα 65 ή αργότερα), και με συντελεστή που να αυξάνεται προοδευτικά, θα επέτρεπε να μην αυξηθούν οι εισφορές, ή να μην μειωθούν τόσο οι συντάξεις των επομένων, ή και τα δύο.
Η επιμονή της κυβέρνησης να επιτρέψει να καταβάλλεται η Εθνική Σύνταξη από οποιαδήποτε ηλικία μπορεί κάποιος να βγει στη σύνταξη (π.χ. από τα 56 έτη, όπως πολλοί έχουν ακόμη δικαίωμα) θα πρέπει επίσης να απορριφθεί. Η κρατική ενίσχυση, στην οποία αντιστοιχεί η Εθνική Σύνταξη (και την οποία θα πρέπει να εξαντλεί), δεν μπορεί να κατανέμεται σε κάποιους επί 11 έτη παραπάνω από ό,τι σε άλλους.

Το πλαφόν σύνταξης είναι άστοχο και αντιπαραγωγικό. Η ανταποδοτικότητα επιβάλλει υψηλότερες συντάξεις σε όσους έχουν πληρώσει υψηλότερες εισφορές. Η κυβερνητική πρόταση είναι πρόσκληση για εισφοροδιαφυγή. Και αυτό το σημείο θα πρέπει να απορριφθεί.

Αντίθετα, νομίζω ότι η ευρωπαϊκή αντιπολίτευση θα πρέπει να στηρίξει δύο σημεία της κυβερνητικής πρότασης. Το πρώτο είναι η άμεση ενοποίηση του συστήματος, με άμεση ένταξη όλων των φορέων κύριας ασφάλισης στο ΙΚΑ. Στη μακρά διάρκεια του ελληνικού κράτους (τουλάχιστον εδώ και έναν αιώνα), τα χωριστά ταμεία λειτούργησαν ως ένας απίστευτα αποδοτικός μηχανισμός ιδιοποίησης του δημοσίου χρήματος. Εάν επιτραπεί στους αγρότες – ή στο «κίνημα της γραβάτας» - να κρατήσουν το δικό τους ταμείο, επικαλούμενοι τις γνωστές, απόλυτα ιδιοτελείς «ιδιαιτερότητες», τον λογαριασμό θα τον πληρώσουν οι επόμενες γενιές (και οι επόμενες κυβερνήσεις).

Για τον ίδιο λόγο, όλοι οι ασφαλισμένοι θα πρέπει να πληρώνουν το ίδιο ενιαίο ποσοστό εισφοράς για ανταποδοτική σύνταξη: οι μισθωτοί μαζί με τους εργοδότες τους, οι αυταπασχολούμενοι μόνοι τους. Για πολλούς λόγους, το ποσοστό αυτό θα πρέπει πάση θυσία να χαμηλώσει – κάτι που αναγκαστικά συνεπάγεται υψηλότερα όρια ηλικίας και μεγαλύτερη συνεισφορά των ήδη συνταξιούχων. Αλλά θα πρέπει να είναι το ίδιο για όλους, χωρίς εξαιρέσεις.

Εδώ που έχουμε φτάσει, μόνο μια αυστηρή αλλά δίκαιη, και κυρίως λογικά συνεκτική μεταρρύθμιση μπορεί να αποκαταστήσει την αξιοπιστία του συστήματος, δηλαδή την εμπιστοσύνη ότι θα υπάρχουν συντάξεις και για τους σημερινούς 30ρηδες. Αντίθετα, οι μικρές αλλαγές σε δόσεις πριονίζουν την αξιοπιστία και υποσκάπτουν την εμπιστοσύνη.

3 Μαρτίου 2016

Ανισότητες και μεταρρυθμίσεις

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο, Γιώργο Σιακαντάρη και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 3 Μαρτίου 2016).

Από την εποχή του γάλλου στοχαστή Αλέξις ντε Τοκβίλ έχουν επισημανθεί οι κοινωνικές επιπτώσεις των ανισοτήτων. Οι ανισότητες υπονομεύουν τους δημοκρατικούς θεσμούς και την ισότητα των συνθηκών που προάγει το αναγκαίο «δημόσιο πνεύμα». Σήμερα, γνωρίζουμε επιπρόσθετα την αρνητική συσχέτιση ανισοτήτων και οικονομικής ανάπτυξης- οι οικονομικές ανισότητες επιβραδύνουν τις επιδόσεις μιας οικονομίας, ενισχύουν την χρηματοπιστωτική αστάθεια, ενώ αδυνατίζουν την κοινωνική υποστήριξη σε πολιτικές φιλελευθεροποίησης του εξωτερικού εμπορίου. Οι ανισότητες όμως επιδρούν και στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων. Έτσι, έχει παρατηρηθεί ότι η αυξημένη οικονομική και κοινωνική ανισότητα συσχετίζονται με αυξημένη δυσπιστία του κοινωνικού σώματος για τις μεταρρυθμιστικές πολιτικές. 

Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Ακόμη και στις εποχές της απρόσκοπτης οικονομικής μεγέθυνσης ο εγχώριος δείκτης Gini (δείκτης που μετρά την ανισοκατανομή εισοδήματος) ήταν από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι καταγεγραμμένες ανισότητες δεν υπήρξαν αποτέλεσμα απορρύθμισης των αγορών της (αν και οι αγορές συχνά διευρύνουν τις ανισότητες), αλλά περισσότερο συνέπεια θεσμοθετημένων διακρίσεων που ευνοούσαν ένα πλήθος ομάδων και κοινωνικών κατηγοριών, οι οποίες λειτουργούσαν προσοδοθηρικά χάριν της αυξημένης διαπραγματευτικής ισχύος που απολάμβαναν στο πολιτικό παίγνιο.

Η σφοδρή οικονομική κρίση δεν διόρθωσε την κατάσταση. Αντίθετα, στη μακρά περίοδο της επώδυνης δημοσιονομικής προσαρμογής, ο επιμερισμός του κόστους στις διάφορες κοινωνικές ομάδες υπήρξε ανισοβαρής και κοινωνικά άδικος, αντανακλώντας τις προτεραιότητες του πελατειακού κράτους και την επικυριαρχία των ειδικών συμφερόντων. Οι «εντός των τειχών» κοινωνικές ομάδες προστατεύτηκαν συγκριτικά με τους υπολοίπους. Η εκτεταμένη φοροδιαφυγή συγκεκριμένων ομάδων διεύρυνε τις ανισότητες σε σχέση με όσους συνέχισαν σε δύσκολες συνθήκες να τηρούν τις υποχρεώσεις τους. Και το αναποτελεσματικό σύστημα κοινωνικής προστασίας παγίωσε τις ανισότητες δημιουργώντας ένα νέο κοινωνικό ζήτημα.

Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος εφαρμογής των Μνημονίων τα προηγούμενα χρόνια παραβίαζε την (κατά τον Ρωλς θεμελιώδη για την ακριβοδικία) αρχή της διαφοράς, σύμφωνα με την οποία οι θεσμοί πρέπει να συναρθρώνονται κατά τρόπο που οι ανισότητες να λειτουργούν υπέρ των ασθενέστερων πολιτών. Αυτή η ανισοκατανομή των βαρών της προσαρμογής υποσκάπτει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς αλλά και ανάμεσά τους, αυξάνει την πολιτική αβεβαιότητα, ενθαρρύνει τον «πόλεμο φθοράς» ανάμεσα στις διάφορες κοινωνικές ομάδες και τελικά αποτρέπει την εφαρμογή των προωθούμενων αλλαγών.   

Η πρόσφατη εμπλοκή της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης αποτελεί ακόμη ένα  επιφαινόμενο των εμπεδωμένων κοινωνικών ανισοτήτων. Πίσω από τις δυναμικές και ταυτόχρονα υποκριτικές αντιδράσεις διαφόρων επαγγελματικών ομάδων κρύβεται περισσότερο η σπουδή τους να διατηρήσουν τις ευνοϊκές ρυθμίσεις που απολάμβαναν μέχρι σήμερα (πχ. ορισμένες κατηγορίες αγροτών και ελεύθερων επαγγελματιών) παρά η δίκαιη κριτική ενός νομοσχεδίου που αναπαράγει σε μεγάλο βαθμό τις προηγούμενες στρεβλώσεις μεταφέροντας το κόστος στις νεότερες γενιές ασφαλισμένων.

Τελικά και παρά την αμείλικτη πραγματικότητα των αριθμών, το δημοσιονομικό πρόβλημα της χώρας δεν είναι στενά λογιστικό, αλλά κύρια πολιτικό ζήτημα. Αφορά στην ικανότητα του πολιτικού μας συστήματος να αποκαταστήσει την αρχή της αμοιβαιότητας στις σχέσεις των πολιτών, να οικοδομήσει τις απαιτούμενες κοινωνικές συναινέσεις για τις βέλτιστες μεταρρυθμίσεις και τελικά να θέσει τις βάσεις για την υπέρβαση του σημερινού αδιεξόδου. Άραγε ποιές πολιτικές δυνάμεις θα αρθρώσουν μεταρρυθμιστικό λόγο με άξονα τις υφιστάμενες ανισότητες;

10 Ιανουαρίου 2016

Οι συντάξεις του σήμερα και του αύριο

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα της Κυριακής» (Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016).

Στον παράλληλο κόσμο όπου κατοικεί μεγάλο κομμάτι του πολιτικού κόσμου (και το σύνολο σχεδόν των τηλεαστέρων), το ασφαλιστικό μας είναι μια χαρά. Έχει βέβαια ελλείμματα, αλλά αυτά είναι λογιστικά πράγματα ανάξια σημασίας («οι άνθρωποι πάνω από τους αριθμούς»). Οι συντάξεις έχουν πληρωθεί με τον ιδρώτα των ασφαλισμένων, άρα κάθε περικοπή είναι απαράδεκτη (ή, σύμφωνα με την ορολογία που εισήγαγε η πρώην αντιμνημονιακή παράταξη που κυβερνά σήμερα: «κοινωνική γενοκτονία»). Οι μόνοι που τολμούν να «πειράξουν» τις συντάξεις είναι οι κακοί ξένοι, μαζί με ελάχιστους ανάλγητους τεχνοκράτες ή/και δοσίλογους. Χρέος κάθε κυβέρνησης είναι να αντισταθεί στις πιέσεις τους. Αυτό κάνουν Τσίπρας και Καμμένος σήμερα, αυτό έκαναν Σαμαράς και Βενιζέλος χθες.

Στον πραγματικό κόσμο, το σύστημα συντάξεων, προτού χρεωκοπήσει δημοσιονομικά, ήταν από καιρό χρεωκοπημένο ηθικά και κοινωνικά. Δεν είναι καν «σύστημα», αλλά ζούγκλα ειδικών ρυθμίσεων, πελατειακού χαρακτήρα, υπέρ ειδικών κατηγοριών, σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, σε βάρος των φτωχών ηλικιωμένων, και σε βάρος της γενιάς των παιδιών μας και των παιδιών τους. Η συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων εισπράττει συντάξεις κατά πολύ υψηλότερες από την αξία των εισφορών που είχαν πληρώσει οι ίδιοι και οι εργοδότες τους. Στο Δημόσιο, στις ΔΕΚΟ, στις Τράπεζες, στα ειδικά ταμεία ιατρών-νομικών-μηχανικών, στον ΟΓΑ και στο ΝΑΤ, η σχέση εισφορών-συντάξεων αντιστοιχεί σε αποδόσεις φούσκας χρηματιστηρίου. Το ίδιο ισχύει για μητέρες ανηλίκων (προστασία της μητρότητας Greek style, όταν τα παιδιά κοντεύουν τα 18), για βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα (40% των ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, σε μια χώρα χωρίς βαριά βιομηχανία) κ.ο.κ.

Το τίμημα υπήρξε βαρύ. Η κρατική επιχορήγηση των συντάξεων την περίοδο 2000-2014 έφτασε το εξωφρενικό ποσό των 200 δις ευρώ (πάνω από 2/3 του συνολικού δημόσιου χρέους). Σε μερικές δεκαετίες, η δαπάνη για συντάξεις θα είναι 25% του ΑΕΠ, διπλάσια από το μέσο όρο της ΕΕ (αυτό πρακτικά σημαίνει κατάρρευση του συστήματος πολύ νωρίτερα). Η μεταρρύθμιση απαιτείται για τη συντεταγμένη υποχώρηση από ανεδαφικές δεσμεύσεις υπέρ των ευνοημένων του συστήματος. Κάθε αναβολή της σημαίνει απότομη προσαρμογή αργότερα, παρατεταμένη διαιώνιση των αδικιών, μονομερής μετάθεση του κόστους στις επόμενες γενιές.

Όλα αυτά είναι γνωστά εδώ και δεκαετίες. Και όμως, ο πολιτικός κόσμος και τα μέσα ενημέρωσης συμπεριφέρονται στην πλειονότητά τους όπως τα δύο από τα τρία πιθηκάκια της γνωστής ιστορίας («Δεν ακούω» / «Δεν βλέπω»). Στη θέση του τρίτου («Δεν μιλάω») έχουμε τον συνηθισμένο διαγωνισμό αερολογίας. Τόνοι υστερικοί, γουρλωμένα μάτια και στομφώδες ύφος: «νέα πρόκληση», «προτάσεις-σοκ», «μεσαίωνας», «γενοκτονία».

Από τη δημοσίευση της Έκθεσης Σπράου (1998) και των προτάσεων Γιαννίτση (2001), ο συνασπισμός της χρεωκοπίας ενεργοποιείται μαζικά και συχνά καταφέρνει να ματαιώσει τις μεταρρυθμίσεις. Σε αυτό το σπορ διακρίθηκε η εκάστοτε αντιπολίτευση, οι επαγγελματικοί σύλλογοι και τα συνδικάτα των συντεχνιών – υπό τις επευφημίες των ΜΜΕ και με μπροστάρηδες τους «αντιμνημονιακούς αγωνιστές» που σήμερα μας κυβερνούν. Κάπως έτσι πορευόταν η Ελλάδα, ανήμπορη να λύσει τα προβλήματα του χθες, ανυποψίαστη ακόμη για τα προβλήματα του σήμερα.

Προφανώς, όλα εδώ πληρώνονται. Κυρίως για τη χώρα, που βρίσκεται από το 2007 σε ύφεση και από το 2010 σε κοινωνική κρίση και πολιτική αστάθεια. Αλλά και για τη σημερινή κυβέρνηση, την οποία κοσμούν πολιτευτές που σήμερα ζητούν τη συναίνεση που δυναμίτιζαν μέχρι χθες, με αρμόδιο υπουργό τον χθεσινό (ίσως και σημερινό) θεωρητικό της «κοινωνικής βίας» εναντίον όσων πολιτικών δεν είναι της αρεσκείας του.

Ωραίο θα ήταν να μπορούσε κανείς να τα παραβλέψει όλα αυτά, παραμερίζοντας το παρελθόν και ατενίζοντας το μέλλον με αισιοδοξία. Αλλά δεν μπορεί. Οι πρώτες αντιδράσεις στις προτάσεις που έδωσε στη δημοσιότητα η κυβέρνηση την περασμένη εβδομάδα, αν και πολύ πιο συγκρατημένες από όταν ο ΣΥΡΙΖΑ και οι σύμμαχοί του ήταν στην αντιπολίτευση, σημειώνουν αξιόλογες επιδόσεις στο πεδίο της αερολογίας. Η σημερινή αντιπολίτευση ψαρεύει στα ίδια θολά νερά της χθεσινής, οι εφημερίδες ανασύρουν τα δοκιμασμένα πρωτοσέλιδα του παρελθόντος, τα κανάλια φρεσκάρουν το ρεπερτόριο της εμβρόντητης καταγγελίας των νέων περικοπών. Εξαιρέσεις φυσικά υπάρχουν, αλλά είναι εξαιρέσεις.

Μετά από αυτή τη μακροσκελή (αλλά αναγκαία) εισαγωγή, ας περάσουμε στο κυρίως θέμα. Λύνουν το ασφαλιστικό οι προτάσεις της κυβέρνησης; Ή τουλάχιστον συμβάλλουν στην επίλυσή του;

Κατ’ αρχήν, η σωστή βάση σύγκρισης των προτάσεων της κυβέρνησης δεν είναι το ισχύον σύστημα αλλά οι νόμοι του 2010: το ασφαλιστικό που επέβαλε η Τρόικα, παρά το κατενάτσιο και τα δάκρυα του Λοβέρδου υπέρ του παλιού συστήματος. Το σύστημα δύο πυλώνων (με σχεδόν ενιαία Βασική Σύνταξη και σχεδόν ανταποδοτική Αναλογική Σύνταξη) που προέβλεπαν επρόκειτο να αρχίσει να εφαρμόζεται σταδιακά από το 2015, προτού δηλ. ανασταλεί από τη σημερινή κυβέρνηση.

Με τις τωρινές προτάσεις, η κυβέρνηση υιοθετεί το σύστημα δύο πυλώνων, προβάλλοντας επιμέρους αλλαγές. Ταυτόχρονα, προστατεύει τις συντάξεις των ήδη συνταξιούχων, μεταφέροντας το κόστος σε όσους πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν από φέτος, επιταχύνοντας τη μετάβαση στο νέο σύστημα.

Για όσους είναι ήδη συνταξιούχοι, οι συντάξεις διατηρούνται στο σημερινό τους ύψος μέχρι το τέλος του Μνημονίου. Στη συνέχεια, θα συγκλίνουν σταδιακά στο επίπεδο που θα ισχύει για τους νέους συνταξιούχους. Το πώς ακριβώς θα γίνει αυτό δεν διευκρινίζεται στην πρόταση, αλλά η πρόθεση της κυβέρνησης φαίνεται να είναι η εξαίρεση των ήδη συνταξιούχων από τις αυξήσεις που θα παίρνουν οι υπόλοιποι. Προφανώς, όσο πιο αργή είναι η ανάκαμψη της οικονομίας και όσο πιο χαμηλός ο πληθωρισμός, τόσο θα διαιωνίζεται η ευνοϊκή μεταχείριση των «παλαιών» σε βάρος των «νέων» συνταξιούχων.

Με το τέχνασμα αυτό η κυβέρνηση ετοιμάζεται να πανηγυρίσει ότι «έβαλε τέλος στις περικοπές». Το κόστος θα το πληρώσουν όσοι συνταξιοδοτηθούν από φέτος, ιδιαίτερα οι πιο αδύναμοι.

Για ηλικιωμένους με λιγότερα από 15 έτη εισφορών, η κυβέρνηση προτείνει ασθενέστερη προστασία κατά της φτώχειας. Αντί για Βασική Σύνταξη 360 ευρώ, θα δικαιούνται μόνο το συμπληρωματικό «Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Ανασφάλιστων Υπερήλικων» (αξίας 20-360 ευρώ). Και αντί για (μειωμένη) Αναλογική Σύνταξη όπως προέβλεπαν οι νόμοι του 2010 για 5 ή 10 έτη εισφορών, δεν θα πάρουν ούτε ευρώ «Ανταποδοτικής Σύνταξης».

Για ασφαλισμένους με περισσότερα από 15 έτη ασφάλισης, οι προτάσεις της κυβερνησης συνεπάγονται χαμηλότερα ποσοστά αναπλήρωσης και άμεση μετάβαση στο νέο σύστημα (από 1 Ιανουαρίου 2016). Επί πλέον, η θεσμοθέτηση «πλαφόν» ανώτατης σύνταξης στρεβλώνει την ανταποδοτικότητα, ενώ η αύξηση των ασφαλιστικών εισφορών επιβαρύνει τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας. Χωρίς όμως ανταποδοτικότητα και χωρίς αυξημένη απασχόληση δεν μειώνονται τα ελλείμματα. Όσο για την «κατανόηση» των εργοδοτικών οργανώσεων, δείχνει ότι εκπροσωπούν όχι τις εξαγωγικές επιχειρήσεις από τις οποίες θα έλθει (αν έλθει) η πολυπόθητη ανάκαμψη, αλλά τις εισαγωγικές που ενδιαφέρονται «να πέφτει χρήμα στην αγορά».

Θετικά σημεία υπάρχουν. Η ενοποίηση του συστήματος, με άμεση ένταξη όλων των φορέων κύριας ασφάλισης στο ΙΚΑ (που μετονομάζεται σε «Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης»), θα έχει ιστορική εμβέλεια εάν προχωρήσει. Έχοντας επιχειρηματολογήσει υπέρ ενός ενιαίου συστήματος συντάξεων από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 (υπό τις αγανακτισμένες διαμαρτυρίες αρκετών από τους σημερινούς υπουργούς), θα είμαι ο τελευταίος που θα θρηνήσει για το τέλος των χωριστών ταμείων, αυτού του απίστευτα αποδοτικού μηχανισμού ιδιοποίησης του δημόσιου χρήματος.

Η καθιέρωση εισφοράς ανάλογης με το εισόδημα για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες, όπως δηλ. ισχύει για τους μισθωτούς, είναι επίσης καλή ιδέα – παρά τις ενστάσεις των ενδιαφερομένων. Πέραν του προφανούς σημερινού παραλογισμού πλούσιοι και φτωχοί να πληρώνουν το ίδιο ποσό εισφοράς, το μέτρο θα ανακουφίσει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ελεύθερους επαγγελματίες που δεν τα βγάζουν πέρα, και ίσως ενθαρρύνει κάποιους νέους να ανοίξουν επιχείρηση. Αναπόφευκτα, η εισφορά θα υπολογίζεται στα (συχνά ψευδή) δηλωθέντα εισοδήματα. Όμως, όσο πιο ανταποδοτικό είναι ένα σύστημα συντάξεων, τόσο «εσωτερικεύεται» η εισφοροδιαφυγή στους εισφοροδιαφεύγοντες.

Αλλά πόσο ανταποδοτικό είναι το σύστημα που προτείνει η κυβέρνηση; Όχι πολύ.

Κατ’ αρχήν, ένα ανταποδοτικό (και δίκαιο) σύστημα προϋποθέτει ενιαία ηλικία συνταξιοδότησης για όλους, με αναλογιστικές μειώσεις σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδότησης. Αντίθετα, πολλές κατηγορίες εξακολουθούν να δικαιούνται πλήρη σύνταξη πολύ νωρίτερα από το υποτιθέμενο γενικό όριο των 67 ετών. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 75% όσων συνταξιοδοτήθηκαν το τρίμηνο Μαρτίου-Μαΐου 2015 είχαν ηλικία κάτω από 67 (στο Δημόσιο το 85%). Η πρόταση της κυβέρνησης για πλήρη Ανταποδοτική και Βασική Σύνταξη σε όσους πληρούν τις ισχύουσες προϋποθέσεις ανεξαρτήτως ηλικίας είναι απαράδεκτη: διαιωνίζει τις παθογένειες, παραβιάζει στοιχειώδεις αρχές δικαιοσύνης, αναπαράγει ελλείμματα, και μεταφέρει πόρους από τα χαμηλότερα εισοδήματα στα υψηλότερα.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση αρνείται την καταβολή (μειωμένης) Ανταποδοτικής Σύνταξης σε όσους δεν συμπληρώνουν 15 έτη ασφάλισης. Μια άδικη ρύθμιση που πλήττει τους αδύναμους, παραβιάζει την ανταποδοτικότητα και εξασθενίζει τα κίνητρα για καταβολή εισφορών.

Η πρόταση για «πλαφόν» στην κύρια σύνταξη  είναι εντελώς άστοχη. Είναι περιττή βραχυπρόθεσμα (αφορά το 1%-1,5% των σημερινών συνταξιούχων), και επιβλαβής μακροπρόθεσμα (στρεβλώνει την ανταποδοτικότητα, συμπιέζει τις προσδοκίες των ασφαλισμένων, ενθαρρύνει την εισφοροδιαφυγή).

Η προσαύξηση σύνταξης σε συνταξιούχους με παιδιά (ενδεικτικά: +30% για τρία παιδιά) στρεβλώνει την ανταποδοτικότητα και μεροληπτεί υπέρ όσων βγαίνουν στη σύνταξη σε νεώτερη ηλικία (όσο τα παιδιά είναι ακόμη ανήλικα). Εάν η κυβέρνηση ενδιαφέρεται για τη στήριξη της οικογένειας, ας αναβαθμίσει το Ενιαίο Επίδομα Στήριξης Τέκνων του 2013.

Οι πρόσφατες ρυθμίσεις για τα όρια ηλικίας διατηρούνται. Η υπερβολικά σταδιακή αύξησή τους θα επιτρέψει στους ασφαλισμένους ευνοημένων ομάδων (π.χ. ΔΕΚΟ) και προστατευμένων κατηγοριών (π.χ. μητέρες ανηλίκων) να συνταξιοδοτούνται με πλήρη σύνταξη σε πολύ νεώτερη ηλικία από τους υπόλοιπους.

Συμπέρασμα: Η πρόταση της κυβέρνησης είναι προβληματική, συντηρητική, άδικη για τους νέους και τους αδύναμους. Αλλά λιγότερο ανεδαφική από την υστερική άρνηση της πραγματικότητας στην οποία με τόση επιτυχία θήτευσαν τα στελέχη της. Για αυτό αξίζει να συζητηθεί στην ουσία της. Βέβαια, το σημαντικότερο εμπόδιο για μια ουσιαστική συζήτηση είναι η τοξική δημαγωγία του παρελθόντος. Μια ειλικρινής αυτοκριτική εκ μέρους τους ίσως βοηθούσε. Όμως κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πιθανό. Ετοιμαστείτε λοιπόν για περισσότερη αερολογία.