Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Έθνος». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα «Έθνος». Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

24 Φεβρουαρίου 2023

Οι οικονομικές επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία

 


Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» (Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023).

Η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία έβαλε τέλος στην διάχυτη αισιοδοξία για ισχυρή ανάκαμψη μετά την πανδημία. Το τι συνέβη μετά είναι γνωστό: οι προοπτικές για την παγκόσμια οικονομία σκοτείνιασαν, η ενέργεια ακρίβυνε, ο πληθωρισμός επανήλθε. Ο κύκλος έκλεισε με την απόφαση των κεντρικών τραπεζών να ανεβάσουν το κόστος δανεισμού για νοικοκυριά και επιχειρήσεις (στην Ευρωζώνη κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες), με σκοπό ακριβώς την συγκράτηση των τιμών, και με κίνδυνο την περαιτέρω επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής τον Νοέμβριο 2022 μιλούσαν για ύφεση μέσα στο 2023.

Αντίθετα, οι συνέπειες των κυρώσεων της Δύσης για τη ρωσική οικονομία υπήρξαν μέχρι τώρα λιγότερο καταστροφικές από ό,τι αναμενόταν: σε πρόσφατη ομιλία του στο οικονομικό επιτελείο, ο Βλαντιμίρ Πούτιν εμφανίστηκε ικανοποιημένος για το γεγονός ότι η συρρίκνωση του ρωσικού ΑΕΠ δεν ήταν 20%, ούτε 10%, αλλά 2,1%. Πράγματι, παρά τη μεγάλη μείωση των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου (σε ποσότητες), ιδίως στην Ευρώπη, η άνοδος των τιμών της ενέργειας ήταν τόσο θεαματική που οι εισπράξεις της Ρωσίας έφτασαν σε επίπεδα ρεκόρ.

Ήταν λοιπόν μάταιες οι κυρώσεις; Ή, ακόμη χειρότερα, έπληξαν τη Δύση περισσότερο από ό,τι τη Ρωσία; Πολλές ενδείξεις μας κάνουν να πιστεύουμε ότι η απάντηση και στις δύο ερωτήσεις θα είναι τελικά «όχι». Ας δούμε τις πιο σημαντικές.

Η επιτάχυνση της απεξάρτησης της Ευρώπης από το ρωσικό φυσικό αέριο, και η σταδιακή εφαρμογή του ευρωπαϊκού εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο (από τον Δεκέμβριο 2022), σημαίνουν ότι οι προοπτικές για τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας είναι τώρα λιγότερο ρόδινες. Η ρωσική κυβέρνηση αναμένει μείωση των εισπράξεων κατά 23% φέτος, ενώ ξένοι παρατηρητές εκτιμούν ότι θα είναι πολύ μεγαλύτερη. Η απώλεια της ευρωπαϊκής αγοράς για τις ρωσικές εξαγωγές ενέργειας αποδεικνύεται δυσαναπλήρωτη: αγωγοί για την διοχέτευση του φυσικού αερίου στις ασιατικές αγορές δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να κατασκευαστούν γρήγορα. Η Κίνα και η Ινδία δεν μπορούν να απορροφήσουν την ενέργεια που δεν αγοράζει η Ευρώπη.

Χάρη στον ήπιο χειμώνα και στην εξοικονόμηση ενέργειας, η κατανάλωση φυσικού αερίου στην Ευρώπη έχει μειωθεί κατά 25% έναντι των προηγούμενων ετών. Η ευρωπαϊκή μεταποίηση έχει δείξει αξιοσημείωτη προσαρμοστικότητα: παράγει περισσότερα προϊόντα με λιγότερη ενέργεια. Η μείωση της ζήτησης, η στροφή προς άλλους προμηθευτές ορυκτών καυσίμων, καθώς και η συνεχιζόμενη αύξηση του ειδικού βάρους των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, έχουν φέρει μείωση της τιμής του ηλεκτρικού ρεύματος.

Για τη Ρωσία οι σοβαρότερες συνέπειες της διεθνούς απομόνωσης είναι μακροπρόθεσμες. Η αποχώρηση πολλών ξένων επιχειρήσεων και η ακύρωση πολλών ξένων επενδύσεων έχουν στερήσει τη ρωσική οικονομία από πολύτιμους πόρους, τεχνογνωσία, δεξιότητες, και διασυνδέσεις. Η μαζική φυγή νεαρών Ρώσων επιστημόνων και τεχνικών πληροφορικής δεν θα αντιστραφεί όσο διαρκεί ο πόλεμος (και το καθεστώς Πούτιν). Οι εισαγωγές ανταλλακτικών και άλλων προϊόντων υψηλής τεχνολογίας έχουν καταρρεύσει, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στη ρωσική μεταποίηση: η εγχώρια παραγωγή εκσκαφέων έχει υποχωρήσει κατά 69%, τηλεοράσεων κατά 44%, φορτηγών κατά 40%. Το ΔΝΤ εκτιμά ότι οι μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές δυνατότητες της ρωσικής οικονομίας δεν ξεπερνούν το 0,7% ετησίως (από 3,5% το 2013, πριν την προσάρτηση της Κριμαίας).

Αντίθετα, για την Ευρώπη οι προοπτικές έχουν γίνει πιο αισιόδοξες. Οι τελευταίες οικονομικές προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής (δημοσιεύθηκαν την περασμένη εβδομάδα) μιλούν για υψηλότερο ρυθμό ανάπτυξης (0,9% στην Ευρωζώνη) και αποφυγή της ύφεσης το 2023, χαμηλότερο πληθωρισμό (5,6%, από 8,4% το 2022), άνοδο των μισθών, και διατήρηση της ανεργίας στο χαμηλότερο επίπεδο της τελευταίας δεκαπενταετίας.

Παρά τον πόλεμο, η επίδοση της ελληνικής οικονομίας το 2022 (ρυθμός ανάπτυξης 5,5%) υπήρξε καλύτερη από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη (3,5%), και καλύτερη από τις προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής λίγο πριν τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (4,9%). Για το 2023, η ΕΕ προβλέπει επιβράδυνση της ανάπτυξης (1,2%), καθώς και αποκλιμάκωση του πληθωρισμού (4,5%, από 9,3% το 2022).

Και πάλι, για την Ευρώπη και για την Ελλάδα, οι θετικές επιπτώσεις της στήριξης της Ουκρανίας θα φανούν καλύτερα σε βάθος χρόνου. Η εναντίωση μας στη Ρωσία του Πούτιν δεν ήταν μόνο ηθικά επιβεβλημένη, αλλά επίσης συμφέρουσα: η επιθετικότητα ενός απειλητικού γείτονα («Θα έρθουμε μια νύχτα ξαφνικά») σπέρνει την απαισιοδοξία, αποθαρρύνει τις επενδύσεις, και συμπιέζει τις οικονομικές προοπτικές. Αντίθετα, η αναπτέρωση του ηθικού των Ευρωπαίων, και η περιχαράκωση όσων επιβουλεύονται την Ευρώπη, μπορεί να φέρει έναν νέο κύκλο ειρήνης, σταθερότητας, και ευημερίας.

3 Σεπτεμβρίου 2015

150 λέξεις για το ασφαλιστικό

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Έθνος» (Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2015)

Το τωρινό σύστημα συντάξεων είναι άδικο και ελλειμματικό.

Είναι άδικο επειδή μοιράζει συνταξιοδοτικά δικαιώματα ανάλογα με την πολιτική επιρροή κάθε ομάδας, όχι ανάλογα με τη συνεισφορά κάθε ασφαλισμένου, ούτε ανάλογα με την ανάγκη για προστασία.

Είναι ελλειμματικό επειδή μαζεύει εισφορές από υπερβολικά λίγους, και παρέχει συντάξεις σε υπερβολικά πολλούς.

Και επειδή δεν είναι βιώσιμο είναι διπλά άδικο: σε βάρος των φτωχότερων ηλικιωμένων, και σε βάρος των νέων.

Χρειαζόμαστε ένα ενιαίο σύστημα που να εγγυάται την ανταποδοτικότητα και την αλληλεγγύη.

Προτείνουμε:

  • Πλήρη ενοποίηση του συστήματος με άμεση ένταξη όλων σε ένα ενιαίο ταμείο, με τους ίδιους όρους, χωρίς εξαιρέσεις.
  • Βασική σύνταξη με χρηματοδότηση από τον κρατικό προϋπολογισμό σε όλους τους πολίτες πάνω από την ενιαία ηλικία συνταξιοδότησης.
  • Αναλογική σύνταξη σε ανταποδοτική βάση, με χρηματοδότηση μόνο από ασφαλιστικές εισφορές (ασφαλισμένων και εργοδοτών), χωρίς κρατικές επιχορηγήσεις και χωρίς «κοινωνικούς πόρους».
  • Επικουρική σύνταξη πλήρως ανταποδοτική, με γρήγορη εφαρμογή του συστήματος της οιονεί κεφαλαιοποίησης.


9 Δεκεμβρίου 2012

Όταν μιλούν οι αριθμοί ...

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Έθνος» με θέμα «Αναζητώντας άλλη ρότα: ιδέες και προτάσεις για να κλείσει η πληγή της φοροδιαφυγής» (Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012).

Οι τοξικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής θα έπρεπε να είναι γνωστές. Όπως έλεγε ο πρόεδρος Ρούζβελτ, «οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Γι' αυτό, οι «τζαμπατζήδες» που απολαμβάνουν δημόσιες υπηρεσίες χωρίς να συνεισφέρουν στο κόστος τους θα πρέπει να διώκονται, αφού υποσκάπτουν τα θεμέλια της ειρηνικής συμβίωσης όλων σε μια τέτοια κοινωνία.

Συχνά, όμως, στη δημόσια συζήτηση υπονοείται (και, σπανίως, λέγεται ρητά) ότι η φοροδιαφυγή έχει τουλάχιστον ένα θετικό: βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν.

Αυτό είναι το ερώτημα που προσπαθούμε να απαντήσουμε σε πρόσφατη εργασία μας με τη Χρύσα Λεβέντη(«Διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα»). Συγκεκριμένα, εκτιμάμε την έκταση της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα ανά εισοδηματική ομάδα, καθώς και τις επιπτώσεις της στην κατανομή εισοδήματος.

Αξιοποιούμε τα διαθέσιμα στοιχεία για τα δηλωθέντα εισοδήματα, τα οποία προέρχονται από δύο βάσεις δεδομένων: ένα μεγάλο δείγμα φορολογικών δηλώσεων και τη στατιστική έρευνα EU-SILC. Η απόκρυψη εισοδήματος σε μια φορολογική δήλωση αποφέρει χρηματικό όφελος, ενώ σε μια στατιστική έρευνα όχι. Συνεπώς, θεωρούμε ότι τα στοιχεία της δεύτερης είναι περισσότερο (αν και όχι εντελώς) αξιόπιστα.

Συγκρίνοντας τις δύο βάσεις δεδομένων διαπιστώνουμε ότι τα μέσα εισοδήματα από ελεύθερο επάγγελμα και εμπορικές δραστηριότητες, καθώς και από γεωργικές επιχειρήσεις, εμφανίζονται πολύ χαμηλότερα στο δείγμα φορολογικών δηλώσεων από ό,τι στην έρευνα EU-SILC (κατά 35% και 80% αντιστοίχως).

Επίσης, παρατηρούμε ότι η απόκλιση μεταξύ των δύο βάσεων δεδομένων είναι μεγαλύτερη στα δύο άκρα παρά στο μέσο της κατανομής: με άλλα λόγια, η απόκρυψη εισοδημάτων δείχνει μεγαλύτερη στα χαμηλά εισοδήματα από ό,τι στα μεσαία, και στα υψηλά εισοδήματα από ό,τι στα χαμηλά.

Στη συνέχεια, χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα φόρων-παροχών EUROMOD, υπολογίζουμε ότι η κανονική φορολόγηση των πραγματικών εισοδημάτων (δηλ. η πλήρης εξάλειψη της φοροδιαφυγής) θα αύξανε θεαματικά (κατά 33%) τα συνολικά έσοδα από τον φόρο εισοδήματος, θα μείωνε τις εισοδηματικές ανισότητες (κατά 3% έως 8%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται), ενώ επίσης θα βελτίωνε σημαντικά (κατά 29%) την αναδιανεμητική επίδοση του φορολογικού συστήματος.

Τα ευρήματά μας διαψεύδουν την πεποίθηση ότι η φοροδιαφυγή ωφελεί τους φτωχούς: στην πραγματικότητα, ισχύει το αντίθετο. Επιπλέον, η εργασία μας συνηγορεί υπέρ της ανάγκης για αυξημένη συμμετοχή των ελευθέρων επαγγελματιών και εμπόρων (καθώς και των αγροτών) στα φορολογικά βάρη, σύμφωνα βέβαια με το εισόδημά τους. Η δυσμενής, όμως, φορολογική μεταχείριση των κατηγοριών αυτών είναι ατελές υποκατάστατο της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής: πλήττει περισσότερο τους συνεπείς φορολογούμενους από ό,τι εκείνους που φοροδιαφεύγουν - και συνεπώς αυξάνει αντί να μειώνει τα κίνητρα για φοροδιαφυγή.

3 Ιουνίου 2012

Το Μνημόνιο και το διακύβευμα των εκλογών

Δημοσιεύτηκε στο ένθετο της εφημερίδας «Έθνος» με θέμα «Επαναδιαπραγμάτευση, αναθεώρηση ή καταγγελία; Τι θα αλλάζατε στο Μνημόνιο;» (Κυριακή 3 Ιουνίου 2012).


Μια χώρα που για να μπει στο ευρώ δεσμεύτηκε για έλλειμμα 3% του ΑΕΠ, αλλά μετά από λίγα χρόνια το έφτασε σε σχεδόν 16%, όπως συνέβη με την Ελλάδα το 2009, δεν έχει την πολυτέλεια να συζητά εάν θα μειώσει το έλλειμμά της. Ιδίως αφού διαπιστώσει ότι οι αγορές δεν είναι πια διατεθειμένες να την δανείζουν (με επιτόκια που δεν είναι απαγορευτικά).


Η μόνη λογική συζήτηση για μια τέτοια χώρα είναι όχι εάν αλλά πώς θα μειώσει το έλλειμμά της. Εμείς αυτό δεν το κάναμε, ούτε τότε ούτε τώρα (δυόμιση ολόκληρα χρόνια μετά). Προτιμήσαμε να συζητάμε για άλλα αντ’ άλλων. Και αφού δεν το κάναμε μόνοι μας, ανέλαβε να το κάνει για λογαριασμό μας η τρόικα: η ΕΕ, η ΕΚΤ και το ΔΝΤ, δηλ. οι μόνοι που (για δικούς τους λόγους) συνέχισαν να μας δανείζουν, και μάλιστα με συμφέροντες για εμάς όρους. Το τι ακριβώς θα πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να μειώσει το έλλειμμά της ονομάστηκε «Μνημόνιο».


Το Μνημόνιο της τρόικας περιείχε μέτρα που ήταν αυτονόητα (πάταξη της φοροδιαφυγής, ασφαλιστική μεταρρύθμιση, μείωση της σπατάλης στην υγεία και αλλού), άλλα που ήταν αμφιλεγόμενα (εκποίηση της δημόσιας περιουσίας), και κάποια που μέχρι στιγμής τουλάχιστον έχουν αποδειχθεί λανθασμένα (η θεωρητικά εύλογη πολιτική της «εσωτερικής υποτίμησης», η οποία στην πράξη μείωσε τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα χωρίς όμως να οδηγήσει σε μείωση των τιμών).


Μπορούμε να κάνουμε σήμερα ό,τι δεν κάναμε τα τελευταία δυόμιση χρόνια; Δηλ. να το πάρουμε απόφαση ότι η λιτότητα είναι αναπόφευκτη, και ότι το μόνο άξιο λόγου ζήτημα είναι το πόσο δίκαιη και πόσο αποδοτική θα είναι αυτή; Και να συμφωνήσουμε σε ένα δικό μας Μνημόνιο, που να μειώνει τα ελλείμματα όσο και το Μνημόνιο της τρόικας, με καλύτερο όμως και δικαιότερο τρόπο;


Φυσικά μπορούμε. Ποτέ δεν είναι αργά. Θα έχουμε χάσει όμως πολύτιμο χρόνο. Στα τελευταία δυόμιση χρόνια δεν μοιράσαμε δίκαια τα βάρη της αναγκαίας προσαρμογής, δεν προστατεύσαμε τα πιο αδύναμα από τα θύματα της κρίσης, δεν εξυγιάναμε την οικονομία, την πολιτική, τη δημόσια διοίκηση. Ούτε βάλαμε τις βάσεις για να είναι βιώσιμη η ανάπτυξη που κάποια στιγμή φαίνεται ότι θα έρθει, καθώς η Ευρώπη προσανατολίζεται προς μια πιο επεκτατική οικονομική πολιτική. Και αυτή την αποτυχία χρεώνεται το πολιτικό σύστημα της χώρας, μαζί με όλους τους στυλοβάτες του: κόμματα, συνδικάτα, εργοδοτικές οργανώσεις, επαγγελματικές ενώσεις, μέσα ενημέρωσης.


Ακόμη και τώρα, εάν οι εκλογές οδηγήσουν σε μια κυβέρνηση συνεργασίας, ευρύτατης υποστήριξης, με πρόγραμμα την αποφασιστική μείωση των ελλειμμάτων και την ταχεία προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων, και με στόχο την παραμονή στο ευρώ (και στην ΕΕ), τότε μια τέτοια κυβέρνηση θα μπορεί να υπολογίζει στην κατανόηση των Ευρωπαίων εταίρων μας.


Σε αντίθετη περίπτωση, εάν δηλ. οι κύριες πολιτικές δυνάμεις εξακολουθήσουν να ψάχνουν λύσεις εκεί που δεν υπάρχουν, όπως μας προτείνει το αντιμνημονιακό μπλοκ Σπίθας-ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ-Καμμένου-Χρυσής Αυγής, και όπως ονειρεύεται τόσο το βαθύ ΠΑΣΟΚ όσο και η ηγετική ομάδα της ΝΔ, τότε θα βρεθούμε χωρίς πολλά-πολλά εκτός ευρώ (και ίσως εκτός ΕΕ).


Και τότε, η λιτότητα που αναγκαστικά θα ζήσουμε θα είναι τόσο άγρια που θα μας κάνει να νοσταλγήσουμε τα τελευταία δυόμιση χρόνια.


Αυτό είναι το διακύβευμα των εκλογών. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό.