30 Αυγούστου 2026

Ζακ Ντελόρ, πρωτομάστορας της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Αυγούστου 2026).


Παραδόξως, από όλα τα κρίσιμα επεισόδια της μακράς πορείας που οδήγησε στη δημιουργία του κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος – πορεία που κορυφώθηκε στη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1993, στο οριστικό «κλείδωμα» των συναλλαγματικών ισοτιμιών το 1999, και στην κυκλοφορία των πρώτων χαρτονομισμάτων και κερμάτων του ευρώ το 2002 – ένα από τα αποφασιστικότερα διαδραματίστηκε πολύ νωρίς, προτού καν ξεκινήσει η συζήτηση για το κοινό νόμισμα, και προτού οι βασικοί πρωταγωνιστές (Χέλμουτ Κολ, Φρανσουά Μιττεράν) αποσαφηνίσουν ή ίσως συνειδητοποιήσουν την πρόθεσή τους να επενδύσουν το πολιτικό τους κεφάλαιο συμβάλλοντας με όλες τους τις δυνάμεις στην ιστορική αυτή απόφαση.

Το επεισόδιο εκτυλίσσεται το Μάρτιο 1983 στο Παρίσι. Εδώ και δύο σχεδόν χρόνια, η Γαλλία έχει σοσιαλιστή Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον πρώτο στην ιστορία, και κυβέρνηση της αριστεράς, στην οποία συμμετέχουν κομμουνιστές υπουργοί. Όμως τα πρώτα αυτά χρόνια είναι δύσκολα. Τα κοινωνικά μέτρα της νέας κυβέρνησης είναι δημοφιλή: τα κοινωνικά επιδόματα γίνονται πιο γενναιόδωρα, η ηλικία συνταξιοδότησης χαμηλώνει στα 60 έτη, η εργάσιμη εβδομάδα μειώνεται στις 39 ώρες, η διάρκεια της άδειας μετ’αποδοχών αυξάνεται στις 5 εβδομάδες. Τα οικονομικά μέτρα (αύξηση του κατώτατου μισθού, φόρος αλληλεγγύης στον πλούτο, εθνικοποιήσεις, δημόσια έργα) ενθουσιάζουν τους ψηφοφόρους της αριστεράς και τονώνουν τη ζήτηση, όμως η φυγή κεφαλαίων και η πτώση των ιδιωτικών επενδύσεων μειώνουν την προσφορά. Γρήγορα οι οικονομικοί δείκτες επειδεινώνονται. Το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού διογκώνεται. Το ίδιο και το εξωτερικό έλλειμμα, αφού οι καταναλωτές ξοδεύουν μεγάλο μέρος του πρόσθετου εισοδήματος για την αγορά γερμανικών αυτοκινήτων και άλλων εισαγόμενων προϊόντων. Μέσα σε λίγους μήνες, το γαλλικό φράγκο υποτιμάται τρεις φορές.

Το προφανές αδιέξοδο της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης πυροδοτεί μια υπαρξιακή συζήτηση στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, και στους εταίρους του (κομμουνιστές και ριζοσπάστες) στην κυβέρνηση. Οι απώλειες της αριστεράς στις δημοτικές εκλογές (6-13 Μαρτίου 1983) οξύνουν τα πνεύματα. Οι οπαδοί της «Άλλης Πολιτικής» (l’autre politique) πιέζουν τον Μιττεράν να βγάλει το φράγκο από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα (ΕΝΣ) των σταθερών συναλλαγματικών ισοτιμιών, μέσα στο οποίο οι υποτιμήσεις ή ανατιμήσεις ενός νομίσματος περιορίζονται σε ένα σχετικά περιορισμένο εύρος (+/-2,25%), με περιοδικές προσαρμογές. Ο Μιττεράν φαίνεται να φλερτάρει με την ιδέα να θυσιάσει τις οικονομικές επιδόσεις της Γαλλίας, και τη νομισματική σταθερότητα στην Ευρώπη, στο βωμό ενός παρωχημένου κεϋνσιανισμού. «Φαίνεται» επειδή ακόμη και οι στενότεροι συνεργάτες του δυσκολεύονται να καταλάβουν τι ακριβώς πιστεύει αυτός ο αινιγματικός Πρόεδρος. Πάντως στις 14 Μαρτίου 1983 υπαινίσσεται στον Πρωθυπουργό του Πιέρ Μωρουά την πρόθεση του να αποχωρήσει από το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα. Ο Μωρουά εκφράζει την απόλυτη αντίθεσή του και δηλώνει ότι σε μια τέτοια περίπτωση θα παραιτηθεί από την πρωθυπουργία. Βγαίνοντας από το Προεδρικό Μέγαρο, κινητοποιεί τον συνασπισμό κατά της «Άλλης Πολιτικής», με επικεφαλής τον Υπουργό Οικονομίας Ζακ Ντελόρ.

Η στρατηγική του Ντελόρ και των συμμάχων του στη γαλλική κυβέρνηση εκείνες τις κρίσιμες μέρες του Μαρτίου 1983 αναλύεται στις σελίδες του μνημειώδους έργου «Ο δρόμος προς το Μάαστριχτ» του Κένεθ Ντάϋσον και Κέβιν Φέδερστοουν (1999). Από τη μια, ο Ντελόρ εξηγεί στα αναποφάσιστα στελέχη της κυβέρνησης ότι τυχόν έξοδος από το ΕΝΣ θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μεγαλύτερη λιτότητα. Από την άλλη, απορρίπτει την προσφορά του Μιττεράν να τον κάνει Πρωθυπουργό, ξεκαθαρίζοντάς του ότι σε περίπτωση εξόδου από το ΕΝΣ θα παραιτηθεί από το υπουργείο οικονομίας.

Ο Μιττεράν αμφιταλαντεύεται μεταξύ δύο διαφορετικών εκδοχών του μέλλοντος: Θέλει να μείνει στην ιστορία ως ο θαρραλέος σοσιαλιστής που εφάρμοσε μέχρι τέλους το φιλόδοξο κυβερνητικό πρόγραμμα που είχε υποσχεθεί στους ψηφοφόρους του; Ή ως ο διορατικός ηγέτης που εργάζεται για την ευρωπαϊκή ενοποίηση, και εμμέσως για την ανάκτηση της γαλλικής επιρροής στο πλαίσιο της ενωμένης Ευρώπης;

Στην κρίσιμη συνάντησή τους (16 Μαρτίου 1983), ο Ντελόρ προτείνει στον Μιττεράν μια καλύτερη στρατηγική: συνετή οικονομική πολιτική στο εσωτερικό, και προσπάθεια για επιμερισμό του κόστους της νομισματικής κρίσης με τη Γερμανία, η οποία θα πρέπει να ανατιμήσει το μάρκο, ώστε να μην χρειαστεί η Γαλλία να υποτιμήσει υπερβολικά το φράγκο. Ο Μιττεράν συμφωνεί υπό αυτόν τον όρο, και υπαγορεύει στον Ντελόρ τη διαπραγματευτική γραμμή της γαλλικής κυβέρνησης: «Αν θέλεις η Γαλλία να παραμείνει στο ΕΝΣ, θα πρέπει να πετύχεις να ανατιμηθεί το γερμανικό μάρκο». Στο συμβούλιο των υπουργών οικονομίας και οικονομικών των 10 τότε κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (19-20 Μαρτίου 1983), η γερμανική κυβέρνηση προκειμένου να μην διακινδυνεύσει διάλυση του ΕΝΣ συναινεί σε ανατίμηση του μάρκου κατά 5,5% και υποτίμηση του φράγκου κατά 2,5%. Η Γαλλία παραμένει στο ΕΝΣ, ο Ντελόρ γίνεται Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών αναλαμβάνοντας και το χαρτοφυλάκιο του προϋπολογισμού, η οικονομική σταθερότητα αποκαθίσταται. Παραμένει στη θέση του μέχρι τον Ιούλιο 1984, οπότε επιλέγεται από τους ηγέτες των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ως ο επόμενος Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Στις δύο θητείες του (1985-1995) θα βάλει τη σφραγίδα του στις εξελίξεις, επιταχύνοντας την πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, υπερνικώντας αντιστάσεις, πετυχαίνοντας συναίνεση, κερδίζοντας πολλές μάχες, χάνοντας μερικές.

Η πολιτική του ταύτιση με το ρεύμα του κοινωνικού καθολικισμού καθιστά τον Ντελόρ ιδιαίτερη περίπτωση στο Πάνθεον των Γάλλων πολιτικών. Στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, κάθε άλλο παρά μονολιθικό, εντάσσεται το 1974 μαζί με άλλους αριστερούς καθολικούς. Προηγουμένως, έχει δραστηριοποιηθεί στην Συνομοσπονδία Χριστανών Εργατών, στη μετατροπή της σε «κοσμική» μετριοπαθή συνδικαλιστική οργάνωση, και στη μετεξέλιξή της το 1964 στη CFDT, που στη συνέχεια θα εξελιχθεί στο ισχυρότερο γαλλικό συνδικάτο μετά την κομμουνιστική CGT. Ο Ντελόρ εργάζεται σκληρά και ζει λιτά, διαβάζει πολύ, και αναπτύσσει τη φιλοσοφία που θα τον καθοδηγήσει σε όλη του τη ζωή: οικονομία της αγοράς αλλά και «οικονομική διακυβέρνηση», λελογισμένος κρατικός παρεμβατισμός, διάλογος με τους κοινωνικούς εταίρους, και κοινωνική συνοχή. Με άλλα λόγια, πίστη στο «ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο», στον ιδιαίτερο δρόμο της Ευρώπης μακριά από την αχαλίνωτη επιδίωξη του κέρδους που χαρακτηρίζει τον αμερικανικό καπιταλισμό.

Ως Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα πρωταγωνιστήσει στην υλοποίηση νέων προγραμμάτων που θα αλλάξουν την καθημερινότητα των Ευρωπαίων και θα τους φέρουν πιο κοντά. Ο ενιαίος χώρος του Σένγκεν, προτού συνδεθεί με τις εντάσεις της μαζικής μετανάστευσης, επέτρεψε σε εκατοντάδες εκατομμύρια πολίτες να μετακινούνται ελεύθερα χωρίς να σταματάνε στα σύνορα και χωρίς να δείχνουν διαβατήριο. Το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών Erasmus συνέβαλε περισσότερο από κάθε τι άλλο στη δημιουργία μιας κοινής ευρωπαϊκής συνείδησης (ενώ επίσης ώθησε τον Ιταλό φιλόσοφο και συγγραφέα Ουμπέρτο Έκο να προτείνει «ένα Erasmus για ταξιτζήδες, υδραυλικούς και οικοδόμους»). Τα διαρθρωτικά προγράμματα (γνωστά στη χώρα μας ως «Πακέτα Ντελόρ»), μετέφεραν τεράστια ποσά στις φτωχότερες περιφέρειες – και, όπου αξιοποιήθηκαν σωστά, εκσυγχρόνισαν τις υποδομές, αναβάθμισαν την οικονομία, δημιούργησαν καλύτερες θέσεις εργασίας.

Βέβαια, το μεγαλύτερο επίτευγμα του Ντελόρ, είναι η καθοριστική συμβουλή του στη δημιουργία του κοινού νομίσματος. Μέσα σε λίγα χρόνια, το ευρώ από νεφελώδης ιδέα γίνεται απτή πραγματικότητα. Τον Ιούνιο 1990, η Μάργκαρετ Θάτσερ, πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, σε εμπιστευτική συζήτηση με τον Ιρλανδό ομόλογό της, του εκμυστηρεύεται ότι όταν ο Ντελόρ μιλάει για το κοινό νόμισμα της φαίνεται «να έχει παραφρονήσει». Λίγο μετά δηλώνει στους δημοσιογράφους ότι όσο ζει δεν θα υπάρξει ευρώ. Ενάμιση χρόνο αργότερα, τον Φεβρουάριο 1992, στο Μάαστριχτ, οι ευρωπαίοι ηγέτες δεσμεύονται να προχωρήσουν στην ίδρυση του κοινού νομίσματος, έχοντας προηγουμένως περιθωριοποιήσει τη Θάτσερ, επιτρέποντας στη Βρετανία να κρατήσει τη στερλίνα.

Παρά τις βελτιωμένες οικονομικές επιδόσεις, η μετέπειτα πορεία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) θα απογοητεύσει τον Ντελόρ. Η «κοινωνική Ευρώπη» για την οποία εργάστηκε θα περιοριστεί σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες συμβολικής σημασίας αλλά μέτριας πρακτικής αξίας. Η μονομερής έμφαση στη δημοσιονομική πειθαρχία θα βγάλει από την ατζέντα τη διάσταση της «οικονομικής διακυβέρνησης», και στις αρχές της δεκαετίας του 2010 θα θέσει σε κίνδυνο την ίδια την επιβίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το χρέος του πολιτικού συστήματος

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 30 Αυγούστου 2026).

Το 1981 η Ρουμανία του Τσαουσέσκου, στριμωγμένη οικονομικά από τις πετρελαϊκές κρίσεις της δεκαετίας του ‘70, ζήτησε (και πήρε) δάνειο από το ΔΝΤ. Ταυτόχρονα, αποφάσισε κάτι μοναδικό στην παγκόσμια οικονομική ιστορία: όχι να αναδιαρθρώσει το εξωτερικό χρέος της χώρας, ή να επεκτείνει τη διάρκειά του, ή ενδεχομένως να το «κουρέψει», αλλά να το αποπληρώσει – στο σύνολό του.

Πράγματι, μέχρι το 1989, όταν το καθεστώς Τσαουσέσκου βρήκε αιματηρό τέλος, το χρέος της Ρουμανίας είχε πρακτικά μηδενιστεί. Το κατόρθωμα αυτό πραγματοποιήθηκε χάρη σε ένα πρόγραμμα σκληρής λιτότητας. Σύμφωνα με τα επίσημα δεδομένα της Comecon (της οικονομικής ένωσης των χωρών του τότε ανατολικού μπλοκ), την πενταετία 1980-1985 η δημόσια δαπάνη για υγεία μειώθηκε κατά 17%, για κατοικία κατά 37%, για παιδεία και έρευνα κατά 53%. Επί πλέον, οι μισθοί των εργαζομένων μειώθηκαν κατά 27%. Επίσης, μειώθηκαν οι εισαγωγές (με εξαίρεση τις ανάγκες της βιομηχανίας), ενώ αυξήθηκαν οι εξαγωγές (κυρίως τροφίμων και ηλεκτρικής ενέργειας). Αποτέλεσμα: καθημερινές διακοπές ρεύματος και ελλείψεις αγαθών πρώτης ανάγκης. Η εθνική οικονομία βυθίστηκε στην ύφεση.

Υπό αυτή την έννοια, δεν είναι εντελώς ανεδαφική – και μου κοστίζει που το γράφω – η κριτική του Νίκου Παππά στον υπουργό Οικονομικών Κυριάκο Πιερρακάκη για την απόφαση της κυβέρνησης να επιταχύνει την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους. Ενώ έχει σαφώς δίκιο η Μάχη Γεωργακοπούλου όταν γράφει ότι «Μια χώρα μπορεί να μειώνει το ακαθάριστο χρέος της και ταυτόχρονα να συσσωρεύει αθέατες υποχρεώσεις όπως υποβαθμισμένα σχολεία, ανεπαρκείς υγειονομικές υποδομές, δημογραφική παρακμή, χαμηλή παραγωγικότητα και περιβαλλοντικό κίνδυνο.» Όπως άλλωστε έχει εξηγήσει ο σοφός Μάριο Ντράγκι: «Υπάρχει καλό και κακό χρέος. Το κακό χρέος πληρώνει τρέχουσες δαπάνες και γίνεται βάρος στις μελλοντικές γενιές. Το καλό χρέος χρηματοδοτεί επενδύσεις στρατηγικής προτεραιότητας και αυξήσεις παραγωγικότητας, δημιουργώντας την ανάπτυξη που θα το αποπληρώσει.» Συνεπώς, το χρέος δεν (πρέπει να) είναι ταμπού.

Όμως μισό λεπτό. Η Ελλάδα δεν είναι Ρουμανία της δεκαετίας του ’80. Μιλάμε για μια χώρα – τη δική μας – που δανειζόταν στις αγορές για να πληρώνει συντάξεις σε πενηντάρηδες, προσλήψεις υπεραρίθμων, επιδόματα έγκαιρης προσέλευσης, νοσοκομειακές προμήθειες με κόστος πολλαπλάσιο από τις διεθνείς τιμές, φορολογικές απαλλαγές για αυτοκίνητα πολυτελείας, και πολλά άλλα, σε ένα (διακομματικό) πλιάτσικο χωρίς προηγούμενο. Αυτή η χώρα γλύτωσε τη χρεωκοπία μόνο χάρη στην τύχη της να είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με βαρύ κόστος, καμία αντίρρηση – αλλά και πάλι απείρως ελαφρύτερο από αυτό που θα πληρώναμε αν ήμαστε οποιαδήποτε άλλη χώρα, οπουδήποτε αλλού στον πλανήτη.

Αυτή λοιπόν η χώρα, παρότι δανείζεται με ευνοϊκούς όρους (μακρά διάρκεια και επιτόκιο 1,9%), έχει κάθε συμφέρον να σβήσει από τη μνήμη των αγορών την εικόνα του αποτυχημένου κράτους που είχε φιλοτεχνήσει. Όχι για «ηθικούς» λόγους. Για λόγους οικονομικού συμφέροντος: όταν οι αγορές σε εμπιστεύονται, σε δανείζουν ευκολότερα και με χαμηλότερο επιτόκιο. Συνεπώς, η αλλαγή της διεθνούς εικόνας της χώρας θα έπρεπε να είναι κοινός τόπος για την κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, και η πρόωρη αποπληρωμή του χρέους θα έπρεπε να συναντά καθολική συναίνεση, αντί να γίνεται αφορμή για άλλη μια ανούσια ανταλλαγή πυροτεχνημάτων.

Όλα καλά λοιπόν; Όχι ακριβώς. Ένα πολιτικό σύστημα που νοιάζεται για τις μελλοντικές γενιές δεν αρνείται (στα μουλωχτά, και με απόλυτη διακομματική συναίνεση) να εφαρμόσει το νόμο για τις συντάξεις που η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το 2016 (με πίεση των δανειστών, προφανώς), ο οποίος προέβλεπε αύξηση των ορίων ηλικίας καθώς αυξάνεται η διάρκεια ζωής. Όπως έγραφα πρόσφατα, η άρνηση αυτή θα έχει βαρύτατο κόστος στον προϋπολογισμό (και κατά συνέπεια στους μελλοντικούς φορολογούμενους) ήδη από την επόμενη δεκαετία.

Φαίνεται όμως ότι για την κυβέρνηση – αλλά και για την αντιπολίτευση που απερίσκεπτα υπερθεματίζει – η επόμενη δεκαετία είναι μακριά, ενώ οι εκλογές είναι κοντά.

9 Αυγούστου 2026

Πώς (δεν) αντιμετωπίζεται το δημογραφικό

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 9 Αυγούστου 2026).


Γιατί γεννιώνται τόσο λίγα παιδιά; Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν κυρίως τρεις αιτίες. Η πρώτη είναι μια γενικευμένη απαισιοδοξία για το μέλλον: ο κίνδυνος κλιματικής καταστροφής, οι πολεμικές συρράξεις στη γειτονιά μας, και οι μάλλον ζοφερές οικονομικές προοπτικές, συνθέτουν ένα σκηνικό που κάνει τα νέα ζευγάρια να αναρωτιούνται αν είναι σοφή ιδέα να φέρουν ένα παιδί σε αυτόν τον κόσμο.

Η δεύτερη είναι το χάσμα πεποιθήσεων που φαίνεται να βαθαίνει συνεχώς μεταξύ νέων αγοριών και νέων κοριτσιών: τα κορίτσια διεκδικούν χωρίς συμβιβασμούς και υποχωρήσεις όσα οι μητέρες τους δέχθηκαν να θυσιάσουν, ενώ αντίθετα πολλά αγόρια πασχίζουν να βρουν τρόπους να σταθούν στον σύγχρονο κόσμο. Μια όψη αυτού του φαινομένου είναι η μετατόπιση σε πολλές χώρες των περισσότερων νέων γυναικών προς προοδευτικές, οικολογικές, φιλελεύθερες θέσεις, και πολλών νέων ανδρών στην αυταρχική ακροδεξιά. Μια άλλη όψη είναι η κατακρήμνιση του ποσοστού γονιμότητας εκεί όπου το χάσμα πεποιθήσεων είναι βαθύτερο. Π.χ. στη Νότια Κορέα – απλουστεύοντας – τα αγόρια έχουν παραμείνει στο πρότυπο της γυναίκας γκέϊσας, ενώ τα κορίτσια ονειρεύονται σπουδές, καριέρα, ισότητα στο σπίτι. Αποτέλεσμα: πλήρης ασυνεννοησία, και αποχή πολλών κοριτσιών από το σεξ, τη συντροφικότητα, τη δημιουργία οικογένειας.

Η τρίτη αιτία για τη μείωση του ποσοστού γονιμότητας αφορά το κόστος των παιδιών: όταν οι μέσοι μισθοί είναι κάτω από τα επίπεδα του 2000, τα ενοίκια είναι απλησίαστα, τα μαιευτήρια πανάκριβα, οι παιδίατροι χρεώνουν την επίσκεψη, τα δημόσια σχολεία δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη, και οι βρεφονηπιακοί σταθμοί είναι δυσεύρετοι ή/και απαγορευτικού κόστους, η απόφαση ενός ζευγαριού να κάνει παιδί φαντάζει ανορθολογική.

Για λόγους που δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς, η κυβέρνηση έχει αφήσει κατά μέρος τους χαμηλούς μισθούς (οι οποίοι, σε μια οικονομία που θέλει να πουλάει ήλιο και θάλασσα, δύσκολα θα βελτιωθούν ποτέ), ή τα ακριβά ενοίκια (ακανθώδες θέμα), ή την αναβάθμιση της δημόσιας περίθαλψης και της δημόσιας εκπαίδευσης, και έχει στρέψει την προσοχή της στην αυστηρά νοούμενη «πολιτική για την οικογένεια»: επιδόματα και παροχές.

Όμως ακόμη και έτσι, η κυβέρνηση (όπως όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις, εδώ και δεκαετίες) αρνείται πεισματικά να βάλει το χέρι στην τσέπη για το μοναδικό μέτρο το οποίο αποδεδειγμένα μπορεί να κάνει τη διαφορά: τη μαζική επέκταση ποιοτικής και προσιτής προσχολικής φροντίδας, που θα έκανε θαύματα για την ανάκαμψη της γονιμότητας - με bonus τη θεαματική αύξηση της γυναικείας απασχόλησης, καθώς και την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας εκατοντάδων χιλιάδων νέων ζευγαριών που σήμερα παλεύουν να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα.

Θα μου πείτε «αυτά κοστίζουν». Φυσικά. Το voucher β/ν σταθμών (που με διάφορα τερτίπια φορτώσαμε στο Ταμείο Ανάκαμψης αντί να το βάλουμε στον κρατικό προϋπολογισμό, όπως θα έκανε μια αξιοπρεπής χώρα) κοστίζει περίπου 330 εκατομμύρια ευρώ. Δεν είναι λίγα. Ένα δίκτυο βρεφονηπιακών σταθμών σε κάθε γειτονιά, που ανοίγουν νωρίς και να κλείνουν στις 5μμ, και που παρέχουν δωρεάν ή με χαμηλά τροφεία υπηρεσίες υψηλής ποιότητας, θα κόστιζε ακόμη περισσότερο.

Όμως, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι το ποσό αυτό είναι επένδυση που αναβαθμίζει τις επιδόσεις της οικονομίας στο κοντινό μέλλον. Ο καθηγητής James Heckman, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο, κάτοχος του Βραβείου Νόμπελ για την Οικονομία (2000), έχει ποσοστικοποιήσει το ποσοστό απόδοσης της δημόσιας επένδυσης σε υψηλής ποιότητας προσχολική φροντίδα: 13% ετησίως. Εάν κάποιος αναγνώστης γνωρίζει κάποια επενδυτική επιλογή (ιδιωτική ή δημόσια) μεγαλύτερης απόδοσης, κατά προτίμηση νόμιμη, παρακαλείται να γράψει στη διεύθυνση της εφημερίδας.

Επί πλέον, το κόστος των βρεφονηπιακών σταθμών ωχριά μπροστά στο κόστος αποφάσεων που λαμβάνονται με ασυγχώρητη ελαφρότητα, και περνάνε απαρατήρητες εν μέσω της γενικής αμεριμνησίας. Για παράδειγμα, οι πρόσφατες δηλώσεις αρμοδίων ότι δεν θα αλλάξουν τα όρια συνταξιοδότησης το 2027 (όπως δεν είχαν αλλάξει ούτε το 2024, ούτε το 2021, ούτε το 2018, σε ευθεία παραβίαση του νόμου που είχε ψηφίσει η Βουλή των Ελλήνων το 2016, υπό την πίεση φυσικά των δανειστών) συνεπάγονται έξτρα κόστος που η Εθνική Αναλογιστική Αρχή έχει υπολογίσει σε 3 δις (1,2% του ΑΕΠ) ετησίως. Με αρνητική οικονομική απόδοση. Εις το διηνεκές – ή μάλλον μέχρι να χρεωκοπήσουμε ξανά.

Ποιος θα πληρώσει αυτό το κόστος; Μα φυσικά οι σημερινοί νέοι.

Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί δεν κάνουν παιδιά.