Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 22 Μαρτίου 2026).
Η ριζική
αβεβαιότητα είναι το χαρακτηριστικό της νέας εποχής που εγκαινιάστηκε με την
δεύτερη θητεία του προέδρου Τραμπ, όμως η δίνη στην οποία έχει βυθίσει τη
διεθνή οικονομία η επίθεση στο Ιράν είναι από κάθε άποψη πρωτοφανής. Η ισραηλινή
επίθεση την περασμένη Τετάρτη στις ιρανικές εγκαταστάσεις του Νότιου Παρς (το
μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον κόσμο), και τα ιρανικά αντίποινα την επομένη
στις καταριανές εγκαταστάσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Ρας Λαφφάν (μεγαλύτερες
στον κόσμο), οδήγησαν σε νέα εκτίναξη των τιμών στην Ευρώπη, που τώρα είναι
διπλάσιες από ό,τι πριν τρεις εβδομάδες.
Την ώρα που
γράφονται αυτές οι γραμμές είναι ακόμη άγνωστη η έκβαση της Συνόδου Κορυφής των
27 στις Βρυξέλλες. Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα έχει ζητήσει «αποφασιστική και
άμεση παρέμβαση για την προστασία νοικοκυριών και επιχειρήσεων» στο πρότυπο της
ενεργειακής κρίσης του 2022, ενώ επίσης υποστηρίζει την πρόταση της ιταλικής
κυβέρνησης για αναστολή του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών επειδή «επιβαρύνει
υπέρμετρα την ανταγωνιστικότητα».
Ακούγονται
πολύ φιλολαϊκά και τα δύο. Τα φαινόμενα όμως απατούν.
Ως γνωστόν, το
2022 η ελληνική κυβέρνηση ξόδεψε 4,9% του ΑΕΠ για να προστατεύσει επιχειρήσεις
και νοικοκυριά από την εκτόξευση του κόστους της ενέργειας, πολύ περισσότερο
από τα άλλα 40 κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ: στη δεύτερη θέση με 2,8% του ΑΕΠ
ισοβάθμησαν η Ιταλία και η Πολωνία. Το μεγαλύτερο μέρος του κόστους των μέτρων της
ελληνικής κυβέρνησης (2,7% του ΑΕΠ) καλύφθηκε από κοινοτικά κονδύλια, τα οποία έχουν
θεσμοθετηθεί για άλλο σκοπό (δίκαιη ενεργειακή μετάβαση). Το υπόλοιπο (2,2% του
ΑΕΠ) προήλθε από εθνικούς πόρους – ποσό καθόλου ευκαταφρόνητο, αν αναλογιστούμε
ότι παραμένουμε πρωταθλητές Ευρώπης στο δημόσιο χρέος (151% του ΑΕΠ). Όσο για
το «φιλολαϊκό» χαρακτήρα των μέτρων του 2022, η διανεμητική επίπτωσή τους ήταν
αντιστρόφως προοδευτική: όσο πιο εύπορο το νοικοκυριό, τόσο μεγαλύτερο το
όφελος.
Όσον αφορά το
Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (γνωστό και ως «Χρηματιστήριο Ρύπων»), είναι το πιο φιλελεύθερο από όλα τα εργαλεία
περιβαλλοντικής πολιτικής: μειώνει τη ρύπανση στη βιομηχανία και στην παραγωγή
ενέργειας μέσω ενός ευέλικτου μηχανισμού τιμολόγησης των ρύπων. Παρά τις
αδυναμίες του το σύστημα αποδίδει – για αυτό άλλωστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει
προτείνει την επέκτασή του στη ναυτιλία και στις μεταφορές.
Όπως σχολίαζε
τις προάλλες ο Federico Fubini, αναπληρωτής
διευθυντής της πάντα μετρημένης Corriere della Sera, το αίτημα
αναστολής του Χρηματιστηρίου Ρύπων εκ μέρους της ιταλικής κυβέρνησης συνιστά
ομολογία αποτυχίας: ο εθνικός στόχος θα έπρεπε να είναι η ανάκτηση της
ενεργειακής αυτονομίας, και ο περιορισμός των εισαγωγών καυσίμων από ασταθείς
περιοχές του πλανήτη (Μέση Ανατολή, Βόρεια Αφρική), καθώς και από χώρες που
ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν το ενεργειακό τους πλεονέκτημα για να εκβιάσουν
γεωπολιτικά οφέλη σε βάρος της Ευρώπης. Στην τελευταία κατηγορία ο Fubini κατατάσσει όχι
μόνο τη Ρωσία, αλλά δυνητικά και τις ΗΠΑ.
Εμείς πώς τα
πάμε στον τομέα της ενεργειακής αυτονομίας; Χάρη στη θεαματική αύξηση της
παραγωγής ηλιακής και αιολικής ενέργειας τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα έχει
γίνει καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρισμού. Όμως το μερίδιο της παραγωγής ηλεκτρισμού
στη συνολική κατανάλωση ενέργειας είναι μόνο 20% (όσο και το 2021). Στο σύνολο,
η ενεργειακή εξάρτηση έχει επιδεινωθεί: το 2024 οι καθαρές εισαγωγές καυσίμων αντιπροσώπευαν
78% των ενεργειακών αναγκών της χώρας (έναντι 74% το 2021). Καθώς υποχωρεί το
μερίδιο της Ρωσίας, γιγαντώνεται εκείνο των ΗΠΑ: από εκεί προερχόταν το 86% του
υγροποιημένου φυσικού αερίου που φορτώθηκε στη Ρεβυθούσα πέρυσι. Στην ίδια
κατεύθυνση της εξάρτησης από τις ΗΠΑ κινείται η συμφωνία με την εταιρεία Chevron για εκμετάλλευση
υδρογονανθράκων νοτίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου (η οποία κυρώθηκε την
περασμένη εβδομάδα από τη Βουλή), καθώς και ο σχεδιασμός για τον «Κάθετο
διάδρομο» από την Αλεξανδρούπολη, όπου σχεδόν το 100% του φορτίου θα προέρχεται
από τις ΗΠΑ. Πόσο συνετά είναι όλα αυτά;
Η εξάρτηση
από τα ορυκτά καύσιμα δεν βλάπτει μόνο την ενεργειακή αυτονομία της Ευρώπης και
της Ελλάδας, βλάπτει επίσης την οικονομία. Μετά τη θεαματική πτώση του κόστους
παραγωγής ηλιακής ενέργειας, ακολουθεί η ταχεία μείωση του κόστους αποθήκευσης.
Το εθνικό
συμφέρον επιβάλλει την επιτάχυνση της πράσινης μετάβασης, όχι την εγκατάλειψή
της.

