Ως πολιτικό πρόβλημα αποκλειστικά της αντίπαλης παράταξης: Όμως, σοβαρά κρούσματα διαφθοράς («αξιοποίησης δημόσιου αξιώματος για προσωπικό όφελος») σημειώνονται σε όλο το πολιτικό φάσμα. Το Qatargate αφορούσε κυρίως εκπροσώπους της ευρωπαϊκής κεντροαριστεράς. Ο σύζυγος της αρχηγού του Εθνικού Κόμματος και πρωθυπουργού της Σκωτίας (2014–2023) ομολόγησε στο δικαστήριο ότι υπεξαίρεσε 400.000 στερλίνες από το κομματικό ταμείο.
Ως πρόβλημα του δημοκρατικού πολιτεύματος: Όλες οι δικτατορίες, από τον ιταλικό φασισμό έως τους δικούς μας συνταγματάρχες, αυτοανακηρύχτηκαν σε τιμωρούς του «διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού», για να διακριθούν στη συνέχεια για την διαφθορά και για την ανικανότητά τους (συχνά αυτά πάνε μαζί). Το ίδιο και οι σημερινοί θαυμαστές τους. Ο Nathan Gill, ευρωβουλευτής του προηγούμενου κόμματος του Nigel Farage (UKIP), και επικεφαλής του ουαλλικού παραρτήματος του τωρινού (Reform), ομολόγησε ότι δωροδοκήθηκε από τη Ρωσία του Πούτιν και καταδικάστηκε σε 10 χρόνια φυλάκισης. Ο πλουσιότερος άνθρωπος της Ουγγαρίας ξεκίνησε την επιχειρηματική σταδιοδρομία του ως υδραυλικός του Βίκτωρ Ορμπάν. Και φυσικά, ο Πρόεδρος των ΗΠΑ εργάζεται σθεναρά για τον πλουτισμό του ιδίου, των συγγενών και των φίλων του, σε κολοσσαία κλίμακα, σαν να πρόκειται για το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο.
Ως (αστυ)νομικό πρόβλημα: Αυστηρότεροι νόμοι, βαρύτερες ποινές, μεγαλύτερη αστυνόμευση. Οι ενστάσεις μου με αυτή την προσέγγιση είναι τουλάχιστον δύο: Πρώτον, σε μια υποθετική χώρα όπου η διαφθορά έχει ήδη ξεπεράσει ένα κρίσιμο όριο, είναι πολύ πιθανό να έχει διεισδύσει τόσο στις διωκτικές αρχές όσο και στη δικαστική εξουσία. Δεύτερον, στην ίδια υποθετική χώρα με εκτεταμένη διαφθορά, θα χρειαζόταν ένας αστυνόμος και ένας δικαστής (και οι δύο αδιάφθοροι) για κάθε επιρρεπή στη διαφθορά πολίτη, πράγμα μάλλον δύσκολο πρακτικά. Και για τους δύο αυτούς λόγους, τα εξωτερικά αντικίνητρα για διαφθορά (βαριές ποινές) είναι πιθανό να φανούν αναποτελεσματικά αν δεν υφίστανται ισχυρά εσωτερικά τέτοια.
Εδώ νομίζω βρίσκεται το κλειδί του προβλήματος. Σε κοινωνίες που έχουν καταφέρει να περιορίσουν (όχι να εξαλείψουν ολοσχερώς) τη διαφθορά, αυτό που κυρίως εμποδίζει ένα δημόσιο πρόσωπο να αξιοποιήσει το αξίωμά του για προσωπικό όφελος είναι ο φόβος του ντροπιαστικού εξευτελισμού: ο φόβος δηλαδή ότι αν φέρει στο σπίτι περισσότερα χρήματα ή δώρα ή άλλα υλικά αγαθά από όσα δικαιολογεί ο μισθός του, θα πέσει στην εκτίμηση της συντρόφου του, των παιδιών του, των φίλων του, των ψηφοφόρων του.
Αν αντίθετα η αποδεδειγμένη διαφθορά τον ανεβάσει στην εκτίμηση των συγγενών, φίλων, και (αρκετών) ψηφοφόρων, όπως π.χ. συνέβαινε στην Ιταλία του Σίλβιο Μπερλουσκόνι, τότε φοβάμαι ότι το πρόβλημα είναι δυσεπίλυτο.
Ας αναρωτηθούμε λοιπόν, προτού αγανακτήσουμε με το πιο πρόσφατο σκάνδαλο διαφθοράς: πώς θα αντιδρούσαμε εμείς οι ίδιοι αν ο σύντροφος, συγγενής, φίλος μας κυκλοφορούσε ξαφνικά με περισσότερα χρήματα από όσα δικαιολογεί ο μισθός του;
26 Ιουνίου 2026
Για τη διαφθορά
Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Παρασκευή 26 Ιουνίου 2026).
Υπάρχουν διάφοροι τρόποι να σκεφτεί κανείς το πρόβλημα της διαφθοράς, κατά τη γνώμη μου όλοι λανθασμένοι.
