1 Μαρτίου 2014

Η Ελλάδα μετά το Μνημόνιο: ένα δημιουργικό αφήγημα





Παρουσίαση του βιβλίου του Αρίστου Δοξιάδη «Το αόρατο ρήγμα: θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία». Εκδόσεις Ίκαρος (α’ έκδοση: Νοέμβριος 2013). Δημοσιεύτηκε στο μηνιαίο περιοδικό «Αθηναϊκή Επιθεώρηση του Βιβλίου / Athens Review of Books» (Μάρτιος 2014)

1.

Ένας νεαρός Έλληνας, από οικογένεια προοδευτικών αστών, πηγαίνει στο Harvard και στο Birkbeck για να σπουδάσει κοινωνικές επιστήμες και οικονομικά. Επιστρέφει στην Αθήνα κατά την πρώτη μεταπολίτευση, απομακρύνεται από τις οργανώσεις (όχι όμως και από τους φίλους που γνώρισε στο Ρήγα Φεραίο). Εκπονεί μελέτες για το ελληνικό Δημόσιο και για διεθνείς οργανισμούς. Στη συνέχεια ασχολείται με επιχειρήσεις: αρχικά διοικεί εταιρείες συμβούλων, έπειτα αναλαμβάνει εταιρείες επιχειρηματικών συμμετοχών. Είναι καλός στη δουλειά αυτή, κερδίζει κάποια χρήματα, το διασκεδάζει κιόλας. Έχει βρει το δρόμο του. Αντίθετα, η πολιτική (και η πολιτική αρθρογραφία) τον απωθεί. Καμιά φορά γράφει εκτενή σημειώματα για θέματα της επικαιρότητας, τα στέλνει όμως στους φίλους του μόνο (ειδικά σε εκείνους με τους οποίους διαφωνεί).

Μέχρι που ξεσπάει η ελληνική κρίση. Και τότε η δημόσια συζήτηση αλλάζει μονομιάς. Η ατομική αίσθηση των πραγμάτων («αυτό το κάτι δεν πάει καλά») αρχίζει να την διαπερνά, αναζητώντας τις αιτίες της κατάρρευσης. Οπότε ξαφνικά, το 2010, λιγότερο νεαρός πλέον, προβληματισμένος για το ότι αυτά που έβλεπε γύρω του δεν ταίριαζαν με όσα άκουγε στα κανάλια και διάβαζε στα βιβλία, αντί να ανασηκώσει τους ώμους του μονολογώντας κάτι σαν «τι ψάχνεις τώρα;», αποφασίζει να διαβάσει και άλλα βιβλία, να συζητήσει με άλλους ανθρώπους, να βάλει τις σκέψεις του σε μια σειρά, να καταλάβει καλύτερα. Αφήνει λοιπόν τις επιχειρήσεις στην τύχη τους και φεύγει στην Αγγλία. Απονέμει στον εαυτό του ένα είδος εκπαιδευτικής άδειας («άνευ αποδοχών», βεβαίως, και άνευ της σιγουριάς της μόνιμης θέσης σε κάποιο εδώ πανεπιστήμιο). Πηγαίνει για 6 μήνες στο Warwick. Εκεί «διαβάζει συστηματικά πολιτική οικονομία και κοινωνιολογία», «παρακολουθεί σεμινάρια» και «ψάχνει σε βάσεις ποσοτικών δεδομένων». Επιστρέφει με νέα εφόδια και νέα εργαλεία ανάλυσης. Βρίσκει στους «νεοθεσμικούς» οικονομολόγους πρωτότυπες προσεγγίσεις που ταιριάζουν με τις δικές του. Δίνει στις εμπειρικές παρατηρήσεις του θεωρητικό βάθος.

Από την Αγγλία ακόμη, γράφει ένα εκπληκτικό άρθρο  που κάνει εντύπωση. Αρχίζει να αρθρογραφεί συστηματικά – αρχικά στο προσωπικό του ιστολόγιο , στη συνέχεια στην «Καθημερινή» και αλλού. Καλείται σε εκδηλώσεις, δίνει ομιλίες, συμμετέχει σε στρογγυλά τραπέζια. Αποκτά κοινό που τον παρακολουθεί, το οποίο διευρύνεται συνεχώς. Κανονικοί άνθρωποι, συχνά νέοι, που έχουν άλλες δουλειές, ή ψάχνουν δουλειά, που δεν έχουν χρόνο ή όρεξη για βαθυστόχαστες θεωρίες, αλλά διψούν για νέες ερμηνείες αυτών που τους καίνε (που μας καίνε όλους): πώς μπλέξαμε έτσι, τι να κάνουμε για να ξεμπλέξουμε.

Και τελικά (στην ηλικία που ο μέσος πανεπιστημιακός, έχοντας προ πολλού εγκαταλείψει την προσπάθεια να κρύβει την ανία που του προκαλεί το γράψιμο, δεν σκέφτεται παρά τη συνταξιοδότηση), ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, σαφώς όχι πια νεαρός, γράφει το πρώτο του βιβλίο . Το οποίο τυπώνεται τον Νοέμβριο 2013, με την πρώτη έκδοση να εξαντλείται μέχρι τις γιορτές. Πρόκειται για το βιβλίο ενός ανήσυχου επιχειρηματία και ενός προσγειωμένου διανοούμενου – δύο έτσι κι αλλιώς σπάνιοι τύποι ανθρώπων (δύο είδη που απειλούνται με εξαφάνιση), που στην περίπτωση που μας απασχολεί συμβιώνουν αρμονικά (πράγμα ακόμη σπανιότερο) στο πρόσωπο του Αρίστου Δοξιάδη.

2.

Είναι τώρα καιρός να αφήσω τον συγγραφέα για να περάσω στο βιβλίο – αλλά όχι προτού δώσω μια εξήγηση που αισθάνομαι ότι οφείλω στους αναγνώστες. Είμαστε μια μικρή χώρα (και όπως λέει η ιταλική παροιμία: paese piccolo, la gente mormora ), γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Είναι εύλογη η υποψία ότι δεν είμαστε παρά μια παρέα που ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις – πολύ περισσότερο που στον πρόλογο του βιβλίου ο συγγραφέας με μνημονεύει ευχαριστώντας με για τη συμβολή μου. Υποψία εύλογη, αλλά αστήριχτη. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω για δύο πράγματα: Πρώτον, η συμβολή μου στο βιβλίο ήταν πολύ μικρότερη από όσο ο πρόλογος αφήνει να εννοηθεί. Δεύτερον, η ροπή προς τις φιλοφρονήσεις δεν είναι καθόλου στον χαρακτήρα μου. Ο θαυμασμός μου για το βιβλίο, τον οποίο ελπίζω να μεταδώσω σε όσους δεν το έχουν ακόμη διαβάσει, είναι εντελώς αυθεντικός.

3.

Ο Δοξιάδης ανακοινώνει τις προθέσεις του αμέσως και χωρίς περιστροφές (στις πρώτες σελίδες του άρθρου του 2010, το οποίο ανατυπώνεται εδώ ως κεφάλαιο 2). Κατ’ αρχήν, περιγράφει το κενό που φιλοδοξεί να καλύψει:

«Πριν ξεσπάσει η δική μας κρίση του χρέους, ο δημόσιος διάλογος δεν διέφερε πολύ από τον αντίστοιχο στις δυτικές χώρες. Είχαμε τις κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, υπέρ της τόνωσης της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, για το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία, κ.ο.κ. Λίγοι σχολιαστές επέμεναν στις ελληνικές ιδιαιτερότητες. Για παράδειγμα, ότι το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα. Όμως αυτές οι φωνές δεν ήταν παρούσες στο λόγο των κομμάτων ούτε των καναλιών, ούτε φυσικά στη χάραξη της κυβερνητικής πολιτικής.» (σελ. 35)

Ύστερα, δηλώνει πού ακριβώς βάζει τον πήχη:

«Τώρα η δημόσια συζήτηση άλλαξε, και ξαφνικά μοιάζει με τις συζητήσεις της παρέας. Αρχίσαμε να συζητάμε για την πραγματική Ελλάδα, όχι για μια θεωρητική μεικτή οικονομία. Οι καθημερινές εμπειρίες του καθενός ταυτίστηκαν με τα μεγάλα ζητήματα. […] Αλλά η οικονομία είναι πολύπλοκη, και οι εμπειρίες μας είναι χαοτικές, ποικίλες και αντιφατικές. Είναι εύκολο να καταλήξουμε σε υπερβολές, να μείνουμε σε καταγγελίες και μονολόγους, να χάσουμε τις αιτίες και την προοπτική. Από τη δημώδη εμπειρία πρέπει να ξαναστήσουμε μια λόγια θεωρία για την ελληνική οικονομία, που να εστιάζει στα ουσιώδη, να τα εξηγεί και να ορίζει επιλογές.» (σελ. 36-37)

Προκρίνει ως κατάλληλο θεμέλιο της «λόγιας θεωρίας για την ελληνική οικονομία» τη νεοθεσμική θεωρία της ιδιομορφίας – αφού έχει το προσόν ότι εστιάζει σε τυπικούς θεσμούς αλλά και σε άτυπους, αναλύει επίσημες ρυθμίσεις και οργανωτικές μορφές συσχετίζοντάς τες με νοοτροπίες και συμπεριφορές, ρίχνει φώς στις «μικροοικονομικές συμπεριφορές που διαμόρφωσαν τα μακρομεγέθη».

Βρίσκει λοιπόν τη θεωρία που του φαίνεται χρησιμότερη, αυτή που του «πηγαίνει» πιο πού. Τη μνημονεύει και στον υπότιτλο του βιβλίου του («θεσμοί και συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία»). Και μετά την αφήνει να τον καθοδηγεί, δίνοντας βάθος στο βασικό επιχείρημα, σε ρόλο όμως διακριτικό, χωρίς επίδειξη γνώσεων. Δεν τον ενδιαφέρει αυτό.

Άλλο πράγμα τον ενδιαφέρει: «από όλο το πλέγμα των θεσμών που απαρτίζουν την ελληνική μικροοικονομία, να ξεχωρίσουμε λίγα και βασικά στα οποία διαφέρουμε από τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες». Και περνάει αμέσως σε αυτά που ο ίδιος θεωρεί πως είναι «τα κρίσιμα στοιχεία της ελληνικής ιδιομορφίας»: πολλές μικρές επιχειρήσεις, μεγάλες και διάσπαρτες πρόσοδοι, χαμηλή εμπιστοσύνη και δυσκολία συνεργασίας αλλά και μεγάλη προσαρμοστικότητα στο (θεσμικό) περιβάλλον.

«Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες και καιροσκόποι»: μήπως αυτό δεν είμαστε εμείς οι Έλληνες, ή τέλος πάντων οι περισσότεροι από εμάς; Αντί λοιπόν να υπερηφανευόμαστε (ή αντίθετα να ντρεπόμαστε) που δεν είμαστε κάτι άλλο, ας το πάρουμε απόφαση. Ας δούμε τα θετικά και τα αρνητικά – και κυρίως ας επικεντρωθούμε στο πώς θα μπορέσουμε να ενισχύσουμε τα μεν και να περιορίσουμε τα δε:

«Τώρα που στέρεψαν τα δάνεια, η Ελλάδα θα χρειαστεί να γίνει ανταγωνιστική σε περισσότερους κλάδους. Μπορούν να το πετύχουν αυτό οι μικροεπιχειρήσεις; Δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερο πρόβλημα η μετάβαση σε νέες δραστηριότητες. Η ελληνική πολυέργεια των οικογενειών αυτό σημαίνει. Δεν πρόκειται για οικογένειες που αφοσιώνονται στην ίδια τέχνη από γενιά σε γενιά. Τα παιδιά σπουδάζουν νέα αντικείμενα και οι γονείς τα στηρίζουν. [Όμως:] Τρία είναι τα μεγάλα μειονεκτήματα της μικρής κλίμακας: το κόστος (οικονομίες κλίμακας), ο συντονισμός (κόστος συναλλαγών, οικονομίες φάσματος), και η συνέχεια (καινοτομία, αναβάθμιση, διαδοχή γενεών). Αν το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον αλλάξει για να βοηθήσει τις μικροεπιχειρήσεις να τα αντιμετωπίσουν, τότε ναι, ίσως μπορέσουμε να χτίσουμε μια ανταγωνιστική οικονομία πάνω στη μικρή κλίμακα. Αλλιώς, είτε φτώχεια είτε απότομη συγκέντρωση του κεφαλαίου.» (σελ. 43-44)

Και κλείνει αυτό το πρώτο άρθρο όπως το άνοιξε: ανακοινώνοντας «με λίγα προλεγόμενα» την ημερήσια διάταξη αυτής της μεγάλης συζήτησης, που είναι ταυτόχρονα το πρόγραμμα μιας στρατηγικής διεξόδου από τη σημερινή κρίση.

«Η πολιτική ανάπτυξης θα πετύχει μόνο αν εστιάσει στις οικογενειακές στρατηγικές, στις μικροεπιχειρήσεις, στην προσοδοκρατία και στον καιροσκοπισμό – είτε για να αξιοποιήσει μερικά στοιχεία τους είτε για να τα αλλάξει. Ένα νέο ελληνικό αναπτυξιακό μοντέλο δεν θα μοιάζει με τα επιτυχημένα διεθνώς. Ξεκινάει από άλλες βάσεις, και θα έχει άλλη τροχιά. Ας αποδεχτούμε την ιδιομορφία. Η κοινωνία έχει αναπτύξει ανεπίσημους θεσμούς ευρείας αποδοχής. Τα φροντιστήρια, για παράδειγμα, που δεν κλείνουν ποτέ όταν γίνονται καταλήψεις στα σχολεία. Ή τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Ας σκεφτούμε πώς θα τους αξιοποιήσουμε. […] Οι μικρές μονάδες θα είναι πάντα κρίσιμες σε εμάς. Χρειάζεται να γίνουν εξωστρεφείς, ανταγωνιστικές, να καινοτομούν, να συντονίζονται, να μην επιβαρύνονται από τη δημόσια διοίκηση. Όλα τα συστήματα του Δημοσίου, εκπαιδευτικό, φορολογικό, ασφαλιστικό, έρευνα, υποδομές, πρέπει να υποστηρίξουν αυτούς τους στόχους.» (σελ. 52-53)

4.

Αυτό είναι το «πρόγραμμα» του βιβλίου – και αυτό υπηρετεί η δομή του. Μετά από τον πρόλογο και την εισαγωγή («Θεσμοί και οικονομική ανάλυση»), ακολουθεί η ενότητα «Επιχειρήσεις και νοικοκυριά», η οποία απαρτίζεται από 9 μικρά κεφάλαια: το μεγαλύτερο από αυτά («Νοικοκυραίοι, ραντιέρηδες, καιροσκόποι») καταλαμβάνει 19 σελίδες, το μικρότερο («Τα μικρά αμπέλια») μόλις 8. Στην ενότητα αυτή δίνει με απλά λόγια το περίγραμμα της ελληνικής ιδιομορφίας στο επίπεδο των ιδιωτών. Λύνει το πρόβλημα του πώς θα αποφύγει να κουράσει τον αναγνώστη με στατιστικές βάζοντάς τες όλες σε ένα κεφάλαιο («Επιδόσεις και συγκρίσεις»). Το κεφάλαιο ξεκινά με ένα ανέκδοτο  και περιέχει μόνο στατιστικές, χωρίς άλλο σχολιασμό (και με κάθε άλλο παρά βαρετό αποτέλεσμα).

Τα υπόλοιπα κεφάλαια της ενότητας αυτής φωτίζουν επιλεκτικά ορισμένες γνωστές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας (καθώς και μερικές λιγότερο γνωστές), για να τις εξηγήσουν καλύτερα. Γιατί δεν έχουμε πολλές μεγάλες επιχειρήσεις; Γιατί ακμάζει η εμπορική ναυτιλία (ενώ π.χ. η αμυντική βιομηχανία όχι); Γιατί πολλές επιχειρήσεις δεν τηρούν τους νόμους; Πώς καταλήξαμε να έχουμε «μισή μεσαία τάξη», με πληθώρα ελευθέρων επαγγελματιών και έλλειψη στελεχών επιχειρήσεων; Γιατί η περίπτωση των αμπελιών της Κορινθίας (που ο συγγραφέας γνωρίζει από πρώτο χέρι) είναι καλό παράδειγμα του πώς θα μπορούσε να μοιάζει ένα επιτυχημένο ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης; Γιατί πέτυχε, και γιατί έχει φτάσει τα όριά του το παραδοσιακό μοντέλο τουρισμού  , γιατί η επιτυχία του αυτή δεν μπορεί να επαναληφθεί σε άλλους κλάδους; Γιατί απέτυχαν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί;

Έχοντας ζωγραφίσει με λίγες γρήγορες, επιδέξιες πινελιές το πανόραμα της ελληνικής ιδιομορφίας στο επίπεδο των ιδιωτών, περνά στον επόμενο καμβά του τριπτύχου («Κράτος»). Το εισαγωγικό κεφάλαιο της ενότητας αυτής («Η διοίκηση ως ‘τρόπος παραγωγής’») θα έπρεπε ίσως να χορηγείται σε ενέσιμη μορφή σε όσους – ακόμη και σήμερα – μονοπωλούν τα βραδινά δελτία ειδήσεων, και να διδάσκεται σε όλους τους υπόλοιπους:

«Η διοίκηση που υπάρχει περισσότερο για τον εαυτό της και λιγότερο για να εξυπηρετεί τις δημόσιες πολιτικές κάνει και μια άλλη ζημιά, πολύ πέρα από τους πόρους που απομυζά. Καταργεί την οποιαδήποτε δυνατότητα για πολιτική ρύθμιση πάνω στην ιδιωτική πρωτοβουλία και αφήνει να επικρατήσουν οι πιο άναρχες και αναποτελεσματικές εκφάνσεις της. Γεμίσαμε φροντιστήρια αντί για καλά σχολεία, ιδιωτικά κολλέγια από το παράθυρο αντί για επίσημα πανεπιστήμια με χορηγούς, βιοτεχνιούλες αντί για βιομηχανία, διαγνωστικά κέντρα αντί για σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης. Η αγορά εκδικείται όταν δεν θέλεις να συνομιλήσεις μαζί της συγκροτημένα, ρεαλιστικά, με πρόγραμμα. Οι υπέρμαχοι της δημόσιας διοίκησης και των κοινωνικών υπηρεσιών όπως διαμορφώθηκαν στη μεταπολίτευση είναι οι καλύτεροι σύμμαχοι του επιχειρηματία της αρπαχτής. Για να χτίσουμε μια μεικτή οικονομία με υγιείς επιχειρήσεις και καλές κοινωνικές υπηρεσίες πρέπει να αρχίσουμε από την κατεδάφιση του ιδιότυπου ‘τρόπου παραγωγής’ του ελληνικού κράτους.» (σελ. 152)

Με άλλα λόγια, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι τα παραδοσιακά διλήμματα τύπου «κράτος ή αγορά», πάνω στα οποία χτίστηκαν ολόκληρες πολιτικές ταυτότητες. Το πρόβλημα είναι ότι με αυτό το κράτος μοιραία θα έχουμε αυτή την αγορά. Αν θέλουμε μιαν άλλη αγορά (με δυναμικές επιχειρήσεις, κερδοφόρες και εξαγωγικές, που να δημιουργούν θέσεις εργασίες και να πληρώνουν καλούς μισθούς) θα πρέπει να το πάρουμε απόφαση ότι χρειάζεται να φτιάξουμε ένα άλλο κράτος. Πιο αποτελεσματικό, προφανώς, σε αυτό συμφωνούμε όλοι. Αλλά επίσης λιγότερο κατακερματισμένο, λιγότερο συντεχνιακό, υπηρέτη του γενικού συμφέροντος, συνεπώς ανεξάρτητο από επιμέρους συμφέροντα.

Και συνεχίζει εξηγώντας γιατί παρήκμασαν τα δημόσια σχολεία και τα κρατικά νοσοκομεία («Δημόσιο χωρίς δήμο»), γιατί η φορολογική πολιτική προσκρούει σε περιορισμούς που απορρέουν από τη δομή και την παραγωγικότητα της οικονομίας («Το φορολογητέο και το φορολογήσιμο»), γιατί η πραγματική συναίνεση βρίσκεται σε διάσταση από την επίσημη νομοθεσία και τις διακηρύξεις των κομμάτων («Η σιωπηρή συναίνεση»), γιατί αυτό είναι πρόβλημα.

Ύστερα έρχεται το τρίτο μέρος του τριπτύχου – όπως τουλάχιστον μου φαίνεται (στο βιβλίο το μέρος αυτό απλώνεται σε τρεις μικρές ενότητες, χωρίς αρίθμηση). Εδώ το θέμα είναι πώς οι ανεπίσημοι θεσμοί, δηλ. οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, διαμορφώνονται με βάση το περιβάλλον που διαμορφώνουν οι επίσημοι θεσμοί, δηλ. οι νομικοί κανόνες και οι πρακτικές της δημόσιας διοίκησης, και αντιστρόφως («Αλληλεπιδράσεις»). Πώς όλα αυτά δημιούργησαν ένα παραγωγικό μοντέλο που σήμερα έχει χρεοκοπήσει («Κρίση»). Πώς μπορούμε να βγούμε από την κρίση αλλάζοντας ρότα, στηριγμένοι στις δικές μας δυνάμεις («Μέλλον»).

Δεν σκοπεύω να κάνω περίληψη του βιβλίου στις λίγες σελίδες του περιοδικού. Θα σταθώ σε ένα μόνο σημείο που μου φαίνεται ιδιαίτερα κρίσιμο. Η σχετική ανάλυση φιλοξενείται στο κεφάλαιο που δίνει στο βιβλίο τον τίτλο του, και αφορά ακριβώς το «αόρατο ρήγμα» το οποίο τέμνει εγκαρσίως τις άλλες γνωστές διαχωριστικές γραμμές της κοινωνίας μας, εξηγώντας γιατί (εδώ, τώρα) το ρήγμα αυτό είναι τόσο καθοριστικό:

«Καμιά φορά οι μηχανισμοί της οικονομίας λειτουργούν υπόγεια και δημιουργούν κοινά συμφέροντα και κοινούς κινδύνους για ανθρώπους πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. αυτό έχει συμβεί στην Ελλάδα με όσους βρέθηκαν στην ίδια πλευρά της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες. […] Οι πρώτοι εργάζονται σε δουλειές που επηρεάζονται άμεσα από τον διεθνή ανταγωνισμό, ανήκουν δηλαδή στους ‘διεθνώς εμπορεύσιμους’ κλάδους (tradeables). [Εδώ] ανήκουν σχεδόν όλοι οι κλάδοι της βιομηχανίας και της γεωργίας, γιατί τα προϊόντα τους μπορούν να μεταφερθούν από την Ισπανία ή από την Ινδία και να πουληθούν στην Ελλάδα, και το αντίστροφο. […] Στην ίδια ομάδα βρίσκονται και αρκετά είδη υπηρεσιών: αυτές που παρέχονται διασυνοριακά (αερογραμμές) ή σε παγκόσμια κλίμακα (ποντοπόρος ναυτιλία), αυτές που ανταγωνίζονται για έναν παγκόσμιο κοινό (τουρισμός), καθώς και η πώληση τεχνολογίας σε πολλές μορφές. Η δεύτερη ομάδα δεν ανταγωνίζεται ούτε με ξένους παρόχους ούτε σε ξένες αγορές (‘μη εμπορεύσιμοι’ κλάδοι (non-tradeables). Σ’ αυτήν ανήκουν η δημόσια διοίκηση, οι κοινωνικές υπηρεσίες (παιδεία, υγεία, φροντίδα), οι προσωπικές υπηρεσίες που παρέχονται μόνο από κοντά (π.χ. κομμωτήρια), παρομοίως οι επαγγελματικές (λογιστές, δικηγόροι), η οικοδομή εφόσον απευθύνεται μόνο σε ντόπιους (διαμερίσματα στις πόλεις), οι τράπεζες που ασκούν λιανική τραπεζική, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης αν δεν είναι αγγλόφωνα, το λιανικό εμπόριο αν δεν είναι ηλεκτρονικό, η παροχή ενέργειας, νερού, η τηλεφωνία. Και πολλά άλλα, προφανώς.» (σελ. 196-197)

Το ρήγμα μεταξύ διεθνώς εμπορεύσιμων και μη κλάδων δεν χωρίζει τους καλούς από τους κακούς. «Και στους δύο υπάρχουν μικροί και μεγάλοι, καιροσκόποι και συνεργάσιμοι, τίμιοι και απατεώνες.» Άλλη είναι η διαφορά:

«Στους δύο τομείς κυριαρχούν διαφορετικές νοοτροπίες. […] Η στρατηγική του επιχειρηματία των εμπορεύσιμων κλάδων εστιάζει στα ερωτήματα: Σε ποια αγορά μπορώ να στοχεύσω; Είμαι καλύτερος και φτηνότερος από τον ξένο ανταγωνιστή; Τι αλλαγές πρέπει να κάνω στο προϊόν και στην παραγωγή για να μη μου πάρουν την αγορά; Ακόμα και αν παράγω μόνο για την ελληνική αγορά, πώς θα κρατήσω το κόστος μου σε λογική απόσταση από το εισαγόμενο προϊόν; Ενώ ο επιχειρηματίας των μη εμπορεύσιμων κλάδων εστιάζει σε ερωτήματα όπως: Πόσες άδειες θα δοθούν σε ανταγωνιστές μου; Πόσες μέρες εκπτώσεων θα δοθούν φέτος; Τι περιθώριο κέρδους θα μου ορίσει το Υπουργείο;» (σελ. 198)

Αν τις τελευταίες δεκαετίες το αόρατο ρήγμα μεταξύ εμπορεύσιμων και μη κλάδων βάθυνε, αυτό δεν οφείλεται στην τύχη αλλά σε μια επιλογή – ανομολόγητη, που όμως υπηρετήθηκε με συνέπεια:

«[Το κράτος] έκανε την επιλογή να προστατεύσει, όσο μπορούσε μια σειρά από κλάδους και επαγγέλματα, και να χρησιμοποιήσει τις προσλήψεις στο Δημόσιο για ν’ απορροφήσει την ανεργία, αδιαφορώντας αν οι πολιτικές αυτές επιβάρυναν υπερβολικά τους εμπορεύσιμους κλάδους και τους οδηγούσαν στον αφανισμό, […] [αφιερώνοντας] όλη τη νομοθετική και ρυθμιστική του ενέργεια σε όσα νόμιζε ότι ωφελούν τις μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες. Ώθησε τις επιχειρήσεις και τα πρόσωπα να φύγουν από κάθε τι που αντιμετώπιζε ξένους ανταγωνιστές, προς τον βολικό κόσμο της μονιμότητας και των προστατευμένων επαγγελμάτων.» (σελ. 203)

Η επιλογή αυτή αποδείχθηκε τελικά μοιραία, και για τους μεν και για τους δε:

«Η μόνη άμυνα για τους εμπορεύσιμους κλάδους, όταν δεν έκλειναν ή δεν μετακόμιζαν, ήταν η φοροδιαφυγή, η ελάχιστη επένδυση, η προχειρότητα, η χαμηλή ποιότητα. Η ‘φτηνή ανάπτυξη’ έγινε μονόδρομος για όλες τις απροστάτευτες επιχειρήσεις, εφόσον η αυστηρή ρύθμιση και το ακριβό κράτος δεν τους άφηνε άλλο περιθώριο. Με τον τρόπο αυτό, οι δύο τομείς, αντί να λειτουργούν συμπληρωματικά, μπήκαν σε διαδικασία αλληλοκαταστροφής.» (σελ. 205)

5.

Και τώρα τι κάνουμε;

Τα τελευταία 5 χρόνια χάθηκαν πάνω από 1 εκατομμύριο θέσεις εργασίας. Πού θα βρουν δουλειά όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Με τι εισοδήματα;

Για να είναι βιώσιμη η ανάκαμψη θα πρέπει σύντομα η ελληνική οικονομία να αρχίσει να δημιουργεί εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας κάθε χρόνο, για αρκετά χρόνια.

Ούτε λίγο ούτε πολύ, απαιτείται μαζικός αναπροσανατολισμός (πόρων, προτεραιοτήτων, ανθρώπων). Κάτι τέτοιο δεν είναι ανώδυνο, δεν μπορεί να είναι. Όπως γράφει ο Δοξιάδης:

«Για να ξαναμπεί η οικονομία σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης, 500-800 χιλιάδες άνθρωποι θα πρέπει ν’ αλλάξουν δουλειά σε σύγκριση με ό,τι έκαναν [μέχρι πρόσφατα] – δηλαδή, το 10-15% του εργατικού δυναμικού. Δεν αρκεί ν’ αρχίσουν να δουλεύουν πιο παραγωγικά, πιο έντιμα, πιο έξυπνα, πιο πολύ. Πρέπει να δουλεύουν σε άλλο αντικείμενο. Οι δουλειές που αναγκαστικά θα χαθούν θα είναι στους διεθνώς μη εμπορεύσιμους κλάδους.» (σελ. 271)

Με άλλα λόγια, δεν πρέπει (και δεν μπορούμε) να κάνουμε μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο, ούτε να συνεχίσουμε να προστατεύουμε τα κλειστά επαγγέλματα, ούτε να θρέφουμε με δημόσιο χρήμα και άλλους «εθνικούς προμηθευτές». Η μόνη μας ελπίδα είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες που θα επιτρέψουν σε χιλιάδες επιχειρήσεις να ανθίσουν πουλώντας προϊόντα και υπηρεσίες σε καλές τιμές στις διεθνείς αγορές, και επενδύοντας στους εργαζόμενους.

Πίσω από αυτό τον στόχο, εάν πράγματι τον πάρουμε στα σοβαρά, βρίσκεται ένα ολόκληρο πρόγραμμα δημόσιας πολιτικής: για τη σύνδεση της έρευνας και της εκπαίδευσης με την παραγωγή, για τη ρύθμιση των αγορών, για τη φορολογία, για τη δημόσια διοίκηση – αλλά και για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής, που δεν προσβάλλουν μόνο την απαίτηση για ισονομία, αλλά καθηλώνουν επίσης την οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις.

6.

Εν τω μεταξύ, εξακολουθεί να μας κοστίζει ακριβά η επιλογή του πολιτικού συστήματος να εγκαταλείψει τους κλάδους που αντιμετώπιζαν διεθνή ανταγωνισμό, προστατεύοντας τις επιχειρήσεις και τα επαγγέλματα της ελληνικής εσωστρέφειας. Η επιλογή αυτή δεν είναι πολιτικά ορφανή. Μόνο που η πατρότητά της είναι αρκετά πιο μπερδεμένη από όσο θα προτιμούσαν όσοι ψάχνουν για εύκολες λύσεις:

«Το ρήγμα των δύο τομέων ήταν αόρατο. Δεν ταυτιζόταν με τις γνωστές διαχωριστικές γραμμές της πολιτικής. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ είχαν τα προπύργιά τους σε διαφορετικούς χώρους, αλλά πάντα στις μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες. […] Από τις εμπορεύσιμες δραστηριότητες δεν έβγαιναν θέματα στα δελτία, δεν έμπαιναν εκπρόσωποι στη Βουλή, δεν επηρεαζόταν η εργατική νομοθεσία, και δεν είχαν καμιά ιδιαίτερη στήριξη από το κράτος. [Αντίθετα, ] από τα μη εμπορεύσιμα επαγγέλματα προέρχονταν οι πιο δυναμικές κινητοποιήσεις και οι συνδικαλιστές που γίνονταν βουλευτές, σε όλα τα κόμματα. Ο τομέας χωρούσε και την αριστερά και τη δεξιά, προσλήψεις στο Δημόσιο και ιδιωτικά κέρδη.» (σελ. 205)

«Χωρούσε επίσης και τους λαϊκιστές και τους εκσυγχρονιστές», γράφει ο Δοξιάδης το 2013, επιστρέφοντας στο θέμα του «Παμφλέτιου για τον πασοκικό εκσυγχρονισμό» του 2003, το Samizdat το οποίο υπαινίχθηκα στην αρχή του άρθρου. Πρόκειται για την γονιμότερη κριτική ανάλυση των ζητημάτων που δεν αντιμετωπίστηκαν κατά την (επιτυχημένη, παρόλα αυτά) οκταετία Σημίτη, τα οποία μετά κακοφόρμισαν, και τελικά οδήγησαν στη χρεωκοπία του 2010. Μεγάλη συζήτηση, και άβολη για πολλούς, όπως δεν διστάζει να παραδεχθεί ο ίδιος ο συγγραφέας τώρα, αναγνωρίζοντας ότι οι ελπίδες που είχε επενδύσει τότε στην επερχόμενη κυβέρνηση ΝΔ (ακόμη και μόνο με την έννοια των ευεργετικών συνεπειών της εναλλαγής στην εξουσία) απεδείχθησαν φρούδες. Η ομάδα των εκσυγχρονιστών «με τα ικανά και κοσμογυρισμένα στελέχη» όντως «δεν βοήθησε να δημιουργηθεί το είδος των επιχειρήσεων που μας λείπει». Αλλά εκείνη που την διαδέχθηκε ήταν δίχως άλλο η χειρότερη της μεταπολίτευσης.

7.

Μια και το έφερε η κουβέντα, ας σημειώσουμε ότι το βιβλίο κλείνει με ένα απόσπασμα ενός μυθιστορήματος , από την πέννα του πιο κοσμογυρισμένου ίσως από όλους τους εκσυγχρονιστές: του Νίκου Θέμελη, αυτού του ακέραιου και γοητευτικού ανθρώπου που έφυγε νωρίς, και που τόσο μας έχει λείψει όλα αυτά τα χρόνια. Όπως γράφει ο Δοξιάδης:

«Από εδώ και πέρα θα είναι αναγκαία η γνώση και η επιμονή του [Νικολή-εφέντη]: να ξέρεις γαλλικά, λογιστικά, ‘τη ζωή της ελιάς απ’ τον καρπό της μέχρι που θα φορτωθεί λάδι σε βαρέλια για να πάει σ’ άλλα λιμάνια’. Ακόμα καλύτερα, να έχεις συνεργάτες που στηρίζεις και εμπιστεύεσαι, που τα ξέρουν κι αυτοί.» (σελ. 300-301)

Στο δικό του καλό βιβλίο , ο Τάσος Γιαννίτσης έγραφε ότι χρειαζόμαστε ένα νέο αφήγημα – διευκρινίζοντας: «Όχι ‘αφήγημα’ με την έννοια του παραμυθιάσματος, όπως το γνώρισε [η χώρα] σε διάφορες φάσεις του πρόσφατος παρελθόντος της. Το αφήγημα αυτό πρέπει να είναι δημοκρατικό, να οδηγεί στην ανακατάκτηση του δημόσιου χώρου και του συλλογικού συμφέροντος, να κινητοποιεί μαζικές δυνάμεις προς την κατεύθυνση της συγκρότησης μιας εθνικής δύναμης, να ανατρέψει εκείνα τα δόγματα, τις ιδεοληψίες και τα ‘ψεύτικα τα λόγια, τα μεγάλα’ που μετέτρεψαν την Ελλάδα σε επαρχιακό παραμάγαζο των Βαλκανίων.»

Το αφήγημα που χρειαζόμαστε δεν μπορεί ασφαλώς να βγει έτοιμο από το κεφάλι ενός μόνο ανθρώπου. Θα είναι συλλογικό, και – θα πρόσθετα – πολυφωνικό. Θα το συνθέτουν πολλά διαφορετικά μοτίβα. Αλλά το θέμα του θα είναι αναγνωρίσιμο: πώς η Ελλάδα, από προβληματική χώρα, θα μετατραπεί σε τόπο δουλειάς και προκοπής, δικαιοσύνης και δημιουργίας. Ας δούμε τι έχει να συνεισφέρει σε αυτό το αφήγημα ο Αρίστος Δοξιάδης:

«Έχουμε τη φύση και τα πολιτιστικά αγαθά που μας άφησαν οι παλαιότεροι. Έχουμε τις ελπίδες που μας ενστάλαξε η ταυτόχρονα ανοιχτή και προστατευτική ελληνική οικογένεια. Έχουμε τους επίμονους εμπειροτέχνες στα χωράφια, στα εργαστήρια, στα σχολεία. Έχουμε συμπατριώτες που ταξιδεύουν πολύ και άλλους που κατοικούν σε σημαντικά παγκόσμια κέντρα. Έχουμε την εμπορικότητα και την ευελιξία. Και έχουμε την ανάγκη να ξεκινήσουμε πάλι, σχεδόν από το μηδέν. Θα τα καταφέρουμε.» (σελ. 301)

Δεν μας μένει παρά να ευχηθούμε ότι ξέρει για τι πράγμα μιλάει. Ή, ακόμη καλύτερα, να κάνουμε αυτό που αναλογεί στον καθένα μας, για να δικαιώσουμε την αισιοδοξία του.