1 Μαΐου 2012

Το νέο κοινωνικό ζήτημα, το Μνημόνιο, και ο ρόλος της Δημοκρατικής Αριστεράς

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Τρίτη 1 Μαΐου 2012).


1. Το κοινωνικό κράτος θύμα της κρίσης;
 

Ένας από τους δημοφιλέστερους μύθους που πλανώνται στη δημόσια συζήτηση παρουσιάζει το κοινωνικό κράτος ως απλό θύμα της κρίσης. Η πραγματικότητα – όπως συχνά συμβαίνει – είναι κάπως πιο μπερδεμένη.
 

Παρά τη φιλολογία για «συρρίκνωση του κοινωνικού κράτους διεθνούς», στην Ευρωπαϊκή Ένωση η κοινωνική δαπάνη αυξήθηκε εν μέσω κρίσης, από 27% του ΑΕΠ το 2008 σε 30% το 2010. Βλέπετε, το ευρωπαϊκό κοινωνικό κράτος μπορεί να έχει διάφορα προβλήματα, αλλά τη βασική δουλειά του την κάνει καλά. Λειτουργεί με αυτοματισμούς: καθώς λόγω ανεργίας ή μείωσης μισθών τα εισοδήματα των ατόμων και των οικογενειών πέφτουν, τα κοινωνικά επιδόματα τα συμπληρώνουν (ιδίως τα χαμηλότερα). Τίθεται δηλ. σε λειτουργία ένα «κοινωνικό αμορτισέρ» που απορροφά εν μέρει τους κραδασμούς – ή, αν προτιμάτε, ένα δίχτυ ασφαλείας που επιτρέπει στα θύματα της κρίσης να πέσουν στα μαλακά (σχετικά πάντοτε).
 
Στην Ελλάδα, όπως δείχνουν οι πρωτοφανείς εικόνες ανέχειας και στέρησης που βλέπουμε με τα μάτια μας καθημερινά, κάτι τέτοιο δεν συνέβη. Ούτε μπορούσε να συμβεί. Το σύστημα κοινωνικής προστασίας δεν έκανε για μια τέτοια δουλειά: ήταν ανέτοιμο και ακατάλληλο για την αντιμετώπιση των κοινωνικών συνεπειών της κρίσης. Έκανε βέβαια (και κάνει) άλλες δουλειές. Μπορεί να μην προστάτευε τους φτωχούς και τους άνεργους, αλλά υποστήριζε τις συντάξεις και την περίθαλψη εύπορων ομάδων με καλές διασυνδέσεις. Αναδιένεμε πόρους και δικαιώματα, αλλά από την ανάποδη: από τα χαμηλά εισοδήματα στα υψηλότερα.
Θα πω σε λίγο ποιο κατά τη γνώμη μου είναι το πρόβλημα. Πρώτα, όμως, να πω ποιο δεν είναι το πρόβλημα. Η κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα έχει πάρα πολλές αδυναμίες, κάτι όμως από το οποίο σίγουρα δεν πάσχει είναι η έλλειψη πόρων. Η κοινωνική δαπάνη την τελευταία δεκαετία συνέκλινε προς τον Ευρωπαϊκό μ.ό. Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες εκτιμήσεις, το 2009 (δηλ. τις παραμονές της σημερινής κρίσης) έφτασε το 29% του ΑΕΠ, στέλνοντας την Ελλάδα στις πρώτες θέσεις της βαθμολογίας όσον αφορά τη δαπάνη. Συνεπώς, ο λόγος που το σύστημα κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας δείχνει ανήμπορο να αντιμετωπίσει τις κοινωνικές συνέπειες της κρίσης δεν είναι ότι είναι «φτωχό». Κάθε άλλο.

 
Τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα όσον αφορά τη δαπάνη για συντάξεις. Όχι μόνο αυτή είχε ήδη φτάσει στο 14% του ΑΕΠ (περίπου 2% πάνω από τον Ευρωπαϊκό μ.ό.) το 2009, αλλά προβλεπόταν τις επόμενες δεκαετίες να ανεβεί σε εξωφρενικά επίπεδα, της τάξης του 25% του ΑΕΠ. Στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου η αντίστοιχη δαπάνη επίσης υπολογιζόταν ότι θα αυξηθεί, πλησιάζοντας το 15% του ΑΕΠ (όχι 25%), επικρατούσε προβληματισμός: μια αύξηση έστω κατά 1-2% του ΑΕΠ δεν είναι παίξε-γέλασε, από κάπου πρέπει να βρεθούν οι πρόσθετοι πόροι. Εδώ σε εμάς, επικρατούσε ο απόλυτος εφησυχασμός: για τους περισσότερους η ασφαλιστική μεταρρύθμιση δεν ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει για να αποκατασταθεί η ισονομία των πολιτών και για να μην καταρρεύσει το σύστημα, ήταν μια ακόμη παράλογη απαίτηση των ξένων που θέλουν το κακό μας. Αλλά ο λαός δεν μάσησε: κατέβηκε στους δρόμους για να ματαιώσει τη μεταρρύθμιση Γιαννίτση, που προέβλεπε (αν είναι δυνατόν!) ότι όλες οι συντάξεις θα υπολογίζονται με τον τρόπο που χρησιμοποιεί το ΙΚΑ, και τα κατάφερε.
 

Υπήρχε ένα πρόβλημα όμως. Η επόμενη 40ετία, όταν η χώρα μας θα έπρεπε να βρει πόρους της τάξης του ¼ του εθνικού εισοδήματος μόνο και μόνο για να πληρώνει συντάξεις (πράγμα απολύτως ανέφικτο αλλά και ανεπιθύμητο), δεν είναι απλώς η εποχή που τα παιδιά μου, και τα παιδιά πολλών άλλων, θα βγουν στη σύνταξη. Είναι επίσης η εποχή που θα λήξουν πολλά από τα κρατικά ομόλογα που εκδώσαμε για να δανειστούμε, ώστε να διατηρήσουμε ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο για τον εαυτό μας. Αυτό δεν φαινόταν να μας ανησυχεί ιδιαίτερα. Ανησύχησε όμως, και πολύ μάλιστα, όσους μας δάνειζαν, ευελπιστώντας ότι κάποτε θα πάρουν πίσω τα χρήματα που μας δάνεισαν. Αυτή τη μικρή λεπτομέρεια δεν την είχαμε υπολογίσει. Την υπολόγισαν όμως οι επάρατες αγορές. Με αυτή την έννοια, το κοινωνικό κράτος συνέβαλε στην κρίση: ήταν και θύτης, όχι μόνο θύμα.

2. Το Μνημόνιο ισοπεδώνει το κοινωνικό κράτος;
 

Με αυτά και με αυτά, φτάσαμε στο Μνημόνιο. Ένα από τα πρώτα μέτρα που μας επέβαλε η τρόικα ήταν η ασφαλιστική μεταρρύθμιση – κάτι δηλ. που έπρεπε να είχαμε εφαρμόσει μόνοι μας εδώ και δύο τουλάχιστον δεκαετίες. Ώστε να έχουμε ένα σύστημα συντάξεων πιο δίκαιο και πιο βιώσιμο (που είναι τελικά το ίδιο πράγμα, αφού τα θηριώδη ελλείμματα παραβιάζουν το κοινωνικό συμβόλαιο σε βάρος της γενιάς που δεν εκπροσωπείται, δηλ. σε βάρος της γενιάς των παιδιών μας).
 
Όμως, στον ασφαλιστικό νόμο του Ιουλίου 2010 παίχτηκε η πρώτη πράξη μιας φαρσοκωμωδίας, η οποία έκτοτε επαναλαμβάνεται συστηματικά. Εμφανιζόμενη ως ηρωικά μαχόμενη υπέρ των εθνικών συμφερόντων, παίζοντας δηλ. σκληρό κατενάτσιο εναντίον της τρόικας, η τότε κυβέρνηση έδωσε (και δυστυχώς κέρδισε!) μια σειρά από μάχες – όλες υπέρ των συνήθων υπόπτων: μηχανικοί, δικηγόροι, γιατροί, εργαζόμενοι στη ΔΕΗ, δημοσιογράφοι, υπάλληλοι της ΤτΕ, βουλευτές, κληρικοί, ένστολοι κτλ. κτλ. – όλες δηλ. οι «ευπαθείς» ομάδες - κατάφεραν τελικά να μείνουν εκτός νέου ασφαλιστικού.

 
Ακόμη δηλ. και τη στιγμή που γινόταν φανερό ότι το μεταπολιτευτικό μοντέλο (αυτό το μοντέλο της πολιτικής που παράγει ελλείμματα εξυπηρετώντας πελάτες) είχε πλέον φάει τα ψωμιά του, φέρνοντάς μας όλους στο χείλος του γκρεμού, η κυβέρνηση – αλλά εδώ που τα λέμε και η αντιπολίτευση, και τα συνδικάτα, και τα κανάλια κτλ. κτλ. – συνέχιζαν το ίδιο βιολί. Το μόνο, άλλωστε, βιολί που ξέρουν.

 
Σήμερα, δύο σχεδόν χρόνια μετά, που τα πράγματα έχουν χειροτερέψει και άλλο, βλέπουμε πού οδηγεί η προσκόλληση στο λαϊκισμό και στο πελατειακό σύστημα. Τα βάρη της κρίσης κατανέμονται άδικα. Η αναπόφευκτη λιτότητα πλήττει περισσότερο όσους έχουν λιγότερη ισχύ: τους φτωχούς, τους ανέργους, τους νέους.

 
Λιγότεροι από χίλιοι μακροχρόνια άνεργοι θα πάρουν το σχετικό επίδομα αξίας €200 επί 12 μήνες. Οι υπόλοιποι (560+ χιλιάδες) δεν έχουν να περιμένουν απολύτως τίποτε από το κράτος. Ένα στα 4 παιδιά ζει σε συνθήκες σχετικής φτώχειας. Τα μισά περίπου θα πάρουν ένα επίδομα €8 ή €25 το μήνα, τα άλλα μισά απολύτως τίποτε. Δεν έχουμε ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (23 χώρες της ΕΕ έχουν σε εθνικό επίπεδο, οι άλλες 2 σε τοπικό), και έτσι δεν υπάρχει τίποτε που να εμποδίζει τα θύματα της κρίσης όταν είναι πολύ άτυχα να πέσουν στην πιο απόλυτη φτώχεια.

 
Την ίδια στιγμή βέβαια βρίσκουμε €605 εκατομμύρια το χρόνο ώστε να συνεχίσουν οι εργαζόμενοι της ΔΕΗ να συνταξιοδοτούνται σε νεώτερη ηλικία από ό,τι π.χ. ένας 48χρονος πανεπιστημιακός (και με καλύτερη σύνταξη από ό,τι ο μισθός του). Ας είναι καλά ο κ. Βενιζέλος που φρόντισε το θέμα τους. Και ας είναι καλά ο κ. Λοβέρδος που τους άφησε εκτός ασφαλιστικού της τρόικας.

3. Πώς θα απαλλαγούμε από το Μνημόνιο;
 

Ήταν όλα αυτά αναπόφευκτα; Και: μπορεί να γίνει κάτι σήμερα;
 

Όχι, δεν ήταν αναπόφευκτα. Και ναι, μπορεί να γίνει κάτι σήμερα.
 

Δεν ήταν αναπόφευκτα, επειδή κανείς δεν μας εμπόδισε το Μάιο του 2010 (ούτε τώρα μας εμποδίζει) να εφαρμόσουμε αντί για το επάρατο Μνημόνιο ένα δικό μας πρόγραμμα δημοσιονομικής εξυγίανσης, το οποίο να μειώνει τα ελλείμματα όσο και το Μνημόνιο, αλλά με δικαιότερο τρόπο. Δεν το κάναμε επειδή δεν μπορέσαμε, δηλ. επειδή δεν θελήσαμε. Ποιος, αλήθεια, μας εμπόδισε να μειώσουμε τη φοροδιαφυγή, αντί να βάζουμε νέους φόρους που βαθαίνουν την ύφεση; Ποιος μας εμπόδισε να περιορίσουμε τα έξοδα μισθοδοσίας στο δημόσιο και στις ΔΕΚΟ εφαρμόζοντας την εφεδρεία από τους αργόμισθους, από όσους αποδεδειγμένα εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς, από όσους καλύπτουν άχρηστες θέσεις, από όσους προσελήφθησαν εκτός ΑΣΕΠ κ.ο.κ.; Η τρόικα πάντως όχι.
 
Ο λόγος που οι περικοπές είναι οριζόντιες, και αγριότερες από όσο ήταν αναγκαίο, δεν είναι «η αναλγησία της τρόικας». Είναι η ανικανότητα του πολιτικού συστήματος να εξυγιάνει τη δημόσια διοίκηση, την οικονομία (και, φυσικά, την πολιτική), μέσω δραστικών και δίκαιων μεταρρυθμίσεων. Αυτό, άλλωστε, είναι και το πραγματικό δίλημμα των εκλογών της 6ης Μαΐου: όχι αντιμνημονιακοί εναντίον μνημονιακών, αλλά μεταρρυθμιστές εναντίον αντι-μεταρρυθμιστών.

 
Θα μου πείτε: «δηλ. καλό είναι το Μνημόνιο;». Όχι, καλό δεν είναι (όλο). Κρίσιμες πλευρές του διαπνέονται από μια υπερ-φιλελεύθερη αντίληψη που δύσκολα θα αποδώσει. Για παράδειγμα, η στρατηγική της «εσωτερικής υποτίμησης» είναι μια εύλογη απάντηση στο πώς θα ανακτήσουμε την ανταγωνιστικότητά μας επιλέγοντας να μην χρεωκοπήσουμε ατάκτως (και ευτυχώς), χωρίς δηλ. να επιστρέψουμε στη δραχμή. Η λογική της «εσωτερικής υποτίμησης» είναι απλή. Εάν οι μισθοί πέσουν κατά χ%, και οι τιμές επίσης κατά χ%, τότε οι εργαζόμενοι δεν θα υποστούν (σημαντική) μείωση του εισοδήματός τους σε πραγματικούς όρους, τα ελληνικά προϊόντα θα συμφέρουν περισσότερο, οι εξαγωγές θα αυξηθούν, η ανεργία θα μειωθεί, η φορολογική βάση θα διευρυνθεί κ.ο.κ. Με άλλα λόγια, και το έλλειμμα του προϋπολογισμού και το εξωτερικό έλλειμμα θα μειωθούν ταυτόχρονα. Υπό έναν κρίσιμο όρο όμως: ότι οι τιμές θα πέσουν όσο και οι μισθοί. Αυτό δεν έχει συμβεί μέχρι τώρα, και μπορεί να μην συμβεί ποτέ. Ο λόγος είναι ότι πολλοί εργοδότες είναι μυωπικοί και προσκολλημένοι στο πατροπαράδοτο μοντέλο της «επιχειρηματικότητας της αρπαχτής». Σε τέτοιες συνθήκες, η «εσωτερική υποτίμηση» δεν αποδίδει. Η μόνη συνέπεια της μείωσης των μισθών είναι η μεταβολή του συσχετισμού ισχύος σε βάρος των εργαζομένων. Αυτό είναι κακό για τους ίδιους, είναι κακό για την κοινωνία (αφού οι ανισότητες υπονομεύουν την κοινωνική συνοχή), ενώ είναι κακό και για την οικονομία (αφού με εξαθλιωμένους εργαζόμενους δεν υπάρχει βιώσιμη ανάπτυξη).

 
Επί πλέον, διαβάζουμε ότι το Μνημόνιο ΙΙ προβλέπει δραστική μείωση της δημόσιας δαπάνης σε 41% του ΑΕΠ (από 50%) προς το τέλος αυτής της δεκαετίας. Θα μπορέσουμε να βελτιώσουμε τη στάθμη των δημοσίων υπηρεσιών παρά μια τέτοια μείωση; Ίσως ναι. Εάν όμως δεν τα καταφέρουμε, αυτό θα ήταν μια ήττα για όσους (όπως π.χ. ο γράφων) προτιμούν να ζουν σε μια χώρα με ισχυρό και αποτελεσματικό σύστημα κοινωνικής προστασίας, με δημόσια νοσοκομεία και δημόσια σχολεία υψηλής ποιότητας, με δημόσιους σιδηροδρόμους (που όμως να μην χρειάζονται επιδότηση 1 εκατομμυρίου ευρώ την ημέρα) κ.ο.κ.

 
Όλα αυτά δεν φροντίσαμε να τα φτιάξουμε την εποχή των παχιών αγελάδων (τότε που δεν υπήρχε τρόικα). Και τώρα, την εποχή των ισχνών αγελάδων, κινδυνεύουμε να μην τα αποκτήσουμε ποτέ. Όχι όμως επειδή δεν θα μας αφήσει η τρόικα. Καμιά τρόικα δεν εμποδίζει π.χ. τη Δανία, που όλα αυτά τα έχει ήδη, να τα χρηματοδοτεί με 58% του ΑΕΠ. Και αυτό επειδή πριν την κρίση ο κρατικός προϋπολογισμός της είχε για αρκετά χρόνια πλεόνασμα από 3% έως 5% (όχι έλλειμμα 15%, όπως ο δικός μας). Και το δημόσιο χρέος της είναι τώρα 27% του ΑΕΠ (όχι 160% όπως το δικό μας).

 
Θέλω να πω ότι όσες ευρωπαϊκές χώρες καταφέρνουν να χρηματοδοτούν όλα αυτά τα ωραία πράγματα (σχολεία, νοσοκομεία, τραίνα κτλ.) από φόρους, και όχι με δανεισμό, δεν εκτίθενται στα καπρίτσια των αγορών και δεν έχουν κανέναν πάνω από το κεφάλι τους να τους λέει τι μέτρα πρέπει να πάρουν. Αντίθετα: οι διεθνείς οργανισμοί τους δίνουν εύσημα. Από την άλλη, εμείς κινδυνεύουμε να γίνουμε Μπανανία: μια χώρα το Κοινοβούλιο της οποίας απλώς εγκρίνει τα μέτρα που κάποιοι άλλοι αποφάσισαν κάπου αλλού.

 
Πώς όμως θα πάψουμε να είμαστε Μπανανία; Μήπως με τη θλιβερή επίδειξη πληγωμένου εθνικού εγωισμού, όπως κάνουν ο κ. Καμμένος με τον κ. Τσίπρα (και, εδώ που τα λέμε, έκαναν μέχρι πριν λίγους μήνες ο κ. Σαμαράς με τον κ. Βενιζέλο); Όχι βέβαια. Ο μοναδικός λόγος που σήμερα έχουμε χάσει ένα τμήμα της εθνικής μας ανεξαρτησίας είναι ότι βρεθήκαμε υπερχρεωμένοι και ελλειμματικοί. Άρα δεν πρόκειται να την επανακτήσουμε εάν πρώτα δεν μειώσουμε ριζικά τα ελλείμματα, με δραστικές και δίκαιες μεταρρυθμίσεις για την εξυγίανση του κράτους και της οικονομίας. Η μείωση των ελλειμμάτων είναι η μόνη αληθινά πατριωτική πολιτική σήμερα (και η μόνη αληθινά αριστερή επίσης).

4. Τι να κάνουμε;
 

Αυτό με φέρνει στο τελευταίο ερώτημα: τι μπορεί να γίνει σήμερα;
 

Πολλά μπορούν να γίνουν. Κάποια τα ανέφερα ήδη. Επιγραμματικά, θα έλεγα ότι οι προτεραιότητες είναι οι εξής.
 

Σε ό,τι αφορά την κοινωνική πολιτική:
·       Ενδυνάμωση του κοινωνικού διχτυού ασφαλείας. Επίδομα ανεργίας σε μη ανταποδοτική βάση για όλους τους ανέργους με αποδεδειγμένα χαμηλό εισόδημα. Ενιαίο επίδομα παιδιού για όλες τις οικογένειες με παιδιά, ιδίως τις φτωχότερες. Επίδομα κατοικίας για όλους τους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος. Ενιαίο επίδομα αναπηρίας. Σχολικά γεύματα στα δημόσια σχολεία, ιδίως για τους φτωχότερους μαθητές. Προσεκτικός σχεδιασμός και πειραματική εφαρμογή ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για την εξάλειψη της ακραίας φτώχειας.
·       Ενίσχυση των κοινωνικών υπηρεσιών. Αναδιοργάνωση του δικτύου βρεφονηπιακών και παιδικών σταθμών σε κάθε δήμο της χώρας, ώστε να είναι διαθέσιμοι σε όλες τις οικογένειες που τους χρειάζονται. Αναβάθμιση των δομών προστασίας ηλικιωμένων και ατόμων με αναπηρίες. Συστηματική υποστήριξη του προγράμματος «Βοήθεια στο σπίτι».
·       Ολοκλήρωση της ασφαλιστικής μεταρρύθμισης. Πλήρης ενοποίηση του συστήματος συντάξεων μέσω της άμεσης ένταξης στο καθεστώς του Ν3863/2010 όλων των κατηγοριών ασφαλισμένων, με τους ίδιους ακριβώς όρους χωρίς καμμία εξαίρεση. Αναμόρφωση σε ανταποδοτική βάση των επικουρικών συντάξεων και του εφάπαξ. Το σύνολο της κρατικής χρηματοδότησης στη χρηματοδότηση της βασικής σύνταξης (από το 2015). Σταδιακή κατάργηση μέχρι τότε όλων των ενισχύσεων (κρατικών επιχορηγήσεων και κοινωνικών πόρων) στα ταμεία.
 

Σε ό,τι αφορά την ευρύτερη δημόσια πολιτική:
·       Αποκατάσταση της νομιμότητας παντού – αρχίζοντας από την ασυδοσία των ισχυροτέρων.
·       Δίκαιη κατανομή των βαρών και προστασία των πιο αδύναμων από τα θύματα της κρίσης.
·       Μηδενική ανοχή στην φοροδιαφυγή και στη φοροκλοπή.
·       Δραστικός περιορισμός του κόστους της πολιτικής.
·       Αναμόρφωση των δημόσιων υπηρεσιών με διαφάνεια, λογοδοσία και αξιοκρατία.
·       Προετοιμασία της ανάπτυξης με σταθερούς και δίκαιους κανόνες.
·       Για μια οικονομία που ανταμείβει την υγιή επιχειρηματικότητα, επενδύει στους εργαζόμενους και σέβεται το περιβάλλον.
·       Σε μια κοινωνία αλληλεγγύης και ευθύνης, όπου οι κανόνες της κοινής συμβίωσης γίνονται σεβαστοί από όλους.
 

Είμαι πεισμένος ότι τα παραπάνω είναι στο χέρι μας. Αρκεί να πάψουμε να κυνηγάμε φαντάσματα. Αρκεί να το πάρουμε απόφαση ότι πρέπει να νοικοκυρέψουμε το σπίτι μας – όχι επειδή μας το λέει η τρόικα, αλλά για να μπορέσουν τα παιδιά μας να ζήσουν σε μια χώρα προκοπής και δημιουργίας, με περισσότερες ευκαιρίες και λιγότερες ανισότητες, μια χώρα όπου θα θέλουν να μεγαλώνουν τα δικά τους παιδιά.
 

Έχουμε αργήσει απελπιστικά πολύ. Αλλά ας κινηθούμε προς τα εκεί, έστω και τώρα. Οι εκλογές μπορεί να είναι μια καλή αρχή.