30 Ιανουαρίου 2014

Ποια Ελλάδα μετά την κρίση;

Ομιλία στην εκδήλωση της Προοδευτικής Συμμαχίας Σοσιαλιστών και Δημοκρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με θέμα «Η διαχείριση της κρίσης στην Ελλάδα και στην Ευρώπη: αποτελέσματα, αβεβαιότητες, προοπτικές» (Βρυξέλλες, Τετάρτη 29 Ιανουαρίου 2014). Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice», καθώς και στον διαδικτυακό τόπο του περιοδικού «Μεταρρύθμιση» (Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014).

1.
Όλες οι κρίσεις, ακόμη και οι πιο οδυνηρές, κάποτε τελειώνουν (μερικές φορές από καθαρή εξάντληση). Φαίνεται ότι αυτό πρόκειται να συμβεί και στη δική μας περίπτωση. Το 2014 ο ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι κοντά στο 0%. Αφορμή για θριαμβολογία; Σίγουρα όχι. Αλλά μετά από 6 συνεχή έτη σωρευτικής μείωσης του εθνικού εισοδήματος της τάξης του 23%, το 0% είναι ένα είδος προόδου. Όλα δείχνουν ότι σύντομα τα χειρότερα θα είναι πίσω μας. Η στιγμή είναι κατάλληλη για έναν απολογισμό. Και για έναν αναπροσανατολισμό. Τι ακριβώς μας συνέβη τα τελευταία χρόνια, πού βρισκόμαστε τώρα, προς τα πού πάμε, προς τα πού πρέπει να πάμε.

Το θέμα ασφαλώς δεν εξαντλείται σε μια εκδήλωση, ή  χωρίς να εξαντληθεί το ακροατήριο, ούτε πολύ περισσότερο στα 10’ της ομιλίας μου. Θα μείνω στα βασικά.

1.
Ας ξεκινήσω από αυτό που μου φαίνεται το κρισιμότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε. Τα τελευταία χρόνια η χώρα μας έγινε πιο άνιση και φτωχότερη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της ομάδας μας στο πανεπιστήμιο, το 2013 14% των συμπολιτών μας είχαν τόσο χαμηλό εισόδημα που δεν ήταν σε θέση να αγοράσουν ένα βασικό καλάθι αναγκαίων αγαθών χωρίς να ανατρέξουν σε αποταμιεύσεις του παρελθόντος, ή να δανειστούν, ή να αφήσουν απλήρωτους λογαριασμούς. Το 2009 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 2%.

Ποιοι είναι οι μεγάλοι χαμένοι της κρίσης; Όχι αυτοί που διαμαρτύρονται (εργαζόμενοι Δημοσίου και ΔΕΚΟ, αγρότες, δικαστές, ένστολοι κτλ). Αλλά αυτοί που προσπαθούν να επιβιώσουν χωρίς δουλειά, χωρίς επίδομα, συχνά χωρίς περίθαλψη (οικογένειες ανέργων, συχνά με παιδιά, που ζουν στις πόλεις). Αυτό είναι το «νέο κοινωνικό ζήτημα». Η διαιώνιση του δεν υπονομεύει μόνο την κοινωνική συνοχή, αλλά επίσης την πολιτική σταθερότητα και τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης.

Πράγματι, ακόμη και με τα καλύτερα σενάρια για την οικονομία, η υψηλή ανεργία και η μεγάλη φτώχεια θα είναι μαζί μας για καιρό. Εάν δεν κάνουμε αυτό που πρέπει σήμερα, τα φτωχά παιδιά που σήμερα πηγαίνουν πεινασμένα στο σχολείο αύριο θα μένουν πίσω στα μαθήματα και μεθαύριο θα ψάχνουν για δουλειά χωρίς να έχουν προσόντα – έτσι θα είναι άνεργοι ή χαμηλόμισθοι, και θα παραμένουν φτωχοί, οι ίδιοι και τα παιδιά τους. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο, που κάπως πρέπει να σπάσει.

Το πώς θα σπάσει είναι δύσκολο ερώτημα. Πάντως απαντήσεις υπάρχουν. Απλώς πρόκειται για μια συζήτηση που δεν φαίνεται να ενδιαφέρει πολλούς. Ίσως επειδή οι πολλοί νομίζουν ότι η φτώχεια είναι το αναγκαίο τίμημα της δημοσιονομικής εξυγίανσης, και πολλοί άλλοι ότι για να αντιμετωπιστεί η φτώχεια θα πρέπει πρώτα να εξεγερθούμε μαζικά κατά της δημοσιονομικής εξυγίανσης. Και οι μεν και οι δε κάνουν τραγικό λάθος – και το λάθος αυτό, παρά τη ρητορική (και ίσως τις προθέσεις), το πληρώνουν οι φτωχοί, οι άνεργοι, οι νέοι.

2.
Μεταξύ 2008q2 και 2013q2 χάθηκαν 950 χιλιάδες θέσεις εργασίας: 400+ χιλιάδες σε ηλικίες κάτω των 30, άλλες 350+ χιλιάδες στην ομάδα 30-44 ετών. Σχεδόν τα 2/3 άνδρες, αλλά οι γυναίκες είχαν ήδη χαμηλά ποσοστά απασχόλησης (που τώρα είναι ακόμη χαμηλότερα).

Πού θα βρουν δουλειά όλοι αυτοί οι άνθρωποι; Με τι εισοδήματα; Εάν σύντομα η ελληνική οικονομία δεν αρχίσει να δημιουργεί εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας κάθε χρόνο, τότε η ανάκαμψη δεν θα είναι βιώσιμη (και το «νέο κοινωνικό ζήτημα» θα επιδεινώνεται διαρκώς και αυτό).

Παρακολουθώ με δυσπιστία τη συζήτηση για το «αναπτυξιακό σχέδιο» που χρειάζεται η χώρα. Ίσως επειδή είδα πού κατέληξαν προηγούμενα τέτοια σχέδια: στην κατασπατάληση τεράστιων κονδυλίων (ως επί το πλείστον κοινοτικής προέλευσης).

Δεν εννοώ ότι το πρόβλημα θα το λύσει η αγορά, ούτε ότι το μόνο που μπορεί να κάνει το κράτος είναι να μειώσει τους φόρους. Πιστεύω το αντίθετο: ότι η δημόσια πολιτική μπορεί να παίξει σπουδαίο ρόλο στην αναπτυξιακή απογείωση της χώρας: υπό τον όρο όμως ότι θα κινηθεί εντελώς διαφορετικά από ό,τι μέχρι σήμερα.

Πώς ακριβώς; Είπε μερικά πράγματα ο Τάσος Γιαννίτσης, και έχει πολύ γράψει περισσότερα στο εξαιρετικό βιβλίο του. Άλλες πολύτιμες ιδέες έχουν διατυπωθεί από άλλους (π.χ. από τον Αρίστο Δοξιάδη, στο επίσης εξαιρετικό δικό του βιβλίο). Θα προσθέσω μόνο μια σκέψη.

Δεν μπορούμε να κάνουμε μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο, και δεν πρέπει – αν και μια λελογισμένη μεταφορά πόρων και θέσεων εργασίας από οργανισμούς χωρίς αντικείμενο σε επιλεγμένους κλάδους του δημοσίου (όπως είναι η φροντίδα παιδιών) θα ήταν καλή ιδέα. Η μόνη μας ελπίδα είναι να ανθίσουν – και μετά να προκόψουν – χιλιάδες επιχειρήσεις, που να είναι κερδοφόρες, να πωλούν σε καλές τιμές προϊόντα και υπηρεσίες (ει δυνατόν στη διεθνείς αγορές), να δημιουργούν θέσεις εργασίες, να πληρώνουν καλούς μισθούς.

Η δουλειά της πολιτικής δεν είναι να μαντέψει σε ποιους τομείς θα συμβεί αυτό. Είναι να φροντίσει η Ελλάδα να γίνει μια χώρα όπου νέοι άνθρωποι με ιδέες και όρεξη για σκληρή δουλειά μπορούν να πάνε μπροστά, ακόμη και όταν δεν έχουν «τις κατάλληλες γνωριμίες».

Πίσω από αυτό τον στόχο, εάν πράγματι τον πάρουμε στα σοβαρά, βρίσκεται ένα ολόκληρο πρόγραμμα δημόσιας πολιτικής: για τη σύνδεση της έρευνας και της εκπαίδευσης με την παραγωγή, για τη ρύθμιση των αγορών, για τη φορολογία, για τη δημόσια διοίκηση – και για την καταπολέμηση της διαφθοράς και της διαπλοκής, που δεν προσβάλλει μόνο την απαίτηση για ισονομία, αλλά επίσης καθηλώνει την οικονομία σε χαμηλές επιδόσεις.

3.
Όπως και το 2010, το μόνο ζήτημα για το οποίο έχει νόημα η πολιτική αντιπαράθεση είναι πώς θα κινηθούμε με τον επιτυχέστερο τρόπο μέσα στα στενά δημοσιονομικά περιθώρια.

Σε «στενά δημοσιονομικά περιθώρια» επειδή είτε με Μνημόνιο είτε χωρίς, αυτά θα ορίζουν το εξωτερικό περιβάλλον στο οποίο κινείται η οικονομία μας.

Με τον «επιτυχέστερο τρόπο» δηλ. με ευρεία συναίνεση για τις μεταρρυθμίσεις, με δίκαιη κατανομή των θυσιών της εποχής της κρίσης, θέτοντας τις βάσεις για την δίκαιη κατανομή των οφελών της εποχής της ανάκαμψης.

Είναι προφανές ότι η ιστορική αποτυχία του πολιτικού συστήματος είναι ότι αυτό μέχρι τώρα δεν έχει συμβεί, ή δεν έχει συμβεί αρκετά και αρκετά έγκαιρα. Και όταν λέω αποτυχία του πολιτικού συστήματος εννοώ όλου: του εγχώριου και του διεθνούς, της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, των κομμάτων και των συνδικάτων, των επιχειρηματικών οργανώσεων και των μέσων ενημέρωσης.

Είναι μάλλον περιττό να σημειώσω ότι αυτή ακριβώς η αποτυχία του πολιτικού συστήματος έχει τροφοδοτήσει τις «αντισυστημικές» αντιδράσεις, τον εθνικισμό, την ξενοφοβία, τον λαϊκισμό, τον αντικοινοβουλευτισμό, την κατάρρευση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

4.
Τι να κάνουμε;

Δεν είναι δική μου δουλειά να πω σε εσάς τι πρέπει να κάνετε. Προφανώς ο καθένας θα κάνει αυτό που θα τον φωτίσει ο Μεγαλοδύναμος (ή μάλλον αυτό που του υπαγορεύει η συνείδησή του). Μπορώ να σας πω τι κάνω εγώ, ή μάλλον τι κάνουμε εμείς, η λεγόμενη «Πρωτοβουλία των 58» για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς. Αλλά για αυτά θα έχουμε την ευκαιρία να ξαναμιλήσουμε, εδώ (εάν με ρωτήσετε) ή πίσω στην πατρίδα.

Θα ήθελα μόνο να απευθυνθώ στους φοιτητές μας, στους  υπόλοιπους νέους ανθρώπους, στις άλλες ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας μας. Και να τους πω ότι ελπίζω ότι θα βρουν τη δύναμη από τη μια να αντισταθούν στις Σειρήνες που τους υπόσχονται εύκολες λύσεις, γιατί τέτοιες λύσεις απλώς δεν υπάρχουν. Και από την άλλη να ξεπεράσουν την αποστροφή που τους προκαλεί η εκτεταμένη διαφθορά, τα πελατειακά δίκτυα, η διαπλοκή πολιτικών και επιχειρηματικών συμφερόντων – η «κακή πολιτική». Ώστε μετά να βρουν έναν θετικό και δημιουργικό τρόπο να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί,  ανακαλύπτοντας (ή μάλλον επινοώντας από την αρχή) την «καλή πολιτική». Θα είναι θαύμα εάν τα καταφέρουν. Αλλά ένα τέτοιο θαύμα χρειαζόμαστε για να σωθούμε.