13 Απριλίου 2025

Η ξενοφοβία βλάπτει σοβαρά την οικονομία

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 13 Απριλίου 2025).

Η ανάθεση στον Μάκη Βορίδη του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου ήταν το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του πρόσφατου κυβερνητικού ανασχηματισμού. Ο νέος υπουργός έχει ήδη παρουσιάσει αξιόλογο έργο στο πεδίο της (αντι)μεταναστευτικής πολιτικής από άλλο πόστο: ως Υπουργός Εσωτερικών (2021-2023), όπου μεταξύ άλλων είχε την πολιτική ευθύνη για τη διαδικασία απονομής ελληνικής ιθαγένειας. Οι υποψήφιοι στις σχετικές εξετάσεις ανήκουν σε μια ειδική κατηγορία μεταναστών: ζουν και εργάζονται εδώ και χρόνια στη χώρα μας, έχουν κάνει οικογένεια, τα παιδιά τους πηγαίνουν σχολείο, έχουν μάθει ελληνικά, θέλουν να είναι Έλληνες πολίτες. Οποιαδήποτε κυβέρνηση οποιασδήποτε νορμάλ χώρας, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού, θα έπρεπε να τους βλέπει με συμπάθεια, ή τουλάχιστον να τους φέρεται ακριβοδίκαια.

Όχι η δική μας: χάρη στην παρακαταθήκη (και) του Μάκη Βορίδη, οι υποψήφιοι πρέπει να απαντήσουν σε ερωτήσεις όπως: «Ποια είναι η πιο γνωστή παλαιολιθική θέση της Ελλάδας, όπου βρέθηκε το παλαιότερο ανθρώπινο λείψανο;» ή «Στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Δημητρίου στον Μυστρά στέφτηκε αυτοκράτορας στις 6 Ιανουαρίου 1449 ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ Παλαιολόγος – σωστό ή λάθος;» Τι και αν με την ίδια λογική θα έπρεπε να αφαιρεθεί η ελληνική ιθαγένεια από το 95% του πληθυσμού; Ο στόχος επετεύχθη: «Έλληνας γεννιέσαι, δεν γίνεσαι».

Από το σημερινό πόστο του ο νέος Υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου θα δείξει πώς αντιλαμβάνεται τη «διαχείριση της παράνομης μετανάστευσης» και αν αυτή θα συνεχίσει να βασίζεται στην απώθηση λεμβών με γυναικόπαιδα από σκάφη του Λιμενικού, με μανούβρες που ενίοτε καταλήγουν στη βύθισή τους. Ο άνεμος ξενοφοβίας που φυσάει διεθνώς φαίνεται να δικαιώνει την εγχώρια ξενοφοβία. Όσο για το γεγονός ότι η χώρα μας έχει ήδη κριθεί ένοχη για «συστηματικές απωθήσεις» από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τόσο το χειρότερο για το Δικαστήριο.

Η με κάθε μέσο απόρριψη της μετανάστευσης δεν πλήττει μόνο το κύρος της χώρας μας ως κράτους δικαίου. Βλάπτει επίσης την οικονομία, και μάλιστα σοβαρά. Η πρόσφατη τοποθέτηση του πρωθυπουργού για την ανάγκη «περιορισμού της παράνομης μετανάστευσης και οργάνωσης της νόμιμης μετανάστευσης» ακούγεται λογική. Το πρόβλημα είναι ότι σε μια χώρα που δεν έχει φροντίσει να δημιουργήσει διαφανείς και ασφαλείς διαύλους νόμιμης μετανάστευσης, όλοι οι μετανάστες είναι παράνομοι. Σήμερα το ελληνικό κράτος αναγνωρίζει δύο μόνο εξαιρέσεις: τους εποχικούς μετανάστες (κατά κανόνα στον αγροτικό τομέα), που μπορούν να μείνουν νόμιμα στη χώρα μέχρι 9 μήνες, και τα στελέχη επιχειρήσεων ή τους επενδυτές με Χρυσή Βίζα (σχεδόν πάντα αγοραστές ακινήτων), που μπορούν να μείνουν στη χώρα όσο θέλουν.

Αρκούν οι δύο αυτές κατηγορίες για να καλύψουν «πραγματικές και διαπιστωμένες ελλείψεις σε εργατικό δυναμικό»; Και μάλιστα σε μια οικονομία που υποτίθεται ότι πασχίζει να ξεφύγει από τις χαμηλές επιδόσεις στις οποίες την καθηλώνει η εξάρτηση από τον τουρισμό και την κερδοσκοπία πάνω στη γη; Σε μια χώρα που χάνει πληθυσμό – ασφαλής ένδειξη ότι πολλοί νέοι άνθρωποι δεν είναι πολύ αισιόδοξοι για το μέλλον;

Ελάχιστοι από τους πρόσφυγες που την προηγούμενη δεκαετία βρέθηκαν στην Ελλάδα έμειναν εδώ. Οι συντριπτικά περισσότεροι, αφού υπέστησαν τη σκληρότητα των κρατικών αρχών, διέσχισαν τα σύνορα, πέρασαν διάφορες δοκιμασίες, και τελικά βρέθηκαν σε κάποια χώρα της Βόρειας Ευρώπης. Κάποιοι από αυτούς – λίγοι - έγιναν επιστήμονες, εφευρέτες, ακόμη και Ολυμπιονίκες με τα χρώματα της νέας τους πατρίδας. Πολλοί άλλοι άνοιξαν μαγαζιά, δημιούργησαν θέσεις εργασίας, πληρώνουν φόρους. Δεν τους θέλουμε ούτε αυτούς;

Στη χώρα μας οι πολιτικοί προτιμούν να επιδίδονται σε κορώνες για μετανάστες που «δεν σέβονται τις αξίες μας και την ταυτότητά μας» παρά να στρωθούν στη δουλειά για να σχεδιάσουν εκείνες τις πολιτικές ενσωμάτωσης που θα καλλιεργήσουν τον σεβασμό σε αυτές τις αξίες (ακόμα καλύτερα: στις ευγενέστερες από αυτές τις αξίες).

Για μια ακόμη φορά, ο εθνικισμός προσφέρει κάκιστες υπηρεσίες στο έθνος.


7 Απριλίου 2025

Defence or welfare? Europe can afford both, and must

Δημοσιεύτηκε στην ψηφιακή πλατφόρμα «Social Europe» (Δευτέρα 7 Απριλίου 2025).

President Trump’s reshaping of the United States’ global role has made it undeniably clear that European societies must strengthen their collective defences to deter potential aggressors. While the prospect of increased military spending is hardly welcomed by most Europeans, it is widely seen as an inevitable and indeed necessary step to safeguard fundamental values: democracy, liberties, and the rule of law.

However, the implications for another deeply cherished European principle, the welfare state, are less clear. A growing sentiment, particularly in some circles, suggests that greater investment in defence will inevitably necessitate cuts to public spending on vital services such as schools, hospitals, and pensions.

Those who subscribe to this view are divided into two opposing camps. On one side are those who prioritise social protection over military expenditure. Some adopt a pacifist stance, expressing concerns that military escalation could lead to armed conflict. Yet, they often struggle to provide a convincing alternative for self-protection should Europe face adversaries less inclined towards peace than they might assume. Others openly admire President Putin, opportunistically aligning themselves with pacifists by professing a newfound support for the welfare state and “peace”.

Conversely, the other side argues for increased defence spending, advocating that it should be financed by reducing expenditure on social protection. Most present cuts to the welfare budget as an unfortunate but unavoidable consequence of the need for fiscal space. Some, however, appear to view these cuts as desirable in themselves, a long-overdue correction to what they perceive as an excessively generous welfare state that has weakened European societies. They would welcome a reduction in its size, aiming to end what they see as European exceptionalism and make Europe more akin to the United States.

Despite their diametrically opposed conclusions, neither side seems to question the fundamental dilemma of welfare versus defence. Both take it for granted that a choice between the two is inescapable. We disagree. Framing welfare against defence is a politically damaging proposition. It is easy to see how this could be exploited by anti-EU populists and Europe’s adversaries. President Putin, undoubtedly, would welcome such a division. But the entire narrative that Europe faces a supposedly unavoidable choice between protecting its social model and bolstering its defences is not only politically unfortunate; it is empirically unfounded.

In our book, published last year, we contend that the welfare state is an integral component of what makes Europe such an attractive place to work, live, raise a family, pursue happiness, and enjoy freedom. These are all values worth defending. Therefore, even if the immediate need to deter aggression and protect our freedoms temporarily limits the fiscal space available for ambitious social investment reforms, in the medium to longer term the defence versus welfare trade-off ceases to apply. Far from depleting scarce resources that could be better used to address more pressing needs, a well-funded welfare state makes a crucial contribution to the resilience of liberal democracies.

Europe has navigated a challenging decade and a half. The relentless pursuit of austerity measures meant that the recovery from the global financial crisis was slower and less decisive than in the United States under President Obama. Then, of course, came the Covid-19 pandemic. Nevertheless, despite the frequent talk of European stagnation in stark contrast to American dynamism, the employment rate in the European Union stands merely one percent lower than in the United States. In Northern Europe, where the welfare state is more robust – and, admittedly, more expensive – the employment rate is significantly higher than the US average. This hardly suggests that high social spending is an obstacle to growth.

What admirers of the allegedly “cruel-to-be-kind” market society across the Atlantic conveniently overlook is the significant waste of human potential resulting from a failure to protect and support vulnerable groups. In Europe, the non-employed tend to be individuals seeking work, early retirees, and parents on parental leave. A disproportionate number of their counterparts in the United States are incarcerated, suffer from chronic illnesses, or are battling addiction to opioids and other harmful substances. In Europe, factory workers who lose their jobs due to automation or increased competition from cheaper imports will receive not only compensation but also retraining opportunities, providing them with a genuine chance to find better employment. In the United States, these workers would be fortunate to find a job in an Amazon warehouse or a grocery shop; many simply give up, leaving the workforce and becoming inactive.

This squandering of human capital, a major policy failure even in the best of times, risks becoming a fatal flaw in an era defined by immense challenges – from managing ageing populations and climate change to adapting to automation and artificial intelligence, and deterring aggression. In this context, maximising citizen employment and productivity becomes an absolute necessity. And how can we achieve this without effective lifelong learning, universal healthcare, and strong social safety nets – what we term “social investment”?

Critics fail to recognise that social spending is not solely about redistribution; it is also about preventing the loss of human capital, investing in the health and skills of both current and future workers. It is about addressing the “motherhood penalty”, ensuring that all mothers who wish to work are able to do so.

Furthermore, even redistribution, when implemented effectively, can enhance economic performance by ensuring that no one’s potential is wasted, by breaking the cycle of intergenerational poverty and deprivation, and by alleviating the constraints that force the poor to make detrimental decisions. Poverty relief is not just a hallmark of a caring society, something Europeans rightly take pride in; it also makes sound economic sense.

These are extraordinary times, which is precisely why we must remain resolute. Europe possesses significant strengths, and a robust and cherished welfare state that invests in human capital is one of them. Depriving it of tax revenue would be a gift to Europe’s enemies. Instead, we should maintain (and modernise) social assistance and pension benefits, and invest generously in childcare, parental leave, lifelong learning, health, and long-term care.

Those who believe that now is not the time to discuss social investment should reconsider. After all, the aftermath of the Second Battle of El Alamein (October-November 1942), when the outcome of World War II was still uncertain, hardly seemed like an opportune moment to discuss building a welfare state. Yet, that is precisely what British troops in North Africa and elsewhere did, at numerous improvised conferences just a few kilometres from the front lines. The Beveridge Report, fresh from the Ministry of Information press, was meticulously presented by officers and eagerly read by soldiers. Sceptics at the War Office and elsewhere had to acknowledge that fostering the realistic expectation of a fairer post-war social order actually strengthened the war effort, rather than detracting from it.

Sceptics should take note.

27 Μαρτίου 2025

Οικονομία: φώτα και σκιές


Δημοσιεύτηκε στην Athens Voice (Πέμπτη 27 Μαρτίου 2025).

Πρώτα η φωτεινή πλευρά. Η οικονομία δείχνει σημαντικά σημάδια ζωτικότητας. Το ΑΕΠ αυξάνεται, η ανεργία πέφτει, η δανειοληπτική ικανότητα της χώρας αναγνωρίζεται από τους διεθνείς οίκους. Έχουμε διανύσει πολύ δρόμο από τη βαθιά ύφεση και στη συνέχεια την παρατεταμένη στασιμότητα της προηγούμενης δεκαετίας. Η συνετή δημοσιονομική διαχείριση της προηγούμενης κυβέρνησης (με το στενό μαρκάρισμα της Τρόικας) έβαλε τις βάσεις για την έξοδο από την κρίση. Το φιλελεύθερο ένστικτο και κάποιες εύστοχες κινήσεις της σημερινής κυβέρνησης έκαναν τα υπόλοιπα.

Η σκοτεινή πλευρά αφορά όσα μένουν απελπιστικά ίδια. Σε πείσμα των διακηρύξεων, το παραγωγικό μοντέλο της ελληνικής οικονομίας παραμένει προσκολλημένο σε δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Η προσοδοθηρία παραμένει ασφαλέστερος τρόπος πλουτισμού από κάποια παραγωγική επένδυση που δημιουργεί καλές θέσεις εργασίας. Η εξάρτηση από τον τουρισμό («βαριά βιομηχανία» της χώρας) έχει αυξηθεί αντί να μειωθεί. Στα νησιά μας χτίζονται περιουσίες πάνω στη λεηλασία των φυσικών πόρων του τόπου (του ήλιου, της θάλασσας κ.ά.), με ελάχιστη ή καθόλου επένδυση που να προσθέτει αξία και χωρίς μέριμνα για τη μελλοντική βιωσιμότητα. Το εξωτερικό έλλειμμα (ένδειξη απώλειας ανταγωνιστικότητας στις διεθνείς αγορές) έχει αρχίσει πάλι να διογκώνεται. Οι μισθοί παραμένουν καθηλωμένοι. Τα νοίκια είναι απλησίαστα.

Τι μπορεί να γίνει; Βραχυπρόθεσμα λίγα πράγματα. Η πτώχευση της χώρας καλλιέργησε τα «ζωώδη ένστικτα» της αγοράς, η κυβερνητική αλλαγή του 2019 τα απελευθέρωσε. Η κοινωνική ζήτηση για γρήγορο πλουτισμό, χωρίς πολλές ρυθμίσεις και φόρους, είναι ακατανίκητη. Και όμως, θα πρέπει να κατανικηθεί: καθηλώνει την οικονομία σε μια τροχιά χαμηλών επιδόσεων, και μεγάλων κινδύνων.

Ένα σοβαρότερο πολιτικό προσωπικό, στην κυβέρνηση και στην αντιπολίτευση, θα αναγνώριζε την ανάγκη συναίνεσης, παρά τις διαφορές προσέγγισης, πάνω σε ένα μακροπρόθεσμο πρόγραμμα που θα θωράκιζε την οικονομία απέναντι σε μελλοντικές απειλές (κλιματική αλλαγή, γεωπολιτική αστάθεια, δημογραφική παρακμή). Μια δυναμική οικονομία απαιτεί επενδύσεις στις δεξιότητες, στην καινοτομία, στη βιωσιμότητα. Ιδέες και σοβαρές επεξεργασίες υπάρχουν. Αυτό που λείπει είναι η εμπιστοσύνη και η συνεργασία που θα μοιράσουν δίκαια το όφελος (και το κόστος) των απαραίτητων αλλαγών.

Αντί για αυτά, συζητάμε για ανοησίες.

2 Μαρτίου 2025

Το όνειρο της προσιτής κατοικίας παραμένει άπιαστο

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 2 Μαρτίου 2025).

Η μεγάλη άνοδος των τιμών κατοικίας (+55% την τελευταία πενταετία, σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος), σε μια χώρα όπου ο πληθυσμός μειώνεται και τα οικογενειακά εισοδήματα αυξάνονται αργά, φαίνεται να έχει βρει απροετοίμαστη την κυβέρνηση, όπως άλλωστε και τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις. Πράγματι, είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς διαφορετικά τις αλλεπάλληλες αστοχίες πολιτικής στον τομέα αυτό: το θεαματικό αυτογκόλ της «χρυσής βίζας», την απελπιστική ανεπάρκεια στη ρύθμιση της αγοράς βραχυχρόνιων μισθώσεων, και εσχάτως τη διοχέτευση των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης σε προγράμματα επιδότησης στεγαστικών δανείων. Σε μια αγορά όπου η προσφορά νέων κατοικιών είναι περιορισμένη, η τόνωση της ζήτησης ήταν αναπόφευκτο να προκαλέσει αύξηση των τιμών, κάνοντας ακόμη πιο δυσπρόσιτο το στόχο της προσιτής κατοικίας.

Αυτή η έλλειψη προετοιμασίας έχει βαθιές ρίζες. Στη χώρα μας, το ενδιαφέρον του επίσημου κράτους για τη στεγαστική πολιτική υπήρξε παραδοσιακά χαμηλό. Οι στεγαστικές ανάγκες κατά κανόνα καλύπτονταν με «αυθόρμητο» τρόπο: την πρώτη δεκαετία του νέου αιώνα (και του κοινού νομίσματος) από τα χαμηλά επιτόκια των στεγαστικών δανείων, στη μεταπολεμική περίοδο μέσω της αντιπαροχής, στο μεσοπόλεμο μέσω της αυθαίρετης δόμησης. Η εμμονή με την ιδιοκατοίκηση, και η πλήρης αποχή του κράτους από τη μέριμνα για την παροχή κοινωνικής κατοικίας με ενοίκιο, υπήρξαν οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η αδιαφορία για τη στεγαστική πολιτική κορυφώθηκε με την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας (ένα από τα μέτρα του πρώτου Μνημονίου), η οποία στέρησε από το κράτος το ελάχιστο προσωπικό με εξειδικευμένες γνώσεις που διέθετε έως τότε.

Σε αυτό το περιβάλλον, ενώ π.χ. η Πορτογαλία αξιοποίησε από την αρχή τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης για την χρηματοδότηση ενός φιλόδοξου σχεδίου κατασκευής 26.000 κοινωνικών κατοικιών, οι οποίες αναμένεται να παραδοθούν εντός του 2026, στη χώρα μας την περασμένη Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2025 – ενάμιση μόλις χρόνο πριν από την εκπνοή του Ταμείου Ανάκαμψης – η αρμόδια υπουργός παρουσίασε στο υπουργικό συμβούλιο «σχέδιο νόμου για την πλήρη αναμόρφωση του θεσμικού πλαισίου του προγράμματος κοινωνικής αντιπαροχής». Η ελπίδα της κυβέρνησης είναι μέχρι το καλοκαίρι να κινηθούν οι διαδικασίες για τον πρώτο διαγωνισμό, που προσδοκάται ότι τελικά θα οδηγήσει στην κατασκευή από ιδιώτες 100-150 διαμερισμάτων, τα οποία θα παραχωρηθούν στο κράτος ώστε να μπορέσουν στη συνέχεια να ενοικιάζονται ως κοινωνικές κατοικίες.

Η κριτική στην κυβέρνηση για τις ατελέσφορες επιλογές, και για τα αργά ανακλαστικά, είναι επιβεβλημένη – και ταυτόχρονα εύκολη. Ίσως έχει μεγαλύτερη αξία να κρατήσουμε τα θετικά, και να αναλογιστούμε πώς μπορεί η χώρα μας να αποκτήσει μια σύγχρονη στεγαστική πολιτική που να διευκολύνει τους νέους ανθρώπους της να πραγματοποιήσουν το άπιαστο σήμερα όνειρο της πρόσβασης σε προσιτή κατοικία.

Πρώτα τα θετικά. Έστω και την (προ)τελευταία στιγμή, η στροφή της κυβέρνησης προς την κοινωνική ενοικιαζόμενη κατοικία είναι ευπρόσδεκτη. Επίσης ευπρόσδεκτη είναι η διακηρυγμένη πρόθεσή της για τη δημιουργία κεντρικού φορέα διαχείρισης των κοινωνικών κατοικιών και επιλογής των δικαιούχων, που θα καλύψει το κενό που άφησε η κατάργηση του ΟΕΚ. Τέλος, η εμπλοκή του ιδιωτικού τομέα στην αξιοποίηση των ακινήτων του Δημοσίου φαίνεται ρεαλιστική επιλογή, στο βαθμό που ούτε η κεντρική κυβέρνηση ούτε η τοπική αυτοδιοίκηση διαθέτουν την τεχνογνωσία ή το προσωπικό για να φέρουν σε πέρας αυτό το έργο.

Κατά τα άλλα, η εξασφάλιση προσιτής κατοικίας απαιτεί δύσκολες επιλογές, που αναπόφευκτα θα δυσαρεστήσουν πολλούς ιδιοκτήτες. Ας αναφερθεί μόνο μια: οι εκατοντάδες χιλιάδες κατοικίες που είναι σήμερα ακατοίκητες, ή κατοικούνται για λίγους μόνο μήνες το χρόνο, ή από πολύ λιγότερα άτομα από όσα μπορούν να φιλοξενήσουν, δεν θα έρθουν ποτέ στην αγορά για πώληση εάν δεν αυξηθεί το (φορολογικό και άλλο) κόστος του να μένουν κενές ή να υποχρησιμοποιούνται.

Πέρα από τις πρόσφατες αστοχίες πολιτικής, τα απλησίαστα ενοίκια είναι επίσης αποτέλεσμα της χαριστικής αντιμετώπισης της ακίνητης περιουσίας από ιδρύσεως ελληνικού κράτους.

21 Ιανουαρίου 2025

Ten years after

Συμβολή στην έρευνα της Αγγελικής Σπανού για τη συμπλήρωση 10 ετών από τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Αποσπάσματα δημοσιεύθηκαν στο άρθρο της με τίτλο «Από την «πρώτη φορά» στην ιλιγγιώδη φθορά» στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Τρίτη 21 Ιανουαρίου 2025).


Η αναρρίχηση του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία υπήρξε ιλιγγιώδης, όσο και η κατακρήμνισή του στη συνέχεια. Μέχρι εδώ τίποτε πρωτότυπο. Παρόμοια τροχιά διέγραψαν τα υπόλοιπα κόμματα-κομήτες που θα άλλαζαν τον κόσμο την εποχή της οικονομικής κρίσης στη Νότια Ευρώπη: οι Podemos στην Ισπανία και το Κίνημα Πέντε Αστέρων στην Ιταλία.

Οι προβληματικές πλευρές της πολιτικής τους πρότασης – περιφρόνηση για την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, παιδαριώδης ανάλυση της κρίσης ως συνωμοσίας σκοτεινών διεθνών κέντρων και των εγχώριων υπηρετών τους, χαρωπή συμμαχία (στην Ιταλία και στην Ελλάδα) με την εθνικιστική ακροδεξιά – έχουν πλέον αναλυθεί επαρκώς.

Όσοι αυτές τις προβληματικές πλευρές τις είδαν εγκαίρως, καλά θα κάνουν σήμερα να προχωρήσουν ένα βήμα πέρα από την ικανοποίηση ή χαιρεκακία που προκαλεί ο αυτοεξευτελισμός του ΣΥΡΙΖΑ και των Podemos και του Κινήματος Πέντε Αστέρων, και να αναρωτηθούν για τις βαθύτερες αιτίες του θριάμβου τους τότε.

Πιστεύω ότι ο Cas Mudde, ο μελετητής του λαϊκισμού που στη φάση ανόδου του φαινομένου έγραψε ότι «οι λαϊκιστές θέτουν τα σωστά ερωτήματα, αλλά τους δίνουν λάθος απαντήσεις», ήταν και πάλι εύστοχος όταν πρόσφατα διατύπωσε την εκτίμηση ότι ο λαϊκισμός είναι μια «δημοκρατική ανελεύθερη (illiberal) απάντηση στον αντιδημοκρατικό φιλελευθερισμό», εννοώντας τον φιλελευθερισμό που απομακρύνει από το πεδίο της δημοκρατικής επιλογής, αναγορεύοντας τα σε ιερά θέσφατα που δεν επιτρέπεται να αμφισβητούνται, όλα τα κρίσιμα διακυβεύματα που επηρεάζουν τις ζωές των ανθρώπων.

Όσο για εκείνους που πριν δέκα χρόνια πίστεψαν τις υποσχέσεις των αυτόκλητων σωτήρων της χώρας, και σήμερα βιώνουν τη ματαίωση, ίσως τους φανεί ταιριαστός ο περίφημος μονόλογος του Μάκβεθ (5η Πράξη, 5η Σκηνή, εδώ σε μετάφραση Kωνσταντίνου Σπαντιδάκη):

«Σκιά πού διαβαίνει είν’ η ζωή

άθλιος θεατρίνος που καρπώνεται χαραμίζοντας την ώρα του στη σκηνή

και πια δεν ξανακούγεται.

Μια ιστορία ιστορημένη απ’ έναν ανόητο, γεμάτη θόρυβο κι οργή, δίχως κανένα νόημα.»

15 Ιανουαρίου 2025

Πρώτος μεταξύ ίσων: Εκσυγχρονισμός και μεταρρυθμίσεις με «το σαθρό υλικό του ανθρώπου»

Δημοσιεύτηκε στο «Περιοδικό των Βιβλίων / The Books' Journal» (Ιανουάριος 2025).


Η φιγούρα του Κώστα Σημίτη φάνταζε αταίριαστη μέσα στο κόμμα που σφράγισε με την παρουσία του ο Ανδρέας Παπανδρέου. Πράγματι, οι διαφορές του με το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ ήταν από την αρχή ορατές σε όλους. Πολιτεύθηκε ως Ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης σε ένα κόμμα (ή μάλλον «κίνημα») λαϊκιστικό και τριτοκοσμικό. Η συνεργασία του Σημίτη με τον Ανδρέα βασιζόταν στην αναγνώριση της διαφοράς τους, και στον αμοιβαίο σεβασμό, που δεν εμπόδιζε τον πρώτο να υπηρετεί την πολιτική του από όποια θέση ευθύνης στο κόμμα και στην κυβέρνηση αναλάμβανε, ούτε τον δεύτερο να τον αποπέμπει από αυτήν όταν οι διαφορές ξεπερνούσαν κάποιο όριο. Αυτό συνέβη το 1979, όταν ο Σημίτης εξαναγκάστηκε σε παραίτηση από το Εκτελεστικό Γραφείο μετά το σάλο που προκάλεσε η δικής του έμπνευσης αφίσα με τίτλο «Όχι στην Ευρώπη των μονοπωλίων, ναι στην Ευρώπη των λαών», ενώ το ΠΑΣΟΚ μαζί με το ΚΚΕ διαδήλωνε ζητώντας να αποχωρήσει η Ελλάδα από την (τότε) ΕΟΚ. Ή το 1987, όταν πάλι ο Σημίτης εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, αυτή τη φορά από την κυβέρνηση, ως Υπουργός Εθνικής Οικονομίας, παρά την αναμφισβήτητη επιτυχία του σταθεροποιητικού προγράμματος της προηγούμενης διετίας, ή μάλλον εξαιτίας της.

Όμως οι διαφορές του Σημίτη με το ανδρεϊκό ΠΑΣΟΚ δεν ήταν μόνο πολιτικές – ήταν επίσης πολιτισμικές. Όταν ο Ανδρέας (με τον Τσοχατζόπουλο, και με τα άλλα πρωτοκλασάτα στελέχη) στροβιλιζόταν στην πίστα χορεύοντας ζεϊμπέκικο και πίνοντας ουίσκυ, ο Σημίτης έμενε στο τραπέζι, και από μακριά παρακολουθούσε όσα διαδραματίζονταν με το γνωστό στραβό χαμόγελο, κρατώντας ένα ποτήρι πορτοκαλάδα. Και ενώ ο Ανδρέας ξεκινούσε τις ομιλίες του σαν τον πατέρα του («Λαέ της Αθήνας» κτλ.), φιλοτεχνώντας μια διονυσιακή σχεδόν συνεύρεση με το πλήθος που παραληρούσε στην πλατεία, ο Σημίτης στην πρώτη του προεκλογική ομιλία ως αρχηγός του ΠΑΣΟΚ (στη Μυτιλήνη, τον Σεπτέμβριο 1996), έβγαλε τα χαρτιά του, φόρεσε τα γυαλιά του, κοίταξε τους πολίτες που είχαν έρθει να τον ακούσουν, και είπε με κανονική φωνή: «Κυρίες και κύριοι καλησπέρα».

Είναι γνωστό ότι ο Σημίτης βρισκόταν στη μειοψηφία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας που τον εξέλεξε πρωθυπουργό τον Ιανουάριο 1996, με τον Ανδρέα ανήμπορο πια να ασκήσει τα καθήκοντά του. Στην πρώτη ψηφοφορία, οι τρεις υποψήφιοι (Σημίτης, Τσοχατζόπουλος, Αρσένης) είχαν υποστηριχθεί από σχεδόν ένα τρίτο των βουλευτών ο καθένας. Στην δεύτερη ψηφοφορία, ο Σημίτης επικράτησε οριακά έναντι του Τσοχατζόπουλου: 86-75 με 5 λευκά. Το ίδιο οριακά εκλέχτηκε πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ μετά τον θάνατο του Ανδρέα: στο 4ο συνέδριο (Ιούνιος 1996) υπερψηφίστηκε από μόλις 53,8% των συνέδρων. 

Ως πρωθυπουργός, κυβέρνησε ως πρώτος μεταξύ ίσων, με απόλυτο σεβασμό στις συλλογικές διαδικασίες. Ο Σημίτης δεν ήταν τεχνοκράτης: ήταν ένας προοδευτικός πολιτικός, ένας μεταρρυθμιστής διανοούμενος, με το βλέμμα στραμμένο στη μακρά διάρκεια – τον ενδιέφερε η ετυμηγορία των βιβλίων της Ιστορίας, όχι των πρωτοσέλιδων της επόμενης μέρας. Οι μεταρρυθμίσεις που πρότεινε προϋπέθεταν τη συναίνεση, καταρχάς του υπουργικού συμβουλίου, και στη συνέχεια της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Στην κατανόηση των ζητημάτων βρισκόταν πάντοτε ένα βήμα μπροστά από τα υπόλοιπα στελέχη, και για αυτό τον ξένιζε η ένταση των αντιδράσεων. Όπως τον Απρίλιο 2001, όταν μαζί με τον αρμόδιο υπουργό κατέθεσε τις περίφημες «Προτάσεις Γιαννίτση» για τη μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού, οι οποίες πολεμήθηκαν λυσσαλέα, παρότι συνιστούσαν μια ήπια και λελογισμένη μεταρρυθμιστική πρόταση, όπως άλλωστε ταίριαζε σε μια προοδευτική ηγετική ομάδα που επιζητούσε τις συναινέσεις. Λέγεται ότι στην κρίσιμη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου πήραν το λόγο μόνο ο Ευάγγελος Βενιζέλος («Πρόεδρε αυτά δεν περνάνε») και ο Αλέκος Παπαδόπουλος («Τα μέτρα που προτείνετε είναι αντιδημοφιλή αλλά αναγκαία»). Οι υπόλοιποι απλώς ενέκριναν – για να διαχωρίσουν τη θέση τους αμέσως μετά, μιλώντας στα μικρόφωνα των καναλιών που τους περίμεναν έξω.

Με τον ίδιο τρόπο πολιτεύθηκε και ως Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ. Σε ένα κόμμα μαθημένο στην αυθαιρεσία του χαρισματικού ηγέτη (από το 1974 έως το 1994 το ΠΑΣΟΚ διοργάνωσε μόνο τρία συνέδρια, στα οποία ο Ανδρέας Παπανδρέου εκλεγόταν πάντοτε διά βοής), η επανεκλογή του Σημίτη στην προεδρία του κόμματος, αν και χωρίς αντίπαλο, δεν ήταν ποτέ θριαμβευτική: στο 5ο συνέδριο (Μάρτιος 1999) υποστηρίχθηκε από το 64,7% των συνέδρων, στο 6ο (Οκτώβριος 2001) από το 71,2%.

Παρά τη σκανδαλολογία, κανείς ποτέ δεν κατηγόρησε τον ίδιο τον Σημίτη για διαφθορά. Ούτε καν ο Κώστας Καραμανλής, ο πρωθυπουργός της χρεωκοπίας, που τον απεκάλεσε «αρχιερέα της διαπλοκής». Δίχως αμφιβολία, η διαφθορά των δημόσιων αξιωματούχων, και των κυβερνητικών στελεχών, δεν έπαψε να υφίσταται το 1996-2004, πόσω μάλλον που επί πρωθυπουργίας Σημίτη οι δημόσιες επενδύσεις (στην εθνική άμυνα, και στις υποδομές) αυξήθηκαν πολύ. Όμως τον τόνο τον έδινε πάντοτε η δωρική λιτότητα του ίδιου του πρωθυπουργού, του Νίκου Θέμελη, και των άλλων στενών συνεργατών του. Και κάθε φορά που γινόταν γνωστό κάποιο νέο κρούσμα διαφθοράς, το θέμα έπαιρνε το δρόμο του στη Δικαιοσύνη, ενώ η ηγετική ομάδα συνέχιζε τη δουλειά της με σύνθημα: «προχωράμε παρά τα βαρίδια». Ο εκσυγχρονισμός και οι μεταρρυθμίσεις δεν μπορούσαν παρά να προχωρήσουν (όπως προχώρησαν) με το μόνο έμψυχο υλικό που ήταν διαθέσιμο: «το σαθρό υλικό του ανθρώπου».

Και όταν το 2004 ο Σημίτης αποχώρησε από την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, και στη συνέχεια από την πρωθυπουργία, εκείνοι που τον διαδέχθηκαν απέφυγαν να υπερασπιστούν το έργο των κυβερνήσεών του. Ο δε άμεσος διάδοχός του, ο Γιώργος Παπανδρέου, διέγραψε τον Σημίτη από την κοινοβουλευτική ομάδα του ΠΑΣΟΚ, με αφορμή μια απλή πολιτική διαφωνία (ο πρώτος ζητούσε δημοψήφισμα για την επικύρωση της Συνθήκης της Λισαβόνας, ο δεύτερος επεσήμανε ότι τέτοια θέματα δεν προσφέρονται για δημοψήφισμα αλλά για κοινοβουλευτική συζήτηση και απόφαση).

Παρότι η απόσταση (πολιτική και πολιτισμική) που τον χώριζε από τον Ανδρέα Παπανδρέου, από όσους τον διαδέχθηκαν, και από τα περισσότερα μέλη και στελέχη του Κινήματος, υπήρξε οφθαλμοφανής, ο Κώστας Σημίτης δεν ήταν «ξένο σώμα στο ΠΑΣΟΚ»: αντίθετα, υπήρξε συνιδρυτής του, και παρέμεινε μέχρι τέλους ψυχικά ταυτισμένος με το κόμμα αυτό. Υπό αυτή την έννοια, ίσως το αξιοπερίεργο, αυτό που πρέπει να εξηγηθεί, να μην είναι τόσο το γιατί «το ΠΑΣΟΚ δεν αγάπησε ποτέ τον Σημίτη», αλλά το πώς ένας Ευρωπαίος σοσιαλδημοκράτης από τη μειοψηφία του κόμματος αναδείχθηκε στην ηγεσία του, και στη συνέχεια κέρδισε δύο βουλευτικές εκλογές, και μάλιστα τη δεύτερη (το 2000) με 2,3 ποσοστιαίες μονάδες και 200.000 ψήφους παραπάνω από ό,τι την πρώτη (το 1996), εξαντλώντας δύο φορές την τετραετία.

Πράγματι, σε μια οικονομία χωρίς μεγάλες επιχειρήσεις και σοβαρά συνδικάτα, δεν είναι παράξενο που η μη κομμουνιστική αριστερά υπήρξε ιστορικά περισσότερο μαξιμαλιστική παρά ρεφορμιστική. Σε μια τέτοια χώρα, η σοσιαλδημοκρατική κουλτούρα μπορούσε να είναι κτήμα μόνο κάποιων διανοουμένων, που η σκέψη τους ξεπερνούσε τα στενά όρια της ελληνικής πολιτικής. Ένας τέτοιος ήταν ο Κώστας Σημίτης.

Το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν έχει αφομοιώσει καλά τα μαθήματα της ιστορίας, και για αυτό δεν ξέρει πάντα πώς να σταθεί στη σύγχρονη Ελλάδα. Η αφαίμαξη του στελεχιακού δυναμικού και της δεξαμενής ψήφων του από τον ΣΥΡΙΖΑ στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας έγινε ακριβώς επειδή είχε ξεχάσει αυτά τα μαθήματα, είχε αρνηθεί να υπερασπιστεί τη συνετή δημοσιονομική διαχείριση του 1996-2004, και είχε αγνοήσει τις προειδοποιήσεις του ίδιου του Σημίτη για την επερχόμενη χρεωκοπία.

Όμως η αφαίμαξη είχε και κάτι θετικό: οι εναπομείναντες ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ είναι πλέον κατά κανόνα αντιλαϊκιστές, «μνημονιακοί», και «μενουμευρωπαίοι». Όχι επειδή νοσταλγούν τη λιτότητα και την ανεργία της προηγούμενης δεκαετίας, αλλά επειδή αναγνώρισαν εγκαίρως ότι ο μόνος τρόπος για να απαλλαγούμε από τα Μνημόνια ήταν να τα εφαρμόσουμε, και για αυτό στάθηκαν απέναντι στον αντιμνημονιακό συρφετό που παραλίγο να μεταμορφώσει την Ελλάδα σε Βενεζουέλα.

Το σημερινό ΠΑΣΟΚ δεν έχει μεγάλη σχέση με εκείνο του Ανδρέα Παπανδρέου. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών συνέβαλε στην ενηλικίωσή του. Η Λιβύη του Καντάφι και η Γιουγκοσλαβία του Τίτο, σταθερές πηγές έμπνευσης για το τριτοκοσμικό και αυτοδιαχειριστικό ΠΑΣΟΚ αντιστοίχως της δεκαετίας του ’70 (και πιο μετά), έχουν πάψει να υφίστανται στο φαντασιακό των στελεχών του, όπως άλλωστε έχουν πάψει να υφίστανται στην πραγματικότητα. Ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός είναι απόλυτο κεκτημένο για τη χώρα, και το ΠΑΣΟΚ (μαζί με τη ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη) είναι εγγυητής του.

Σε έναν παρατηρητή που το παρακολουθεί από απόσταση, αλλά με συμπάθεια, φαίνεται προφανές τι πρέπει να κάνει ένα προοδευτικό μεταρρυθμιστικό κόμμα για να είναι χρήσιμο στη χώρα και στον εαυτό του. Να προετοιμάσει ένα επικαιροποιημένο εγχείρημα προοδευτικού εκσυγχρονισμού στις νέες συνθήκες. Να προτείνει λύσεις θετικού αθροίσματος που αυξάνουν την απασχόληση και βελτιώνουν τις αμοιβές προστατεύοντας την κερδοφορία των υγιών επιχειρήσεων. Να ανανεώσει το κράτος ώστε να μπορεί να παράγει υψηλής ποιότητας κοινωνικά αγαθά προσιτά σε όλους (υγεία, παιδεία, κατοικία, μεταφορές).

Το ερώτημα είναι αν η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, σημερινή και μελλοντική, θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτό το ιστορικό καθήκον.

12 Ιανουαρίου 2025

Η μακρά ήττα του 2001

Δημοσιεύθηκε στο ειδικό ένθετο «Κώστας Σημίτης 1936-2025» της εφημερίδας «Καθημερινή» (Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2025).



Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οπισθοχώρηση της κυβέρνησης Κώστα Σημίτη από την «Πρόταση ασφαλιστικής μεταρρύθμισης» που κατέθεσε τον Απρίλιο 2001 ο Τάσος Γιαννίτσης, τότε Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, σηματοδότησε την εξάντληση της προωθητικής ορμής του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος. Η αποτυχία της μεταρρύθμισης των συντάξεων αποδείχθηκε μοιραία. Αφενός για το ίδιο το ΠΑΣΟΚ: παρότι ο νόμος Ρέππα του 2002 ουσιαστικά υπαγορεύθηκε από τα συνδικάτα που είχαν πολεμήσει με νύχια και με δόντια τις «Προτάσεις Γιαννίτση», η συνθηκολόγηση της κυβέρνησης δεν απέτρεψε την ραγδαία φθορά της, που τελικά οδήγησε στην ήττα στις βουλευτικές εκλογές του 2004. Αφετέρου για τη χώρα: μέχρι το τέλος της δεκαετίας η διόγκωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης συνέβαλε καθοριστικά στην εκτόξευση του δημόσιου χρέους, στην οιονεί χρεωκοπία της Ελλάδας, και στα Μνημόνια.

Θα μπορούσε ο Κώστας Σημίτης, του οποίου τη μνήμη τιμάμε με αυτό το αφιέρωμα, να έχει επιμείνει στις «Προτάσεις Γιαννίτση», παρά τις αντιδράσεις, για το καλό της χώρας; Με τη στερνή γνώση της κρίσης του 2010, και όσων επακολούθησαν, πιθανώς ναι. Στις συνθήκες του παρόντος χρόνου όπου κινούνται τα δρώντα άτομα, σαφώς όχι.

Στην επιφάνεια, η συγκυρία του 2001 ήταν απόλυτα ευνοϊκή: το ΠΑΣΟΚ όχι απλώς κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές του Απριλίου 2000, αλλά – ασυνήθιστο για κυβερνών κόμμα – αύξησε τις ψήφους του κατά 200.000 και το ποσοστό του κατά 2,3 μονάδες. Ο τότε πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του θεώρησαν ότι η νίκη αυτή δικαίωνε την εκσυγχρονιστική διακυβέρνηση της πρώτης τετραετίας 1996-2000, και ότι προσέφερε νομιμοποιητική βάση για μια νέα απόπειρα μεταρρύθμισης των συντάξεων, μετά την αναβολή της μπροστά στις αντιδράσεις στην «Έκθεση Σπράου» τον Οκτώβριο 1997. Η προσδοκία τους αυτή διαψεύστηκε: όπως η «Έκθεση Σπράου» απορρίφθηκε μετά βδελυγμίας παρότι εν πολλοίς απλώς τεκμηρίωνε τη μη βιωσιμότητα του συστήματος συντάξεων, έτσι και οι «Προτάσεις Γιαννίτση» πολεμήθηκαν λυσσαλέα αν και συνιστούσαν μια ήπια και λελογισμένη μεταρρυθμιστική πρόταση, όπως άλλωστε ταίριαζε σε μια προοδευτική ηγετική ομάδα που επιζητούσε τις συναινέσεις.

Πράγματι, η ματαιωμένη μεταρρύθμιση στόχευε αφενός στην ενίσχυση της βιωσιμότητας του συστήματος συντάξεων και αφετέρου την αποκατάσταση της ισονομίας και την άρση των ανισοτήτων στο εσωτερικό του, στο πλαίσιο ενός δημόσιου συστήματος. Τα κύρια σημεία των «Προτάσεων Γιαννίτση» ήταν συνοπτικά τα εξής: (α) θεσμοθέτηση του 65ου έτους ως ενιαίου ορίου ηλικίας, (β) αντικατάσταση των μειωμένων ορίων συνταξιοδότησης για τις μητέρες ανηλίκων από έναν πλασματικό χρόνο ασφάλισης για κάθε παιδί, (γ) υπολογισμό του ύψους της σύνταξης με ποσοστό αναπλήρωσης το 60% και συντάξιμες αποδοχές το μέσο όρο των δέκα καλύτερων ετών της τελευταίας 15ετίας, καθώς και (δ) εισαγωγή εισοδηματικών κριτηρίων για τη μελλοντική χορήγηση της κατώτατης σύνταξης. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της κυβέρνησης, η υιοθέτησή τους θα μείωνε το αναλογιστικό έλλειμμα του συστήματος κατά ένα έκτο (εξοικονόμηση 21 τρις. από τα 120 τρις. δρχ. σε βάθος χρόνου 50ετίας).

Και όμως, η κατάργηση των ευνοϊκών ρυθμίσεων για τις προνομιούχες ομάδες (εργαζόμενοι στις τράπεζες, στις ΔΕΚΟ, ασφαλισμένοι στα ευγενή ταμεία γιατρών-δικηγόρων-μηχανικών-δημοσιογράφων κ.ά.) φάνηκε αρκετή για να παραλύσει την Ελλάδα. Το αντιμεταρρυθμιστικό μέτωπο εκτεινόταν πέρα από τα συνδικάτα (όπου οι ΔΕΚΟ και οι τράπεζες υπερεκπροσωπούνταν, ενώ οι εργαζόμενοι στις ιδιωτικές επιχειρήσεις υποεκπροσωπούνταν), και τα κόμματα της Αριστεράς: συμπεριλάμβανε τις επαγγελματικές οργανώσεις της μεσαίας τάξης, και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (που θεώρησε ορθό να καταγγείλει την κυβέρνηση Σημίτη για «κοινωνική αναλγησία»). Επιπλέον, στην πρωτοπορία του αγώνα κατά της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης βρισκόταν το ίδιο το κυβερνών κόμμα: με εξαίρεση τον Αλέκο Παπαδόπουλο, κανείς πρωτοκλασάτος υπουργός δεν έδωσε μάχη υπέρ των «Προτάσεων Γιαννίτση». Κάποιοι πρωτοστάτησαν στις αντιδράσεις, οι περισσότεροι τήρησαν αιδήμονη σιωπή.

Υπό αυτό το πρίσμα, οι κινητοποιήσεις που οδήγησαν στη ματαίωση της μεταρρύθμισης του 2001 ήταν η πρόβα τζενεράλε όσων συνέβησαν την επόμενη δεκαετία: της τραγωδίας της Μαρφίν, του καλοκαιριού των Αγανακτισμένων, της επικράτησης του «αντιμνημονιακού» μετώπου. Θριάμβευσε μια ανώριμη κοινωνική πλειοψηφία που, έχοντας γαλουχηθεί επί μακρόν από δημαγωγούς όλων των αποχρώσεων (στην πολιτική, στις κοινωνικές οργανώσεις, στα μέσα ενημέρωσης), αρνείται πεισματικά να αναγνωρίσει την πραγματικότητα. Ηττήθηκε ο Κώστας Σημίτης, και το όραμά του για προοδευτικό εκσυγχρονισμό με κοινωνική συναίνεση. Και μαζί του ηττήθηκε «μια ορισμένη ιδέα της Ελλάδας» ως σοβαρής χώρας.

5 Ιανουαρίου 2025

Φόβοι και ελπίδες για την οικονομία το 2025

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2025).



Το ότι η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε αναπτυξιακή τροχιά δεν αμφισβητείται στα σοβαρά από κανέναν. Αυτό που μπορεί – και πρέπει – να αμφισβητηθεί είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της ανάπτυξης αυτής. Οι υψηλοί ρυθμοί αύξησης του ΑΕΠ δεν αρκούν: για δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια, από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 έως τις παραμονές της μεγάλης κρίσης, η Ελλάδα σημείωνε τη δεύτερη καλύτερη – μετά την Ιρλανδία – οικονομική επίδοση στην Ευρώπη. Και όλοι ξέρουμε τι συνέβη στη συνέχεια. Το ότι σήμερα το εμπορικό έλλειμμα έχει ξανά διογκωθεί, οι επενδύσεις κατευθύνονται σχεδόν αποκλειστικά σε ακίνητα, ενώ το ειδικό βάρος του τουρισμού είναι μεγαλύτερο παρά ποτέ, θα έπρεπε να προκαλεί περισσότερο προβληματισμό, και πολύ λιγότερο εφησυχασμό.

Πράγματι, πέντε χρόνια μετά την πανηγυρική υποδοχή της Έκθεσης Πισσαρίδη, και την επίσημη αναγνώριση της ανάγκης για αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου, η ελληνική οικονομία παραμένει εγκλωβισμένη στη φτηνή ανάπτυξη. Τα «ζωώδη ένστικτα» που απελευθερώθηκαν τα τελευταία χρόνια έχουν ως επί το πλείστον στραφεί στις διαχρονικές σταθερές της ελληνικής επιχειρηματικότητας: στην αξιοποίηση ευκαιριών βραχυπρόθεσμου κέρδους που προκύπτουν από κρατικές ρυθμίσεις πρόσβασης στους κοινούς πόρους – από τα πεζοδρόμια των πόλεων, που παραχωρήθηκαν «προσωρινά» την εποχή του κορωνοϊού στους μαγαζάτορες και στα τραπεζοκαθίσματά τους, έως τα κυκλαδονήσια που μετατρέπονται ταχύτατα σε τσιμεντένια θέρετρα, που κινδυνεύουν να καταλήξουν όπως τα γήπεδα του μπέιζμπολ και του σόφτμπολ όταν έπεσε η αυλαία των Ολυμπιακών της Αθήνας. Οι επισφαλείς θέσεις εργασίας και οι χαμηλοί μισθοί είναι το φυσικό επακόλουθο μιας οικονομίας εξαρτημένης από την εστίαση, τα καταλύματα, και το λιανικό εμπόριο. Οι φωτεινές εξαιρέσεις των (μεταποιητικών, κυρίως) μονάδων που εξάγουν, επενδύουν, και πληρώνουν αξιοπρεπείς αποδοχές, είναι ακριβώς αυτό: εξαιρέσεις.

Σε έναν κόσμο που έχει γίνει απρόβλεπτος και επικίνδυνος, και σε μια γωνιά του πλανήτη που έχει πάρει φωτιά από τις πολεμικές συγκρούσεις και από τις φυσικές καταστροφές, η ανεμελιά της φτηνής ανάπτυξης είναι τραγική. Όταν ξέσπασε η πανδημία, ο ΟΟΣΑ είχε δημοσιεύσει μια έκθεση για την «ανθεκτικότητα» της οικονομίας 47 χωρών σε συνθήκες καραντίνας: η Ελλάδα βρισκόταν στην τελευταία 47η θέση. Τι θα απογίνει η οικονομία μας εάν συμβεί το παραμικρό θερμό επεισόδιο στο Αιγαίο, ή όταν η άνοδος της θερμοκρασίας θα έχει κάνει το ελληνικό καλοκαίρι αβίωτο;

Φυσικά, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τη γεωγραφία. Μπορούμε όμως να αλλάξουμε την οικονομία. Με δυσκολία: η αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου είναι κοπιαστική και παίρνει χρόνο (αντίθετα με τις «αρπαχτές», που ως γνωστόν είναι γρήγορες και απαιτούν ελάχιστο κόπο). Οι ωφελημένοι της φτηνής ανάπτυξης είναι ισχυροί και οργανωμένοι, και αγωνίζονται με νύχια και δόντια (και ενίοτε με σφαίρες) για τη διατήρηση του μοντέλου στο οποίο οφείλουν τον πλουτισμό τους. Το μόνο αντίδοτο στην ισορροπία της παρακμής είναι ο πατριωτισμός των Ελλήνων, και ειδικά της πολιτικής τάξης. Η εμμονή της κυβέρνησης και η συναίνεση της αντιπολίτευσης στην υπεράσπιση της νομιμότητας παντού, από το φορολογικό έως τις χρήσεις γης. Και η συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων για τις ελάχιστες προϋποθέσεις ευημερίας της γενιάς των παιδιών μας και των παιδιών τους: ισχυροί θεσμοί, αποκατάσταση του φυσικού περιβάλλοντος, υγιής επιχειρηματικότητα, επένδυση στις δεξιότητες.

Οι δυσκολίες είναι πολλές, όμως οι δυνατότητες είναι μεγάλες. Το πόσο μεγάλες φάνηκε τις προάλλες, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανακοίνωσε ότι η Ελλάδα θα είναι ένα από τα 7 κράτη μέλη όπου θα εγκατασταθούν και θα λειτουργήσουν ευρωπαϊκά εργοστάσια τεχνητής νοημοσύνης. Η εμπορική επιτυχία των εφαρμογών που θα προκύψουν δεν είναι εγγυημένη. Η απόσταση που χωρίζει την Ευρώπη από τις ΗΠΑ και από την Κίνα είναι μεγάλη στον τομέα αυτό. Ούτε η γενναία χρηματοδότηση, κρατική και ιδιωτική, αρκεί για να αποτρέψει τις αστοχίες – αυτό έδειξε η υπόθεση Northvolt. Όμως το παιγνίδι θα κριθεί εκεί: στην τεχνολογική επανάσταση, και στην καθαρή ενέργεια. Και στο παιγνίδι αυτό δεν επιτρέπεται να είμαστε θεατές.

8 Δεκεμβρίου 2024

Ο ναρκισσισμός της ανευθυνότητας βλάπτει σοβαρά την οικονομία

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2024).

Λίγοι γνωρίζουν ότι η πρωταθλήτρια Ευρώπης (και, κατά συνέπεια, κόσμου) στην κοινωνική δαπάνη εδώ και αρκετά χρόνια δεν είναι η Σουηδία αλλά η Γαλλία (32% του ΑΕΠ το 2022). Ούτε οι περισσότεροι Γάλλοι δείχνουν να το γνωρίζουν, ή  ίσως προτιμούν να το ξεχνάνε, για αυτό άλλωστε ο δημόσιος λόγος (και ο επιστημονικός ...) βρίθει αναφορών στη «νεοφιλελεύθερη επέλαση» που «κατεδαφίζει κοινωνικές κατακτήσεις». Πρόσφατο παράδειγμα: η μεταρρύθμιση των συντάξεων, η οποία ανέβασε από τα 62 στα 64 έτη την ελάχιστη ηλικία συνταξιοδότησης, επαρκής λόγος για να κατέβουν μερικά εκατομμύρια Γάλλοι πολίτες στους δρόμους την άνοιξη του 2023. Και ας έδειχναν όλες οι αναλύσεις ότι η μεταρρύθμιση ήταν εξισωτική, αφού έπληττε κυρίως τις εύπορες κατηγορίες, ενώ προστάτευε τους πιο αδύναμους. Δεν συγκινούνται από κάτι τέτοια οι νοσταλγοί του Μάη του ’68, ή της Επανάστασης του 1789, ή της Γαλλικής Αυτοκρατορίας, ή κάποιου συνδυασμού των προηγουμένων. Σημασία έχει να είναι κανείς ασυμβίβαστος («ανυπότακτος», όπως στην ονομασία του κόμματος του Μελανσόν), και να απορρίπτει χωρίς συζήτηση οποιαδήποτε προσπάθεια προσαρμογής της Γαλλίας στον σύγχρονο κόσμο.

Ίσως θα έπρεπε κάποιος να μιλήσει στους Γάλλους για την Ουρουγουάη. Στη μικρή αυτή χώρα της Νοτίου Αμερικής, πριν από λίγες εβδομάδες οι ψηφοφόροι κλήθηκαν στις κάλπες για να αποφανθούν πάνω στο εξής ερώτημα: «Θέλετε να μειωθεί η ελάχιστη ηλικία συνταξιοδότησης από τα 65 στα 60 έτη;» Αντίθετα από ό,τι ίσως θα προέβλεπε κανείς, τα κύρια πολιτικά κόμματα της Ουρουγουάης (ο κεντροδεξιός συνασπισμός αλλά και το αριστερό «Πλατύ Μέτωπο») απέρριψαν την ευκαιρία να επιδοθούν σε χαμηλής ποιότητας πολιτική δημαγωγία στις πλάτες των πολιτών, σημερινών και μελλοντικών. Η θλιβερή παρακμή της γειτονικής Αργεντινής, που έχοντας υπάρξει μια από τις πλουσιότερες χώρες του κόσμου έπεσε στο επίπεδο των αποτυχημένων κρατών που εκλιπαρούν διεθνή οικονομική βοήθεια και παραπαίουν από τη μια χρεωκοπία στην άλλη, θυμίζει τους κινδύνους του δημοσιονομικού λαϊκισμού στους πολιτικούς της Ουρουγουάης. Οι οποίοι κάλεσαν τους ψηφοφόρους να ψηφίσουν εναντίον της μείωσης της ηλικίας συνταξιοδότησης. Και εκείνοι τους άκουσαν: 61% ψήφισαν κατά. Μέχρι νεωτέρας, η Ουρουγουάη θα συνεχίσει να είναι μια όαση πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας σε μια ήπειρο που δεν φημίζεται ούτε για το ένα ούτε για το άλλο.

Τώρα ο Μακρόν (που ήδη έχει δει τρεις πρωθυπουργούς του να παραιτούνται μέσα στο 2024) καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες επίλυσης της κυβερνητικής κρίσης. Την περασμένη Παρασκευή φάνηκε ότι μια μερίδα του Νέου Λαϊκού Μετώπου (το Σοσιαλιστικό Κόμμα και οι Οικολόγοι) είναι διατεθειμένη να υποστηρίξει μια κυβέρνηση συνεργασίας με την παράταξη του Μακρόν («Αναγέννηση») και τους κεντροδεξιούς Ρεπουμπλικάνους. Αμέσως μετά, για να μην νομίζει κανείς ότι η ανευθυνότητα είναι μονοπώλιο των άκρων, ο απερχόμενος Υπουργός Εσωτερικών της κυβέρνησης Μπαρνιέ, στέλεχος του κόμματος των Ρεπουμπλικάνων, δήλωσε ότι δεν θα δεχθεί κανένα συμβιβασμό με καμμία συνιστώσα της Αριστεράς. Ακολούθησε διευκρινιστική δήλωση των Σοσιαλιστών ότι η πρόταση συνεργασίας θα αποσυρθεί αν ο Πρόεδρος Μακρόν επιλέξει κεντροδεξιό Πρωθυπουργό – και το γαϊτανάκι συνεχίζεται.

Εν τω μεταξύ, μαζί με την κυβερνητική κρίση συνεχίζει να αυξάνεται και το έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού. Φέτος αναμένεται να ξεπεράσει το 6% του ΑΕΠ, ενώ το σχέδιο προϋπολογισμού που καταψήφισε την περασμένη εβδομάδα η Γαλλική Εθνοσυνέλευση προέβλεπε μείωσή του κατά μια ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα. (Σύμφωνα με πιο ρεαλιστικές εκτιμήσεις, κατά μισή ποσοστιαία μονάδα. Αυτή ήταν η «σκληρή λιτότητα» που ματαίωσαν με την ψήφο τους οι ηρωικοί βουλευτές του Μελανσόν και της Λεπέν.)

Μέχρι στιγμής οι αγορές δεν δείχνουν να πολυανησυχούν, με το επιτόκιο στο οποίο πραγματοποιούνται οι συναλλαγές των γαλλικών ομολόγων να κινείται στο 0,8% πάνω από το αντίστοιχο των γερμανικών. Βέβαια, αυτό δεν είναι πολύ καθησυχαστικό: λόγω μυωπίας και «ενστίκτου κοπαδιού», οι αγορές εύκολα περνάνε από τον ληθαργικό εφησυχασμό στον απόλυτο πανικό. Αυτό έγινε στην Ελλάδα του 2010. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα συμβεί στη Γαλλία του 2025.

24 Νοεμβρίου 2024

Εργατική τάξη και Αριστερά: το τέλος μιας σχέσης;

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Καθημερινή» (Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2024).

Τον Μάιο του 1996, ο Έρικ Χομπσμπάουμ (ο μεγαλύτερος ίσως ιστορικός του 20ού αιώνα) εκφώνησε μια ομιλία στο Λονδίνο, που αμέσως μετά δημοσιεύθηκε αυτούσια στο περιοδικό New Left Review, για την από τότε παρατηρούμενη τάση των προοδευτικών κομμάτων να αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως συνασπισμό επιμέρους «ταυτοτήτων». Στην εμβληματική περίπτωση των Δημοκρατικών στις ΗΠΑ, μια συμμαχία μειονοτήτων: φυλετικών, θρησκευτικών, εθνοτικών, σεξουαλικών, και άλλων.

Για την αριστερά (με την ευρύτερη δυνατή έννοια του όρου), η τάση αυτή είναι καταστροφική, έγραφε ο Χομπσμπάουμ. Οι ταυτότητες αποκλείουν (ορίζονται αρνητικά σε αντιπαράθεση με κάποιον αντίπαλο), είναι πολλαπλές (όλοι συνδυάζουμε διαφορετικές ιδιότητες), είναι ρευστές (συχνά κανείς επιλέγει την ταυτότητα που κάθε φορά προκρίνει), ενώ καμιά φορά εξαρτώνται από τις συνθήκες. Μέχρι την μοιραία δεκαετία του 1930, οι περισσότεροι εβραίοι στη Γερμανία αισθάνονταν περισσότερο Γερμανοί παρά εβραίοι· την εβραϊκή ταυτότητα τους την επέβαλαν οι Ναζί.

Αντίθετα, συνέχιζε ο Χομπσμπάουμ, το μήνυμα της αριστεράς (στην ευρεία εκδοχή της) είναι οικουμενικό. Είναι νικηφόρο όταν κινητοποιεί ανθρώπους με διαφορετική προέλευση, πίσω από ένα ελκυστικό σχέδιο για το μέλλον στο οποίο δυνητικά χωρά ο καθένας. Άλλωστε, αυτό που ιστορικά προσέλκυε στην αριστερά κάθε λογής καταπιεσμένες μειονότητες δεν ήταν η υπόσχεση ειδικών ρυθμίσεων προς όφελός τους, αλλά η προσδοκία για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη για όλους. 

Τι σχέση έχουν όλα αυτά με το σήμερα; Μεγάλη, πιστεύω. Όχι επειδή η νίκη Τραμπ μπορεί να εξηγηθεί με τις υπερβολές (πραγματικές ή επινοημένες) της διαβόητης «woke» κουλτούρας. Αλλά επειδή πολλά μέλη των «κοινοτήτων» που οι Δημοκρατικοί περίπου αυτοδικαίως θεωρούσαν οργανικές συνιστώσες του συνασπισμού τους (μαύροι, ισπανόφωνοι, γυναίκες) απέρριψαν την επιμέρους ταυτότητα υπέρ κάποιας άλλης ευρύτερης: πολιτισμικής, οπωσδήποτε (διαμαρτυρόμενοι για τη μετανάστευση ή για την παρακμή της παραδοσιακής οικογένειας), αλλά συχνά «ταξικής». Πολλοί ψήφισαν Τραμπ επειδή εκτός από μαύροι, ή λατίνοι, ή γυναίκες,  αισθάνονται επίσης φορολογούμενοι, ή επιχειρηματίες, ή καταναλωτές.

Θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η πολιτική των ταυτοτήτων είναι αμερικανικό φρούτο που δεν ευδοκιμεί στην Ευρώπη. Επιπλέον, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου μετανάστες «αυτοκτονούν» σε αστυνομικά τμήματα, και νεαρές γυναίκες δολοφονούνται από τον σύντροφό τους, η ιδέα ότι το κύριο πρόβλημα είναι ο «δικαιωματισμός» προδίδει φανατισμό που θολώνει την κρίση. Σε κάθε περίπτωση, καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν βιώνει τον διχασμό των ΗΠΑ. Ίσως επειδή, όπως έγραψε ο Μαρκ Μαζάουερ στο ωραίο άρθρο του στην «Καθημερινή» της περασμένης Κυριακής, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν «ιστορικά βιώματα που […] λειτουργούν ως οχύρωση της δημοκρατίας». Ας ελπίσουμε ότι έχει δίκιο.

Εν τω μεταξύ, στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Ιταλία, και αλλού, τα «λαϊκά στρώματα» (οι φτωχοί, οι λιγότερο μορφωμένοι, οι άνεργοι, ακόμη και οι εναπομείναντες βιομηχανικοί εργάτες) στρέφονται προς την άκρα δεξιά. Στη Γαλλία το φαινόμενο αυτό εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1980, όταν η «κόκκινη ζώνη» των περιφερειακών δήμων γύρω από το Παρίσι, μέχρι τότε «κάστρα» του ΚΚΓ, αλώθηκαν από το Εθνικό Μέτωπο του Λεπέν (πατρός). Στη Γερμανία, η επιτυχία της Σάρα Βάγκενκνεχτ δείχνει ότι η αντίθεση στις φιλελεύθερες ελίτ, η υποτίμηση της κλιματικής αλλαγής, και ο θαυμασμός στον Βλαντιμίρ Πούτιν, μπορεί να φορέσει «αριστερό» περίβλημα.

Τι συνεπάγεται η απώλεια των λαϊκών στρωμάτων για τα «συστημικά» κόμματα της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς; Φαίνεται ότι μερίδα της κεντροδεξιάς, και όχι μόνο, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, θα επιχειρήσει να εξουδετερώσει την ακροδεξιά απειλή ενσωματώνοντας μέρος της ρητορικής και της πολιτικής πλατφόρμας της ακροδεξιάς. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό θα αποδώσει. Είμαι όμως βέβαιος ότι όταν κάποιος παζαρεύει τις αρχές του για να παραμείνει στην εξουσία, στο τέλος χάνει και την εξουσία και τον εαυτό του.

Όσο για την κεντροαριστερά, οι λαμπρότερες επιτυχίες των Γερμανών και Σουηδών σοσιαλδημοκρατών, των Βρετανών Εργατικών, ακόμη και των Ιταλών κομμουνιστών, πραγματοποιήθηκαν χάρη στην ικανότητα των ηγεσιών τους να εκπροσωπούν τόσο τους φτωχούς προλετάριους όσο και τους μορφωμένους αστούς. Η ανάκτηση αυτής της ικανότητας, ψυχολογικής πρώτα και μετά πολιτικής, είναι συνθήκη επιβίωσης για τα προοδευτικά κόμματα σε όλον τον πλανήτη.