1 Ιανουαρίου 2002

«Μερικές εφαρμογές του Μιμητή» του Primo Levi

Το διήγημα του Primo Levi «Alcune applicazioni del Mimete», από τη συλλογή «Storie Naturali», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Το Δέντρο» (τεύχος 116, Ιανουάριος-Μάρτιος 2002)

Το τελευταίο άτομο στον κόσμο που στα χέρια του ήταν ανάγκη να καταλήξει ένας τρισδιάστατος πανομοιοτυπωτής είναι ο Τζιλμπέρτο. Και όμως ο Μιμητής έπεσε στα χέρια του αμέσως, ένα μήνα μετά το εμπορικό του λανσάρισμα και τρεις μήνες προτού το γνωστό διάταγμα απαγορεύσει την κατασκευή και τη χρήση του - αρκετός χρόνος, δηλαδή, για να μπλεχτεί ο Τζιλμπέρτο σε μπελάδες. Του έπεσε στα χέρια χωρίς εγώ να μπορώ να κάνω τίποτε: ήμουν στο Σαν Βιττόρε, εκτίοντας ποινή για την πρωτοποριακή μου εργασία, και ούτε που φανταζόμουν ποιος, και με τι τρόπο, την συνέχιζε.

Ο Τζιλμπέρτο είναι παιδί του αιώνα. Τριαντατεσσάρων χρονών, καλός υπάλληλος, ανέκαθεν φίλος μου. Δεν πίνει, δεν καπνίζει και καλλιεργεί ένα μοναδικό πάθος: να βασανίζει την άψυχη ύλη. Έχει ένα δωματιάκι που το λέει εργαστήρι, κι εκεί λιμάρει, πριονίζει, συναρμολογεί, κολλά, λειαίνει. Επισκευάζει ρολόγια, ψυγεία, ξυριστικές μηχανές. Επινοεί μηχανισμούς για ν’ ανάβει το θερμοσίφωνα το πρωί, φωτοηλεκτρικές κλειδαριές, ιπτάμενα μοντέλα, ακουστικές βολίδες για παιγνίδια στη θάλασσα. Όσο για τ’ αυτοκίνητα, δεν του κρατάνε πάνω από μερικούς μήνες: τα διαλύει και τα ξαναμοντάρει συνεχώς, τα γυαλίζει, τα λαδώνει, τα τροποποιεί, τους βάζει άχρηστα αξεσουάρ - ύστερα βαριέται και τα πουλάει. Η Έμμα, η σύζυγός του (ένα γοητευτικό κορίτσι), ανέχεται αυτές του τις μανίες με αξιοθαύμαστη υπομονή.

Είχα μόλις επιστρέψει στο σπίτι από τη φυλακή, όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Τζιλμπέρτο, και ήταν ενθουσιώδης όπως πάντα: είχε στην κατοχή του το Μιμητή εδώ και είκοσι μέρες, και του είχε αφιερώσει είκοσι μέρες κι είκοσι νύχτες. Μου διηγήθηκε απνευστί τα θαυμαστά πειράματα που είχε εκτελέσει, και εκείνα που είχε στο νου να κάνει. Είχε αγοράσει το κείμενο του Πελτιέ ‘Theorie generale de l’Imitation’, και τη διατριβή των Τσεχμάιστερ και Άιζενλορ ‘The Mimes and other duplicating devices’. Είχε γραφτεί σ’ ένα εντατικό πρόγραμμα στην κυβερνητική και την ηλεκτρονική. Τα πειράματα που είχε πραγματοποιήσει έμοιαζαν μελαγχολικά με τα δικά μου, που μου είχαν κοστίσει αρκετά ακριβά. Προσπάθησα να του το πω, μα ήταν μάταιο: είναι δύσκολο να διακόπτεις το συνομιλητή σου στο τηλέφωνο, και ειδικά το Τζιλμπέρτο. Τελικά, έκοψα απότομα τη σύνδεση, άφησα το ακουστικό ανοιχτό και αφοσιώθηκα στις υποθέσεις μου.

Δύο μέρες αργότερα το τηλέφωνο κουδούνισε πάλι: η φωνή του Τζιλμπέρτο ήταν φορτισμένη με συγκίνηση, αλλά είχε έναν αναμφίβολο τόνο υπερηφάνειας.

‘Είναι ανάγκη να σε δω αμέσως.’

‘Γιατί; Τι συνέβη;’

‘Πανομοιοτύπησα τη γυναίκα μου’, μου απάντησε.

Έφτασε δύο ώρες αργότερα, και μου διηγήθηκε το ανόητο εγχείρημά του. Είχε παραλάβει το Μιμητή, είχε εκτελέσει τα συνηθισμένα παιγνιδάκια όλων των αρχαρίων (το αυγό, το πακέτο με τα τσιγάρα, το βιβλίο κτλ.). Μετά κουράστηκε, πήγε το Μιμητή στο εργαστήρι και τον διέλυσε μέχρι και την τελευταία βιδίτσα. Το σκέφτηκε όλη νύχτα, συμβουλεύτηκε τις πραγματείες του, και κατέληξε ότι η μετατροπή του μοντέλου του ενός λίτρου σ’ ένα μεγαλύτερο δεν πρέπει να ήταν αδύνατη, ούτε και τόσο δύσκολη. Το ‘πε και το ‘κανε: κανόνισε και του στείλανε από τη ΝΑΤΚΑ, δεν ξέρω με ποια πρόφαση, 200 λίβρες ειδικό ‘πάμπουλουμ’, αγόρασε λαμαρίνες, μονωτικά και φλάντζες, και μέσα σ’ επτά μέρες το έργο είχε ολοκληρωθεί. Είχε κατασκευάσει ένα είδος τεχνητού πνεύμονα, είχε ρυθμίσει τον ‘τάιμερ’ του Μιμητή επιταχύνοντάς τον καμμιά σαρανταριά φορές, κι είχε συνδέσει τα δύο μέρη μεταξύ τους και με το δοχείο του ‘πάμπουλουμ’. Αυτός είναι ο Τζιλμπέρτο, ένας άνθρωπος επικίνδυνος, ένας μικρός επιζήμιος Προμηθέας: πολυμήχανος και ανεύθυνος, υπεροπτικός και ανόητος. Παιδί του αιώνα, όπως έλεγα προηγουμένως: ή μάλλον, σύμβολο του αιώνα μας. Πάντοτε πίστευα ότι θα ήταν ικανός, αν του δινόταν η ευκαιρία, να κατασκευάσει μια ατομική βόμβα και να την αφήσει να πέσει πάνω στο Μιλάνο ‘για να δει τι θα γίνει’.

Απ’ όσο μπόρεσα να καταλάβω, ο Τζιλμπέρτο δεν είχε κάποια συγκεκριμένη ιδέα όταν αποφάσισε να μεγενθύνει τον πανομοιοτυπωτή: εκτός ίσως, όπως είναι χαρακτηριστικό του, από το να μαστορέψει ένα μεγαλύτερο πανομοιοτυπωτή, με τα ίδια του τα χέρια και μ’ ελάχιστα έξοδα - εξ άλλου είναι ικανότατος στην εξαφάνιση του ‘δούναι’ από την προσωπική του λογιστική μ’ ένα είδος νοητικής ταχυδακτυλουργίας. Η απεχθής ιδέα να πανομοιοτυπήσει τη γυναίκα του, μου είπε, του ήρθε αργότερα, όταν είδε την Έμμα να κοιμάται βαθιά. Φαίνεται ότι δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο: ο Τζιλμπέρτο, που είναι γεροδεμένος και υπομονετικός, έσυρε το στρώμα με την Έμμα πάνω του, από το κρεβάτι μέχρι μέσα στο κασόνι του πανομοιοτυπητή. Του πήρε πάνω από μια ώρα, αλλά η Έμμα δεν ξύπνησε.

Το κίνητρο που ώθησε τον Τζιλμπέρτο να δημιουργήσει μια δεύτερη σύζυγο, και να παραβιάσει έτσι ένα μεγάλο αριθμό νόμων θεϊκών και ανθρώπινων, δεν μου είναι εντελώς σαφές. Μου εξήγησε, σαν να ήταν το φυσικότερο πράγμα, ότι με την Έμμα ήταν ερωτευμένος, ότι η Έμμα του ήταν απαραίτητη, και ότι γι’ αυτό του είχε φανεί καλή ιδέα να έχει δύο. Ίσως να μου το είπε καλόπιστα (ο Τζιλμπέρτο είναι πάντοτε καλόπιστος), και σίγουρα ήταν και είναι ερωτευμένος με την Έμμα, με τον τρόπο του, παιδαριωδώς, κι από κάτω προς τα πάνω που λένε. Μα είμαι πεισμένος ότι τελείως άλλοι λόγοι τον παρακίνησαν να την πανομοιοτυπήσει: ένα κακώς εννοούμενο πνεύμα περιπέτειας, μια νοσηρή Ηροστράτεια επιθυμία - έτσι ακριβώς, ‘για να δει τι θα γίνει’.

Τον ρώτησα πώς δεν του πέρασε από το μυαλό να συμβουλευτεί την Έμμα, να ζητήσει τη συγκατάθεσή της, προτού τη χρησιμοποιήσει με τόσο ασυνήθιστο τρόπο. Κοκκίνησε μέχρι το κόκκαλο: είχε κάνει κάτι χειρότερο, ο βαθύς ύπνος της Έμμας ήταν προμελετημένος, της είχε δώσει υπνωτικό.

‘Και τώρα σε ποιο σημείο είσαι, με τις δύο σου συζύγους;’

‘Δεν ξέρω, δεν έχω αποφασίσει ακόμη. Κοιμούνται ακόμη και οι δύο. Θα δούμε αύριο.’

Την επομένη δεν επρόκειτο να δούμε τίποτε, ή τουλάχιστον εγώ. Μετά από ένα μήνα αναγκαστικής απραξίας χρειάστηκε να φύγω σε μακρινό ταξίδι, που με κράτησε μακριά από το Μιλάνο για δύο εβδομάδες. Ήξερα ήδη τι με περίμενε στο γυρισμό: θα έπρεπε να δώσω ένα χεράκι στον Τζιλμπέρτο για να ξεμπλέξει, όπως εκείνη τη φορά που είχε φτιάξει μια ηλεκτρική σκούπα ατμού και την είχε κάνει δώρο στη γυναίκα του διευθυντή του.

Πράγματι, πριν καλά-καλά ακόμη μπω στο σπίτι με κάλεσε με τρόπο που δεν επιδέχεται αντίρρηση σε οικογενειακό συμβούλιο: ο Τζιλμπέρτο, εγώ και οι δύο Έμμες. Εκείνες είχαν την καλαισθησία να κάνουν αντίθεση: η δεύτερη, η καταχρηστική, φορούσε μια απλή άσπρη κορδέλλα στα μαλλιά, που της έδινε μια όψη ακαθόριστα μοναστική. Εκτός από αυτό, φορούσε τα ρούχα της Έμμας Ι με ανεπιτήδευση. Προφανώς, ήταν όμοια με την τιτλούχο από κάθε άποψη: πρόσωπο, δόντια, μαλλιά φωνή, προφορά, μια ελαφριά ουλή στο μέτωπο, περμανάντ, βάδισμα, το μαύρισμα από τις πρόσφατες διακοπές. Πρόσεξα όμως ότι είχε ένα γερό κρυολόγημα.

Αντίθετα με τις προβλέψεις μου, μου φάνηκαν και οι τρεις καλοδιάθετοι. Ο Τζιλμπέρτο έδειχνε βλακωδώς υπερήφανος, όχι τόσο για το κατόρθωμά του όσο για το γεγονός (στο οποίο αυτός δεν είχε καμμία συμβολή) ότι οι δύο γυναίκες τα πήγαιναν καλά μεταξύ τους. Όσο γι’ αυτές, μου προκαλούσαν ειλικρινή θαυμασμό. Η Έμμα Ι εκδήλωνε προς την καινούρια της ‘αδελφή’ ένα ενδιαφέρον μητρικό. Η Έμμα ΙΙ ανταποκρινόταν με σεβασμό θυγατέρας, αξιοπρεπή και στοργικό. Το πείραμα του Τζιλμπέρτο, αποτρόπαιο από πολλές απόψεις, αποτελούσε πάνω απ’ όλα ισχυρή επιβεβαίωση της θεωρίας της Μίμησης: η καινούρια Έμμα, γεννημένη εικοσιοκτώ χρονών, είχε κληρονομήσει απαράλλακτη όχι μόνο τη θνητή μορφή του πρωτοτύπου, αλλά και ολόκληρη την πνευματική του παράδοση. Η Έμμα ΙΙ, με αξιοθαύμαστη απλότητα, μου διηγήθηκε ότι δύο ή τρεις μόνο μέρες από τη γέννησή της είχε πειστεί ότι ήταν η πρώτη συνθετική, ας πούμε, γυναίκα στην ιστορία του ανθρωπίνου είδους, ή ίσως ή δεύτερη, αν υπολογίσει κανείς την κατά προσέγγιση ανάλογη περίπτωση της Εύας.

Γεννήθηκε κοιμισμένη, αφού ο Μιμητής είχε πανομοιοτυπήσει ακόμη και το υπνωτικό που έρεε στις φλέβες της Έμμας Ι, και ξύπνησε ‘γνωρίζοντας’ ότι ήταν η Έμμα Περόζα-Γκάττι, μοναδική σύζυγος του λογιστή Τζιλμπέρτο Γκάττι, γεννηθείσα στη Μάντοβα την 7η Μαρτίου 1936. Θυμόταν καλά όσα θυμόταν καλά η Έμμα Ι, και άσχημα όσα η Έμμα Ι θυμόταν άσχημα. Θυμόταν σε βαθμό τελειότητας το γαμήλιο ταξίδι, τα ονόματα των συμμαθητών ‘της’ στο σχολείο, τις παιδικές κι απόκρυφες λεπτομέρειες μιας θρησκευτικής κρίσης που είχε περάσει η Έμμα Ι όταν ήταν δεκατριών χρονών, και που δεν είχε εξομολογηθεί ποτέ σε κανέναν. Αλλά θυμόταν πολύ καλά και την άφιξη στο σπίτι του Μιμητή, τον ενθουσιασμό του Τζιλμπέρτο, τις διηγήσεις του και τις απόπειρές του, και γι’ αυτό δεν είχε εκπλαγεί υπερβολικά όταν πληροφορήθηκε την αυθαίρετη δημιουργική πράξη στην οποία χρωστούσε την ύπαρξή της.

Το γεγονός ότι η Έμμα ΙΙ είχε κρυολογήσει μ’ έκανε να αναλογιστώ ότι η ταύτισή τους, αρχικά τέλεια, ήταν προορισμένη να μη διαρκέσει: ακόμη κι εάν ο Τζιλμπέρτο αποδεικνυόταν ο πιο ακριβοδίκαιος απ’ όλους τους δίγαμους, ακόμη κι εάν εφάρμοζε αυστηρό σύστημα εναλλαγής, ακόμη κι εάν απείχε από κάθε εκδήλωση προτίμησης στη μία από τις δύο γυναίκες (υπόθεση παράλογη, αφού ο Τζιλμπέρτο είναι χαοτικός και ανοργάνωτος), ακόμη και στην περίπτωση αυτή οπωσδήποτε τελικά κάποια απόκλιση θα εκδηλωνόταν. Αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι οι δύο Έμμες δεν καταλάμβαναν υλικά το ίδιο μερίδιο χώρου: δεν ήταν δυνατόν να περάσουν ταυτόχρονα από μια στενή πόρτα, να παρουσιαστούν μαζί σε μια θυρίδα, να καταλάβουν την ίδια θέση στο τραπέζι: ήταν γι’ αυτό εκτεθειμένες σε διαφορετικά συμβάντα (το κρυολόγημα), διαφορετικές εμπειρίες. Ήταν μοιραίο να διαφοροποιηθούν, πνευματικά κι ύστερα σωματικά: και τότε θα κατάφερνε ο Τζιλμπέρτο να κρατήσει ίσες αποστάσεις; Σίγουρα όχι: και στην πρώτη προτίμηση, ακόμη και μικροσκοπική, η ευάλωτη ισορροπία ανάμεσα στους τρείς ήταν καταδικασμένη να καταλήξει σε ναυάγιο.

Εξέθεσα στον Τζιλμπέρτο αυτούς μου τους συλλογισμούς, και προσπάθησα να του δώσω να καταλάβει ότι δεν επρόκειτο για αυθαίρετη δική μου απαισιόδοξη υπόθεση, αλλά αντίθετα για πρόβλεψη στέρεα θεμελιωμένη στην κοινή λογική, σχεδόν θεώρημα. Του υπενθύμισα ότι νομικώς η θέση του ήταν το λιγότερο αμφίβολη: ήταν νυμφευμένος με την Έμμα Περόζα, η Έμμα ΙΙ ήταν επίσης Έμμα Περόζα, μα αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι οι Έμμες Περόζα ήταν δύο.

Αλλά ο Τζιλμπέρτο φάνηκε απρόσιτος: είχε μια ανόητη ευφορία, ήταν στη ψυχική κατάσταση του νιόπαντρου, και ενώ εγώ του μιλούσα εκείνος φανερά σκεφτόταν άλλα. Αντί να κυττάζει εμένα, παρατηρούσε απορροφημένος τις δύο γυναίκες, που ακριβώς εκείνη τη στιγμή μάλωναν στ’ αστεία για το ποια έπρεπε να καθήσει στην πολυθρόνα που και οι δύο προτιμούσαν. Αντί ν’ απαντήσει στα επιχειρήματά μου, μου ανακοίνωσε ότι του είχε έρθει μια περίφημη ιδέα: φεύγανε και οι τρεις για ταξίδι στην Ισπανία. ‘Τα έχω σκεφτεί όλα: η Έμμα Ι θα δηλώσει ότι έχει χάσει το διαβατήριο, θα της βγάλουν αντίγραφο και θα περάσει μ’ εκείνο. Ή μάλλον όχι, τι βλάκας! Θα το φτιάξω εγώ το αντίγραφο: με το Μιμητή, απόψε κιόλας.’ Ήταν πολύ υπερήφανος γι’ αυτό του το εύρημα, και υποψιάζομαι ότι είχε διαλέξει την Ισπανία ακριβώς επειδή ο έλεγχος διαβατηρίων στα ισπανικά σύνορα ήταν μάλλον αυστηρός.

Όταν επέστρεψαν, δύο μήνες μετά, ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Μπορούσε να το καταλάβει οποιοσδήποτε: οι σχέσεις μεταξύ των τριών διατηρούνταν σ’ ένα επίπεδο πολιτισμού και τυπικής ευγένειας, αλλά η ένταση ήταν προφανής. Ο Τζιλμπέρτο δεν με κάλεσε στο σπίτι του: ήρθε στο δικό μου, και δεν ήταν πλέον καθόλου ευφορικός.

Μου αφηγήθηκε ό,τι είχε συμβεί. Μου το αφηγήθηκε με τρόπο πολύ αδέξιο, αφού ο Τζιλμπέρτο, που για μερικά πράγματα διαθέτει αναντίρρητο ταλέντο (είναι ικανός να σου γράψει σ’ ένα πακέτο τσιγάρα τον τύπο μιας διαφορικής εξίσωσης), είναι αντίθετα απελπιστικά ανίκανος να εκφράσει τα ίδια του τα συναισθήματα.

Το ταξίδι στην Ισπανία υπήρξε διασκεδαστικό και ταυτόχρονα κοπιαστικό. Στη Σεβίλλη, μετά από μια μέρα με βαρυφορτωμένο πρόγραμμα, είχε ξεκινήσει μια συζήτηση σε κλίμα εκνευρισμού και κούρασης. Είχε ξεκινήσει ανάμεσα στις δύο γυναίκες, πάνω στο μοναδικό θέμα στο οποίο οι γνώμες τους θα μπορούσαν να διχάζονται, και πράγματι διχάζονταν. Ήταν ενδεδειγμένο ή όχι, θεμιτό ή όχι, το εγχείρημα του Τζιλμπέρτο; Η Έμμα ΙΙ είχε πει ναι, η Έμμα Ι δεν είχε πει τίποτε. Είχε αρκέσει αυτή η σιωπή για να κάνει την πλάστιγγα να γείρει: από εκείνη τη στιγμή η επιλογή του Τζιλμπέρτο είχε κριθεί. Μπροστά στην Έμμα Ι δοκίμαζε μια αμηχανία που μεγάλωνε, μια αίσθηση ενοχής που επιδεινωνόταν μέρα με τη μέρα: παράλληλα, η στοργή του για την καινούρια του σύζυγο αυξανόταν και κατέτρωγε αναλογικά τη στοργή του για την νόμιμη σύζυγό του. Η ρήξη δεν είχε επέλθει ακόμη, αλλά ο Τζιλμπέρτο ένοιωθε ότι δεν θα αργούσε.

Η διάθεση κι ο χαρακτήρας των δύο γυναικών είχαν επίσης αρχίσει να διαφοροποιούνται. Η Έμμα ΙΙ γινόταν όλο και πιο νέα, περιποιητική, ανταποκρίσιμη, ανοιχτή. Η Έμμα Ι κλεινόταν προοδευτικά σε μια στάση αρνητική, προσβεβλημένης παραίτησης, απόρριψης. Τι να κάνει; Συνέστησα στον Τζιλμπέρτο να μην πάρει απερίσκεπτες πρωτοβουλίες και του υποσχέθηκα, όπως συνηθίζεται, ότι θα με απασχολούσε η περίπτωσή του - μα ενδόμυχα είχα σχεδόν αποφασίσει να μείνω μακριά απ’ αυτό το μελαγχολικό ανακάτεμα, και δεν μπορούσα να καταπνίξω μια αίσθηση μοχθηρής και θλιβερής ικανοποίησης μπροστά στην επιπόλαια προφητεία μου που είχε βγει αληθινή.

Ποτέ μου δεν περίμενα να δω να μπαίνει ουρανοκατέβατος στο γραφείο, ένα μήνα μετά, ένας Τζιλμπέρτο που ακτινοβολούσε. Ήταν στην καλύτερή του φόρμα, φλύαρος, θορυβώδης, φανερά παχύτερος. Μπήκε στο θέμα χωρίς περιστροφές, με τον εγωκεντρισμό που τον χαρακτηρίζει: για τον Τζιλμπέρτο, όταν κάτι πάει καλά για τον ίδιο, πάει καλά για όλο τον κόσμο. Είναι εκ φύσεως ανίκανος να ασχοληθεί με τον πλησίον του, ενώ αντίθετα προσβάλλεται και εκπλήσσεται όταν ο πλησίον του δεν ασχολείται μ’ αυτόν.

‘Ο Τζιλμπέρτο είναι άσσος’, είπε. ‘Τα τακτοποίησε όλα μέχρι να πεις κίμινο.’

‘Είμαι ευτυχής που το ακούω, και σε συγχαίρω για τη μετριοφροσύνη σου. Από την άλλη καιρός ήταν να πάρεις την κατάσταση στα χέρια σου.’

‘Όχι, κύτταξε, δεν με κατάλαβες. Δεν σου μιλώ για μένα: σου μιλώ για τον Τζιλμπέρτο Ι. Εκείνος είναι ο άσσος. Εγώ, για να μην περιαυτολογώ, του μοιάζω αρκετά, αλλά σ’ αυτή την ιστορία δεν είχα μεγάλη συμμετοχή: υπάρχω μόνο από την περασμένη Κυριακή. Τώρα όλα είναι εντάξει: δεν μου μένει παρά να κανονίσω με το ληξιαρχείο την κατάσταση της Έμμα ΙΙ και τη δική μου. Δεν αποκλείεται να χρειαστεί να κάνουμε κανένα μικρό κόλπο, για παράδειγμα να παντρευτούμε, εγώ και η Έμμα ΙΙ, και μετά να ταιριάσουμε ο καθένας με τη σύζυγο που προτιμά. Κι ύστερα, φυσικά, θα πρέπει να ψάξω για δουλειά: αλλά είμαι πεισμένος ότι η ΝΑΤΚΑ θα με δεχόταν ευχαρίστως ως προπαγανδιστή για το Μιμητή και τις άλλες της μηχανές γραφείου.’

13 Οκτωβρίου 2001

Πληρέστερη απασχόληση με ευελιξία στην εργασία και κοινωνική προστασία για όλους

Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2001)

1. “Αγορά εργασίας” δεν υπάρχει – αγορές εργασίες ναι. Η ίδια η λέξη “εργασία” έχει διαφορετικό νόημα για έναν υπάλληλο της ΔΕΗ, διαφορετικό για μια μοδίστρα που δουλεύει φασόν. Οι γενικεύσεις παραπλανούν. Αντιστρόφως, το υποχρεωτικό σημείο εκκίνησης κάθε σοβαρής ανάλυσης είναι η αναγνώριση της πόλωσης, του “δυϊσμού” της αγοράς εργασίας.

2. Στη μια όχθη βρίσκεται ο υπάλληλος της ΔΕΗ (ή της Εθνικής Τράπεζας, ή του Υπουργείου κ.ο.κ.): έχει σταθερή απασχόληση (αν όχι μονιμότητα), η αμοιβή που διεκδικεί (και συχνά κατακτά) είναι επιπέδου “οικογενειακού” μισθού, απολαμβάνει ικανοποιητικές κοινωνικές παροχές, συνταξιοδοτείται νωρίτερα και με καλύτερη σύνταξη από τους άλλους, συνήθως είναι συνδικαλισμένος. Στην άλλη όχθη βρίσκεται η μοδίστρα με φασόν (ή ο πιτσαδόρος, ή ο ωρομίσθιος κ.ο.κ.): δουλεύει κατά παραγγελία, αμείβεται με μισθούς πείνας, τα ένσημα πότε γράφονται και πότε όχι, για άδειες τοκετού ή ασθενείας ούτε λόγος, ο συνδικαλισμός είναι άγνωστος. Πρόκειται για δύο κόσμους, μεταξύ των οποίων υπάρχει χάσμα.

3. Στην “επίσημη” αγορά εργασίας συχνά βασιλεύει η πλήρης ακαμψία. Το ωράριο τηρείται με ευλάβεια (εάν δεν παραβιάζεται υπέρ του εργαζομένου), οι μισθοί καθορίζονται ανεξαρτήτως παραγωγικότητας με πολιτικά κριτήρια, τα καθήκοντα όλων περιγράφονται λεπτομερώς, οι απολύσεις είναι σπάνιες ή τελείως αδύνατες. Η εικόνα του υπαλλήλου που αρνείται να παραλάβει τον ασθενή που χαροπαλεύει αφού “εγώ δεν είμαι τραυματιοφορέας, εγώ είμαι νοσοκόμος” προέρχεται από ιταλική ταινία και τοποθετείται στη Νάπολι – θα μπορούσε κάλλιστα, όμως, να περιγράφει μια πραγματική σκηνή σε κάποιο νοσοκομείο του ΕΣΥ.

4. Αντίθετα, η “απορυθμισμένη” αγορά εργασίας είναι ελαστική όσο στα βιβλία οικονομικής θεωρίας πρώτου έτους (στα επόμενα έτη κάπως βελτιώνεται η κατάσταση). Προσλήψεις και απολύσεις κατά βούληση (του εργοδότη), μισθός με το κομμάτι, κατά συρροή παραβιάσεις της εργατικής και ασφαλιστικής νομοθεσίας. Για κινηματογραφικές εικόνες υπομονή μέχρι να προβληθεί η ταινία του Ken Loach που συμμετείχε στο φεστιβάλ της Βενετίας.

5. Οι δύο αυτοί κόσμοι είναι ξένοι: δεν συναντώνται στους χώρους δουλειάς, δεν συναντώνται ούτε στα συνδικάτα. Η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ, ενώ ισχυρή είναι και η ΑΔΕΔΥ (το συνδικάτο των υπαλλήλων του Δημοσίου). Η εκπροσώπηση όσων εργάζονται στις χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα είναι χαμηλή ή ανύπαρκτη. Αυτό είναι σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτο. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική των συνδικάτων συχνά αντιπροσωπεύει όχι τόσο τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αλλά μόνο των (σχετικά ευνοημένων) τμημάτων της από όπου προέρχεται η πλειοψηφία των μελών τους.

6. Παραδόξως, οι δύο κόσμοι μπορεί να συναντώνται στο … σπίτι. Η ανεργία μεταξύ “αρχηγών νοικοκυριών” (ανδρών 30-55) είναι σχεδόν αμελητέα, ενώ πλήττει δυσανάλογα τους νέους και τις γυναίκες (ιδίως τις νέες γυναίκες). Με άλλα λόγια, η ακαμψία της επίσημης αγοράς εργασίας προστατεύει τις αμοιβές και τη θέση εργασίας του πατέρα. Δικαίως, θα μπορούσε να πει κανείς. Το πρόβλημα είναι η άλλη όψη του νομίσματος: η ακαμψία ανεβάζει τόσο πολύ το κόστος εργασίας (και μειώνει την παραγωγικότητα), ώστε τελικά ελαχιστοποιεί τις πιθανότητες κανονικής απασχόλησης της μητέρας και των παιδιών τους.

Ακριβές θέσεις εργασίας + χαμηλή παραγωγικότητα = έλλειψη νέων θέσεων, δηλ. ανεργία.

7. Υπό το πρίσμα αυτό, το ζήτημα του 35ωρου αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Από τη μια, η μείωση του χρόνου εργασίας είναι μια μακρόχρονη τάση που ξεκίνησε την επαύριο της βιομηχανικής επανάστασης και μάλλον θα συνεχιστεί ακόμη για πολύ καιρό. Συνεπώς, η κινδυνολογία για τις καταστροφικές συνέπειες του μέτρου είναι υπερβολική. Αλλού είναι το θέμα: ότι, υπό τις σημερινές συνθήκες, τυχόν εφαρμογή του 35ωρου θα επηρεάσει μόνο τις ΔΕΚΟ, το Δημόσιο, και τις τράπεζες. Ούτε οι μοδίστρες φασόν, ούτε οι πιτσαδόροι, ούτε και οι ωρομίσθιοι δεν πρόκειται να καταλάβουν καμία διαφορά: για αυτούς δεν ισχύει ο νόμος του κράτους (ισχύει μόνο ο νόμος της εργατικής δύναμης ως εμπόρευμα). Το 35ωρο απλώς θα επέτεινε τη διαίρεση μεταξύ προνομιούχων εργαζομένων και μη, ενώ θα δυσκόλευε και άλλο την αναγκαία επέκταση της απασχόλησης στην επίσημη οικονομία.

8. Για την εκσυγχρονιστική αριστερά η διέξοδος βρίσκεται στην ταυτόχρονη μεταρρύθμιση τόσο της αγοράς εργασίας όσο και του κοινωνικού κράτους: μερική (και ελεγχόμενη) ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας και αναπροσανατολισμός των θεσμών κοινωνικής προστασίας, με στόχο υψηλά επίπεδα απασχόλησης και κοινωνικής ασφάλειας στις νέες συνθήκες. Πρόκειται για μια στρατηγική επίπονη και γεμάτη κινδύνους: υπόσχεται, όμως, ταυτόχρονες βελτιώσεις στα πεδία της οικονομικής αποτελεσματικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.

9. Αυτή, άλλωστε, είναι η στρατηγική της σύγχρονης ευρωπαϊκής αριστεράς: στη Γαλλία (όπου το 35ωρο συνδυάστηκε με μεγαλύτερη ευελιξία στην οργάνωση της εργασίας), στη Γερμανία (όπου η Volkswagen και IG Metal συμφώνησαν για 5.000 προσλήψεις με αντάλλαγμα τον υπολογισμό του 35ωρου σε ετήσια βάση, από 28 έως 42 ώρες τη βδομάδα), στην Ολλανδία και στη Δανία (όπου τα συνδικάτα συμφώνησαν στη χαλάρωση της προστασίας κατά των απολύσεων που απολάμβαναν οι εργαζόμενοι του “προστατευμένου” τομέα, με αντάλλαγμα την επέκταση της εργασιακής και κοινωνικής προστασίας σε όλους τους εργαζομένους).

10. Η επιτυχία της στρατηγικής της ευελιξίας με ισότητα και προστασία σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται από τη σοφία των εντεύθεν της κεντροδεξιάς πολιτικών ελίτ. Για μια κυβέρνηση που θέλει να είναι και εκσυγχρονιστική και σοσιαλιστική, ο συνδυασμός μεταρρυθμιστικής τόλμης και εμμονής στη συναίνεση δια της πειθούς είναι υποχρεωτική. Από την πλευρά της, η συνδικαλιστική ηγεσία πρέπει να αποδείξει ότι εκπροσωπεί τους εργάτες της χώρας, όλους: εργαζομένους και άνεργους, με μονιμότητα ή χωρίς, στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, ασφαλισμένους και ανασφάλιστους, νόμιμους και παράνομους.

2 Ιουνίου 2001

ΓΣΕΕ-Κυβέρνηση: η μάχη των μελετών;

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 2 Ιουνίου 2001)

Παρότι η ειδησεογραφία των τελευταίων εβδομάδων φαίνεται να πείθει για το αντίθετο, η πρόσφατη δημοσίευση από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ «Αναλογιστικής μελέτης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Ελλάδα» προσφέρει μοναδική ευκαιρία για την κατανόηση του τι ακριβώς διακυβεύεται στην υπόθεση της μεταρρύθμισης των συντάξεων. Εάν αυτό πράγματι συμβεί, θα είναι αληθινή καινοτομία: για πρώτη φορά στη μακρόχρονη ιστορία του ζητήματος – και με καθυστέρηση τεσσάρων τουλάχιστον ετών, από τη δημοσίευση της Έκθεσης Σπράου – θα διαπιστωθεί ουσιαστική σύμπτωση απόψεων για το μέγεθος του προβλήματος εκ μέρους όλων των πλευρών. Το ότι κάτι τέτοιο θα έθετε σε υγιείς βάσεις τη συζήτηση είναι μάλλον αυτονόητο: όσο αυτονόητο είναι ότι το πολιτικό κλίμα σήμερα θα ήταν λιγότερο δηλητηριασμένο, εάν η επιδίωξη της σύμπτωσης για το πρόβλημα είχε προηγηθεί των κυβερνητικών προτάσεων για την επίλυσή του – αντί να τις ακολουθήσει.

Αλλά ας γυρίσουμε στο θέμα μας. Η μελέτη του ΙΝΕ παρουσιάστηκε (από σύσσωμη την ηγεσία της ΓΣΕΕ) ως ανασκευή των εκτιμήσεων της αντίστοιχης έκθεσης των Βρετανών αναλογιστών και ως τεκμηρίωση της κρίσιμης διεκδίκησης των συνδικάτων για μεγάλη αύξηση της κρατικής συμμετοχής στη δαπάνη συντάξεων. Η επικοινωνιακή πλευρά του πράγματος δεν διέφυγε της προσοχής κανενός: σε έναν ακόμη σημειολογικό «ρούμπο» της συνδικαλιστικής ηγεσίας, η παρουσίαση της έκδοσης έβαλε άλλη μια πινελιά στο πορτραίτο της ΓΣΕΕ ως συνδικάτου που (με όρους αθλητικού ρεπορτάζ) «παίζει σκληρά αλλά όχι αντιαθλητικά», που δηλ. εκτός από το να διαδηλώνει γνωρίζει και γράμματα.

Το πρόβλημα είναι ότι αντί να έχουμε μια μόνο μελέτη (για την εκπόνηση της οποίας να συνεργάστηκαν όλες οι πλευρές, έτσι ώστε τώρα η βασιμότητα των εκτιμήσεών της να αναγνωρίζεται από όλους), έχουμε δύο – και δεν έχουμε ακόμη τελειώσει (η ΑΔΕΔΥ δεν θα καταθέσει αναλογιστική μελέτη;). Κατά συνέπεια, εάν θέλουμε να αποφύγουμε έναν ακόμη διάλογο κουφών, οι δύο μελέτες θα πρέπει κάπως να «μεταφραστούν», όχι μόνο για να μπορεί ο καλλιεργημένος αλλά μη ειδήμων πολίτης να παρακολουθήσει το θέμα, αλλά και για να αποσαφηνιστούν τα σημεία που συμφωνούν και διαφωνούν μεταξύ τους. Το ότι η ανάγκη αυτή έχει διαπιστωθεί από παρατηρητές που πρόσκεινται και στις δύο πλευρές είναι ένα ακόμη δείγμα ότι η λογική αρχίζει δειλά-δειλά να κάνει την εμφάνισή της.

Ο έλεγχος της συγκρισιμότητας μεταξύ των δύο αναλογιστικών μελετών δεν είναι απλή υπόθεση: πρόκειται για δουλειά επαρκώς περίπλοκη ώστε να κρατά απασχολημένα για αρκετό καιρό τα μέλη της υπό συγκρότηση «μεικτής επιτροπής εμπειρογνώμων». Εν τω μεταξύ, μπορούμε να προεξοφλήσουμε ορισμένα κρίσιμα σημεία.

1. Η έκθεση των Βρετανών θεωρεί εξ αρχής το σύστημα μη βιώσιμο και εξετάζει λύσεις που αφορούν είτε «παραμετρικές» αλλαγές των όρων συνταξιοδότησης (π.χ. ποσοστό αναπλήρωσης, όρια ηλικίας), είτε «ριζικές» αλλαγές (σύνταξη ανάλογη των διά βίου εισφορών, μερική κεφαλαιοποίηση κτλ.). Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ προβάλλει στο μέλλον τις τάσεις εξέλιξης του συστήματος όπως είναι σήμερα και εκτιμά το ύψος της κρατικής δαπάνης που απαιτείται ώστε να καλυφθούν τα ελλείμματά του. Με αυτή τη «λογιστική» προσέγγιση επιχειρεί να μεταθέσει τη συζήτηση από τις μεγάλες ανισότητες μεταξύ γενεών και μεταξύ ταμείων στο ποσό της κρατικής συμμετοχής. Δυστυχώς, η μεταφορά των ελλειμμάτων των ταμείων στα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού δεν λύνει το πρόβλημα αλλά απλώς το μεταμφιέζει.

2. Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ αναφέρεται σε μέρος μόνο του συστήματος συντάξεων, όχι στο σύνολο. Η εξαίρεση του ΟΓΑ και του Δημοσίου (του ΝΑΤ, όμως, λιγότερο) έχει κάποια λογική: η ΓΣΕΕ δεν εκπροσωπεί ούτε αγρότες ούτε δημοσίους υπαλλήλους. Όμως, η κοινή γνώμη πρέπει να τεθεί αντιμέτωπη με το σύνολο του προβλήματος, ώστε η δημόσια συζήτηση να καταλήξει σε λύσεις κοινής εφαρμογής. Άρα, το θέμα απαιτεί ενιαία εξέταση.

3. Το εν λόγω «στρατήγημα» επιτρέπει στη ΓΣΕΕ να υπολογίζει σε μόνο 2% το ποσοστό της κρατικής συμμετοχής στο σύνολο της δαπάνης για συντάξεις. Όπως δείχνει μια προσεκτική ματιά στα ψιλά γράμματα, το νούμερο αυτό δεν συμπεριλαμβάνει την κάλυψη των ελλειμμάτων, ούτε τα έσοδα από «κοινωνικούς πόρους» υπέρ κάποιων ταμείων. Αυτά ανεβάζουν σε 30% το μερίδιο του κράτους στη χρηματοδότηση και έτσι θέτουν το ερώτημα όχι τόσο του ύψους της αλλά και της κατανομής της μεταξύ ταμείων. Το ότι η κρατική δαπάνη σήμερα κατανέμεται επιλεκτικά, αδιαφανώς και άνισα είναι κομβικό σημείο, ακόμη και εάν η ΓΣΕΕ προτιμά να μην το συζητήσει.

4. Παρότι το ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δίνει (ορθώς) μεγάλη έμφαση στο πρόβλημα της εκτεταμένης εισφοροδιαφυγής, οι προβολές του για το μέλλον υποθέτουν 100% «εισπραξιμότητα εισφορών». Η υπόθεση μηδενικής εισφοροδιαφυγής είναι συνεπής με τον ισχυρισμό ότι τα πράγματα θα ήταν καλύτερα (και τυχόν «επαχθή» μέτρα λιγότερο αναγκαία) αν το πρόβλημα δεν υπήρχε. Όμως ο συλλογισμός πάσχει. Αφενός εισφοροδιαφυγή υπάρχει, άρα καλά θα κάνουμε να την λάβουμε υπόψη μας. Αφετέρου, για να είναι αποτελεσματική η πάταξή της, χρειάζεται όχι μόνο τήρηση των νόμων αλλά αλλαγή του τρόπου υπολογισμού της σύνταξης ώστε να πάψει να «συμφέρει» τόσο πολλούς ασφαλισμένους που σήμερα αρκούνται στα ένσημα της κατώτατης σύνταξης.

5. Η επόμενη πηγή φαινομενικής απόκλισης των δύο μελετών είναι πιο απρόσμενη: ενώ η έκθεση των Βρετανών αναλογιστών υποθέτει ότι οι συντάξεις θα αυξάνονται με ετήσιο ρυθμό 1% σε πραγματικές τιμές, η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ δείχνει λιγότερο γενναιόδωρη, αφού υποθέτει αυξήσεις συντάξεων απλώς ίσες με τον πληθωρισμό.

6. Τέλος, υπάρχει το θέμα της μετανάστευσης: Η έκθεση των Βρετανών αναλογιστών χρησιμοποιεί τα (σαφώς υποτιμημένα) επίσημα στοιχεία για την καταγεγραμμένη συμμετοχή των μεταναστών στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό, και αυτά προβάλλει στο μέλλον. Η μελέτη της ΓΣΕΕ υποθέτει 500.000 αδήλωτους μετανάστες που στο πιο αισιόδοξο από τα τρία υποδείγματα απορροφώνται σταδιακά – όπως άλλωστε προβλέπεται (σε όλα τα σενάρια) και για τους 500.000 ανασφάλιστους Έλληνες.

Από εκεί και πέρα οι δύο μελέτες εξετάζουν διάφορα σενάρια, από όπου συμπεραίνεται ότι η πιο «ευνοϊκή» δημογραφική εξέλιξη (δηλ. αυτή που περιορίζει περισσότερο τα μελλοντικά ελλείμματα) είναι η αύξηση της γονιμότητας και η μείωση της διάρκειας ζωής. Αυτό το ελαφρώς μακάβριο εύρημα περιέχει μια χρήσιμη υπενθύμιση: ότι δηλ. το «δημογραφικό» δεν είναι κατάρα αλλά ευλογία – και εάν θέλουμε να το «λύσουμε» θα πρέπει να γυρίσουμε στη δεκαετία του ’50, τότε που κάναμε ένα σωρό παιδιά και πεθαίναμε νωρίς. Άλλο είναι το θέμα: ακριβώς για να μην μετατραπεί σε πρόβλημα, το συνταξιοδοτικό σύστημα θα πρέπει να παρακολουθεί τις δημογραφικές εξελίξεις και να προσαρμόζεται σε αυτές.

Υπό αυτή την έννοια, η πιο ενδιαφέρουσα (και πολιτικά φορτισμένη) «παραλλαγή» στις υποθέσεις που ενσωματώνουν τα αναλογιστικά υποδείγματα αφορά την απασχόληση. Η έκθεση των Βρετανών δοκιμάζει διάφορα ποσοστά προτού οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η αύξηση της απασχόλησης θα αυξήσει τα ελλείμματα των συστήματος συντάξεων σε δις. δραχμές, ενώ ως ποσοστό του ΑΕΠ θα τα μειώσει λίγο (αυξημένη απασχόληση ίσον υψηλότεροι ρυθμοί ανάπτυξης).

Η μελέτη του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ εκτιμά σε 176,74% του ΑΕΠ το αναλογιστικό έλλειμμα που αντιστοιχεί σε ποσοστό απασχόλησης 62% (ταμεία εκτός ΝΑΤ-ΟΓΑ-Δημοσίου, «τεχνικό επιτόκιο» 3%, σύνταξη 80% του μισθού, χωρίς συμμετοχή του κράτους). Με αύξηση της απασχόλησης κατά 20 ολόκληρες μονάδες (82%), το έλλειμμα αυξάνεται σε 177%, επαληθεύοντας την εκτίμηση των Βρετανών αναλογιστών. Εναλλακτικές παραδοχές για τις άλλες παραμέτρους δίνουν διαφορετικά νούμερα, όμως σε όλα τα σενάρια η αύξηση της απασχόλησης έχει αμελητέα επίδραση στα ελλείμματα του συστήματος συντάξεων.

Συμπέρασμα: οι δύο μελέτες μοιάζουν πολύ περισσότερο από όσο δείχνουν εκ πρώτης όψεως. Η αύξηση της απασχόλησης (κύριος στόχος δημόσιας πολιτικής, και δικαίως) δεν θα λύσει το πρόβλημα των συντάξεων: σε ένα σύστημα που παράγει ελλείμματα, η αύξηση των ασφαλισμένων σήμερα συνεπάγεται αύξηση των ελλειμμάτων αύριο. Αλλά και η αύξηση της μετανάστευσης είναι ατελέσφορη ως λύση του ασφαλιστικού (εκτός αν πάρουμε τις εισφορές των μεταναστών για να τους αρνηθούμε μετά τη σύνταξη που θα δικαιούνται). Η αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης είναι «λύση» λογιστική: είτε λέγεται έλλειμμα ταμείων είτε έλλειμμα προϋπολογισμού, πάλι εμείς ως κοινωνία θα πρέπει να πληρώσουμε το λογαριασμό.

Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν εξωγενείς λύσεις που να μας επιτρέπουν να συνεχίσουμε να πορευόμαστε όπως σήμερα. Η μεταρρύθμιση (δηλ. η αποκατάσταση της εσωτερικής ισορροπίας του συστήματος) μπορεί να είναι δυσάρεστη για το μεγαλύτερο μέρος των πολιτικών ελίτ της χώρας, παραμένει όμως αναγκαία. Και σε αυτό (ασχέτως του εάν το ομολογούν ή όχι) δείχνουν πλέον να συμπίπτουν οι μελέτες και των δύο πλευρών.

19 Μαΐου 2001

Μύθοι και αλήθειες για τις συντάξεις

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» (Σάββατο 19 Μαΐου 2001)

Διάφοροι μύθοι υπολανθάνουν στη συζήτηση για τις συντάξεις, ακόμη και όταν δεν αναφέρονται πάντα ρητά σε αυτή. Όπως όλοι οι μύθοι, έχουν και αυτοί μια δόση αλήθειας. Η ανασκευή τους ίσως συμβάλλει στην αναζήτηση λύσεων για τα υπαρκτά (όχι φανταστικά) προβλήματα, καθώς και στην ανάδειξη των όψεων παθογένειας του σημερινού συστήματος συντάξεων που συχνά λησμονούνται.

1. «Έχουμε ένα φτωχό και μίζερο σύστημα συντάξεων»

Η δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις έχει ξεπεράσει το 12% του ΑΕΠ. Εάν το συγκρίνουμε με άλλες χώρες της Ε.Ε. θα δούμε ότι είναι μάλλον πολύ. Στη Σουηδία είναι χαμηλότερο παρότι εκεί το ποσοστό ηλικιωμένων στον πληθυσμό είναι υψηλότερο από το δικό μας.

Θα αναρωτηθεί κάποιος: «Και δεν μπορεί να αυξηθεί και άλλο;» Μέχρι ενός σημείου ναι, αρκεί βέβαια να είμαστε έτοιμοι ως κοινωνία να μειώσουμε κάτι άλλο: την ιδιωτική κατανάλωση (αν και το φορολογικό βάρος έχει αυξηθεί πολύ τα τελευταία χρόνια), αλλά και την υπόλοιπη δημόσια δαπάνη, για άμυνα αλλά και για εκπαίδευση, για υγεία, για πρόνοια, για προώθηση της απασχόλησης, για κοινωνική κατοικία, για παιδικούς σταθμούς κτλ. Υπάρχουν, πάντως, όρια: καμιά οικονομία δεν αντέχει μια δημόσια δαπάνη για τις συντάξεις της τάξης του 25% (το 2025) ή του 40% (το 2045).

2. «Η κρατική χρηματοδότηση είναι χαμηλή»

Η αλήθεια είναι ότι το κράτος χρηματοδοτεί τα ελλείμματα των ταμείων με ένα ποσό της τάξης του 1,3 τρις (3,2% του ΑΕΠ), που εκτιμάται ότι θα φτάσει το 7,4% το 2025 και το 14,1% το 2050. Σε αυτό δεν περιλαμβάνεται η δαπάνη για τις συντάξεις των εργαζομένων στο Δημόσιο και τις ΔΕΚΟ που έχει αναλάβει (κατά κανόνα, με μεγάλη γενναιοδωρία) ο κρατικός προϋπολογισμός.

Είναι αλήθεια ότι στο παρελθόν το κράτος υποχρέωνε τα ταμεία να δεσμεύουν τα αποθεματικά τους σε καταθέσεις αρνητικού πραγματικού επιτοκίου, όπως και ότι πιο πρόσφατα αθέτησε τις δεσμεύσεις περί τριμερούς χρηματοδότησης που απορρέουν από το νόμο Σιούφα (αν και έχει ήδη συμφωνηθεί διαδικασία εξόφλησης της οφειλής). Όμως, ενώ αυτά συμβάλλουν στη γενική σύγχυση, δεν μεταβάλλουν την εικόνα για την έκταση της κρατικής χρηματοδότησης.

3. «Το σύστημα έχει ελλείμματα λόγω κακής διαχείρισης»

Η διαχείριση δεν μπορεί να είναι κακή σε ένα σύστημα με εκατοντάδες ταμεία που απασχολούν το 1% του συνόλου των εργαζομένων. Όμως, τα ελλείμματα οφείλονται σε κάτι άλλο: το σύστημα δίνει σε μεγάλο αριθμό συνταξιούχων υπερβολικά υψηλές συντάξεις σε σχέση με τις εισφορές που καταβλήθηκαν από τον εργαζόμενο και τον εργοδότη του. Πολύ υψηλότερες από τη σύνταξη που θα χορηγούσε έναντι ισόποσων εισφορών μια ασφαλιστική εταιρεία.

4. «Τα ελλείμματα δεν είναι παρά έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης»

Σίγουρα όχι όταν είναι εκτός ελέγχου, γιατί τότε εξευτελίζεται μια τουλάχιστον εκδοχή της αλληλεγγύης: η αλληλεγγύη των γενεών. Το να εμμένουμε στο σημερινό σύστημα που συσσωρεύει ελλείμματα είναι σαν να στέλνουμε απλώς το λογαριασμό στις επόμενες γενιές.

Συνεπώς, τα ελλείμματα θα πρέπει να είναι εντός ελέγχου (4% του ΑΕΠ; 5%; Είναι θέμα επιλογής, ας μην ξεχνάμε όμως ότι υπάρχουν και άλλες κοινωνικές ανάγκες, ενδεχομένως πιεστικότερες).

Υπάρχει και μια δεύτερη προϋπόθεση για να είναι η κρατική χρηματοδότηση «έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης»: ότι κατανέμεται δίκαια. Πρόκειται για ελάχιστη προϋπόθεση, η οποία όμως δεν πληρείται ούτε στο ελάχιστο: αυτός είναι ο μεγαλύτερος από όλους τους μύθους για τις συντάξεις.

5. «Η κοινωνική ασφάλιση συμβάλλει στην αναδιανομή του εισοδήματος»

Η (πικρή) αλήθεια είναι ότι το σύστημα συντάξεων δεν μετριάζει τις κοινωνικές ανισότητες, αλλά τις αναπαράγει (και συχνά τις εντείνει). Πράγματι, ο κρατικός προϋπολογισμός μπορεί να ενισχύει άμεσα τον ΟΓΑ (και τις συντάξεις απόρων), το ΙΚΑ (και τις κατώτατες συντάξεις), το ΝΑΤ. Όμως, ενισχύει επίσης (παρότι πιο έμμεσα) και το ταμείο των γιατρών ΤΣΑΥ (μέχρι πρότινος με ποσοστό επί της τιμής των φαρμάκων, τώρα με το ισόποσό του), το ταμείο των μηχανικών ΤΣΜΕΔΕ (με ποσοστό επί του κόστους των δημοσίων έργων), το Ταμείο Νομικών (με το «δικόσημο»), τα ταμεία συντακτών (με το «αγγελιόσημο»). Ακόμη πιο έμμεσα, το κοινωνικό κόστος των συντάξεων στις ΔΕΚΟ καταλήγει να το πληρώνει εν μέρει ο καταναλωτής – ενώ κάτι παρόμοιο φαίνεται να ισχύει και στις τράπεζες, όπου ο συνδυασμός υψηλής κερδοφορίας και υψηλών αποδοχών (και συντάξεων) δεν μου φαίνεται άσχετος με το «άνοιγμα» μεταξύ επιτοκίου καταθέσεων και επιτοκίου χορηγήσεων.

Χάρη σε αυτόν τον επιλεκτικό και αδιαφανή τρόπο κατανομής των κοινωνικών πόρων, οι εισφορές σου «αυγαταίνουν» περισσότερο εάν είσαι δημοσιογράφος, ή γιατρός, ή μηχανικός, ή δικηγόρος, ή στρατιωτικός, ή σε κάποια ΔΕΚΟ, ή έστω στο Δημόσιο – πολύ περισσότερο από ό,τι εάν είσαι στο ΙΚΑ. Έτσι, μεταξύ δύο ασφαλισμένων ίδιας ηλικίας που πληρώνουν τις ίδιες εισφορές, ο ασφαλισμένος του ΙΚΑ θα βγει στη σύνταξη έως και 10 χρόνια αργότερα από τον ασφαλισμένο του ΤΑΠ-ΟΤΕ ή του ΤΣΜΕΔΕ – και όταν βγει θα παίρνει χαμηλότερη σύνταξη.

6. «Το σύστημα – τουλάχιστον – ευνοεί τις γυναίκες»

Όχι όλες! Σίγουρα όχι όσες δεν εργάζονται (κατά κανόνα λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων φροντίδας παιδιών ή ηλικιωμένων συγγενών). Ούτε όσες, συχνά για παρόμοιους λόγους, κατάφεραν να εργαστούν μόνο 8, ή 10, ή 12, ή ακόμη 14 χρόνια και έτσι δεν «στοιχειοθετούν» δικαίωμα για σύνταξη.

Βέβαια, το σύστημα ευνοεί τις εργαζόμενες του «προστατευμένου» τομέα. Όσο για τις ρυθμίσεις που αφορούν τις μητέρες ανηλίκων, τις βρίσκω υπερβολικά ευνοϊκές. Ακόμη και με το σημερινό «αυστηρότερο» καθεστώς (δηλ. μετά από τη σταδιακή κατάργηση της 15ετίας), μια μητέρα ανηλίκων με 25 χρόνια δουλειά στο Δημόσιο δικαιούται πλήρη σύνταξη στα 50: δηλ. με τελευταίες αποδοχές 300.000 δρχ. το μήνα θα πάρει σύνταξη 240.000 δρχ. το μήνα. Με τόσο λίγα χρόνια ασφάλισης και τόσο πολλά χρόνια σύνταξης (μια γυναίκα 50 χρονών ζει στην Ελλάδα κατά μέσο όρο έως τα 80), μια ασφαλιστική εταιρεία είναι ζήτημα εάν θα της έδινε 40.000 δρχ. το μήνα, και αυτό μόνο εάν πλήρωνε ασφάλιστρα ίσα με τις εισφορές του ΙΚΑ.

«Ναι αλλά» θα πει κάποιος «έτσι προστατεύεται η μητρότητα». Μια μητέρα ανηλίκων 50 ετών αναγκάζεται σχεδόν να βγει στη σύνταξη προτού τα παιδιά της πάψουν να είναι ανήλικα. Εάν θέλουμε να προστατεύσουμε τη μητρότητα, με πολύ λιγότερους πόρους θα μπορούσαμε να γεμίσουμε την επικράτεια με βρεφονηπιακούς σταθμούς και να πληρώνουμε σε όλες τις εργαζόμενες διετείς άδειες τοκετού με πλήρεις αποδοχές (και χωρίς επιβάρυνση του εργοδότη).

7. «Τα όρια ηλικίας είναι ήδη υψηλά και δεν μπορούν να αυξηθούν»

Τα όρια ηλικίας είναι υψηλότερα σε πλουσιότερες χώρες (όπου οι άνθρωποι μάλιστα ζουν λιγότερο από εμάς). Γενικά, καθώς ζούμε περισσότερα χρόνια και με καλύτερη υγεία, είναι λογικό να προσαρμόζουμε την πραγματική μέση ηλικία συνταξιοδότησης προς τα πάνω. Εκτός και αν προτιμάμε να παίρνουμε χαμηλότερες συντάξεις (η τρίτη λύση, η περαιτέρω αύξηση των εισφορών ως ποσοστό του μισθού, δεν προτείνεται από κανέναν).

Χαμηλή ηλικία συνταξιοδότησης σημαίνει λιγότερα χρόνια εργασίας (και άρα ασφάλισης) και ταυτόχρονα περισσότερα χρόνια στη σύνταξη – και αυτό με τη σειρά του σημαίνει μικρότερο δια βίου εισόδημα. Εκτός και εάν θέλουμε να βγαίνουμε στη σύνταξη νωρίτερα μόνο και μόνο για να μπορούμε απερίσπαστοι να συνεχίσουμε να δουλεύουμε «στη μαύρη» (όπως οι συνταξιούχοι της Εθνικής που πιάνουν δουλειά ως σύμβουλοι της Πίστεως, οι μητέρες ανηλίκων του Δημοσίου που ανοίγουν μπουτίκ κ.ο.κ.). Επί πλέον, η εξίσωση όλων των ορίων ηλικίας στα 65 ουσιαστικά «πλήττει» κυρίως τους «παλαιούς» ασφαλισμένους των «ευγενών» ταμείων. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους είναι ήδη στα 65.

Σε κάθε περίπτωση, για την αύξηση της πραγματικής ηλικίας συνταξιοδότησης δεν αρκεί η αύξηση των ορίων: χρειάζεται επίσης αναθεώρηση των αναπηρικών συντάξεων (πρωταθλητής στην Ελλάδα η Κρήτη, η υγιέστερη περιφέρεια στην Ευρώπη) και των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων (στα οποία, ελλείψει ανθρακωρύχων, συγκαταλέγονται οι παρουσιαστές ραδιοφώνου, το προσωπικό εδάφους των αεροπορικών εταιρειών, οι κομμωτές, οι ελεγκτές των τρόλλεϋ, οι σερβιτόροι – όχι, όμως, οι βοηθοί τους …).

8. «Εάν αντιμετωπιζόταν η εισφοροδιαφυγή το πρόβλημα θα λυνόταν»

Η εισφοροδιαφυγή πολύ συχνά γίνεται με συναίνεση του εργαζομένου. Πρέπει να παραδεχθούμε ότι στο σημερινό σύστημα η εισφοροδιαφυγή συμφέρει: μειώνει τις κρατήσεις άρα αυξάνει τις καθαρές αποδοχές του εργαζομένου, ενώ αφήνει ανεπηρέαστο το ύψος της μελλοντικής σύνταξης. Πράγματι, είτε με 15 έτη ασφάλισης είτε με 25, οι περισσότεροι ασφαλισμένοι του ΙΚΑ δικαιούνται την ίδια σύνταξη. Για αυτό, άλλωστε, το 50% των νέων συνταξιούχων του ΙΚΑ εμφανίζουν λιγότερα από 6.900 ένσημα (23 χρόνια ασφάλισης) – εν έτει 2001!

Τι σημαίνει αυτό; ότι η εισφοροδιαφυγή δεν είναι μια εξωγενής μεταβλητή αλλά προϊόν της λογικής του συστήματος. Για αυτό, η εισφοροδιαφυγή δεν πρόκειται να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά ούτε με μηχανογράφηση, ούτε με ηθικές παραινέσεις, ούτε με αστυνομικά μέτρα – αλλά εθελοντικά, με την ενίσχυση της ανταποδοτικότητας του συστήματος.


Να ανακεφαλαιώσω. Το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι άδικο, αφού δεν αίρει τις ανισότητες που παράγει η οικονομία και η αγορά εργασίας αλλά τις αναπαράγει. Είναι πελατειακό και κατακερματισμένο. Πάσχει από έντονες ανισορροπίες μεταξύ γενεών ασφαλισμένων και μεταξύ ταμείων. Απειλεί να υπονομεύσει τη μελλοντική ευημερία, αλλά και το “κοινωνικό συμβόλαιο” δηλ. την αλληλεγγύη των γενεών. Με λίγα λόγια: βρίσκεται σε βαθύ αδιέξοδο.

Πώς μπορούμε να βγούμε από το αδιέξοδο; Εδώ κρίνεται η ωριμότητα της κοινωνίας μας και η σοφία των πολιτικών ελίτ (δηλ. της κυβέρνησης, των πολιτικών κομμάτων, των εργατικών συνδικάτων, των εργοδοτικών οργανώσεων και όλων των άλλων διαμορφωτών της κοινής γνώμης).

Ποιες είναι οι διαθέσιμες επιλογές;

Θεωρώ ως δεδομένο ότι μεταρρύθμιση θα υπάρξει, παρότι δεν γνωρίζω εάν θα γίνει σε αυτή την τετραετία ή από κάποια άλλη κυβέρνηση στο μέλλον, εάν θα στοχεύει στη δίκαιη κατανομή του κόστους της αναγκαίας προσαρμογής ή απλώς στη με κάθε τίμημα επίτευξη της βιωσιμότητας. Δεν τολμώ καν να διανοηθώ το τρίτο ενδεχόμενο, του «παιγνιδιού της χειροβομβίδας»: της συνεχούς αναβολής της μεταρρύθμισης μέχρι την τελική κατάρρευση – εν μέρει γιατί είμαι εκ φύσεως αισιόδοξος, εν μέρει γιατί έχω παιδιά και δεν θέλω η «χειροβομβίδα» να εκραγεί στα χέρια τους.

Δεν αποτελεί λύση η αναβολή της μεταρρύθμισης (ή αποδυνάμωσή της) στο όνομα της «συνοχής», του κυβερνώντος κόμματος ή του συνδικαλιστικού κινήματος. Η συνοχή είναι καλό πράγμα γενικώς, αλλά όχι όταν το λογαριασμό τον πληρώνουν οι «εκτός των τειχών»: οι εκτός αγοράς εργασίας, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, οι νέοι. Ας αποφασίσουμε, εάν θέλουμε, ότι τα ελλείμματα των συντάξεών μας θα τα πληρώσει η γενιά των παιδιών μας – ας μην υποκρινόμαστε, όμως, ότι το κάνουμε στο όνομα της αλληλεγγύης των γενεών. Κάθε αναβολή υποθηκεύει τη μελλοντική ευημερία της χώρας και καθιστά μια βιαιότερη προσαρμογή του συστήματος σε λίγα χρόνια αναπόφευκτη.

Επομένως, μένουν δύο λύσεις. Η πρώτη (ας την ονομάσουμε «φιλελεύθερη»), συνίσταται στην επικράτηση λύσεων που επιδιώκουν την «εξυγίανση» μέσω της απλής μείωσης του κόστους του συστήματος συντάξεων: ιδιωτικοποίηση μέρους του συστήματος και μετεξέλιξή του σε κεφαλαιοποιητικό, σταδιακή μετατροπή του κρατικού συστήματος σε προνοιακού τύπου πυλώνα για τους απόρους. Δεν φαίνεται να συγκεντρώνει μεγάλη συναίνεση προς το παρόν, αλλά δεν βλέπω σε τι άλλο θα στραφεί η κοινή γνώμη και το εκλογικό σώμα εάν όσοι επικαλούνται το δημόσιο χαρακτήρα του συστήματος συνεχίσουν να το υποσκάπτουν και να πλήττουν την αξιοπιστία του.

Η δεύτερη λύση συνίσταται ακριβώς στην ανανέωση της εμπιστοσύνης όλων στη δυνατότητα του συστήματος να επιτυγχάνει το στόχο για τον οποίο επινοήθηκε: κοινωνική αλληλεγγύη και αλληλεγγύη των γενεών. Ελάχιστη προϋπόθεση για το πρώτο είναι η αποκατάσταση της αρχής της ισονομίας των ασφαλισμένων. Ελάχιστη προϋπόθεση για το δεύτερο είναι η συγκράτηση των ελλειμμάτων.

Υπό αυτό το πρίσμα, αυτό που μπορεί κανείς να προσάψει κάτι στις προτάσεις Γιαννίτση είναι όχι η «αναλγησία» τους αλλά η υπερβολική μετριοπάθειά τους. Η υιοθέτησή τους, όπως αναφέρεται στο κείμενο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, απλώς θα μετέθετε χρονικά την αναγκαιότητα για πιο μόνιμες λύσεις. Η τελική απόσυρση των προτάσεων Γιαννίτση ίσως διευκολύνει τη συζήτηση για τη μορφή λύσεων που και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα (άρα και την αλληλεγγύη των γενεών) εξασφαλίζουν, και τους αναδιανεμητικούς στόχους ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματος επιτυγχάνουν.

Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Ο αριθμός των συνδυασμών αλληλεγγύης και ανταποδοτικότητας που είναι τεχνικά εφικτοί αφήνει άνετα περιθώρια επιλογής. Έχω εκφράσει με άλλη ευκαιρία την ιδιαίτερη προτίμησή μου σε ένα μεικτό σύστημα βασικής + ανταποδοτικής σύνταξης, το οποίο:

- διανέμει εξ ίσου την κρατική χρηματοδότηση συγκεντρώνοντάς την σε μια Σύνταξη του Πολίτη, η οποία παρέχει μια κοινή εισοδηματική βάση σε κάθε ηλικιωμένο ανεξαρτήτως εισφορών

ενώ επί πλέον:

- παρέχει Συμπληρωματική Σύνταξη ανάλογη με το ποσό των εισφορών που καταβλήθηκαν στη διάρκεια όλου του εργάσιμου βίου από τον ασφαλισμένο και τον εκάστοτε εργοδότη του, διατηρώντας άθικτη την ανταποδοτικότητα των εισφορών (προϋπόθεση για τη δραστική μείωση της «συναινετικής» εισφοροδιαφυγής).

Ας σημειωθεί ότι η στενή σχέση εισφορών-παροχών στο πλαίσιο ενός δημόσιου διανεμητικού συστήματος συντάξεων αποτελεί την ουσία του νέου Σουηδικού μοντέλου: ένα σύστημα που μιμείται το μηχανισμό του κεφαλαιοποιητικού, αποφεύγοντας ταυτόχρονα τους κινδύνους του.

Η ιδέα του συνδυασμού βασικής + ανταποδοτικής σύνταξης δεν είναι δική μου αποκλειστικότητα: μια παραλλαγή είχε υποστηριχθεί (σε ομιλία στη Βουλή το 1992) από το σημερινό Πρωθυπουργό, άλλη παραλλαγή έχει αξιολογηθεί από τους Βρετανούς αναλογιστές (περιέχεται στο κείμενο που διένειμε το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων), ενώ παρόμοιες ιδέες υποστηρίζουν και σύμβουλοι της ΓΣΕΕ. Παρότι η πρόταση δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί επισήμως από καμία πλευρά, θα μπορούσε να αποτελεί σημείο σύγκλισης του διαλόγου.

Σε κάθε περίπτωση, το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό μα πολιτικό: συνίσταται στη συγκρότηση μιας κοινωνικής συμμαχίας που να ενώνει όσους αδικούνται από το σημερινό σύστημα με εκείνους που παρότι προσωπικά ευνοούνται από αυτό έχουν πειστεί για την ανάγκη μεταρρύθμισης. Τέτοιοι πολίτες υπάρχουν ακόμη – και απαιτούν η φωνή τους να μην χαθεί στην οχλαγωγία των ημερών.

18 Ιουνίου 2000

Παραλλαγές σε ένα θέμα

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 18 Ιουνίου 2000) - το τελευταίο άρθρο μου μετά από λίγο-πολύ τακτική συνεργασία δύο δεκαετιών

Παρά τις προσπάθειές μου να συλλάβω κάτι μεγάλο, “ενοποιητικό”, αντάξιο της περίστασης, το μόνο που κατάφερα είναι δυο-τρία σχόλια στην πολιτική (και μη) επικαιρότητα (και μη). Ο επιεικής αναγνώστης μπορεί να αναγνωρίσει μια κόκκινη κλωστή (μπορεί και όχι). Για τον μη επιεική, υπάρχει πάντοτε η παρηγοριά ότι τελικά το “πράγμα” δεν κράτησε όσο φοβόταν.

Ραντεβού με τους βαρβάρους

Η ιδέα της παγκοσμιοποίησης ως παντοδύναμου ρυθμιστή της μοίρας της ανθρωπότητας μου έδινε πάντοτε την εντύπωση μιας θεωρίας οκνηρής και βολικής. Οκνηρής επειδή απαλλάσσει εκείνους που την υιοθετούν από τον κόπο να ασχοληθούν κάπως περισσότερο συγκεκριμένα με την πραγματικότητα που τους περιβάλλει. Βολικής επειδή προσφέρει έναν καθησυχαστικό τρόπο ερμηνείας της ιστορίας (του μέλλοντος). Στους θιασώτες των απορυθμισμένων αγορών τη βεβαιότητα ότι η εξέλιξη θα σαρώσει τους “αναχρονιστικούς” θεσμούς που οι Ευρωπαϊκές και άλλες κοινωνίες οικοδόμησαν για να αυτοπροστατευθούν από έναν καπιταλισμό με “αίμα στα νύχια και στα δόντια”. Στους ιρρασιοναλιστές κάθε απόχρωσης (ξενόφοβους ρατσιστές, “αντισυστημικούς” αριστερούς, εθνικιστές ελληνορθόδοξους, μα και μερικούς συνδυασμούς των προηγουμένων) ιδεολογικό άλλοθι για μια στάση άρνησης, αναχωρητισμού, καταγγελίας, ακόμη και βίαιης αντιπαράθεσης, ανάλογα με την περίπτωση και την ιδιοσυγκρασία.

Με αυτό τον τρόπο, η παγκοσμιοποίηση γίνεται κλειδί ανάγνωσης των πάντων (ή κλειδί για όλες τις πόρτες), δηλ. ό,τι ήταν ο ιμπεριαλισμός για μερικούς “συντρόφους της άλλης όχθης” μέχρι πρόσφατα: όποια και να είναι η ερώτηση, η παγκοσμιοποίηση είναι η απάντηση. Ποιο είναι, για παράδειγμα, το ζήτημα με το κοινωνικό κράτος; Ότι η παγκοσμιοποιημένη αγορά δεν ανέχεται κοινωνικά “βαρίδια” και για το λόγο αυτό το κοινωνικό κράτος κατεδαφίζεται / αποδομείται / ιδιωτικοποιείται κ.ά. Καλώς για τους μεν, κακώς για τους δε, αλλά ως προς το (υποτιθέμενο) γεγονός αυτό καθ’ εαυτό υπάρχει συμφωνία και των δύο πλευρών.

Όπως πάντοτε, το καλύτερο αντίδοτο στις απλουστευτικές μέχρι ισοπέδωσης θεωρίες είναι να δείξει κανείς ότι απλώς δεν ταιριάζουν με αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα. Πράγμα που ακριβώς κάνει μια Έκθεση με τίτλο “Το μέλλον της Κοινωνικής Ευρώπης” που γράφτηκε για λογαριασμό της Πορτογαλικής Προεδρίας της Ε.Ε. Η Έκθεση, από την πρώτη σελίδα της, αμφισβητεί “το επιχείρημα ότι τα κοινωνικά κράτη καταρρέουν υπό το βάρος εξωτερικών και εσωτερικών πιέσεων. Αν και υποτίθεται ‘σε κρίση’, τα κοινωνικά κράτη έχουν αλλάξει λίγο τα τελευταία χρόνια. […] Οι πιο σημαντικές αλλαγές είναι η έμφαση σε σύγχρονες μορφές διαχείρισης (σύμφωνα με τη νέα ορθοδοξία της οργάνωσης του δημοσίου), η προσπάθεια να γίνουν ορισμένα επιδόματα (συνήθως ανεργίας) πιο ‘συμβατά με τα κίνητρα’, ένας οριακός βαθμός ιδιωτικοποίησης (κυρίως στην υγεία και κυρίως στη Βρετανία), κάποια αποκέντρωση και η (αρκετά επιτυχημένη) προσπάθεια ελέγχου της αύξησης των δαπανών. Αυτά μετά βίας συνιστούν ‘νεοφιλελεύθερη’ ευθυγράμμιση”.

Η Έκθεση, στη δεύτερη σελίδα της, προχωρά στην κατάρριψη του επόμενου μύθου, δηλ. ότι “τα εθνικά κράτη είναι όλο και περισσότερο ανήμπορα να αντιδράσουν στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν. Η ικανότητα πλοήγησης που διαθέτουν πράγματι περιορίζεται από εξελίξεις πέρα από τα σύνορά τους. Όμως αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ούτε απώλεια ελέγχου ούτε ‘νεοφιλελεύθερη’ ευθυγράμμιση, είτε αυτό αφορά θεσμικές αλλαγές είτε στόχους πολιτικής”.

Συμπέρασμα: καιρός να τελειώνουμε με την παγκοσμιοποίηση ως άλλοθι και να θυμηθούμε ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να φτιάχνουν την ιστορία τους – μέσα, φυσικά, στις συνθήκες που κληρονόμησαν. Ελπίζω οι “Κακοήθεις” να εκτιμήσουν το τσιτάτο.

Μια κοινωνία μπλοκαρισμένη

Όπως μετέδωσε τις προάλλες το ραδιόφωνο (μάλλον και οι εφημερίδες, αλλά δεν το βρήκα), πρόσφατη μελέτη διεθνούς οργανισμού ανέδειξε την Ελλάδα πρωταθλήτρια όχι των τροχαίων (αυτό δεν είναι είδηση) αλλά των “μαμόθρεφτων”: η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων νέων, ιδίως αγοριών, ηλικίας 18 έως 30 ετών ζουν ακόμη με τους γονείς τους, περισσότεροι από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα. Μάλιστα το σχετικό ποσοστό αυξήθηκε στην τελευταία δεκαετία κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες.

Τι λένε για αυτό η κυβέρνηση, τα κόμματα, τα συνδικάτα και οι υπόλοιποι; Τίποτε. Το θέμα αντιμετωπίζεται σαν να ήταν άλλη μια από εκείνες τις οριακά ενδιαφέρουσες στατιστικές που δείχνουν τις διαφορές μεταξύ των Ευρωπαίων, όπως ότι το 95% των Ελλήνων οδηγών πατούν το κλάξον όταν ανάβει πράσινο, αλλά μόνο το 5% των Φινλανδών. Και όμως, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για ένα πολιτικό ζήτημα πρώτου μεγέθους, επειδή ούτε λίγο ούτε πολύ αφορά τις μορφές οργάνωσης της κοινωνίας μας.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: εμείς οι εκσυγχρονιστές αριστεροί (!) υποστηρίζουμε εδώ και καιρό ότι η αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους προκύπτει όχι τόσο από την υπαρκτή ανάγκη μείωσης των ελλειμμάτων, όσο από το αίτημα της ισονομίας μεταξύ διαφορετικών κατηγοριών πολιτών και της δικαιοσύνης μεταξύ διαφορετικών γενεών. Τα “κεκτημένα” των προστατευμένων κατηγοριών, οι οποίες απολαμβάνουν παροχές υψηλού (κοινωνικού) κόστους και “οικογενειακούς” μισθούς, συμβάλλουν ώστε η αγορά εργασίας να καθίσταται δυσπρόσιτη προς όλους τους άλλους. Τα θύματα της υπόθεσης δεν είναι μόνο οι φτωχοί μετανάστες και οι άλλοι συνήθεις ύποπτοι αποκλεισμών κάθε μορφής: είναι τα ίδια τα παιδιά και οι σύζυγοι (γένους θηλυκού) των προστατευμένων εργαζομένων.

Η μια όψη αυτού του φαινομένου είναι ότι η πολύ υψηλή ανεργία στην Ελλάδα δεν πλήττει κυρίως αρχηγούς νοικοκυριών αλλά τα λεγόμενα “εξαρτημένα μέλη” κατά την αποκαλυπτική ορολογία, άρα κατά κανόνα δεν συνεπάγεται την εξαθλίωση ολόκληρων οικογενειών. Η άλλη όψη είναι ότι ο συνδυασμός υψηλής ανεργίας των νέων και πολύ χαμηλής συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας (άλλη υπερήφανη ελληνική πρωτιά) φιλοτεχνεί το πορτραίτο μιας κοινωνίας μπλοκαρισμένης, με θεσμούς που στέκονται εμπόδιο στην χειραφέτηση των νέων και στη ανεξαρτησία των γυναικών, μιας οικογενειακής δομής που ευνοεί συμπεριφορές συντηρητικές, ανώριμες, παθητικές, ανεύθυνες.

“Και τι προτείνεις;” δικαιούται να αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Με μια φράση (κάποιου άλλου, στην περίπτωση αυτή) προτείνω “Λιγότερα στον πατέρα, περισσότερα στο γιο” – βεβαίως και στην κόρη, η μετάφραση αδικεί τις προθέσεις του συγγραφέα της φράσης. Με άλλα λόγια: Μεταρρύθμιση της αγοράς εργασίας στην κατεύθυνση της ευελιξίας με προστασία για όλους. Μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους στην κατεύθυνση της επαναδιαπραγμάτευσης του κοινωνικού συμβολαίου και της αναδιατύπωσης των όρων της αλληλεγγύης των γενεών. “Εύκολο να το λες και δύσκολο να το κάνεις”. Το ξέρω – όπως επίσης ξέρω ότι είναι αδύνατο να το κάνεις εκτός και αν το επιδιώξεις.

Εκσυγχρονισμός χωρίς μεταρρυθμίσεις;

Η πρόσφατη κάθοδος της Εκκλησίας στον πολιτικό στίβο με κορύφωση το συλλαλητήριο της περασμένης Τετάρτης προσφέρει πολύ υλικό για πολιτική ανάλυση. Ο αυτοεξευτελισμός μιας ορισμένης αριστεράς που επειδή αντιστέκεται στην παγκοσμιοποίηση καταλήγει να συμμαχεί με τα πιο εθνικιστικά και αντιδραστικά στοιχεία που διαθέτει ο τόπος έχει αναλυθεί διεξοδικά από άλλους. Μια άλλη πλευρά του ζητήματος είναι το ότι αυτή η αντιδημοκρατική εκτροπή της ηγεσίας της Εκκλησίας έδειξε επίσης τα όρια μιας σύλληψης του εκσυγχρονισμού ως μιας διαδικασίας εξελικτικής, γραμμικής, ήσυχης, χωρίς ρήξεις και συγκρούσεις. Η έγνοια για τον περιορισμό των ανοιχτών μετώπων αποτελεί, ασφαλώς, στοιχειώδη επιλογή αυτοσυντήρησης. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι η παρατεταμένη συμβίωση του νέου με το παλιό, οι διορθώσεις πορείας χωρίς κριτική αποτίμηση της προηγούμενης που οδήγησε σε αδιέξοδο, η ηθελημένη ασάφεια ως προς τα επόμενα βήματα – όλα αυτά επιτείνουν τη σύγχυση, πολλαπλασιάζουν τα εμπόδια, περιορίζουν την εμβέλεια και των πιο ριζοσπαστικών αλλαγών.

Εν πολλοίς, πρόκειται για κλασσικό πρόβλημα “πολιτικού υποκειμένου”. Ο εκσυγχρονισμός ως εγχείρημα υποστηρίζεται από ένα φάσμα δυνάμεων στο οποίο συχνά απουσιάζει το κόμμα που κυβερνά ενώ αντίθετα συμμετέχει σε ρόλο συχνά πρωταγωνιστικό τμήμα της κατ’ όνομα αντιπολίτευσης (Φιλελεύθεροι και η εκσυγχρονιστική αριστερά, εντός ή εκτός Συνασπισμού). Το ότι το ίδιο το εγχείρημα παρά τις δυσκολίες προχωρά πιστοποιεί το δυναμισμό του, καθώς και το συντονισμό του με βαθύτερες προσδοκίες ζωντανών τμημάτων της κοινωνίας.

Αρκετοί αριστεροί υποστήριξαν αυτή την υπόθεση από την αρχή, ορισμένοι συμμετείχαν σε αυτή, άλλοι με περισσότερες και άλλοι με λιγότερες επιφυλάξεις, ελπίζω (για τους γνωστούς μου είμαι βέβαιος) με ανιδιοτέλεια και με ζωντανές τις ευαισθησίες τις οποίες υποδηλώνει η κοινή ιστορική διαδρομή τους. Για όλους εμάς, η επιτάχυνση της εκσυγχρονιστικής πορείας και η μετεξέλιξή της σε ένα ισχυρό μεταρρυθμιστικό κύμα μακράς πνοής είναι πέρα από όλα τα άλλα ένα μεγάλο προσωπικό στοίχημα. Είναι γνωστό ότι ο αυθεντικός ρεφορμισμός για να είναι νικηφόρος απαιτεί επαναστατικό ζήλο και ριζοσπαστική προοπτική – και αυθεντικότερο ρεφορμισμό από αυτόν που εξέφρασε το ιστορικό ρεύμα της ανανεωτικής αριστεράς μάλλον δύσκολα θα βρει κανείς στην Ελλάδα. Συνεπώς, δεν απομένει παρά η έκβαση του εν λόγω στοιχήματος. Εάν το χάσουμε το μόνο ελαφρυντικό που θα μπορούμε να επικαλεστούμε είναι ότι τουλάχιστον προσπαθήσαμε.

15 Απριλίου 2000

A view from the South

Ομιλία στο συνέδριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Πορτογαλικής Προεδρίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης «Η κοινωνική προστασία ως παραγωγικός συντελεστής» (Porto, Απρίλιος 2000)

In the interests of complementarity, I will concentrate on a small number of issues, examined from the vantage point of southern Europe.

Ιn the past, social welfare in southern Europe was widely held to “lag behind” compared to the rest of Europe: to use a terminology characteristic of that school of thought, it was considered to be “rudimentary”. For a long time, for most northern European researchers and social policy analysts south Europe (with the partial exception of Italy) was terra incognita. My own country, Greece, was rarely included in comparative work, but was believed to fit perfectly the “rudimentary” label, presumably by virtue of being the least prosperous among European Union members and the most “southern” of south European countries.

More recent research showed this to be the product of a misreading of southern welfare’s distinct nature. It has now been clearly established that certain “core” welfare programmes (e.g. pensions), far from being “rudimentary”, stand out in terms of generosity in the entire continent. In fact, the problem with welfare arrangements in southern Europe is not that they are in some sense “behind” as a whole, but that they are seriously out of balance, uneasily combining substantial coverage gaps with “islands of overprotection”, in a mix that is at once politically explosive and socially unhappy.

A close examination of social policy developments in the last 20 or so years confirms this latter, much subtler interpretation. As a matter of fact, social protection systems in southern Europe have converged to a remarkable degree with the rest of Europe in quantitative terms, though they still retain various “southern” peculiarities. As it happens, it is precisely these peculiarities that give rise to the inefficiencies and inequalities which, in my view, make the need for reform so urgent.

The specific traits of the “southern model of welfare” have been made sufficiently clear in the last four or five years to make it unnecessary to go through all of them again in much detail. It is sufficient to state here that the southern model can be identified by reference to a few “imbalances” or sharp contrasts:

- between cash benefits (on which heavy emphasis is placed) and social services (which are still mostly privately rather than collectively provided, either by informal carers within the family or, less commonly, by volunteers);

- between contributory, social insurance benefits (above all pensions) and the non-insurable social risks such as poverty and long-term or youth unemployment, that are covered either inadequately or not at all;

- within the income maintenance system, between the generous pensions and other benefits enjoyed by the “protected categories”, and the very modest ones provided to the growing ranks of labour market “outsiders”;

- and lastly in health care, between the fiction of a universal national health service, and the fact of a mixed market including a thriving private sector with whom the public service coexists and with whom it sometimes develops improper relationships.

Alongside these rather structural imbalances, the welfare states of southern Europe have to cope with a number of challenges that are the result of the rapid economic and social changes of recent decades. It has been customary to refer to adverse demographic trends, to the crisis of the traditional family, to the societal “turbulances” associated with immigration, and to the instability of the labour market, of which high unemployment is but one symptom, though certainly the most acute.

The list sounds familiar, but in each of the above items there is a twist that is peculiarly southern. For instance, unemployment has not (perhaps, not yet) undermined the still prevalent pattern of the male breadwinner, but it disproportionally affects women and the young, limiting their autonomy and reinforcing their dependance on the aforementioned male breadwinner. Partly as a result of that, family formation is delayed and birth rates remain low and falling, further aggravating the demographic complications deriving from the otherwise welcome increase in life expectancy. Moreover, while immigration has become a permanent feature in the European social landscape, nowhere else has the transition from emigration to immigration been completed at such speed as in the countries of southern Europe. The social tensions arising from the massive population movements witnessed in the last 10 or so years have made progress towards integration slower and more uneven than might have been.

This is a formidable set of problems, at a time when the room of manoeuvre in terms of fiscal and monetary policy at the disposal of national governments is clearly limited. Governments intent to breath new life to the “European model” by reforming it have to face unpleasant dilemmas. This is not to say that paralysis is inevitable. Quite the contrary: after all, the last years have seen interesting, even exciting, developments in social policy in all south European countries. What is more, a reform agenda seems to be taking shape which, if carried out in full, promises radically to renew the institutional architecture of the welfare state, bringing it in line with the vibrant societies and the dynamic economies that have emerged in this southern belt of the continent.

Once again, it would be impossible to do full justice to this policy agenda here, but three issues seem to be standing out in terms of their significance.

Developing social services, as distinct from merely handing out cash benefits, is the first such issue. This is an area that has long been neglected, presumably under the influence of a rather conservative conception of “subsidiarity”, in this context of the respective roles of state and family in child care and care for the elderly. This has always been a bargain that put the burden on women, obliging them to look after both children and elderly relatives, making it impossible for many of them to pursue more fulfilling careers in the labour market. What is more, the changes in family structure at which I hinted earlier make the option of relying on an unpaid army of informal carers no longer viable. In this sense, the recent growth in social services in southern Europe, often supported by the European Union, is an encouraging sign.

New initiatives, e.g. the “Home Help” in Greece project targeted to those elderly with partial loss of autonomy, or the concerted effort in the same country to increase the availability of good-quality, affordable child care, may look modest at first. However, on closer inspection, they have the advantage of setting in motion a virtuous circle: on the one hand, by providing much needed services to the respective “client groups”; on the other, by enabling the women of the families concerned to reconcile work and family responsibilities; at the same time, by opening employment opportunities in the provision of these services, creating a predominantly female labour force and thereby boosting female employment rates. This rather happy tale has a further twist, which is the sometimes unsuspected vitality of civil society, as it manifests itself in the varied activities of the plethora of voluntary organisations that have sprung up in recent years.

The second item on the reform agenda that is beginning to appear in southern Europe consists of attempts to enhance the overall distributional impact of social transfers. In some countries, this impact remains low in terms of poverty reduction, despite the often spectacular growth in social spending. On surface, this is hardly new: notions of targeting and selectivity have been fashionable for at least two decades. What is new is the coupling of income support with the provision of “social integration” services. This combination, especially evident in minimum income schemes like the Portuguese RMG, seems capable of achieving multiple objectives at once. On the one hand, it genuinely offers beneficiaries skills that can help them plot an escape route from poverty; on the other hand, it acts as a screening device to complement traditional means-testing in a context of limited administrative capabilities and unreliable tax records. Such an approach substantially reduces the inter-related risks of poverty traps, perverse equity outcomes and “welfare backlash” often associated with traditional targeting, especially of the negative variety. On the contrary, it holds the prospect of extending social protection, to include groups that until recently remained beyond the reach of conventional social insurance, membership of which has long been reserved to the protected categories of “core labour markets”.

Last, and obviously anything but least, there is the hottest of all hot potatoes: pension reform. Again, though the relevant issues are well rehearsed to the point of saturation, there are additional dimensions to this subject when observed from a south European point of view. Chief among these is the growing realisation that pension reform is not only, perhaps not even primarily, a question of balancing budgets, but a question of equalising social rights: to the benefit both of social groups discriminated against by current arrangements (i.e. workers with non-standard employment records), as well as of the proverbial future generations who certainly cannot be made to carry an excessively heavy burden. There is an ongoing debate on the merits and demerits of alternative scheme designs, which deserves separate treatment elsewhere. In any case, full portability of entitlements and a much stronger link of benefits to contributions (stopping short of full proportionality in the interests of social justice) could facilitate both labour mobility as well as the fight against contribution evasion, on which the attempt to boost the revenue base of pension schemes must by necessity rely.

It would be naïve to deny that these issues constitute a politically contested territory on which distinct ideas, values and projects clash. The contest is wide open and, as a result, its outcome remains uncertain. Reform may well be inescepable, but it can go either way. For example:

- the growth of personal social services may be limited to profitable segments of the market, or, alternatively, it may lead to better services to those who need them most, whether they can afford to pay for them or not;

- the shift towards greater selectivity may be narrowly implemented as an assault on universal benefits, intended to reduce overall expenditure but bound to create perverse incentives at the micro level, or, alternatively, it may inspire concerted efforts to reduce poverty and increase equality;

- pension reform may be presented as a fiscal inevitability, or, alternatively, it may be recognised as a great opportunity to redress the balance of social protection between programmes, between population groups, between generations.

I personally hope that the latter view prevails, but this is a personal preference, not a matter of wider interest. The relevant point here is that most south Europeans who hold dear the values underpinning the European social model have little to lose and rather a lot to gain from welfare reform, if it is interpreted as a unique opportunity to introduce social citizenship where none yet exists.

From a historical perspective, the welfare state has been a very succesful institution, largely because although it originally came to life to achieve social objectives, it has been able to further economic ones as well, i.e. to correct market failures and to foster economic growth. If the welfare state is to play a similar role in the vastly changed conditions of the early 21st century, it must find new ways to perform the same trick. The reforms sketched before may or may not be an example of policies which promote economic efficiency and improve equity at the same time, but the search for such policies must continue.

The view of social protection as a productive factor promoted at this conference, an excellent idea of the Portuguese Presidency, is a powerful, timely, reminder that, if anything, European economies cannot afford not to have a welfare state. The same ought to be said about the favourable economic effects of social protection as a “shock absorber” and a social stabiliser. In fact, there is much more to social protection as a productive factor than merely a vehicle for investment in human capital. If that were all there is to it, then Ancient Sparta would offer an optimal social protection model.

The Spartan model for improving human capital, as you no doubt recall, chiefly consisted in pushing disabled babies off the cliff, and forcing the old and the sick to take their own lives as they began to be a liability and a net claim on society’s resources. Rather fortunately, Europe has always felt greater cultural affinity to Ancient Athens instead, whose inhabitants tended (and, arguably, still tend) to take a more relaxed view of whether or not we can afford to look after those less fortunate than themselves.

25 Μαρτίου 2000

Το Μετρό, η δουλειά της Αριστεράς, και άλλα ανεπίκαιρα (;)

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 25 Μαρτίου 2000)

Η προεκλογική περίοδος ελάχιστα ενδείκνυται για τη συζήτηση ζητημάτων προγραμματικής πολιτικής, καθώς η προσοχή όλων είναι στραμμένη σε πιο τρέχοντα και πιο επείγοντα θέματα – ή αντίθετα, σε θέματα ταυτότητας, υπαρξιακά, άρα εκ φύσεως διαχρονικά. Βέβαια, για τους σύγχρονους, ανανεωτικούς και τα τοιαύτα αριστερούς, το πρόγραμμα είναι σοβαρή υπόθεση: είναι θεμέλιο όχι απλώς της εκλογικής συναίνεσης, αλλά επίσης της πολιτικής στράτευσης. Είναι τυχαίο ότι τα απανταχού κόμματα της αριστεράς (από τους Νέους Εργατικούς μέχρι και την Κομμουνιστική Επανίδρυση) είναι κόμματα προγραμματικής, όχι ιδεολογικής, ενότητας; Νομίζω όχι. Η παραγνώριση της σημασίας του προγράμματος είναι μια πολυτέλεια την οποία μπορούν να απολαμβάνουν αμέριμνα μόνο οι οπαδοί της (συνειδητά) εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, ή όσοι έχουν πάρει οριστικά διαζύγιο από την πολιτική (όπως το σημερινό ΚΚΕ).

Οι άλλοι, εκείνοι δηλαδή που δεν ορίζονται στο ελαφρώς χιλιαστικό δίπολο “καταγγελία της πραγματικότητας – προσδοκία ενός καλύτερου κόσμου”, είναι υποχρεωμένοι να προτείνουν συγκεκριμένες λύσεις για την αντιμετώπιση συγκεκριμένων προβλημάτων – με άλλα λόγια, είναι υποχρεωμένοι να λερώνουν τα χέρια τους. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν συμβαίνει τα προβλήματα αυτά να αφορούν όψεις της πραγματικότητας επί των οποίων αναμετρούνται και δοκιμάζονται – ούτε λίγο ούτε πολύ – διαφορετικές αντιλήψεις οργάνωσης της κοινωνίας.

Αφορμή για τις παραπάνω σκέψεις, καθώς και για αυτές που ακολουθούν παρακάτω, υπήρξε μια φράση από το πρόσφατο άρθρο του Ά. Ελεφάντη “ΠΑΣΟΚ-ΝΔ: ιστορικός συμβιβασμός” (Ενθέματα 12 Μαρτίου 2000). Η φράση, χαμένη κάπου προς το τέλος του άρθρου και μάλλον συμπτωματική ως προς το κύριο επιχείρημα του, ήταν: “Δουλειά της Αριστεράς δεν είναι μια τεχνικιστική ενασχόληση, να προτείνει πέντε χιλιόμετρα Μετρό αριστερότερα ή δεξιότερα”. Πιστεύω, αντίθετα, ότι “δουλειά της Αριστεράς” είναι αυτό ακριβώς – όμως δεν κάθισα να γράψω το άρθρο αυτό για να αντιδικήσω με έναν άνθρωπο ο οποίος μόνο δέος μου εμπνέει, αλλά απλώς για να αναπτύξω τις σκέψεις μου πάνω σε ένα θέμα που μου φαίνεται σημαντικό.

Λοιπόν, κατά τη γνώμη μου η ενασχόληση των αριστερών με το Μετρό είναι κάθε άλλο παρά “τεχνικιστική”, είναι βαθύτατα πολιτική. Η ανάπτυξη ενός πλήρους συγκοινωνιακού δικτύου μέσων μαζικής μεταφοράς είναι κρίσιμη προϋπόθεση για την επιβίωση της Αθήνας ως πόλης που στοιχειωδώς λειτουργεί. Γι αυτό, οι δημόσιες συγκοινωνίες είναι ένα από τα προνομιακά πεδία παρέμβασης για την αριστερά, αφού της δίνει την ευκαιρία να αντιπαραθέσει στο “χάος της κυκλοφορίας” τις δικές της ιδέες συλλογικών μορφών οργάνωσης της κοινής ζωής όλων.

Πράγματι, το χάος της κυκλοφορίας θα μπορούσε να είναι μια παραβολή για τα αδιέξοδα στα οποία οδηγεί η ορθολογική επιδίωξη του προσωπικού συμφέροντος από τα άτομα-οδηγούς σε μια κοινωνία-πόλη όπου η δημόσια παρέμβαση απουσιάζει ή απλώς περιορίζεται στη ρύθμιση των φωτεινών σηματοδοτών: όχι ακριβώς κράτος-νυχτοφύλακας αλλά κράτος-τροχονόμος. Η απόφαση κάθε οδηγού να χρησιμοποιήσει το αυτοκίνητό του είναι ορθολογική, επειδή χωρίς αξιόπιστα μέσα μαζικής μεταφοράς οι εναλλακτικές επιλογές δεν είναι ελκυστικές. Αντίθετα, η παροχή ενός πλήρους συγκοινωνιακού δικτύου (από το κράτος, ποιον άλλο;), μαζί με μέτρα αποθάρρυνσης της κυκλοφορίας των Ι.Χ., αυξάνει την ταχύτητα των διαδρομών στην πόλη, βελτιώνει την ασφάλειά τους, ενώ μειώνει και τη ρύπανση. Εάν υπήρχαν αριστερές ιστορίες για παιδιά, εννοώ παραμύθια που μυούν τους αναγνώστες στις αξίες της συνεργασίας και της αλληλεγγύης αντί για τις “αξίες” του ανταγωνισμού και της δυσανεξίας, κάπως έτσι δεν θα έπρεπε να είναι; (Παρένθεση: τέτοιες ιστορίες υπάρχουν στα αλήθεια, όπως τα παραμύθια του Gianni Rodari, σε μετάφραση Άλκης Ζέη. Τα συνιστώ ανεπιφύλακτα).

Θα μπορούσε κανείς να προχωρήσει, προσθέτοντας ότι η οδήγηση προάγει την επιθετικότητα του ανθρώπου ενώ το Μετρό, το τραμ (που δεν έχουμε πια, ή δεν έχουμε ακόμη;), το τρόλλεϋ και το λεωφορείο σου επιτρέπουν να διαβάσεις μια εφημερίδα ή ένα βιβλίο, να χαζέψεις τους γύρω σου, να συζητήσεις ήρεμα – με άλλα λόγια, ευνοούν την πολιτισμένη συμβίωση όλων.
Το ίδιο ισχύει και για τις υπεραστικές συγκοινωνίες: όπως επαναλαμβάνει σε κάθε ευκαιρία (πολύ σωστά) ο Μ. Παπαγιαννάκης, η προτεραιότητα του σιδηροδρόμου έναντι των οδικών μεταφορών αποτελεί κεφαλαιώδες ζήτημα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Αρκεί κανείς να αναλογιστεί ότι το τραίνο υψηλής ταχύτητας AVE καλύπτει την απόσταση Μαδρίτη-Σεβίλλη σε δύο ώρες και κάτι. Η απόσταση είναι 480 χιλιόμετρα, όσο δηλαδή και η απόσταση Αθήνα-Θεσσαλονίκη (η οποία, παρά τις πρόσφατες βελτιώσεις, καλύπτεται από το Intercity του ΟΣΕ σε έξη ώρες: ιδού πεδίον προγραμματικής αντιπολίτευσης λαμπρόν, για όποιον ενδιαφέρεται).

Το ίδιο ισχύει και για μια σειρά άλλων ζητημάτων καθημερινής πολιτικής (υγεία, κοινωνική πολιτική, εκπαίδευση). Εάν δει κανείς την ιστορία του κοινωνικού κράτους, θα παρατηρήσει ότι η πέραν της σοσιαλδημοκρατίας αριστερά συνήθως τηρούσε μια στάση δυσπιστίας κατά τη θεσμοθέτηση των κοινωνικών προγραμμάτων τονίζοντας τους κινδύνους “ενσωμάτωσης”, ενώ ανακάλυπτε τη σπουδαιότητά τους αργότερα, όταν αυτά απειλούνταν από τη Νέα Δεξιά. Ο κίνδυνος της απώλειας αξιοπιστίας λόγω ασυναρτησίας είναι μεγάλος – και δεν βλέπω πώς αλλιώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αν όχι με την αποκατάσταση της έννοιας του προγράμματος στον πολιτικό λόγο της αριστεράς.

Μπορεί αυτά να είναι ασήμαντα, και να έχει μόνο σημασία η “μεγάλη σοσιαλιστική αριστερά που εκφράζει και πυροδοτεί τη δυναμική του κοινωνικού μετασχηματισμού”. Μπορεί, αλλά αμφιβάλλω. Εάν το κήρυγμα για έναν καλύτερο κόσμο σε ένα απροσδιόριστο μέλλον κάνει την αριστερά να μοιάζει με θρησκευτική σέχτα, η σύμπλευση με κάθε δυσαρεστημένο (χθες οι αγρότες, σήμερα οι “μικροεπενδυτές”, αύριο ποιος ξέρει) την τοποθετεί ανάμεσα στη Ν.Δ. και το ΚΚΕ μ-λ, διασταύρωση πολιτικάντικης δημαγωγίας και “επαναστατικής” αγκιτάτσιας.
Ούτως ή άλλως, η ακριβής δοσολογία οράματος-προγράμματος δεν θα πάψει ποτέ να διχάζει τους αριστερούς, εκλογές ή όχι. Εν τω μεταξύ, ας θυμηθούμε ότι η “αριστερή στάση ζωής” κρύβεται (όπως ο διάβολος) στις λεπτομέρειες. Και όπως λέει ένα παλιό ιταλικό τραγουδάκι: “το να κάνεις ντους είναι αριστερό, το να κάνεις μπάνιο σε μπανιέρα είναι δεξιό”. Μα μέχρι αυτού του σημείου; Ίσως όχι ακριβώς, αλλά δεν μου φαίνεται να απέχει και πολύ.

23 Ιανουαρίου 2000

Ένα «ιδεατό σχέδιο αλλαγής» για το κοινωνικό κράτος σε μια εντελώς καινούρια χώρα

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 23 Ιανουαρίου 2000)

Η περίοδος των εορτών ευτυχώς τελείωσε, αν και η φλυαρία για τη νέα χιλιετία δυστυχώς δεν δείχνει σημεία εξάντλησης ακόμη. Παραφράζοντας μια γνωστή αγγλοσαξωνική έκφραση (εγκώμιο κάθε οπορτουνισμού ή ύμνο στην προσαρμοστικοτήτα του ανθρώπου, διαλέγετε και παίρνετε), όποιος δεν μπορεί να αντιταχθεί στο ρεύμα καλά θα κάνει να κολυμπήσει με αυτό. Με αυτόν τον ελάχιστα επιδέξιο τρόπο ξεμπερδεύω με τις ανάγκες της εισαγωγής και μπαίνω απότομα στο θέμα.

Το ζήτημα της μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους, μετά από τις αλλεπάλληλες αναβολές που φαίνεται να εξυπηρετούν τους πάντες, κυβέρνηση, αντιπολίτευση και συνδικάτα (εκτός, εννοείται, από εκείνους που ελάχιστα έχουν να περιμένουν από το σημερινό σύστημα), δεν μπορεί παρά να επανέλθει στο προσκήνιο σύντομα. Πόσο σύντομα; άγνωστο, αν και δεν είναι πολύ δύσκολο να κάνει κανείς υποθέσεις: μετά τις εκλογές, όποτε και αν γίνουν, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμά τους.

Επί της ουσίας του ζητήματος, οι απόψεις του υπογράφοντος είναι γνωστές έως κορεσμού σε κάθε συνεπή (!) αναγνώστη των “Ενθεμάτων”. Προς όφελος των υπολοίπων, επαναλαμβάνω επί τροχάδην τα βασικά σημεία (οι συνεπείς μπορούν κάλλιστα να τα προσπεράσουν):

1. Το σημερινό σύστημα κοινωνικής προστασίας είναι σε μεγάλο βαθμό ένα άναρχο σύνολο ρυθμίσεων, κληρονομιά του παρελθόντος που φέρνει τη σφραγίδα ενός πατερναλιστικού και πελατειακού κράτους. Πάρα πολλές από αυτές τις ρυθμίσεις εξυπηρετούν επιμέρους συμφέροντα μα αντιτίθενται στο “δημόσιο συμφέρον”, όπως και αν το εννοεί κανείς.

2. Όσοι ωφελούνται από το σύστημα αυτό, κατά κανόνα σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, υπερ-αντιπροσωπεύονται στα κόμματα, στις επαγγελματικές οργανώσεις και στα εργατικά συνδικάτα. Αντίθετα, εκείνοι που αδικούνται είναι πολιτικά αδύναμοι, εκτός των θεσμών αντιπροσώπευσης, ή δεν έχουν γεννηθεί ακόμη (οι περίφημες “επερχόμενες γενεές”). Εξ ου και η “ομερτά” για την επ’ αόριστον, ει δυνατόν, αναβολή των αλλαγών.

3. Το σύστημα δεν είναι βιώσιμο οικονομικά ούτε δίκαιο κοινωνικά. Άρα η αναμόρφωσή του είναι αναπόφευκτη – και ταυτόχρονα μια ευκαιρία για την οικοδόμηση ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματός του. Προσοχή: απλώς μια ευκαιρία, τίποτε δεν αποκλείει τη μετάβαση σε ένα σύστημα περισσότερο βιώσιμο, μα όχι λιγότερο άδικο.

4. Η έκβαση της μεταρρύθμισης είναι αβέβαιη. Μάλιστα, η εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης σε συλλογικές λύσεις που θεμελιώνονται στην αρχή της ισότητας (αναγκαία προϋπόθεση για ένα σύστημα κοινωνικής προστασίας) βρίσκεται στο ιστορικό ελάχιστο. Η μάχη των ιδεών για την τελική επικράτηση τέτοιων λύσεων δεν θα είναι εύκολη – και ούτε πρόκειται να κερδηθεί εάν προηγουμένως δεν δοθεί!

5. Η αριστερά που επιθυμεί ακόμη να αυτοαποκαλείται “ανανεωτική” δεν έχει πολύ χρόνο. Η απεμπλοκή της από την υπεράσπιση του σημερινού καθεστώτος επείγει. Όσοι σήμερα αδικούνται, μαζί με όσους αναγνωρίζουν το άδικο του πράγματος ανεξάρτητα από στενά προσωπικά συμφέροντα, αναζητούν εκπροσώπηση.

Αυτά σε επίπεδο γενικών αρχών. Όμως με τι θα έμοιαζε το νέο κοινωνικό κράτος εάν ήταν στο χέρι μας (;) να το οικοδομήσουμε (παραβλέποντας προς στιγμήν ότι καμιά μεταρρύθμιση δεν μπορεί να αγνοήσει το ήδη υπάρχον, αλλά δοκιμάζεται στην αναμέτρηση της με αυτό); Πώς θα ήταν το σύστημα κοινωνικής προστασίας που θα ξεπηδούσε από το μαγικό ραβδάκι ενός παντοδύναμου, καλοπροαίρετου δικτάτορα, ο οποίος επί πλέον θα ανήκε στη σύγχρονη, ανανεωτική κτλ. αριστερά;

Το μόνο που μπορώ να πω με (σχετική) βεβαιότητα είναι πώς θα ήταν αυτό το νέο κοινωνικό κράτος εάν ο εν λόγω απόλυτος άρχων ήμουν εγώ! Όχι, δεν είμαι ακόμη υπό την επήρεια των καταχρήσεων των εορτών, απλώς επωφελούμαι από τη μελλοντολογία των ημερών (if you can’t beat it, join it που έλεγα στην αρχή) για να καταθέσω τη δική μου (ταπεινή) συμβολή…

Λοιπόν, έχουμε και λέμε.

- Το κοινωνικό κράτος στο οποίο (νομίζω ότι θα έπρεπε να) στοχεύουμε θεμελιώνεται στην έννοια της “κοινωνικής ιδιότητας του πολίτη”. Τα βασικά κοινωνικά δικαιώματα είναι ανεξάρτητα από την επαγγελματική ιδιότητα του δικαιούχου, την ασφάλιση σε κάποιο ταμείο και τη συμπλήρωση του αναγκαίου αριθμού ενσήμων. Τα δικαιώματα αυτά συμπεριλαμβάνουν την επιδότηση ή επαγγελματική κατάρτιση κάθε ανέργου, τη στεγαστική ενίσχυση κάθε νέου ζευγαριού ανάλογα με τις ανάγκες, την εξασφάλιση θέσεων σε βρεφονηπιακούς σταθμούς για τα παιδιά κάθε γυναίκας που εργάζεται ή θα ήθελε να εργαστεί, βασική σύνταξη για κάθε ηλικιωμένο. Συμπεριλαμβάνουν, επίσης, τη θεσμοθέτηση και στη χώρα μας ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος για όσους δεν μπορούν να εργαστούν λόγω ανεργίας ή αναπηρίας και δεν διαθέτουν πόρους που εξασφαλίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης.

- Όσον αφορά τη χρηματοδότηση θεσμοθετείται ο διαχωρισμός ασφαλιστικών παροχών (που χρηματοδοτούνται από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών) και προνοιακών ή καθολικών παροχών (που χρηματοδοτούνται από τη γενική φορολογία). Η κοινωνική αλληλεγγύη εκδηλώνεται στη χρηματοδότηση προνοιακών και καθολικών παροχών, ενώ η αλληλεγγύη της ομάδας και η ατομική αποταμίευση “προικίζει” ασφαλιστικές παροχές (στις οποίες δεν συμμετέχει, ούτε αναμειγνύεται, το κράτος).

- Αναλυτικά, ξεκινώντας από την πιο καυτή από όλες τις πατάτες της μεταρρύθμισης, το σύστημα συντάξεων. Κάθε πολίτης, άνδρας ή γυναίκα, ανεξαρτήτως εισοδήματος ή εισφορών, δικαιούται με τη συμπλήρωση των 65 ετών μια “βασική σύνταξη” που χρηματοδοτείται πλήρως από τον κρατικό προϋπολογισμό. Το ύψος της δεν είναι υψηλό, συμπληρώνεται όμως από μια “συμπληρωματική σύνταξη” που είναι αυστηρά ανάλογη με τις εισφορές που έχει πληρώσει ο εργαζόμενος (και κάθε εργοδότης του) μέχρι τη στιγμή της συνταξιοδότησης. Οι εισφορές κατατίθενται σε έναν ατομικό λογαριασμό, επενδύονται όπως επιλέγει ο δικαιούχος και μετατρέπονται σε συμπληρωματική σύνταξη όποτε αυτός θέλει. Όπως είναι αυτονόητο, νωρίτερη συνταξιοδότηση συνεπάγεται χαμηλότερη σύνταξη και το αντίστροφο.

- Στο άλλο άκρο της δημογραφικής πυραμίδας, χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα σε αναγνώριση της υποχρέωσης συμμετοχής του κοινωνικού συνόλου στη φροντίδα των παιδιών. Συνεπώς, δίνονται από το πρώτο παιδί και φθίνουν σε αξία καθώς ο αριθμός των παιδιών αυξάνεται (αφού τα επόμενα παιδιά φορούν τα ρούχα των προηγουμένων και παίζουν με τα παιγνίδια τους). Το δικαίωμα στα οικογενειακά επιδόματα απορρέει από την ιδιότητα του πολίτη, είναι συνεπώς ανεξάρτητο από την επαγγελματική ομάδα στην οποία ανήκουν οι γονείς (για να μην αναφερθούμε στην εθνοτική, φυλετική ή θρησκευτική ομάδα).

- Τα προσωρινά επιδόματα (μητρότητας, ασθενείας κ.ά.) χορηγούνται σε ένα ορισμένο ποσό, σταθερό για όλους τους δικαιούχους, και χρηματοδοτούνται από το κράτος. Με τον τρόπο αυτό γενικεύεται η προστασία που μέχρι σήμερα παρέχεται αποκλειστικά στους εργαζόμενους του “προστατευμένου τομέα”. Επίσης, η ανάληψη του κόστους από το κοινωνικό σύνολο και όχι το μεμονωμένο εργοδότη αποτρέπει διακρίσεις στην αγορά εργασίας εναντίον νέων γυναικών (καθότι ύποπτες για σχέδια τεκνοποίησης).

- Τα επιδόματα ανεργίας χωρίζονται σε δύο μέρη: “ασφάλιση ανέργων” (που χορηγείται σε ευθεία αναλογία με τις καταβληθείσες εισφορές) και “κοινωνική πρόνοια ανέργων” (που χορηγείται όταν εξαντληθεί το δικαίωμα στο ασφαλιστικό επίδομα). Για νέους ανέργους που ζουν ακόμη με τους γονείς τους προβλέπονται “ενεργητικές” πολιτικές απασχόλησης και άλλα μέτρα απεξάρτησης από την οικογένεια.

- Τα επιδόματα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες χωρίζονται και αυτά σε δύο μέρη: ένα “επίδομα διαβίωσης” (αντιστρόφως ανάλογο με το εισόδημα του δικαιούχου, σταθερό για κάθε είδος αναπηρίας) και ένα “πρόσθετο επίδομα” (αντίστοιχο με τις ιδιαίτερες ανάγκες κάθε αναπηρίας, σταθερό για όλα τα άτομα που πλήττονται από αυτή).

- Η βασική σύνταξη, τα οικογενειακά επιδόματα, τα καθολικά επιδόματα ασθενείας και μητρότητας, το προνοιακό επίδομα ανεργίας και τα επιδόματα για τα άτομα με ειδικές ανάγκες αποτελούν ένα συνεκτικό δίχτυ ασφαλείας. Για τα νοικοκυριά τα οποία παρ’ όλα αυτά εξακολουθούν να απειλούνται με εξαθλίωση, θεσμοθετείται το “ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα”. Αυτό καλύπτει τη διαφορά μεταξύ των πόρων που διαθέτει το νοικοκυριό και του ελαχίστου ορίου διαβίωσης που ανακοινώνει κάθε χρόνο το νέο “υπουργείο κοινωνικών υποθέσεων” μετά από εισήγηση της αρμόδιας “επιτροπής για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού” (λέμε τώρα).

- Τα προηγούμενα αφορούν σχεδόν αποκλειστικά τα επιδόματα σε χρήμα – και δικαίως, λόγω του μεγάλου ειδικού τους βάρους. Όμως, στο νέο κοινωνικό κράτος γίνεται μια αποφασιστική στροφή προς τις κοινωνικές υπηρεσίες: “βοήθεια στο σπίτι” για τους ηλικιωμένους, επαγγελματική κατάρτιση για ανέργους, συμπληρωματική εκπαίδευση για όσους στερούνται στοιχειωδών δεξιοτήτων που θα τους επέτρεπαν να ψάξουν για δουλειά (π.χ. καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας), ειδικές φροντίδες για τα άτομα με ειδικές ανάγκες, για τους βρεφονηπιακούς σταθμούς είπαμε. Οι κοινωνικές υπηρεσίες παρέχονται από δημόσιους φορείς του κράτους ή της αυτοδιοίκησης, καθώς και από εθελοντικές και άλλες οργανώσεις του μη κερδοσκοπικού τομέα. Οι ίδιες οι υπηρεσίες δίνουν διεξόδους απασχόλησης σε χιλιάδες ανέργους, κυρίως γυναίκες και νέους.

Αυτά για ορεκτικό. Όπως είναι αυτονόητο, τα προηγούμενα δεν είναι παρά μια άσκηση αυτού που συνήθως υποτιμητικά ονομάζεται “κοινωνική μηχανική” (αγγλιστί “social engineering”). Οι πιθανότητες υλοποίησής τους ως έχουν στο προσεχές μέλλον είναι απειροελάχιστες. “Και τότε γιατί μας ταλαιπωρείς;”, θα αντιτείνει ο πρώην καλοπροαίρετος αναγνώστης του οποίου η υπομονή εξαντλήθηκε προ πολλού. Μα γιατί μπορεί μεν ο στόχος να μην είναι τίποτε και το κίνημα το παν (όπως έλεγε και ο Bernstein που τον θυμήθηκε ο Semprùn), αλλά εάν δεν ξέρεις πού θέλεις να φτάσεις, δεν έχει σημασία όποιον δρόμο και να πάρεις (όπως είπε η Γάτα του Cheshire στην Αλίκη της Χώρας των Θαυμάτων).

Ή για να χρησιμοποιήσω την απείρως κομψότερη διατύπωση του καθηγητή Ferrera (από το βιβλίο του για τον “κοινωνικό μεταρρυθμισμό στον 21ο αιώνα”): “Με δεδομένα τα εμπόδια κοινωνικού και πολιτικού χαρακτήρα, ο μόνος βατός δρόμος είναι αυτός του κριτικού διαλόγου, της διανοητικής πρόκλησης, της πειστικής επιχειρηματολογίας. Καμιά μεταρρύθμιση δεν περνά χωρίς την υποστήριξη κοινωνικών συνασπισμών με συμφέρον να την προωθήσουν, και πολιτικών παρατάξεων ικανών να την επιβάλλουν. Ωστόσο, η πρώτη ύλη κάθε μεταρρύθμισης είναι πάντοτε ένα ορισμένο ιδεατό σχέδιο αλλαγής. Με τον καιρό, μια σοβαρή στράτευση στο πεδίο του σχεδιασμού μπορεί να συμβάλει στη μετακίνηση ακόμη και των πιο ανθεκτικών εμποδίων”.

Αμήν.

6 Δεκεμβρίου 1999

Φιλελεύθεροι ή / και αριστεροί;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 1999)

Η αντιπαράθεση των ιστορικών σχετικά με το “κλειδί ανάγνωσης” του 20ου αιώνα – ζήτημα συναρπαστικό, στο οποίο τα Ενθέματα αφιέρωσαν πρόσφατα αρκετές σελίδες τους – ανήκει στην κατηγορία των ερωτημάτων που σχεδόν υποχρεώνουν τον καθένα να πάρει θέση. Δεν θα εξέπληττε, ασφαλώς, κανένα αναγνώστη της εφημερίδας αυτής το να δηλώσω εξ αρχής ότι σε αυτή την αντιπαράθεση συντάσσομαι με τον Hobsbawm έναντι του Furet και του Nolte. Με άλλα λόγια, θεωρώ κορυφαία στιγμή της τραγικής ιστορίας του “αιώνα των άκρων” τον αντιφασισμό, τη συμμαχία κομμουνισμού και φιλελεύθερης δημοκρατίας που συνέτριψε το ναζισμό και το φασισμό, κινήματα που ιδρύθηκαν ως αντίδραση στη Ρωσική Επανάσταση μα ουσιαστικά στόχευαν στην άρση των συνεπειών της Γαλλικής Επανάστασης. Δεν με πείθει η άποψη περί νικηφόρου αγώνα των φιλελεύθερων δημοκρατιών εναντίον “ολοκληρωτισμών” κάθε χρώματος, ούτε πολύ περισσότερο η θεώρηση του ναζισμού ως πρωτοπορίας στον κοινό αγώνα της Δύσης εναντίον του “ασιατικού μπολσεβικισμού”. Και ούτε θα μπορούσε.

Πράγματι, φιλελεύθεροι και αριστεροί βρέθηκαν συχνά στο ίδιο στρατόπεδο στον αιώνα που κλείνει – και όχι μόνο στην αντίσταση. Στη Βρετανία, το Φιλελεύθερο Κόμμα για πολύ καιρό εκπροσώπησε ολόκληρη την προοδευτική κοινή γνώμη και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του είχαν την υποστήριξη του Εργατικού Κόμματος (του οποίου, άλλωστε, οι πρώτοι βουλευτές είχαν εκλεγεί το 1906 με τα ψηφοδέλτια των Φιλελευθέρων). Και ο Beveridge και ο Keynes, οι θεμελιωτές του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, ήταν φιλελεύθεροι – και μάλιστα με κεφαλαίο Φ, αφού αυτό το κόμμα εκπροσωπούσαν στη Βουλή των Λόρδων. Μετά από μια μακρά περίοδο παρακμής, οι Βρετανοί Φιλελεύθεροι στήριξαν την κυβέρνηση μειοψηφίας των Εργατικών το 1976-79 ενώ σήμερα συμπολιτεύονται την κυβέρνηση Blair, ασκώντας εύστοχη κριτική, ιδίως σε θέματα συνταγματικών ελευθεριών και ευρωπαϊκής πολιτικής.

Η κυριαρχία του γκωλλισμού στη δεξιά και του γιακωβινισμού στην αριστερά δεν επέτρεψε την άνθιση μιας παρόμοιας κουλτούρας στη Γαλλία. Παρεμπιπτόντως, αυτό εν μέρει επίσης εξηγεί γιατί ο Jospin προκειμένου να διαχωρίσει τη θέση του από το εγχείρημα του “Τρίτου Δρόμου” αισθάνεται την ανάγκη να το χαρακτηρίσει “σοσιαλ-φιλελεύθερο”. Για ιστορικούς λόγους (οι Φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα ήταν συντηρητικοί, αντίπαλοι της επανάστασης του 1848) ο όρος “libéral” είναι πλήρως απαλλαγμένος από θετικές συνδηλώσεις για ένα Γάλλο αριστερό – σχεδόν απόλυτα συνώνυμος με τον όρο “νεο-φιλελεύθερος”.

Σε χώρες με μαζικά σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα οι φιλελεύθεροι ήταν ιστορικά το κόμμα των επιχειρηματιών, το οποίο συμμαχούσε πότε με το ένα και πότε με το άλλο μεγάλο κόμμα, όπως συνέβη στη Σουηδία και τη Γερμανία. Αντίθετα, στην Ιταλία το Φιλελεύθερο Κόμμα υπήρξε ο πιο συντηρητικός εταίρος των μεταπολεμικών κυβερνήσεων (σαφώς στα δεξιά της Χριστιανικής Δημοκρατίας), έως την ανάδειξή του σε πρωταθλητή της διαφθοράς και τη διάλυσή του με το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας.

Ωστόσο, το εργαστήρι για την καλλιέργεια της παράδοσης του σοσιαλ-φιλελευθερισμού, μιας παράδοσης ένδοξης και έντιμης όσο και παραγνωρισμένης, ήταν ακριβώς η γειτονική Ιταλία. Η οργάνωση “Δικαιοσύνη και Ελευθερία” (από την ίδρυσή της το 1929 μέχρι τη δολοφονία των αδελφών Rosselli από πράκτορες του φασιστικού καθεστώτος στη Γαλλία το 1937) είχε αναπτύξει έντονη αντιφασιστική δράση στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Μέλη της πολέμησαν ως εθελοντές στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης στην Ισπανία, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους “ψευδοεθελοντές” του Mussolini στη μάχη της Γκουανταλαχάρα και τους νίκησαν.

Αργότερα τη σκυτάλη πήρε το “Κόμμα της Δράσης”, το οποίο συγκέντρωνε πολλούς νέους που πολέμησαν το φασισμό ως παρτιζάνοι στα βουνά της βόρειας Ιταλίας και διακρίθηκαν στη δημόσια ζωή της μεταπολεμικής περιόδου, όπως ο σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας Carlo Azeglio Ciampi. Σήμερα, οι σοσιαλ-φιλελεύθεροι αποτελούν ένα μικρό κύκλο γύρω από το περιοδικό “Micromega” που πολέμησε το λαϊκισμό του Craxi και του Berlusconi, υπερασπίστηκε με πάθος την επιχείρηση “Καθαρά Χέρια” εναντίον της διαφθοράς και υπέρ της αποκατάστασης της νομιμότητας, ενώ τώρα υποστηρίζει το κόμμα των Δημοκρατικών που ίδρυσε ο Romano Prodi και στο οποίο ανήκει ο Massimo Cacciari, δήμαρχος Βενετίας, καθηγητής της αισθητικής και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού.

Η ανάλυση των Ιταλών σοσιαλ-φιλελεύθερων εστιάζει στην ανικανότητα της αστικής τάξης να φέρει σε πέρας τη φιλελεύθερη επανάσταση που χρειάζεται η χώρα. Το ιστορικό καθήκον του εκσυγχρονισμού των πολιτικών θεσμών, της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, που ακόμη παραμένει στρεβλός και ατελής, πρέπει να περάσει σε μια ανανεωμένη αριστερά. Αυτή θα πρέπει να κάνει τους λογαριασμούς της όχι τόσο με το αυταρχικό παρελθόν της όσο με το λανθάνοντα γιακωβινισμό της, επανασυνδεόμενη με τις ζωντανές δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών που επανειλημμένα απογοητεύονται από αυτήν, αλλά από αυτήν επίσης προσδοκούν να τους εκπροσωπήσει.

Και στην Ελλάδα; Ο φιλελευθερισμός συνθλιβόταν ανάμεσα στις συμπληγάδες μιας Δεξιάς συντηρητικής, αν όχι αντιδραστικής, και ενός παθητικού και αταβιστικά αντικομμουνιστικού Κέντρου. Και δύσκολα μπορούσε να είναι διαφορετικά σε μια χώρα όπου τους τολμηρούς και ριψοκίνδυνους εμπόρους ή βιοτέχνες του 18ου και 19ου αιώνα διαδέχθηκε μια νέα αστική τάξη χωρίς αυτοπεποίθηση, συνηθισμένη στη θαλπωρή της κρατικής προστασίας. Οι διακρίσεις, αντίθετα, του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους σχεδόν ανάγκασαν τους Έλληνες αριστερούς να επανεκτιμήσουν την αξία των “αστικών ελευθεριών” και των δημοκρατικών θεσμών. Η ΕΔΑ και η Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη πριν από τη δικτατορία, ο Ρήγας Φεραίος και το ΚΚΕ Εσωτερικού στη διάρκειά της και μετά, ήταν (ίσως περισσότερο από κάθε άλλο) φορείς ενός αυθεντικού πολιτικού και κοινωνικού φιλελευθερισμού. Σε μια συμβολική υπογράμμιση της “οριζόντιας” διάκρισης Δύσης-Ανατολής δίπλα στην “κάθετη” διάκριση Αριστεράς-Δεξιάς, η συνθήκη ένταξης της χώρας στην τότε ΕΟΚ υπογράφεται από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή με παρόντες εκ μέρους της αντιπολίτευσης μόνον τον Ηλία Ηλιού και τους εκπροσώπους του ΚΚΕ Εσωτερικού, ενώ ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ διαδηλώνουν εναντίον της ένταξης στους δρόμους της Αθήνας.

Σήμερα, ενώ η λεγόμενη “αριστερή αντιπολίτευση” υποκύπτει στον πειρασμό του λαϊκισμού, παραμένει αγκιστρωμένη στον κρατισμό και διολισθαίνει επικίνδυνα στον εθνικισμό, η Νέα Δημοκρατία δείχνει να μεταλλάσσεται σε κόμμα της λαϊκής δεξιάς, ένα μείγμα γκωλλισμού και ΕΡΕ (ή, αν προτιμάτε τα λογοπαίγνια, Συναγερμού για τη Δημοκρατία και Δημοκρατικού Συναγερμού). Χωρίς το λυσσαλέο αντικομμουνισμό του παρελθόντος, πρόθυμη αντίθετα να σιγοντάρει το αντιπολιτευτικό μένος του ΚΚΕ, ακόμη και τον αντιαμερικανισμό του έως ενός σημείου, δεν διστάζει να δημαγωγεί για “τα 2,5 εκατομμύρια Ελλήνων που στενάζουν από τη φτώχεια”.

Πέρα από τους συνήθεις υπόπτους της ανανεωτικής και δημοκρατικής αριστεράς, πέρα και από το ΠΑΣΟΚ του Κώστα Σημίτη με τις διστακτικές, αβέβαιες απόπειρες απογαλακτισμού από τη βαριά κληρονομιά του παπανδρεϊκού παρελθόντος, το κόμμα των Φιλελεύθερων του Στέφανου Μάνου φιλοδοξεί να καλύψει το “έλλειμμα φιλελευθερισμού” του πολιτικού μας συστήματος. Ο κ. Μάνος και οι συνεργάτες του δεν είναι βέβαια αριστεροί. Οι διαφορές τους με μια σύγχρονη Αριστερά είναι εμφανείς, ιδίως στην οικονομική πολιτική (οι Φιλελεύθεροι, στη χώρα με τη δυσμενέστερη αναλογία άμεσης και έμμεσης φορολογίας σε όλη την Ευρώπη, ζητούν μείωση της πρώτης και αύξηση της δεύτερης!), καθώς και στην κοινωνική πολιτική (όπου δείχνουν να ευνοούν ένα καθεστώς επιλεκτικών παροχών προς τους φτωχότερους και ιδιωτική ασφάλιση για όλους τους υπόλοιπους).

Και όμως, σε μια σειρά πολιτικών και κοινωνικών ζητημάτων οι θέσεις των Φιλελεύθερων δεν μπορούν παρά να αποσπάσουν την ενθουσιώδη επιδοκιμασία όλων των μη εθνολαϊκών αριστερών (δεν μπορεί, θα υπάρχουν ακόμη τέτοιοι). Αντιγράφω από τις “Προγραμματικές Θέσεις του Ιδρυτικού Συνεδρίου” (Οκτώβριος 1999).

“Εκκλησία-Κράτος: Οι Φιλελεύθεροι υποστηρίζουν τον πλήρη διαχωρισμό Εκκλησίας-Κράτους με αποκοπή της Εκκλησίας από τον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και επιστροφή της εκκλησιαστικής περιουσίας στην Εκκλησία. Επίσης, υποστηρίζουν κινήσεις συμβολικής βαρύτητας (μη αναγραφή θρησκεύματος στις ταυτότητες, κατάργηση όρκου βουλευτών-δημοσίων υπαλλήλων, καύση νεκρών).”

“Μετανάστες: Οι Φιλελεύθεροι προτείνουν ο αλλοδαπός εργαζόμενος που έχει νόμιμη εργασία επί μια τουλάχιστον πενταετία να μπορεί να λάβει την ελληνική ιθαγένεια και να καλέσει για μόνιμη εγκατάσταση τα μέλη της άμεσης οικογένειας (σύζυγο και τέκνα). Επίσης, προτείνουν να τους προσφέρεται η κάρτα εργασίας αλλά με διαδικασίες που επιτρέπουν την έκδοσή της εντός τριμήνου.”

“Ελληνοτουρκικές σχέσεις: Οι Φιλελεύθεροι τάσσονται υπέρ της υποστήριξης από την Ελλάδα της υποψηφιότητας της Τουρκίας για είσοδο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με την προϋπόθεση ότι θα αποδεχθεί το χρονοδιάγραμμα το οποίο θέτουν από κοινού οι χώρες της Ένωσης για την προσαρμογή της στο κοινοτικό κεκτημένο.”

Είναι λοιπόν δυνατόν να είναι κανείς ειλικρινής φιλελεύθερος ακόμη και αν είναι ταυτόχρονα νεοφιλεύθερος. Όσο για τους αριστερούς, όταν πάψουν να είναι φιλελεύθεροι, δεν τους μένει παρά ο δρόμος των φαιοκόκκινων συμπτώσεων στον ανορθολογισμό και τον αντιδυτικισμό.

7 Νοεμβρίου 1999

Rendimento Mínimo, Bloco de Ezquerda και Dulce Pontes

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 7 Νοεμβρίου 1999)

Άρτι αφιχθείς από οκταήμερο ταξίδι στην Πορτογαλία, εξαιρετικά ωφέλιμο και ταυτόχρονα απρόσμενα σχεδόν τερπνόν, αποφάσισα να δοκιμάσω το πληκτρολόγιό μου στο λογοτεχνικό είδος του ταξιδιωτικού δοκιμίου. Προφανώς αστειεύομαι, αν και όχι εντελώς. Με κίνδυνο να μπω στα χωράφια του Ανταίου Χρυσοστομίδη (τον οποίο δεν γνωρίζω προσωπικά, αλλά από τότε, πριν πολλά χρόνια, που μου έδωσε τη συνήθεια να διαβάζω την Κυριακάτικη Αυγή από την τελευταία σελίδα διαπίστωσα ότι μας συνδέει μια δεύτερη πατρίδα και η κοινή αγάπη για τη λογοτεχνία της), ή του Βασίλη Πεσμαζόγλου (τον οποίο, αντίθετα, γνωρίζω αρκετά καλά ώστε να ξέρω ότι θα μου συγχωρέσει αυτή την εισβολή στο χώρο του ελεύθερου ρεπορτάζ των Ενθεμάτων τον οποίο εθιμικώ δικαίω κατέχει), προχωρώ χωρίς άλλες φλυαρίες στο θέμα.

Η Πορτογαλία δεν μου ήταν τελείως άγνωστη. Είχε τύχει να την επισκεφτώ για πρώτη φορά πριν από έξη χρόνια. Τότε η Λισσαβώνα μου είχε φανεί σαν μια αριστοκρατική κυρία, κάπως προχωρημένης ηλικίας και ίσως ξεπεσμένη κοινωνικά, μα πάντοτε γοητευτική παρόλα αυτά. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι με μοντέλα του ’60 ή του ’70 που μου θύμιζαν τα παιδικά μου χρόνια (θυμάστε τα Ford Taunus;). Οι άνθρωποι φτωχοί αλλά αξιοπρεπείς και σεμνοί, φιλόξενοι και απρόσβλητοι (ή μήπως απρόσβλητοι ακόμη;) από τον εκχυδαϊσμό της καθημερινής ζωής που συχνά συνοδεύει το μαζικό τουρισμό. Η σύγκριση με την Ελλάδα που τότε γνώριζα καλύτερα εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας, αναπόφευκτη όσο και επώδυνη: αντί για την ευδαιμονία ενός καταναλωτισμού με δανεικά φαινόταν να κυριαρχεί η ηθική της σκληρής δουλειάς – όσο για τους κοινοτικούς πόρους, ήταν φανερό ότι χρηματοδοτούσαν σημαντικά έργα υποδομής, αντί να κατασπαταλώνται σε παραγωγικά ασήμαντες μα πολιτικά προσοδοφόρες ‘δράσεις’.

Αυτή τη φορά, η πόλη έμοιαζε να αναπνέει έναν άλλο αέρα: αυτοπεποίθησης, υπερηφάνειας, αισιοδοξίας για το μέλλον. Τι είχε μεσολαβήσει; Με κίνδυνο να φανώ διδακτικός, νομίζω ότι πρόκειται απλώς για τους καρπούς μιας πορείας σταθερής προόδου, ατομικής και συλλογικής ευημερίας. Τα εξωτερικά σημεία της ορατά δια γυμνού οφθαλμού: η νέα γέφυρα που ενώνει ανατολικότερα τις όχθες του Τάγου, ο νέος σιδηροδρομικός σταθμός κοντά στο αεροδρόμιο, οι εγκαταστάσεις της διεθνούς έκθεσης, το πολιτιστικό κέντρο της Μπελέμ, τα νέα κτίρια του κέντρου της πόλης και τα (περισσότερα) ανακαινισμένα των παραδοσιακών συνοικιών. Πέρα από αυτά (και πέρα από την άνοδο του εισοδήματος, εμφανή στα αυτοκίνητα, στα σπίτια και ακόμη στα ρούχα των ανθρώπων), η αίσθηση μιας χώρας συμφιλιωμένης με τον εαυτό της: με την πλάτη γυρισμένη σε ένα παρελθόν καθυστέρησης και καταπίεσης, οριστικό μέλος της οικογένειας των προηγμένων δημοκρατιών της Ευρώπης, με μια δυναμική οικονομία και μια ζωντανή κοινωνία των πολιτών.

Σύμφωνα με τη διεισδυτική ανάλυση του καθηγητή (και οικοδεσπότη μου) Pedro Hespanha σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Pùblico, τα αποτελέσματα των εκλογών της 10ης Οκτωβρίου οφείλονται ακριβώς σε αυτή την ικανοποίηση που συνορεύει επικίνδυνα με τον εφησυχασμό. Η σχεδόν γενική συναίνεση γύρω από τα κυριότερα ζητήματα, μαζί με τα πρόσφατα γεγονότα που ένωσαν ανθρώπους διαφορετικών πεποιθήσεων (η τραγωδία του Ανατολικού Τιμόρ αλλά και ο θάνατος της Amália Rodrigues, με το τριήμερο εθνικό πένθος που ακολούθησε), είχαν ως συνέπεια το μεγαλύτερο ποσοστό αποχής και το πιο προβλέψιμο εκλογικό αποτέλεσμα της 25ετούς ιστορίας της πορτογαλικής δημοκρατίας. Μόνο πέντε από τις 250 κοινοβουλευτικές έδρες άλλαξαν χέρια: όλες από το κεντροδεξιό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης (που ονομάζεται σοσιαλδημοκρατικό σε αυτή τη χώρα όπου το Σύνταγμα κάνει ρητή αναφορά στο σοσιαλισμό ως ‘αξία έμπνευσης’ του πολιτεύματος), δύο προς τους σοσιαλιστές (που όμως πάλι απέτυχαν να κερδίσουν την απόλυτη πλειοψηφία), μία προς τους κομμουνιστές και δύο προς το νεοεμφανισθέν ‘Μπλόκ της Αριστεράς’.

Αν και η νίκη των σοσιαλιστών επιβεβαίωσε τόσο την κυριαρχία τους στο πολιτικό σύστημα όσο και την ευρύτατη αποδοχή των θέσεών τους, το γεγονός ότι είναι και πάλι υποχρεωμένοι να σχηματίσουν κυβέρνηση μειοψηφίας δείχνει ότι το πρόγραμμά τους ελάχιστο ενθουσιασμό εμπνέει. Ως ένα βαθμό, αυτό είναι αποτέλεσμα της μετριοπάθειας των ηγετών τους: του Jorge Sampaio, Προέδρου της Δημοκρατίας, και του πρωθυπουργού António Guterres. Και οι δύο καθολικοί (ο δεύτερος μάλιστα έχει τον ίδιο εξομολογητή με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης!), αισθάνθηκαν υποχρεωμένοι να διαχωρίσουν τη θέση τους από την επίσημη τοποθέτηση του κόμματος στο πρόσφατο δημοψήφισμα για τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων επικαλούμενοι ‘λόγους συνείδησης’ – με αποτέλεσμα τη μετακίνηση μιας μικρής μα κρίσιμης μάζας ψηφοφόρων, αρκετής ώστε να στερήσει τη νίκη από την πλευρά που υποστηρίζει την τροποποίηση του σημερινού περιοριστικού καθεστώτος.

Πάντως, τα εκλογικά οφέλη των σοσιαλιστών σε βάρος του σοσιαλδημοκρατικού κόμματος ήταν μεγαλύτερα από τις απώλειές τους υπέρ της αριστερής αντιπολίτευσης. Οι κομμουνιστές (παραδοσιακά οι πιο δογματικοί της Ευρώπης, μετά το ΚΚΕ) παρέμειναν κάτω του 10% των ψήφων, μακριά από το 20% των αρχών της προηγούμενης δεκαετίας. Αντίθετα, το ‘Μπλόκο της Αριστεράς’ με 1,8% και δύο βουλευτές ήταν η (μικρή) έκπληξη των εκλογών. Παρά τις καταβολές του στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά (πυρήνας του δείχνει να είναι η συμμαχία σταλινικών-τροτσκιστών: δεν μοιάζει με αστείο του Καλβίνο;), το ‘Μπλόκ’ υποστηρίζεται από τις κοινωνικές ομάδες που στην Ελλάδα εξέφραζε το ΚΚΕ Εσωτερικού: κάτοικοι των πόλεων, ριζοσπαστικοποιημένοι αστοί, διανοούμενοι με την ευρεία έννοια. Ως ρεφορμιστής εκ πεποιθήσεως εξακολουθώ να δυσπιστώ, αλλά ως καλοπροαίρετος άνθρωπος έχω φέρει ένα αντίγραφο του εκλογικού προγράμματος του κόμματος για περαιτέρω μελέτη με τη βοήθεια μιας παλιάς φίλης από το ‘Ρήγα’ που μιλά πορτογαλικά (Μαίρη, είναι μόνο πέντε σελίδες).

Αυτά περί ‘Bloco de Ezquerda’. Περί ‘Rendimento Mínimo’, το οποίο ήταν και ο σκοπός του ταξιδιού μου, υπόσχομαι (ή απειλώ, ανάλογα με το πώς το βλέπει κανείς) να γράψω την άλλη φορά. Όσο για τη γλυκύτατη Dulce Pontes, πρόκειται για τη μουσική (μου) ανακάλυψη των τελευταίων ετών: τραγουδίστρια των Fados (για πολλούς, διάδοχος της Amália Rodrigues), εκπρόσωπος του ‘νέου κύματος’ μαζί με τους Madredeus, με γοητευτική σκηνική παρουσία που ηλεκτρίζει το κοινό, η Dulce Pontes παραμένει ένα απλό κορίτσι που δουλεύει σκληρά, μελετά συνεχώς μουσική και δηλώνει ότι ‘της αρέσει να τραγουδά’. Και για να επιστρέψω στο σημείο από όπου ξεκίνησα: το τραγούδι της ‘A brisa do coracão’ (ένα από τα ωραιότερα της Dulce Pontes) γράφτηκε για την κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου ‘Ισχυρίζεται ο Περέιρα’ του Antonio Tabucchi, που κυκλοφορεί και στην Ελλάδα – σε μετάφραση, φυσικά, Ανταίου Χρυσοστομίδη. Μικρός που είναι ο κόσμος, ε;