Δημοσιεύθηκε ως Special Report της εφημερίδας «Καθημερινή» (Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023).
Πώς αναβαθμίζονται οι δεξιότητες των πολιτών σε μια χώρα με προβληματικό σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης;
Κείμενα πολιτικής οικονομίας και δημόσιας πολιτικής
Δημοσιεύθηκε ως Special Report της εφημερίδας «Καθημερινή» (Πέμπτη 21 Δεκεμβρίου 2023).
Πώς αναβαθμίζονται οι δεξιότητες των πολιτών σε μια χώρα με προβληματικό σύστημα εκπαίδευσης και κατάρτισης;
Εδώ και δύο αιώνες το ελληνικό κράτος επιδοτεί συστηματικά τους ελεύθερους επαγγελματίες (και τους αγρότες, και τις μικροεπιχειρήσεις) με μυριάδες τρόπους. Επιτρέπει την καταπάτηση δημόσιου χώρου (πεζοδρομίων, κτημάτων, παραλιών). Χαρίζει δάνεια (όπως επί δικτατορίας στους αγρότες). Καθορίζει χαμηλές εισφορές (όπως με το Ν4670/2020 που έσπευσε να περάσει η κυβέρνηση, ακυρώνοντας τη μερική εξίσωση των όρων ασφάλισης που είχε επιβάλει η Τρόικα). Προβλέπει χαριστικούς όρους συνταξιοδότησης (για αγρότες, νομικούς, μηχανικούς, υγειονομικούς κ.ά.). Προσφέρει «δωρεάν παιδεία» (το δικαίωμα των γιατρών ή των δικηγόρων να σπουδάζουν τα παιδιά τους στα ελληνικά ΑΕΙ με χρήματα φορολογουμένων με χαμηλότερο εισόδημα από ό,τι οι ίδιοι). Πάνω από όλα, το κράτος επιδοτεί την αυτοαπασχόληση κάνοντας τα στραβά μάτια στη φοροδιαφυγή.
Η πολιτική αυτή φέρνει αποτέλεσμα. Όπως δείχνουν τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το ποσοστό αυτοαπασχόλησης στη χώρα μας είναι μακράν το υψηλότερο στην ΕΕ (30,3% το 2021, έναντι κοινοτικού μέσου όρου 15,3%), ενώ ξεπερνά το αντίστοιχο λιγότερο ανεπτυγμένων χωρών, όπως είναι η Χιλή, η Κόστα Ρίκα, ή η Τουρκία.
Η Ελλάδα, με την ευγενική χορηγία των φορολογουμένων, παράγει περισσότερους δικηγόρους και γιατρούς (και μηχανικούς, και αρχιτέκτονες) από όσους χρειάζεται. Εκείνοι στη συνέχεια αποκτούν δυσανάλογη πολιτική ισχύ, καταλαμβάνουν θέσεις επιρροής, και στρεβλώνουν την δημόσια πολιτική προς όφελος τους, επιβάλλοντας νόμους που δημιουργούν τεχνητά εισοδήματα (π.χ. αυξάνοντας την δικηγορική ύλη, ή εμποδίζοντας την εξωδικαστική ρύθμιση των διαφορών), εκβιάζοντας την πολιτική εξουσία ακόμη και σε περιόδους έκτακτης ανάγκης (όπως συνέβη την εποχή των Μνημονίων).
Επιβεβαιώνοντας τη σχετική ρήση, οι ευεργετηθέντες δείχνουν την ευγνωμοσύνη τους προς το ελληνικό κράτος φοροδιαφεύγοντας κατά συρροή και κατ’εξακολούθηση. Το πόσο ακριβώς, το υπαινίσσονται τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ: Οι μισοί και πάνω ελεύθεροι επαγγελματίες (54%) δηλώνουν μηδενικό εισόδημα. Άλλο ένα τρίτο σχεδόν (31%) δηλώνουν ετήσιο εισόδημα από 1 έως 10.000 ευρώ.
Με αυτά και με αυτά, η φορολογία των ελεύθερων επαγγελματιών στη χώρα μας αποδίδει μόλις 2,1% των συνολικών φορολογικών εσόδων, έναντι 5,1% στην ΕΕ (στοιχεία Eurostat). Με άλλα λόγια, στη χώρα μας ο μέσος ελεύθερος επαγγελματίας συνεισφέρει στα φορολογικά βάρη πέντε φορές λιγότερο (αναλογικά) από όσο ο αντίστοιχος Ευρωπαίος: έχουμε αναλογικά διπλάσιους ελεύθερους επαγγελματίες από τον κοινοτικό μέσο όρο, ενώ το μερίδιο τους στα φορολογικά έσοδα είναι δυόμιση φορές μικρότερο.
Κατά καιρούς το πράγμα ξεφεύγει, οπότε η εκάστοτε κυβέρνηση αισθάνεται την ανάγκη να συμμαζέψει κάπως την κατάσταση. Αυτό συνέβη την περίοδο 1994-1999, όταν ο Αλέκος Παπαδόπουλος, από τη θέση του Υπουργού Οικονομικών, θεσμοθέτησε τα λεγόμενα «αντικειμενικά κριτήρια». Παρά την κινητοποίηση των θιγομένων, την αντιπολιτευτική δημαγωγία, και την εσωκομματική υπονόμευση, τα αντικειμενικά κριτήρια πέτυχαν το στόχο τους: αποκατέστησαν (σε κάποιο βαθμό) το αίσθημα δικαιοσύνης, αύξησαν τα φορολογικά έσοδα, συνέβαλαν στην δημοσιονομική εξυγίανση, και βοήθησαν την κυβέρνηση Σημίτη να πετύχει την ένταξη στη ζώνη του ευρώ.
Η πρόσφατη ανακοίνωση των νέων τεκμηρίων για τη φορολόγηση των ελευθέρων επαγγελματιών εκ μέρους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών προκαλεί στους αναγνώστες κάποιας ηλικίας μια αίσθηση déjà-vu: τα έχουμε ξαναδεί όλα αυτά, πριν τριάντα σχεδόν χρόνια – και την κινητοποίηση των θιγομένων, και την αντιπολιτευτική δημαγωγία, και την εσωκομματική υπονόμευση.
Ζήτω τα αντικειμενικά κριτήρια λοιπόν; Όχι ακριβώς. Δεν είναι φοροφυγάδες όλοι όσοι δηλώνουν εισόδημα κάτω από το αφορολόγητο όριο: κάποιοι απλώς φυτοζωούν, ελλείψει εναλλακτικών. Ούτε θα θιγεί από τα νέα μέτρα ο μεγαλοδικηγόρος ή ο μεγαλογιατρός: αντίθετα, με δηλωθέν μηνιαίο εισόδημα 1.200 ευρώ και πάνω, θα ωφεληθεί από τη μείωση του Τέλους Επιτηδεύματος.
Τι μπορεί να γίνει λοιπόν; Βραχυπρόθεσμα, λίγα πράγματα. Στις ΗΠΑ, όπου κινδυνεύεις να πας φυλακή για φοροδιαφυγή (όπως συνέβη στον Αλ Καπόνε), ο μέσος ελεύθερος επαγγελματίας κρύβει από την Εφορία μεγαλύτερο μέρος των πραγματικών εισοδημάτων του από ό,τι ο Έλληνας συνάδελφός του. Μόνο που οι αυτοαπασχολούμενοι στις ΗΠΑ είναι 6,6% των εργαζομένων (ενώ στην Ελλάδα 30,3%).
Εδώ βρίσκεται το κλειδί. Μεσοπρόθεσμα, η δημόσια πολιτική πρέπει να προσανατολιστεί στην ακύρωση κάθε διάταξης, ρύθμισης και πρακτικής που αποθαρρύνει μια επιχείρηση να μεγαλώσει και να προσλάβει προσωπικό. Η κρατική επιδότηση της αυτοαπασχόλησης είναι ένα από τα σημαντικότερα τέτοια εμπόδια.
Αυτή άλλωστε ήταν μια από τις συστάσεις της Επιτροπής Πισσαρίδη για την αναβάθμιση του μοντέλου ανάπτυξης. Στα τρία χρόνια που μεσολάβησαν από την πανηγυρική υποδοχή των πορισμάτων της σχετικής Έκθεσης, η κρατική επιδότηση της αυτοαπασχόλησης (και της μικροεπιχειρηματικότητας) έχει αυξηθεί και άλλο. Η επαναφορά των τεκμηρίων είναι ένα μικρό, δειλό βήμα προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» (Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2023).
Η νέα πολιτική της κυβέρνησης για τους λογαριασμούς ρεύματος, φυσικού αερίου, και πετρελαίου θέρμανσης αναμένεται να ανακοινωθεί επίσημα την Τετάρτη 1 Νοεμβρίου. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσανατολίζεται σε μια δέσμη μέτρων που θα περιλαμβάνει τη θεσμοθέτηση ενιαίου τιμολογίου για όλους τους παρόχους, την αναβάθμιση του επιδόματος θέρμανσης με γεωγραφικά και εισοδηματικά κριτήρια, καθώς και το «οριστικό τέλος των οριζόντιων επιδοτήσεων». Με τα νέα μέτρα ολοκληρώνεται η αργή στροφή της κυβερνητικής πολιτικής από τις επιδοτήσεις στα επιδόματα.
Είναι σωστή αυτή η στροφή; Κατά τη γνώμη μου, κάθε πολίτης που νοιάζεται για τη «δίκαιη μετάβαση» (όπως έχει καθιερωθεί να ονομάζεται η προσαρμογή της ενεργειακής πολιτικής των κρατών μελών της ΕΕ με σκοπό την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής χωρίς κοινωνικούς κλυδωνισμούς) δεν μπορεί παρά να χαιρετίσει την εγκατάλειψη της αδιάκριτης επιδότησης των λογαριασμών, χωρίς κριτήρια εισοδήματος ή κατανάλωσης, που χαρακτήριζε την αρχική αντίδραση της κυβέρνησης στην εκτόξευση των τιμών ενέργειας την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2022.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επιθυμία της κυβέρνησης (κάθε κυβέρνησης, παντού στην Ευρώπη και αλλού) να προστατεύσει τους καταναλωτές από τις απότομες αυξήσεις των τιμών ενέργειας παραμένει απολύτως θεμιτή. Η πράσινη μετάβαση για να είναι αποτελεσματική πρέπει να είναι δίκαιη. Αυτό άλλωστε είναι το δίδαγμα της εξέγερσης των «κίτρινων γιλέκων» κατά της αύξησης της φορολογίας στα καύσιμα το χειμώνα του 2018 στη Γαλλία, ή της πρόσφατης υπαναχώρησης της γερμανικής κυβέρνησης από την απαγόρευση της εγκατάστασης λεβήτων πετρελαίου και φυσικού αερίου στις κατοικίες που ανάγκαζε τους καταναλωτές να εγκαταστήσουν (ακριβότερες) αντλίες θερμότητας. Πολύ περισσότερο στη χώρα μας, όπου σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat το ποσοστό όσων δήλωναν ότι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να ζεστάνουν το σπίτι τους ήταν το δεύτερο υψηλότερο στην ΕΕ (μετά τη Βουλγαρία).
Όμως, παρότι θεμιτή ως προς τον στόχο, η αρχική πολιτική της ελληνικής κυβέρνησης ήταν βαθιά προβληματική: ήταν δημοσιονομικά ανεύθυνη (επιβάρυνε υπερβολικά τον κρατικό προϋπολογισμό), περιβαλλοντικά αναχρονιστική (σπαταλούσε τους πόρους του Ταμείου Μετάβασης της ΕΕ και αποδυνάμωνε τα κίνητρα για εξοικονόμηση ενέργειας αντί να τα ενισχύει), και ταυτόχρονα κοινωνικά άδικη (μοίραζε το μερίδιο του λέοντος της δημόσιας ενίσχυσης σε εύπορους καταναλωτές με πολλά και μεγάλα σπίτια).
Τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής δεν άργησαν να φανούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ, το κόστος για το δημόσιο ταμείο της αντιμετώπισης της ενεργειακής ακρίβειας το 2022 ήταν στην Ελλάδα μακράν υψηλότερο από ό,τι σε κάθε άλλη χώρα: 4,87% του ΑΕΠ, έναντι μόλις 2,82% του ΑΕΠ στην Ιταλία και στην Πολωνία που μοιράζονταν τη δεύτερη θέση. (Βλ. OECD Energy Support Measures Tracker.) Αν και το κόστος αυτό καλύφθηκε κατά τα τρία τέταρτα από το Ταμείο Μετάβασης της ΕΕ και κατά το ένα τέταρτο από εθνικούς πόρους, επρόκειτο για μνημειώδη σπατάλη, και μάλιστα στη χώρα με το υψηλότερο δημόσιο χρέος (ως ποσοστό του ΑΕΠ) στην Ευρώπη.
Στη συνέχεια βέβαια, από το φθινόπωρο του 2022, η πολιτική των οριζόντιων επιδοτήσεων μετριάστηκε κάπως (π.χ. το ύψος της επιδότησης κλιμακωνόταν αντιστρόφως με το ύψος της κατανάλωσης), χωρίς πάντως να εγκαταλειφθεί τελείως. Εάν οι πληροφορίες αποδειχθούν ορθές, αυτό θα γίνει τώρα, με ισχύ από την αρχή του νέου έτους.
Φυσικά, έχουμε ακόμη πολύ δρόμο μπροστά μας για να φτάσουμε σε μια δίκαιη και αποτελεσματική πολιτική δίκαιης μετάβασης στην Ελλάδα. Τα λιγνιτωρυχεία πρέπει να κλείσουν, τα σχέδια για εξορύξεις υδρογονανθράκων να εγκαταλειφθούν, οι ανεμογεννήτριες και τα φωτοβολταϊκά να υποστηριχθούν με αποφασιστικότητα παρά τις αντιδράσεις των τοπικών κοινωνιών, οι ενεργειακές κοινότητες να ενθαρρυνθούν, η άσκοπη κατανάλωση ενέργειας στα δημόσια κτίρια να περιοριστεί δραστικά, τα κίνητρα εξοικονόμησης ενέργειας στις ιδιωτικές κατοικίες να αναβαθμιστούν, οι σχετικές διαδικασίες να απλοποιηθούν.
Η στροφή της κυβερνητικής πολιτικής από τις επιδοτήσεις στα επιδόματα είναι ένα θετικό πρώτο βήμα. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα είναι το τελευταίο.
Το κείμενο εκφωνήθηκε στην εκδήλωση για την Παρουσίαση της Έκθεσης της Επιτροπής Σοφών για το Μέλλον της Κοινωνικής Προστασίας και του Κράτους Πρόνοιας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Δευτέρα 18 Σεπτεμβρίου 2023), και δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023).
Σύμφωνα με μια αρκετά διαδεδομένη vulgata, στην Ευρώπη και ιδίως στην Ελλάδα, το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο βρίσκεται σε επιθανάτια αγωνία – εδώ και 50 χρόνια. Οι δύο πετρελαϊκές κρίσεις (1973 & 1978) το συντάραξαν συθέμελα, η άνοδος του νεοφιλελευθερισμού το υπονόμευσε, η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση και στη συνέχεια (στην Ευρώπη) η κρίση χρέους ήταν η χαριστική βολή (μια ακόμη), η πρόσφατη πανδημία το αποτελείωσε, η δε ρωσική εισβολή στην Ουκρανία (με τις συνέπειές της: επανεμφάνιση του πληθωρισμού και ενίσχυση των αμυντικών δαπανών) το έθαψε ακόμη πιο βαθιά.
Σωστά; Αυτό δεν είναι το κυρίαρχο αφήγημα; Όπως επαναλαμβάνεται σε δεκάδες άρθρα και ομιλίες;
Πρόκειται για δημοφιλή ιστορία: έχει εύληπτη πλοκή, κακούς και καλούς, αρχή μέση και τέλος. Έχει μόνο ένα μειονέκτημα: ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Ας ρίξουμε μια ματιά στα δεδομένα. Η κοινωνική δαπάνη στην ΕΕ των 27 έφτασε σχεδόν το 32% του ΑΕΠ το 2020 (και παρέμεινε πάνω από το 30% μετά το τέλος της πανδημίας). Ποτέ στο παρελθόν οι ευρωπαϊκές οικονομίες δεν αφιέρωναν τόσο μεγάλο μερίδιο του πλούτου που παρήγαγαν στην ικανοποίηση των κοινωνικών αναγκών. Καθόλου άσχημη επίδοση για ένα σύστημα που (πάντοτε σύμφωνα με τη vulgata) χαροπαλεύει, ή έχει ήδη αποδημήσει υπό το βάρος των απανωτών χτυπημάτων της μοίρας.
Θα μου πείτε: «Και η ανισότητα; Η φτώχεια; Δεν αυξάνονται αλματωδώς;» Στις ΗΠΑ, ναι. Στη Βρετανία, επίσης. Στην ΕΕ κατά μέσο όρο, όχι. Σε κάποια κράτη μέλη η ανισότητα αυξάνεται (συνήθως λίγο). Σε άλλα μειώνεται (επίσης λίγο).
«Ναι, ΟΚ – αλλά στην Ελλάδα;» Στη χώρα μας, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται (και από ό,τι πιστεύουν) πολλοί, η εισοδηματική ανισότητα βρίσκεται στα χαμηλότερα επίπεδα όλων των εποχών. Η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας μείωσε τα εισοδήματα (δυστυχώς), συμπιέζοντας την κατανομή τους (ευτυχώς). Η δε κοινωνική δαπάνη ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει αυξηθεί καθαρά: αμέσως πριν τον κορωνοϊό (το 2019) πλησίαζε το 25%, ενώ αμέσως πριν την κρίση χρέους (το 2007) ήταν κάτω από το 21%. Και για να προλάβω την επόμενη ένσταση, ισχύει ότι το κλάσμα ανέβηκε επειδή έπεσε ο παρονομαστής (υποχώρησε το ΑΕΠ), αλλά αυτό οδηγεί σε δύο συμπεράσματα: πρώτον, διαψεύδει το αφήγημα της κατάρρευσης (η προτεραιότητα που δίνουμε στην κοινωνική προστασία δεν έχει εξασθενήσει, παρότι το μέγεθος της πίτας έχει μειωθεί), και δεύτερον, υποδεικνύει ότι τώρα πρέπει να δώσουμε έμφαση στην αύξηση του παρονομαστή, με άλλα λόγια σε μια κοινωνική πολιτική επιταχυντή της ανάπτυξης, αντί για τροχοπέδη (όπως ήταν την δήθεν «χρυσή εποχή» πριν τα Μνημόνια).
Γίνεται να έχουμε και ταχύρρυθμη (βιώσιμη) ανάπτυξη και υψηλού επιπέδου κοινωνική προστασία; Η ευρωπαϊκή πραγματικότητα δείχνει ότι γίνεται. Οι πιο επιτυχημένες και δυναμικές ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν το πιο στιβαρό και ποιοτικό κοινωνικό κράτος. Και τα δύο αυτά συνδέονται: η Ολλανδία ή η Δανία είναι δυναμικές οικονομίες επειδή το σύστημα κοινωνικής προστασίας εκεί λειτουργεί σωστά (προστατεύει τους φτωχούς και τους ανέργους, διευκολύνει και τους δύο γονείς να συνδυάσουν οικογενειακές και επαγγελματικές ευθύνες, ενώ επίσης επενδύει στην καλή υγεία και στις δεξιότητες όλων των πολιτών).
«Όλα καλά λοιπόν;» Όχι βέβαια. Στις προηγμένες κοινωνίες προκύπτουν συνεχώς νέες ανάγκες. Η ψηφιακή οικονομία απαιτεί ριζική αναβάθμιση των δεξιοτήτων: όχι απλώς απορρόφηση των κονδυλίων για επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση (στο οποίο είμαστε πρωταθλητές), αλλά ουσιαστικά προγράμματα σπουδών που εφοδιάζουν τους καταρτιζόμενους με αληθινές γνώσεις (στο οποίο είμαστε ουραγοί). Όσοι δεν τα καταφέρουν – άτομα ή χώρες – κινδυνεύουν να μείνουν για δεκαετίες στο περιθώριο της παγκόσμιας οικονομίας.
Το ίδιο ισχύει για τις υπόλοιπες προκλήσεις: H κλιματική αλλαγή απαιτεί προστασία για τα θύματα των θεομηνιών και μέριμνα για τους χαμένους των πράσινων φόρων. Η μακροβιότητα επιβάλλει αλλαγή προσανατολισμού (λιγότερες συντάξεις και περισσότερη υγεία), με στόχο το ενεργό γήρας. Η καθίζηση των γεννήσεων δεν αντιμετωπίζεται με προσλήψεις πολυτέκνων στο Δημόσιο, αλλά με αλλαγή παραδείγματος ώστε να πάψει να είναι η χώρα μας εχθρική για τους νέους, εχθρική για τα νέα ζευγάρια, και εχθρική για τα παιδιά. Κάπου εδώ να αναφέρουμε ότι χρειαζόμαστε επίσης μια πιο ψύχραιμη μεταναστευτική πολιτική, με λιγότερη εχθροπάθεια και περισσότερη ενσωμάτωση, πάντοτε με στόχο τη λελογισμένη αναζωογόνηση των κοινωνιών μας – εκτός αν προτιμάμε μια γερασμένη Ελλάδα με πληθυσμό 6 εκατομμυρίων. Και δεν αφορούν αυτά μόνο την Ελλάδα: το ίδιο ισχύει π.χ. για την πλούσια Βόρεια Ιταλία όπου ζω και εργάζομαι, καθώς και για άλλες χώρες και περιφέρειες στην Γηραιά (…) Ήπειρο.
Το κοινωνικό κράτος είναι το ισχυρό χαρτί της Ευρώπης στην προσπάθειά της να αντιμετωπίσει επιτυχώς αυτές τις δυσκολίες – και άλλες. Θα το κατορθώσει μόνο εάν καταφέρει να ανανεωθεί, στην Ελλάδα και παντού.
Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023).
Οι διαδοχικές καταστροφές του περασμένου καλοκαιριού – του φριχτού καλοκαιριού του 2023 που όσοι το έζησαν θα το θυμούνται για πολλά χρόνια – έφεραν στην επιφάνεια τις πιο αποκρουστικές όψεις της ελληνικής πραγματικότητας. Την απέχθεια των περισσότερων εκλεγμένων (σε όλα τα επίπεδα: από το αρμόδιο υπουργείο έως το τελευταίο δημοτικό διαμέρισμα) για ο,τιδήποτε απαιτεί μακροπρόθεσμο σχέδιο, προσήλωση στο στόχο, φροντίδα για τον τόπο, δουλειά για το κοινό καλό. Την αδυναμία της δημόσιας διοίκησης να προβλέψει τους κινδύνους, να αναλάβει πρωτοβουλίες, να κινηθεί με ταχύτητα και ευελιξία, να εγκαταλείψει την ευθυνοφοβία και τον ασφυκτικό φορμαλισμό. Την μυωπία των τοπικών κοινωνιών, τον εγωισμό των μυριάδων συμφερόντων, μικρών και μεγάλων, την καχυποψία τους για οποιαδήποτε αλλαγή, την αντίθεσή τους σε ό,τι τους ξεβολεύει, την αμεριμνησία τους – μέχρι να συμβεί η καταστροφή. Αυτός είναι ο χειρότερος εαυτός μας. Δεν υπάρχει βέβαια μόνο αυτός: δεν λείπουν οι διορατικοί πολιτικοί, ούτε οι εργατικοί δημόσιοι λειτουργοί, ούτε οι συνεννοήσιμοι πολίτες. Είναι όμως απελπιστικά λίγοι, και απελπιστικά απομονωμένοι. Προς το παρόν, κερδίζουν οι άλλοι. Και χάνουμε όλοι.
Ελπίζοντας ότι έχουμε πάρει το μάθημά μας, πώς πρέπει να κινηθούμε για να αντιμετωπίσουμε την επόμενη κλιματική κρίση;
Τρεις σύντομες παρατηρήσεις, μένοντας στο πεδίο της οικονομίας και της δημόσιας πολιτικής:
1. Εάν κάτι έδειξε το φριχτό καλοκαίρι που μόλις περάσαμε είναι ότι χωρίς αποτελεσματικό κράτος δεν πάμε πουθενά. Όχι υπερτροφικό, όχι γραφειοκρατικό, όχι εχθρικό προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις: απλώς αποτελεσματικό. Ικανό να ρυθμίζει τους κανόνες της συλλογικής συμβίωσης, και να τους επιβάλλει. Είμαστε πολύ μακριά από ένα τέτοιο κράτος. Ακόμη και οι πιο καλοπροαίρετες και επιτυχημένες προσπάθειες εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης (από τη ΜΟΔ και τα ΚΕΠ των κυβερνήσεων Σημίτη έως την ψηφιακή διακυβέρνηση της σημερινής κυβέρνησης) παρέκαμπταν την κρατική μηχανή αντί να την αναβαθμίζουν. Αυτό πρέπει να σταματήσει. Δεν είμαι σίγουρος πώς (άλλοι ξέρουν πολύ καλύτερα), ελπίζω με διακομματική συναίνεση (που σήμερα είναι δυσεύρετη), όμως ένα είναι βέβαιο: περιθώρια για αναβολές δεν υπάρχουν.
2. Στην εξεταστική περίοδο του περυσινού καλοκαιριού δεν απέτυχε μόνο το κράτος: απέτυχε επίσης η ιδιωτική πρωτοβουλία. Δεν θα αναφερθώ στον γνωστό οπορτουνισμό πολλών ελληνικών επιχειρήσεων, που έχει και θετικές πλευρές (π.χ. την ετοιμότητα στην αξιοποίηση των ευκαιριών). Θα σημειώσω μόνο ότι το μοντέλο ανάπτυξης από το οποίο δεν φαίνεται να ξεκολλάμε εύκολα είναι συγκλονιστικά αυτοκαταστροφικό: τα μπαρ στις περιοχές Natura, τα ντους στις παραλίες άνυδρων νησιών, ο οικοδομικός οργασμός στις Κυκλάδες και αλλού, πριονίζουν το κλειδί στο οποίο καθόμαστε όλοι. Με αυτό το ρυθμό, στο όχι πολύ μακρινό μέλλον, η «ομορφότερη χώρα στον κόσμο» θα είναι μια έρημος από τσιμέντο, με κακόγουστα και ντεμοντέ θέρετρα, με τουρίστες που δεν γνωρίζουν ούτε σέβονται τον τόπο, με βρώμικες παραλίες, και αφόρητη ζέστη. (Για να μην μιλήσω για το χειρότερο σενάριο: όλα τα προηγούμενα συν την τουρκική επιθετικότητα.) Εάν ένα τέτοιο μέλλον δεν μας αρέσει, θα πρέπει από τώρα να εξυγιάνουμε τον τουριστικό κλάδο, να περιορίσουμε τη μετάστασή του, να διαφοροποιήσουμε την εθνική οικονομία.
3. Χωρίς επώδυνα μέτρα, η κλιματική αλλαγή δεν αντιμετωπίζεται. Το ρεύμα πρέπει να ακριβύνει, το ίδιο και η βενζίνη, τα αεροπορικά ταξίδια, και πολλά άλλα αγαθά που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε «πρώτης ανάγκης». Ποιο ήταν όμως το δίδαγμα της εξέγερσης των «κίτρινων γιλέκων»; Όχι (μόνο) ότι οι λαϊκιστές είναι ανεύθυνοι, ούτε (μόνο) ότι οι Γάλλοι είναι συχνά κουραστικοί. Αλλά επίσης ότι για να είναι κοινωνικά αποδεκτά τα μέτρα θα πρέπει να μοιράζουν δίκαια το κόστος. Εάν ακριβύνει η βενζίνη, ο Παριζιάνος (ή ο Μιλανέζος) που κινείται με το μετρό δεν θα επηρεαστεί, όμως ο κάτοικος μιας μικρής πόλης (όπου χωρίς αυτοκίνητο μένεις χωρίς τρόφιμα) θα αισθανθεί φτωχότερος.
Πράσινοι φόροι λοιπόν ναι, αλλά με μέτρο, και με εισοδηματική στήριξη όσων πλήττονται. Για το καλό όλων.
«Ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση μιας κυβέρνησης είναι να δούμε πώς συλλέγονται και πώς δαπανούνται οι φόροι. Και ένας σίγουρος τρόπος για να καταλάβουμε την κοινωνική συνείδηση ενός ατόμου είναι να δούμε πώς αντιδρά στους φόρους.»
«Οι φόροι, σε τελευταία ανάλυση, είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας.»
1.
Until last month, the news from Greece were largely mundane, which was a welcome change from the excitement of the early 2010s, when a chain of events (the country’s virtual bankruptcy, the EU-ECB-IMF bailout, harsh austerity, deep recession, social strife, and political conflict) caught the attention of the world media. In a few bitter years, the national economy shrank by over a quarter, while tax hikes and benefit cuts caused disposable incomes to decline by even more.
But that was then. More recently, on the rare occasions when there were any news worth reporting, they were broadly positive. Life under Covid was as grim as everywhere, yet ordinary Greeks surprised themselves by sticking to the rules with less fuss than the Dutch, while their government surprised everyone by putting in place a reliable, user-friendly digital infrastructure faster and better than Germany’s. Greece’s economy, heavily dependent on tourism, plunged in lockdown deeper than more diversified economies, yet bounced back higher thereafter. The unemployment rate (10.8% in January 2023) was still one of the highest in the EU, yet a far cry from its peak a decade ago (28.7% in November 2013).
Even more excitingly, Pfizer’s decision to create a research centre in Thessaloniki (Greece’s second largest city, where Albert Bourla, the company’s CEO, was born and raised), and Microsoft’s and Google’s to invest in cloud computing, or the unlikely emergence of Athens as a film industry hub (as seen in Tehran, the Netflix series, shot entirely on location), cheered Greeks and added to the sense that the country was out of the woods.
Not least, businesses and the government looked forward to the inflow of funds worth billions, earmarked for Greece courtesy of the Recovery and Resilience Facility and other EU programmes. All in all, economic sentiment at the start of 2023 was bullish.
2.
For my generations of Greeks born, say, last century, it was difficult to disregard a sense of déjà vu. We had been there before: in 2004, Greece won the UEFA European Football Championship, successfully organised the Olympic Games in Athens, and even came third in the Eurovision Song Contest, all in quick succession: annus mirabilis. Then came the forest fires of 2007, the riots of 2008, the debt crisis of 2009-2010, and the political instability of 2010-2015, when the country discovered that its prosperity was built on sand.
Things precipitated when the government taking office after the October 2009 general election found that the budget deficit on its hands was not 3.7% of GDP (as reported by its predecessor) but over four times as large. The market turmoil that followed put at risk the solvency of Greece and, briefly, the integrity of the euro area as a whole. The bailout eventually concocted threw a lifeline to a penniless government. At a stroke, it also removed power over domestic policy away from the country’s political class, handing it over to unelected middle-ranking officials in Brussels, Frankfurt, and Washington DC. The humiliation added to the sudden impoverishment, fuelling a nationalist backlash across the political spectrum, which transformed Greek politics almost overnight. The rest, as they say, is history.
3.
This time round the nagging suspicion that behind the hype Greece remained a second-rate country was brought home by the devastating train crash of Wednesday 1 March 2023, in which 57 people lost their lives. Although the inquiry into the causes of the disaster has barely started, we have been officially told that automated safety systems worth hundreds of millions, paid for by taxpayers (Greek and European), were left to rot, while railway traffic control on the country’s one and only mainline was conducted manually. All it took was a moment’s distraction by one station manager, duly arrested and prosecuted: an accident waiting to happen.
It is too soon to tell what the consequences for Greece’s economy will be in the years to come. Possibly none: after all, life goes on – except of course for the lives that ended in the crash, and those forever blighted by it. Still, with a demoralised government, under attack by the opposition, the latter not exactly renowned for its competence when in office, and a general election looming, the country looks ripe for a new cycle of instability.
This is not to say that we are on the verge of a new Greek crisis. In 2010 the economy collapsed after a long reckless run (on steroids). This time the stakes are less dramatic, though no less significant. It is a question of whether the economy can break out of its lower-league status onto a path of sustainable growth, or it should resign itself to near stagnation for the foreseeable future.
4.
Casting a gaze over the last fifteen years or so, is the Greek economy in a better shape now than when the debt crisis broke out?
Living standards are certainly lower. In spite of its recent surge, GDP is still 16% below its 2009 level. Things look a bit better in per capita terms (GDP per head down by 12% over the period), but then again population decline is hardly cause for celebration. By analogy, although unemployment has now fallen to pre-crisis levels, the exodus of at least half a million mostly young mostly highly educated Greeks last decade means that the number of people in employment (4.1 million last summer) remains well below what it was before the crisis (4.5 million in summer 2009). As for average wages, they were 25% lower (in 2021) relative to their level in 2009, in real terms.
As regards the economic fundamentals that made the headlines back in 2010, the picture looks more reassuring: public debt has been stabilised in value terms (although of course it has risen as a share of GDP), while the budget deficit is set to reach 2% of GDP in 2023 (it was over 15% in 2009).
The narrative of the euro crisis as a tale of fiscal irresponsibility helped determine the course of events, but was soon set aside by economists across the spectrum, who now view it as mostly a result of current account imbalances: after all, why else should Spain, with a public debt below Germany’s, also get in trouble? From this perspective, the transformation of Greece has been remarkable: in January-September 2022, the exports-to-GDP ratio reached 38%; over the same period of 2008, the pre-crisis peak, it had amounted to a mere 24%.
On closer inspection, the exports miracle is less spectacular. Imports have also risen, so the current account deficit, having fallen below 1% of GDP in 2013-2015, has risen again to 10% (it had been 15% in 2008). Over a quarter of export earnings are accounted for by the petroleum industry, which imports crude oil, refines and re-exports it, making good money but creating few jobs. The share of medium- and high-tech goods in manufacturing exports has fallen since before the crisis. And tourism is estimated to contribute almost half of all exports, as well a quarter of all jobs and a fifth of GDP. Dependence on tourism (‘our heavy industry’ as government ministers and business spokesmen like to repeat) is problematic in the short-term, given that most of the jobs it provides are low-skill and low-pay, and unwise in the longer-term, given that it is vulnerable to geopolitical risk, not to mention climate change.
5.
In a way, good and bad news are both the legacy of the austerity and internal devaluation – the doctrine that since Greece, as a member of the Eurozone, could not devalue its currency out of the crisis, it should instead devalue wages and prices. Wages have duly fallen, partly because of the recession, and partly by fiat (the cuts in public sector pay in 2010, and the 22% cut of minimum wage in 2012). Prices never fell, and are now rising faster than in the rest of Europe, evidence of the fact that product market deregulation (also advocated by the EU-ECB-IMF Troika) was less enthusiastically pursued, and more successfully resisted, than the labour market sort.
In retrospect, the trouble with Greece’s bailout was not so much that it imposed austerity – what else is there really for a country with a budget deficit of over 15% of GDP? (Not that this failed to stop Varoufakis from playing sorcerer’s apprentice, or Tsipras from winning two general elections and one referendum in a row, but that is another story.) On a different level, the Troika’s approach rested on the unspoken assumption that Greece is a low-performing economy, and that it should stop pretending otherwise. So the bailout deal made sure Greece remained a low-performing economy for the foreseeable future.
Investment, especially of the productive kind, is now less than half what it was pre-crisis. Adult skills – of workers and managers – remain incredibly low, especially if judged by what the persons concerned can actually do. Public administration has been digitalised, which is great, but in other respects remains unhelpful, plus is now understaffed. Justice remains excruciatingly slow, and not as impartial or independent from government as it should be. Infrastructure, supported by EU funding, is a mix of modern and antiquated, as the recent train crash made plain. All in all, most ingredients of sustainable growth are missing.
This was not lost on the Committee headed by Sir Christopher Pissarides, Nobel Laureate and LSE Professor, whose recommendations were embraced by the current government. But progress has been disappointing. The Greek economy seems trapped in a low-added value low-skilled low-wage trajectory.
«Ήττα της δημοκρατίας» στη Γαλλία; Κατά μια έννοια, ναι. Κατά μια άλλη έννοια, όχι. Η επιμονή Μακρόν παρά το πολιτικό κόστος μπορεί να θεωρηθεί διόρθωση μιας αποτυχίας της δημοκρατίας, που εκδηλώνεται κάθε φορά που όσοι έχουν πολιτικά δικαιώματα (οι σημερινοί ψηφοφόροι) λεηλατούν τους κοινούς πόρους σε βάρος όσων δεν έχουν (η γενιά των παιδιών μας, και η γενιά των παιδιών τους).
Αντίθετα, στην Ελλάδα το 2001 «η δημοκρατία νίκησε». Βέβαια λίγα χρόνια μετά η χώρα χρεωκόπησε, με καθοριστική συμβολή του πιο σπάταλου και άδικου ασφαλιστικού στην Ευρώπη.
Οι μνημονιακές περικοπές (ό,τι και αν λέγεται) δεν ήταν «οριζόντιες». Οι μειώσεις κυμάνθηκαν από 16% έως 46%, ανάλογα με το ύψος της σύνταξης και την ηλικία του συνταξιούχου τη στιγμή των μέτρων. Και πάλι όμως, παρά τις περικοπές, οι συνταξιούχοι συνέχισαν να εισπράττουν υψηλότερες συντάξεις από ό,τι είχαν συνεισφέρει με τις εισφορές τους οι ίδιοι και οι εργοδότες τους. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια η φτώχεια των ηλικιωμένων μειώθηκε, ενώ η σχετική θέση τους στην κατανομή εισοδήματος βελτιώθηκε.
Πώς έγινε αυτό; Πρώτον, επειδή οι συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις αμοιβές εργασίας. Δεύτερον, επειδή οι χαμηλές συντάξεις μειώθηκαν λιγότερο από τις υψηλές συντάξεις. Τρίτον, επειδή οι συντάξεις – έστω και μειωμένες – συνέχισαν να καταβάλλονται, ενώ αυτό δεν συνέβη με τις αμοιβές όσων έχασαν τη δουλειά τους. Τέταρτον, επειδή οι νέες γενιές συνταξιούχων δικαιούνται υψηλότερες συντάξεις από τις προηγούμενες.
Σήμερα η μέση σύνταξη (κύρια και επικουρική) ανέρχεται σε 935 ευρώ το μήνα. Όχι πολύ άσχημα, εάν αναλογιστεί κανείς ότι οι μέσες μεικτές αποδοχές των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα δεν ξεπερνούν τα 1.176 ευρώ το μήνα.
Για όλους αυτούς τους λόγους, το διάχυτο αίτημα για «αποκατάσταση των απωλειών των συνταξιούχων», και μάλιστα των ευπορότερων, για το οποίο πλειοδοτεί το σύνολο σχεδόν του πολιτικού – και δικαστικού – προσωπικού της χώρας, δεν μπορεί να υποστηριχθεί με σοβαρά επιχειρήματα. Παρά τις επιμέρους αστοχίες, η διόρθωση της προηγούμενης δεκαετίας ήταν ιστορικής σημασίας. Για το καλό της χώρας, πρέπει να διαφυλαχθεί.
Οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι αυτό δεν έχει κατανοηθεί. Με την εξασθένηση της επιρροής των δανειστών, η χώρα σταδιακά οπισθοδρομεί στις πρακτικές που την οδήγησαν στην χρεωκοπία.
Η πρώτη υπαναχώρηση αφορούσε τη λεγόμενη «προσωπική διαφορά». Το Μάιο 2017, η Βουλή ενέκρινε το Ν4472/2017 που έφερε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (μετά από υπόδειξη των δανειστών), ο οποίος μεταξύ άλλων προέβλεπε τον σταδιακό επανακαθορισμό των συντάξεων σύμφωνα με το σύστημα του Ν4387/2016 (που η ίδια είχε θεσμοθετήσει). Στα τέλη του 2018, η κυβέρνηση αρνήθηκε πανηγυρικά να εφαρμόσει τη σχετική διάταξη, με τη σιωπηλή συναίνεση της αντιπολίτευσης (και των δανειστών).
Ακολούθησε η δεύτερη υπαναχώρηση. Υπό το βάρος των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας που κήρυξαν αντισυνταγματικές κάποιες διατάξεις του Ν4387/2016, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ προχώρησε σε μείωση του ποσοστού εισφοράς ελευθέρων επαγγελματιών και αγροτών σε 13,33% (από 20%), κάνοντας ένα μεγάλο βήμα ακύρωσης της ενοποίησης των κανόνων του ασφαλιστικού συστήματος που είχε επιχειρηθεί χάρη στην επιμονή των δανειστών. Η εξέλιξη αυτή παγιώθηκε το Φεβρουάριο 2020, με την κυβέρνηση ΝΔ να επαναφέρει με το Ν4670/2020 το καθεστώς χαμηλών «κατ’ αποκοπήν» (δηλ. αποσυνδεδεμένων από το εισόδημα) εισφορών για ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες που ίσχυε πριν το 2010. Χάρη σε αυτόν το νόμο της σημερινής κυβέρνησης, ένας μεγαλογιατρός ή ένας μεγαλοδικηγόρος μπορούν (νομίμως) να πληρώνουν λιγότερα για σύνταξη από ό,τι μια καθαρίστρια ή ένας οικοδόμος.
Η τρίτη υπαναχώρηση ήταν η σιωπηρή άρνηση της κυβέρνησης (με την επίσης σιωπηρή συναίνεση της αντιπολίτευσης) να εφαρμόσει την περιοδική αναθεώρηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης καθώς αυξάνεται η διάρκεια ζωής. (Το 2021 το γενικό όριο έπρεπε να αυξηθεί στα 68, ή στα 63 με 40 χρόνια ασφάλισης.)
Ταυτόχρονα, με αποφάσεις των δικαστηρίων, επιστρέφονται απίστευτα ποσά σε εύπορους συνταξιούχους, για συντάξεις που δεν είχαν ποτέ πληρώσει με τις εισφορές τους. Και ο κατάλογος των υπαναχωρήσεων συνεχίζεται.
Εν τω μεταξύ, ρεπορτάζ σοβαρών εφημερίδων αναλύουν με λεπτομέρειες τα «παραθυράκια» των νόμων, εξηγώντας για παράδειγμα πως μπορεί μια εργαζόμενη που το 2011 είχε ανήλικο τέκνο να βγει το 2023 στη σύνταξη στην προχωρημένη ηλικία των 52 ετών.
Όλα αυτά δίνουν την εικόνα μιας κοινωνίας που δεν έχει μάθει τίποτε από την περιπέτεια των Μνημονίων, και μιας πολιτικής τάξης έτοιμης να επαναλάβει τα ίδια σφάλματα που μας οδήγησαν στη χρεωκοπία.
Σε μια σοβαρότερη χώρα, οι εκλογές θα ήταν ευκαιρία να τεθούν τα προβλήματα στη συζήτηση. Στη δική μας χώρα αυτό είναι απίθανο να συμβεί. Οδεύουμε ολοταχώς για άλλη μια «νίκη της δημοκρατίας».