1 Δεκεμβρίου 2009

Μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού τώρα! (αύριο θα είναι αργά…)

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μεταρρύθμιση» (Δεκέμβριος 2009)

Και τώρα μερικές πραγματικά δυσάρεστες ειδήσεις. Η δαπάνη για συντάξεις είναι εκτός ελέγχου. Οι ζοφερές προοπτικές του ασφαλιστικού ήδη από σήμερα αυξάνουν το κόστος του διεθνούς δανεισμού. Η παρατεταμένη αδυναμία της κοινωνίας και της πολιτικής να αντιμετωπίσει με ωριμότητα το πρόβλημα απειλεί να αφήσει χωρίς συντάξεις τη γενιά των παιδιών μας. Τόσο απλά.

Κανένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης στην Ευρώπη δεν είναι τόσο χρεωκοπημένο και κυρίως τόσο άδικο όσο το Ελληνικό. Εάν σε κάτι χρωστά τη μακροημέρευσή του αυτό δεν είναι η κοινωνική νομιμοποίησή του – ρωτήστε τα παιδιά της γενιάς των 700 ευρώ τι συντάξεις προσδοκούν ότι θα πάρουν στο μέλλον. Είναι ο ακραίος κοινωνικός εγωισμός των ομάδων που σήμερα ωφελούνται από το σύστημα σε βάρος όλων των υπολοίπων. Είναι η ροπή των media προς την εύκολη καταγγελία και η αποστροφή τους προς τα «δύσκολα» θέματα. Είναι η όχι και τόσο κρυφή ελπίδα των κυβερνήσεων ότι θα καταφέρουν να ολοκληρώσουν τη θητεία τους χωρίς να χρειαστεί να αγγίξουν την καυτή πατάτα του ασφαλιστικού. Κυρίως το τελευταίο.

Η εμπειρία της κυβέρνησης Σημίτη είναι διδακτική. Ο τότε πρωθυπουργός ήξερε το πρόβλημα (είχε γράψει για αυτό). Μόλις ανέλαβε τα καθήκοντά του ανέθεσε στον καθηγητή Σπράο να το μελετήσει. Η έκθεση του τελευταίου (Οκτώβριος 1997) περιέγραφε απλώς την κατάσταση – πράγμα που δεν εμπόδισε τον «προοδευτικό» Τύπο, τα συνδικάτα, την αντιπολίτευση (με επικεφαλής τον κ. Έβερτ) και το 90% του ΠΑΣΟΚ να της επιτεθεί με τόση βιαιότητα που ο Σημίτης έκανε πίσω. Μετά τη νίκη του στις εκλογές του 2000 επανήλθε αναθέτοντας στον Γιαννίτση να επεξεργαστεί σχέδιο μεταρρύθμισης. Οι προτάσεις του τελευταίου (Απρίλιος 2001), ανεπαρκώς εξυγιαντικές και εξισωτικές σε σύγκριση με όσα ισχύουν σε χώρες όπου το κοινωνικό κράτος αξίζει το όνομά του, εδώ πολεμήθηκαν ως «ανάλγητες» – με την ίδια μανία, αλλά και με την ίδια ιδιοτέλεια και ανευθυνότητα, από τον ίδιο διακομματικό συνασπισμό που κατασυκοφάντησε την Έκθεση Σπράου. Ο νόμος Ρέππα γράφτηκε από τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ, για αυτό τα προνόμια των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ παρέμειναν άθικτα, και ο θεσμός των βαρέων και ανθυγιεινών (που ανθεί παρότι η χώρα δεν διαθέτει βαριά βιομηχανία) επεκτάθηκε και στο Δημόσιο. Η ειρήνη με τα συνδικάτα δεν έσωσε το ΠΑΣΟΚ από την ήττα στις εκλογές του 2004, επιβεβαίωσε όμως την ηγεμονία των πιο ιδιοτελών και ανεύθυνων απόψεων περί ασφαλιστικού σε μια δύσπιστη και φοβισμένη κοινή γνώμη. Επιβεβαίωσε επίσης ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν γίνονται στα γραφεία, αλλά μετά από μια σκληρή μάχη ιδεών με έπαθλο «το μυαλό και την καρδιά» των πολιτών.

Τώρα η κυβέρνηση δηλώνει ότι θα ανοίξει το ασφαλιστικό. Ελπίζουμε να το εννοεί. Η μεταρρύθμιση πρέπει να γίνει τώρα, και να είναι ριζική. Η συναίνεση που τώρα απολαμβάνει η κυβέρνηση δεν θα κρατήσει πάρα πολύ. Εάν δεν περάσει τώρα η πλήρης εξίσωση των ασφαλιστικών δικαιωμάτων (προς τα κάτω, για να έχουν συντάξεις και τα παιδιά μας), αύριο θα είναι αργά. Όσοι σήμερα έχουν εξασφαλίσει προνομιακή μεταχείριση θα οργανωθούν και θα αντιδράσουν. Και αυτοί δεν είναι μόνο η ΓΣΕΕ (που ελέγχεται από τα συνδικάτα των Τραπεζών και των ΔΕΚΟ) και η ΑΔΕΔΥ – παρότι λόγω της ισχύος τους μέσα στο ΠΑΣΟΚ θα είναι η αιχμή του δόρατος της αντιμεταρρύθμισης. Είναι επίσης τα «ευγενή» ταμεία των ιατρών, δικηγόρων και μηχανικών που εισπράττουν απίθανα ποσά από τον κρατικό προϋπολογισμό, συνήθως με τη μορφή κοινωνικών πόρων. Είναι οι στρατιωτικοί, που κατά κανόνα συνταξιοδοτούνται σε ηλικία που άλλοι αρχίζουν να δουλεύουν. Είναι οι δικαστικοί, που απονέμουν οι ίδιοι ιλιγγιώδεις αυξήσεις στις ήδη σκανδαλώδεις «αποζημιώσεις» τους. Είναι οι βουλευτές, που νομοθετούν το ίδιο σκανδαλώδεις «εξυπηρετήσεις» για τον εαυτό τους. Είναι οι Τράπεζες και οι ΔΕΚΟ, που η προηγούμενη κυβέρνηση θεώρησε καλό να απαλλάξει από το βάρος των συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων τους, εντάσσοντας τα ταμεία τους (με τους ισχύοντες προνομιακούς όρους συνταξιοδότησης!) στο δύσμοιρο ΙΚΑ.

Ας μην έχει αυταπάτες η νέα κυβέρνηση. Η ασφαλιστική «ατζέντα» δεν συνίσταται στη διευκόλυνση των 140.000 γυναικών δημοσίων υπαλλήλων που ελέω Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου «κινδυνεύουν» να συνταξιοδοτηθούν έως και 17 χρόνια αργότερα από ό,τι σήμερα (κάντε μόνοι σας τον λογαριασμό για το πότε συνταξιοδοτούνται τώρα). Συνίσταται στη μοναδική ευκαιρία που της παρουσιάζεται να διασώσει το σύστημα συντάξεων από τη βέβαιη χρεωκοπία, αποδίδοντας ταυτόχρονα δικαιοσύνη. Δίνοντας δηλ. ελπίδα σε όσους αδικούνται από αυτό σήμερα, ή κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς σύνταξη αύριο. Ο κατάλογος όσων θα βρεθούν απέναντί της εάν το αποτολμήσει είναι μεγάλος, το ίδιο και η ισχύς τους. Κάτι τέτοια όμως ξεχωρίζουν τις κυβερνήσεις παρακμής από τις κυβερνήσεις πνοής – και, όπως όλοι γνωρίζουμε, εκείνες που μένουν στην ιστορία είναι μόνο οι τελευταίες.

28 Νοεμβρίου 2009




Σκίτσο του Ανδρέα Πετρουλάκη από τον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης www.protagon.gr

1 Νοεμβρίου 2009

È ritornato l’ottimismo

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Νοέμβριος 2009)

Nel caso improbabile che qualche lettore abbia trovato profetico il titolo del mio articolo nel numero del mese scorso (‘una sconfitta preannunciata’), devo confessare che si trattava di una profezia troppo facile. Invece, quello che non solo “Eureka” ma proprio nessuno è riuscito ad indovinare è stata la misura della sconfitta del partito conservatore di Nea Democratia, come la misura della vittoria dei socialisti del Pasok (che non è esattamente la stessa cosa). Pure gli exit polls, in teoria infallibili, stimavano la distanza fra i due maggiori partiti attorno al 5%, mentre poi lo scarto vero ha superato il 10%. Pare che - come a volte succede - anche gli opinionisti e i commentatori più autorevoli abbiano sottovalutato il disgusto profondo nella società alla corruzione e l’inaudita incompetenza del governo uscente, e la voglia di voltare pagina.

Oggi, a quattro settimane di distanza, è difficile negare che il cinismo e la paura del futuro hanno lasciato il posto a un diffuso ottimismo, paradossalmente creato dallo stesso risultato inequivocabile delle elezioni, ma poi alimentato dalle prime azioni del nuovo governo. Infatti, il premier Jorgos Papandreu ha gestito la vittoria con ovvia soddisfazione, ma senza trionfalismo, e ha cominciato a lavorare con serietà. La sua squadra conferma che in Grecia il “partito naturale di governo” è ormai quello socialista, capace di produrre una classe dirigente di un certo livello. Quasi tutte le persone che hanno assunto ruoli di primo grado si distinguono per la preparazione e l’integrità personale. Sono prime impressioni, certo, ma spesso contano anche loro.

Primi segni di svolta: L’impegno di due ministri importanti (degli interni e dell’ordine pubblico) di promuovere l’integrazione degli immigrati nella società (diritto di voto agli immigrati di seconda generazione), e nello Stato (posti di lavoro riservati nella polizia e le altre forze dell’ordine). Lo stop del ministro dell’ambiente alle costruzioni sorte nelle aree colpite dagli incendi degli ultimi anni, e la volontà di lavorare insieme agli ambientalisti per la revisione dello quadro legislativo per la protezione dell’ambiente. La franchezza del ministro delle finanze nello sforzo di ridare credibilità alla gestione dei conti da parte del governo, e di vincere la diffidenza dei partner europei. Forse il termine esatto è insofferenza degli altri governi Ue nei confronti dei greci (tutti), presunti - non sempre a torto - campioni del “massaggiare le cifre” e del nascondere la verità, allo scopo di evitare sanzioni e di chiedere nuovi aiuti.

Senz’altro è questa l’impresa più difficile. Tutte le economie dell’Unione Europea sono state colpite dalla crisi, ma nessuna come quella ellenica che deve ancora affrontare difficoltà preesistenti e strutturali. Il deficit del 2009 sembra destinato ad arrivare al 12%, una cifra che impone misure restrittive e limiti severi sulla libertà d’azione del nuovo governo. Comunque, quest’ultimo insiste sul suo programma di sostegni pur modesti ai ceti meno abienti, compensati dalla lotta agli sprecchi e all’evasione fiscale, dal ripristino delle tasse sull’eredità e dall’espansione della base imponibile.

Intanto, il nuovo governo gode di una luna di miele senza precedenti in tempi recenti: l’opinione pubblica è favorevole o quanto meno tollerante, mentre gli altri partiti si affrettano a promettere “un’opposizione costruttiva”, almeno per un po’ – tranne ovviamente KKE, storicamente il più antidiluviano di tutti i partiti comunisti dell’Occidente, il cui tradizionale filosovietismo si è recentemente trasmutato in stalinismo puro (anni ’50, o forse anni ’30, epoca d’oro della persecuzione più spietata di tutti gli oppositori o semplicemente presunti tali).

Per quanto riguarda il partito conservatore di Nea Democratia, il 33,5% ottenuto è il risultato peggiore della sua storia. L’ex premier Kostas Karamanlis ha rassegnato subito dopo la sconfitta le dimissioni ed ha aperto le procedure per l’elezione di un nuovo leader. Lascia un partito demoralizzato, che si trova di fronte a una scelta piuttosto strana. Da una parte c’è Dora Bakoianni, figlia di un’altro ex premier (Kostantinos Mitsotakis), esponente del vecchio centro liberale e perciò largamente considerata “estranea” alle sacre tradizioni conservatrici del partito. Dall’altra parte c’è Antonis Samaràs, l’uomo che ha provocato la caduta del governo Mitsotakis nel 1993, in teoria per dissenso sulla privatizzazione dell’OTE, compagnia statale delle telecomunicazioni, e fautore quale ministro degli esteri del governo Mitsotakis della linea ultranazionalista sulla nuova questione macedone. Tornato nella Nea Democratia dopo il declino del nuovo partito che allora fondò, e privo di qualsiasi idea che non rientri nello solito schema Patria-Religione-Famiglia, si candida oggi a diventarne leader. Resta da vedere se a questo centrodestra rimane ancora qualche piccola dose di spirito di soppravivenza, per non parlare di buon senso.

10 Οκτωβρίου 2009

«Εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω» ...

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2009)

Η ήττα της Νέας Δημοκρατίας – ήττα βαριά, που δείχνει να εγκαινιάζει μια μακρά περίοδο οδυνηρής ενδοσκόπησης – δεν είναι μόνο πολιτική. Αντανακλά μια πιο μακροπρόθεσμη κρίση με πολλές, αλληλοσυνδεόμενες πτυχές. Θα ήθελα να αναφερθώ σε μια μόνο από αυτές, που μου φαίνεται ότι δεν έχει σχολιαστεί επαρκώς. Πρόκειται για αυτό που θα μπορούσε κανείς να ονομάσει «κρίση αξιών».

Η κρίση αυτή αφορά πρώτα-πρώτα το πολιτικό προσωπικό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Προφανώς, το κόμμα αυτό δεν διαθέτει πλέον «εθνάρχες» ούτε ευπατρίδηδες της πολιτικής. Λιγότερο προφανώς, εάν κάτι έδειξαν τα 5½ χρόνια στην εξουσία είναι ότι η ΝΔ στερείται μιας ηγετικής ομάδας στελεχών ικανών να συνδυάζουν τη (μέχρις ενός ορίου θεμιτή) φιλοδοξία με μια ορισμένη αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως φυσικά οι ίδιοι το αντιλαμβάνονται. Δεν παραβλέπω τις εξαιρέσεις, αλλά η γενική εικόνα που εκπέμπει η ΝΔ είναι ότι στελεχώνεται από πολιτικούς χαμηλής ποιότητας και αμφίβολης ακεραιότητας.

Αυτό από μόνο του είναι σοβαρό πρόβλημα – κατ’ αρχήν για την ίδια τη ΝΔ. Γίνεται ακόμη σοβαρότερο εάν αναλογιστεί κανείς ότι εδώ δεν παρατηρούμε τόσο ένα πρόβλημα στρεβλής αντιπροσώπευσης (ότι δηλ. η πολιτική έχει πάψει να προσελκύει υγιή κύτταρα του κοινωνικού ιστού, πράγμα που ισχύει), όσο μια βαθιά κρίση αξιών του ίδιου του κοινωνικού ιστού – στην περίπτωση αυτή των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων τα οποία τροφοδοτούν το πολιτικό προσωπικό της ΝΔ.

Πράγματι, η άποψη ότι απέναντι στην διεφθαρμένη «πολιτική κοινωνία» βρίσκεται μια ενάρετη κοινωνία των πολιτών, παρότι ευρέως διαδεδομένη, δεν πείθει επί του προκειμένου. Υπό μια έννοια, η διαχείριση των δημοσίων πραγμάτων εκ μέρους των υπουργών της ΝΔ σαν να επρόκειτο για ιδιωτική περιουσία τους είναι απλή προέκταση της παραβατικότητας της κοινωνικής τάξης από την οποία οι ίδιοι προέρχονται. Μια παραβατικότητα εκτεταμένη, χωρίς αναστολές, η οποία εκδηλώνεται με κάθε ευκαιρία: από τη φοροδιαφυγή έως την παράνομη ανέγερση μαιζονετών, από την παραβίαση των λεωφορειολωρίδων έως την αγορά των θεμάτων του international baccalaureate. Και όλα αυτά χωρίς το άγχος της κοινωνικής απόρριψης (ιδίως από ανθρώπους της τάξης τους), σαν μια τέτοια συμπεριφορά να ήταν εντελώς αυτονόητη και συνεπώς ανάξια σχολιασμού: così fan tutte.

Ένας ιστορικός θα παρατηρούσε ότι κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αναπόφευκτο σε μια χώρα όπου οι διορατικοί επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν κινδύνους και παράγουν καινοτόμα προϊόντα που να τα ζητά η αγορά είναι σπανίζουν όλο και περισσότερο – και όπου αντίθετα ευδοκιμεί η συνομοταξία των «επιχειρηματιών» που επιδιώκουν το γρήγορο και εύκολο κέρδος, αξιοποιώντας τις γνωριμίες τους για να κάνουν μπίζνες με το κράτος, αδιαφορώντας (προφανώς!) για την ποιότητα του προϊόντος που παράγουν, και συμπιέζοντας (εξίσου προφανώς!) το εργατικό κόστος κάτω από τα νόμιμα όρια. Όταν η επιχειρηματικότητα έχει φτάσει να θεωρείται συνώνυμη της «αρπαχτής», γιατί να μας εντυπωσιάζει η διαφθορά των πολιτικών – ή η διολίσθηση της Ελλάδας πίσω από τη συμπαθή Μποτσουάνα στο πεδίο της ανταγωνιστικότητας;

Το πρόβλημα της ΝΔ, δηλ. η επικράτηση «αξιών» που – πέραν της ηθικής πλευράς του θέματος – έχουν πάψει από καιρό να αποδίδουν, είναι πρόβλημα μιας ολόκληρης κοινωνικής τάξης. Και το πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ – όπως άλλωστε αποδείχθηκε επί διακυβέρνησης του πατέρα του σημερινού πρωθυπουργού – είναι ότι οι «αξίες» της τάξης αυτής, των εύπορων μεσοαστικών στρωμάτων, είναι ηγεμονικές: δίνουν τον τόνο σε ολόκληρη την κοινωνία.

Χρειαζόμαστε ένα νέο δημόσιο ήθος, εργατικότητας και σοβαρότητας, ολιγάρκειας και ακεραιότητας. Και, φυσικά, δεν θα το αποκτήσουμε ποτέ – ούτε καν θα νομιμοποιούμαστε να το απαιτούμε από τους πολιτικούς μας – εάν δεν αρχίσουμε να το εφαρμόζουμε εμείς οι ίδιοι.

7 Οκτωβρίου 2009

Η ΠΟΣΔΕΠ, τα κολέγια και ο «ανταγωνισμός»

Επιστολή στην «Καθημερινή» (δεν δημοσιεύτηκε ποτέ)

Ο αγαπητός κ. Γουσέτης νομίζω ότι αυτή τη φορά αστόχησε («Ο φόβος του ανταγωνισμού», Καθημερινή, 7 Οκτωβρίου 2009). Τα δημόσια πανεπιστήμια δεν «φοβούνται τον ανταγωνισμό» με κολέγια που μετονομάζονται σε πανεπιστήμια από τη μια μέρα στην άλλη. Διαμαρτύρονται για τον αθέμιτο ανταγωνισμό – και νομίζω δικαιούνται να το κάνουν.

Τα περισσότερα κολέγια δεν παρέχουν γνώσεις, πουλάνε πτυχία. Τα πτυχία αυτά, παρά τη σφραγίδα του ξένου πανεπιστημίου (συνήθως όχι πρώτης γραμμής) δεν έχουν σήμερα σοβαρό αντίκρυσμα στην αγορά. Μια μεγάλη επιχείρηση θα προτιμήσει έναν απόφοιτο του Οικονομικού Πανεπιστημίου (στο οποίο διδάσκω) από έναν απόφοιτου του κολεγίου x που συνεργάζεται με το y ξένο πανεπιστήμιο. Η στάση των επιχειρήσεων δεν θα αλλάξει εάν τα κολέγια εξισωθούν τυπικά με τα πανεπιστήμια, ούτε επηρεαζόταν μέχρι τώρα από το ότι κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε.

Αλλού είναι το πρόβλημα. Η εξίσωση των κολεγίων με τα πανεπιστήμια αφορά το όνειρο χιλιάδων νέων και των οικογενειών τους για μια θέση στο Δημόσιο. Τα περισσότερα κολέγια προσφέρουν την ευκαιρία μιας εύκολης και χωρίς κόπο (και χωρίς γνώσεις) αποφοίτησης. Ο πρόσφατος νόμος της κυβέρνησης ΝΔ δεν προσπαθεί καν να ξεχωρίσει την ήρα από το σιτάρι, να αναδείξει κάποια κολέγια τα οποία λέγεται ότι κάνουν πιο σοβαρή δουλειά και να αποκλείσει τα υπόλοιπα. Θέτει προϋποθέσεις άσχετες με την ποιότητα των σπουδών – ακόμη και αυτές ο απερχόμενες υπουργός Παιδείας τις αγνόησε.

Η ΠΟΣΔΕΠ αντιτιθέμενη στο νόμο για τα κολέγια δεν υπερασπίζεται τα στενά συμφέροντα μιας συντεχνίας αλλά το μέλλον της ανώτατης εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Η ΠΟΣΔΕΠ είναι υπέρ της αξιολόγησης των δημοσίων πανεπιστημίων και υπέρ της αναζήτησης ενός τρόπου συμμόρφωσης με τη κοινοτική νομοθεσία που να μην ευτελίζει το περιεχόμενο των σπουδών και την αξία του πτυχίου.

Όσο για τους ομότιμους καθηγητές που έσπευσαν να θέσουν υπό την προστασία τους τα νέα κολέγια, εμείς ούτε θέλουμε ούτε μπορούμε να τους «καθαιρέσουμε» - πολύ περισσότερο να τους «ατιμώσουμε». Δεν κάναμε τίποτε άλλο από το να τους θυμίσουμε ότι είναι άκομψο να χρησιμοποιεί κανείς το κύρος ενός τιμητικού τίτλου του δημόσιου πανεπιστημίου για να υπηρετεί τον (αθέμιτο) ανταγωνισμό – για αυτό άλλωστε τους προτείναμε να αρκεστούν στον τίτλο του πρώην καθηγητή. Θελήσαμε επίσης να θυμίσουμε στις αρχές των πανεπιστημίων ότι ο τίτλος του ομότιμου είναι τιμητικός, και θα πρέπει να απονέμεται με φειδώ και προσοχή.

Τα υπόλοιπα περί Ντρέυφους, Τρότσκι και Μοχάμεντ Άλι (Κάσσους Κλαίυ τότε;) μάλλον οφείλονται σε παρεξήγηση.

1 Οκτωβρίου 2009

Una sconfitta preannunciata

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Οκτώβριος 2009)

Le elezioni politiche del 4 ottobre sembrano destinate a segnare la fine dell’epoca – tra l’altro piuttosto breve – di maggioranze del centrodestra, ed a riportare i socialisti al governo. Non solo perchè questo ci raccontano i vari sondaggi: ormai sono gli esponenti e gli elettori stessi del partito conservatore di Nea Democratia ad essere rassegnati alla sconfitta, e angosciati dal timore che essa possa rivelarsi schiacciante.

A mio parere, una tale sconfitta sarebbe pienamente meritata. La Grecia è sicuramente stata governata male nel passato, ed è probabile che lo sarà ancora nel futuro. Ma lo storico dovrebbe tornare parecchio indietro nel tempo per imbattersi in un governo altrettanto incompetente e corrotto. Non ha molto senso elencare qua la saga interminabile degli scandali che hanno monopolizzato per un breve periodo ciascuno l’interesse dei media e dell’opinione pubblica, per poi lasciare la scena per fare spazio a quello successivo. Invece mi pare necessario ricordare che sullo sottofondo del degrado morale abbiamo anche vissuto il declino delle istituzioni pubbliche (dalla politica alla giustizia, dalla scuola ai servizi sanitari, dalle forze dell’ordine ai vigili del fuoco). A suo turno, il declino delle istituzioni ha lasciato i cittadini indifesi di fronte a nuovi rischi e insicurezze, ha contribuito a disastri ambientali, ha abbassato il livello di qualità della vita. L’economia, in teoria la carta vincente di tutte le centrodestre, ha perso terreno sul campo cruciale della competitività, retrocessa a livelli raggiunti dai paesi meno disastrati del terzo mondo. Infine, la corruzione sfrontata di ministri e dirigenti politici ha alimentato il logoramento ulteriore di quel poco di senso civico che rimane ancora nella nostra società eufemisticamente detta civile.

Tutto ciò non era per niente scontato cinque anni fa, quando il partito di Costas Caramanlis saliva al potere. Senza dubbio, i governi guidati da Costas Simitis avevano reso la Grecia un paese più europeo, l’economia più ordinata, e la società più aperta. Allo stesso tempo, i suoi governi avevano largamente fallito le riforme necessarie di fronte alla contestazione da parte di sindacati ed altri interessi di parte, mentre l’indiscussa integrità personale del premier stonava sempre di più al confronto con la corruzione abituale di dirigenti socialisti convinti della loro permanenza eterna al potere. In questo contesto, la necessità di un cambio generazionale e la speranza che una nuova classe dirigente potesse governare meglio erano sentite anche da chi non ha votato Nea Democratia alle elezioni del 7 marzo 2004. A pari misura, la delusione con l’operato di Costas Caramanlis e dei suoi governi oggi ha contagiato anche chi cinque anni fa aveva deciso di dare il suo consenso al centrodestra, magari con mille riserve.

Si tratta di una delusione profonda, di carattere quasi esistenziale, che va ben oltre la dialettica normale dell’alternanza politica. Significa che la società politica greca non riesce a produrre, non dico statisti, ma più modestamente politici che riescano a collocare le loro ambizioni in un quadro ampio in cui c’è spazio per una certa concezione (pur inevitabilmente di parte) dell’interesse pubblico. E rivela come il personale politico del centrodestra è contaminato dalle pulsioni primitive della borghesia da cui proviene: la ricerca dell’aricchimento immediato e a qualsiasi costo, nel disprezzo più assoluto delle regole elementari della convivenza civile.

Dunque, se le riflessioni riportate sopra sono fondate, la sconfitta preannunciata di Nea Democratia è da considerarsi meritata. Ciò vuol dire che una eventuale vittoria del Pasok di Giorgio Papandreu lo sarebbe altrettanto? Personalmente non ne sarei così sicuro. Il partito socialista, per volontà del suo fondatore Andreas Papandreu, è storicamente stato più movimento che partito, più abituato a puntare sul carisma del leader che a dibattere idee e programmi, più portato a rimpiangere le glorie del suo passato che a riflettere sulle ragioni delle sue sconfitte. Questo è un fatto rilevante, che può condizionare l’operato di un governo Papandreu, nel senso che è difficile capire non solo le misure concrete che esso potrebbe varare, ma perfino la direzione generale che vorrebbe seguire. Stiamo per essere governati da un partito che rassembla in un cocktail apparentemente incongruo vecchi fedeli al populismo e al clientelismo di Andreas Papandreou, insieme a dirigenti cresciuti ai tempi sobri e laboriosi del modernista Simitis (e soppravissuti alla fine della sua epoca), con l’aggiunta di personalità nuove non ancora messe alla prova. Il suo leader può rimanere paralizzato dai contrasti e dai limiti culturali del suo partito, oppure rivelarsi capace di dare un’impronta unitaria e moderna alle sue tante anime. È tutto da vedere.

Intanto, sarà già un’impresa combattere il cinismo diffuso e restituire ai greci quel senso di ottimismo e di fiducia nella loro capacità collettiva di tracciare un futuro migliore, che in quel nostro anno mirabilis 2004 sembrava così ben radicata, per essere poi smarrita di nuovo. Come nella leggenda di Sisifo, a noi greci non resta che cercare di riprendere il nostro cammino, che è tutto in salita.

14 Σεπτεμβρίου 2009

Οι αθέατες πτυχές της ανεργίας των νέων

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» (Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009)

Πριν λίγες μέρες, με αφορμή τη δημοσιοποίηση των τελευταίων στοιχείων της Eurostat που επιβεβαίωσαν την υψηλή ανεργία των νέων στη χώρα μας, τα Ελληνικά μέσα ενημέρωσης αφιέρωσαν λίγες γραμμές στο θέμα και ... αυτό ήταν όλο. Έχουμε φαίνεται εθιστεί τόσο πολύ σε μερικά πράγματα που δεν μπαίνουμε καν στον κόπο να ξύσουμε την επιφάνεια για να δούμε τι υπάρχει από κάτω. Και όλα αυτά λίγους μήνες μετά τα Δεκεμβριανά που έφεραν (υποτίθεται) τη νεολαία στο προσκήνιο.

Και όμως, κάτω από την επιφάνεια υπάρχουν πολλά και ενδιαφέροντα. Ας τα πάρουμε με τη σειρά.

Η ανεργία των νέων είναι πράγματι πάρα πολύ υψηλή στη χώρα μας: το 2007 (για τις συνέπειες της κρίσης θα πρέπει να περιμένουμε ένα-δύο χρόνια), στην ηλικιακή ομάδα 15-24 (δηλ. στα πρώτα δέκα χρόνια μετά το τέλος της υποχρεωτικής εκπαίδευσης), ήταν 23% έναντι 15,5% στην ΕΕ27. Μόνο η Ιταλία και τρεις ανατολικές χώρες είχαν ποσοστά πάνω από 20%, αλλά και πάλι χαμηλότερα από το δικό μας. «Θλιβερή πρωτιά», όπως λένε μερικοί. Και δεν είναι η μόνη στο θέμα αυτό, όπως θα δούμε σε λίγο.

Ως γνωστόν, η ανεργία ορίζεται ως ποσοστό του «ενεργού πληθυσμού», δηλ. όσων είναι διαθέσιμοι για εργασία. Οι υπόλοιποι είναι μαθητές, φοιτητές, μητέρες που δεν εργάζονται ούτε ψάχνουν για δουλειά, υπηρετούν στο στρατό ή έχουν αποσυρθεί λόγω ασθένειας ή αναπηρίας. Επειδή εάν υπήρχαν ελκυστικές δουλειές κάποιοι από αυτούς θα εργάζονταν, τμήμα του μη ενεργού πληθυσμού βρίσκεται στην πραγματικότητα σε κατάσταση «κρυφής ανεργίας». Για αυτό είναι σημαντικό να κοιτάμε και τα ποσοστά απασχόλησης, τα οποία υπολογίζονται στο σύνολο του πληθυσμού, ενεργού ή μη. Ούτε εκεί δεν πάμε καλά: μόνο 24 στους 100 νέους ηλικίας 15-24 εργάζονταν το 2007, έναντι 37 στην ΕΕ27 (και 41 στην ΕΕ15). Μόνο η Ουγγαρία και το Λουξεμβούργο είχαν χαμηλότερα ποσοστά από ό,τι η Ελλάδα.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι όσο περισσότερο νέοι εργάζονται τόσο καλύτερα; Όχι αναγκαστικά. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κρατάει πολλά παιδιά στα θρανία πολύ μετά από την ηλικία των 15 μπορεί να είναι καλύτερη επένδυση για το μέλλον (αρκεί βέβαια να λειτουργεί σωστά). Όμως, το ένα δεν αποκλείει το άλλο: σε χώρες με μαζικά πανεπιστήμια και υψηλό μορφωτικό επίπεδο η απασχόληση των νέων είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι εδώ. Το σχετικό ρεκόρ το κατέχει η Ολλανδία, όπου 68 στους 100 νέους ηλικίας 15-24 εργάζονται, με δεύτερη τη Δανία (65). Πολλοί από αυτούς είναι μαθητές ή φοιτητές που δουλεύουν παράλληλα με τις σπουδές τους (part-time) ή στις διακοπές (με προσωρινή απασχόληση). Αντίθετα στην Ελλάδα οι λεγόμενες «ευέλικτες μορφές απασχόλησης» είναι ελάχιστα διαδεδομένες: το 2005, στους 100 νέους (ηλικίας 15-29 αυτή τη φορά) μόνο οι 12 εργάζονταν με σύμβαση ορισμένου χρόνου ή/και με μερική απασχόληση.

Το πρόβλημά μας δεν είναι απλώς ότι υπερβολικά λίγοι νέοι εργάζονται, αλλά και ότι οι λίγες δουλειές που υπάρχουν είναι κακοπληρωμένες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, τα οποία δεν είναι διαθέσιμα ανά ηλικία (ούτε κατά φύλο), 26% του συνόλου των μισθωτών αμείβονταν το 2007 με μηνιαίες καθαρές αποδοχές έως €750. Η αναλογία των χαμηλόμισθων ήταν υψηλότερη μεταξύ των εργαζομένων με προσωρινή απασχόληση (56%) και φυσικά μεταξύ όσων εργάζονται part-time (86%). Όμως, η βασική διάκριση είναι άλλη: από τους 641 χιλιάδες μισθωτούς με καθαρές αποδοχές έως €750 το μήνα οι 564 χιλιάδες εργάζονταν στον ιδιωτικό τομέα. Μάλιστα, οι περισσότεροι από αυτούς είχαν «κανονικές» συμβάσεις: μόνο 81 χιλιάδες ήταν σε θέσεις εργασίας part-time και μόνο 113 χιλιάδες με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ενώ αρκετοί ανήκαν και στις δύο κατηγορίες ταυτόχρονα. Στους χαμηλά αμειβόμενους θα πρέπει να προστεθεί και ο άγνωστος αριθμός των μισθωτών που (όχι από επιλογή τους) μεταμφιέζονται σε αυτοαπασχολούμενους, και πληρώνονται με δελτίο παροχής υπηρεσιών ή επαγγελματικής δαπάνης παρότι παρέχουν εργασία σε έναν εργοδότη. Εννοείται ότι η πλειονότητα των χαμηλά αμειβόμενων είναι νέοι.

Χαμηλά ποσοστά απασχόλησης + χαμηλές αποδοχές = παρατεταμένη εξάρτηση των νέων από τους γονείς τους. Εδώ το πρόβλημα έχει πάρει διαστάσεις πραγματικά ανησυχητικές. Το 2005, το ποσοστό των ανδρών που ζουν στο πατρικό τους ακόμη και στην (όχι πια τρυφερή) ηλικία των 30-34 ετών ήταν 43%. Από τις άλλες νοτιοανατολικές χώρες μόνο η Ιταλία με 38% πλησιάζει την αρνητική επίδοση της χώρας μας. Αξίζει να σημειωθεί ότι το 1985 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 30% στην Ελλάδα (και 18% στην Ιταλία). Τουλάχιστον στη γειτονική χώρα τα πράγματα λέγονται με το όνομά τους: «είμαστε μια μπλοκαρισμένη κοινωνία» είχε δηλώσει πριν λίγα χρόνια ο (πρωθυπουργός τότε) Massimo D’Alema. Η Ελλάδα είναι ακόμη πιο μπλοκαρισμένη, απλώς εδώ δεν ασχολείται κανείς.

Στο σημείο αυτό ο αναγνώστης (μερικές φορές και ο συγγραφέας) είθισται να αναφωνεί: «ευτυχώς που υπάρχει και η οικογένεια!» Ας μου επιτραπεί να διαφωνήσω. Η αναβολή του σχηματισμού οικογένειας και η δραματική μείωση των ποσοστών γονιμότητας είναι μερικά από τα ορατότερα επακόλουθα της εκ πρώτης όψεως «σωτήριας» για τους νέους παρέμβασης των γονέων τους. Η οικογενειακή θαλπωρή επιτρέπει μεν στους νέους να απορρίπτουν «μη ελκυστικές» θέσεις εργασίας, αλλά ταυτόχρονα εθίζει σε μια πλασματική ευμάρεια, η οποία με τη σειρά της παρατείνει την ανωριμότητα. Είμαστε σίγουροι ότι αυτό θέλουμε;

3 Ιουλίου 2009

Δήλωση στο βραδυνό δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης του «ΣΚΑΪ» (Παρασκευή 3 Ιουλίου 2009) σχετικά με τα μέτρα που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός για τον περιορισμό των ελλειμμάτων των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης.

Όλοι όσοι ασχολούνται με τα θέματα αυτά γνωρίζουν ότι είναι ανάγκη να ληφθούν μέτρα και για την αναδιάρθρωση των ταμείων υγείας, και για την αναμόρφωση του καθεστώτος των βαρέων και ανθυγιεινών επαγγελμάτων, και για τον περιορισμό των πλασματικών αναπηρικών συντάξεων.

Η δική μου ανησυχία είναι ότι οι πρόχειρες και αστόχαστες πρωτοβουλίες μιας κυβέρνησης μπορεί να απομακρύνουν τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις αντί να τις φέρουν πιο κοντά.

Το ερώτημα είναι εάν τέτοια μέτρα μπορούν να λαμβάνονται αιφνιδιαστικά, χωρίς κανενός είδους προετοιμασία ή συζήτηση, μέσα στο καλοκαίρι, μέσα σε ένα μάλλον νοσηρό πολιτικό κλίμα, και από μια κυβέρνηση που δείχνει να έχει χάσει την εμπιστοσύνη της κοινής γνώμης.

Φοβάμαι πως όχι.

22 Μαΐου 2009

Ειδήσεις από το μέλλον

Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο ενημέρωσης και ανάλυσης «NewsTime» με τον τίτλο «Ο πελατειακός φοιτητικός συνδικαλισμός» (Παρασκευή 22 Μαΐου 2009)

Όσοι μέσα στην απελπισία τους από το αναμφίβολα απογοητευτικό επίπεδο της κομματικής αντιπαράθεσης στην κεντρική πολιτική σκηνή σκέφτονται ότι στο μέλλον τα πράγματα (δεν μπορεί!) θα είναι καλύτερα, αφού μια νέα γενιά ανοιχτόμυαλων / μορφωμένων / έντιμων πολιτικών θα έχει αντικαταστήσει την αποτυχημένη / ανίκανη / διεφθαρμένη [συμπληρώστε το επίθετο της αρεσκείας σας] γενιά που είναι σήμερα στα πράγματα, μάλλον καλά θα κάνουν να το ξανασκεφτούν. Εάν ο φοιτητικός συνδικαλισμός δείχνει την ποιότητα των πολιτικών ελίτ και το επίπεδο της πολιτικής κουλτούρας δέκα με είκοσι χρόνια αργότερα (έτσι δεν γινόταν μέχρι τώρα;), τότε το μέλλον μπορεί να είναι χειρότερο από το παρόν – και μάλιστα πολύ.

Υπερβολές; Λίγα κλικ στα φόρουμ των φοιτητικών παρατάξεων (εκεί που ο λόγος των κομματικοποιημένων φοιτητών εκφράζεται χωρίς διαμεσολάβηση), ή στα φιλμάκια που κυκλοφορούν στο you tube (με θέμα π.χ. κάποια πρόσφατη συμπλοκή μεταξύ αντίπαλων κομματικών στρατών σε κάποιο πανεπιστήμιο), θα πείσουν και τους πιο δύσπιστους για μερικές απλές αλήθειες που δεν λέγονται συχνά, αλλά είναι κομμάτι της καθημερινότητας όσων εργάζονται στα Ελληνικά πανεπιστήμια. Ότι δηλαδή η υπερ-πολιτικοποίηση της πρώτης μεταπολίτευσης έχει σταδιακά μετατραπεί σε μια μαχητικότητα κούφια, που συσπειρώνει σε «tribal» βάση, με ελάχιστα ή καθόλου πολιτικά χαρακτηριστικά, με μια κουλτούρα βίαιη, παρόμοια με αυτή των φανατικών οπαδών, και με φόντο την απάθεια πολλών φοιτητών – ειδικά εκείνων που ενδιαφέρονται για τις σπουδές τους.

Η βία του λεγόμενου αντιεξουσιαστικού χώρου είναι η (σχετικά) περισσότερο συζητημένη πτυχή αυτού του προβλήματος. Η εξέγερση του Δεκεμβρίου («το δεύτερο ‘21», σύμφωνα με έναν από τους θεωρητικούς της) άφησε πίσω της μια κληρονομιά βίας, και ανοχής στη βία, η οποία έχει ήδη δώσει πολλά απεχθή δείγματα γραφής (με πιο πρόσφατο την επίθεση στον Μισέλ Φάις), και σίγουρα θα δώσει και άλλα. Ωστόσο, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα των φοιτητικών εκλογών της περασμένης εβδομάδας, η εξέγερση δεν προκάλεσε την παραμικρή μετατόπιση στο επίπεδο της πολιτικής συνείδησης. Ούτως ή άλλως, η αντιεξουσιαστική βία έχει σοβαρά κοινωνικά αίτια, αξιοσημείωτη καταστροφική ισχύ, δυνητικά δραματικές συνέπειες για όσους την υφίστανται, αλλά μικρή πολιτική σημασία. Ίσως η μόνη πολιτική συνέπεια των Δεκεμβριανών (εκτός από την αύξηση της επιρροής του ΛΑΟΣ) ήταν η αποκάλυψη της φτώχειας ιδεών και της ηθικής χρεωκοπίας της ριζοσπαστικής αριστεράς – η οποία, εάν βρήκε κάτι μεμπτό στο εφιαλτικό όραμα και στις ακόμη εφιαλτικότερες μεθόδους των παιδιών με τις κουκούλες, δεν μας το έχει πει ακόμη.

Όμως, θα περίμενε κανείς ότι η βία των αντιεξουσιαστών θα προσέκρουε στην αποφασιστική στάση της μεγάλης πλειοψηφίας των πολιτικά ενεργών φοιτητών, και ειδικά όσων πρόσκεινται στα κόμματα εξουσίας. Θα ήταν πράγματι λογικό – αλλά απλώς δεν ισχύει. Συχνά η καταδίκη της βίας εκ μέρους μιας από τις μεγάλες παρατάξεις ακούγεται εξίσου πειστική και εξίσου εμφορούμενη από θέσεις αρχής όπως η καταδίκη εκ μέρους κάποιας ΠΑΕ των βιαιοτήτων που διέπραξαν οι οπαδοί κάποιας άλλης ΠΑΕ. Στο πανεπιστήμιό μου, οι οπαδοί των δύο μεγάλων παρατάξεων την τελευταία χρονιά (δηλ. εν μέσω καταλήψεων και εξεγέρσεων) δεν παρέλειψαν να συγκρουστούν κατά μέσο όρο κάθε δύο μήνες, με απίστευτη αγριότητα και πάντοτε με ασήμαντη αφορμή: τις εγγραφές των πρωτοετών, τις μεταγραφές, και άλλα τέτοια υψίστης σημασίας θέματα.

Αυτή η όψη του φοιτητικού συνδικαλισμού, πολύ λιγότερο συζητημένη, δεν αφορά μόνο τις μορφές της πολιτικής αντιπαράθεσης στα πανεπιστήμια, αλλά και το ίδιο της το περιεχόμενο. Οι φοιτητικές παρατάξεις δεν ασχολούνται πλέον με τον τρόπο μετάδοσης της γνώσης, με την αναπαραγωγή της, με το τι έχει να πει το πανεπιστήμιο για όσα συμβαίνουν στον έξω κόσμο, με την καθημερινότητα της φοιτητικής ζωής, με το τι κάνουν οι φοιτητές όταν παύουν να είναι φοιτητές. Ο κομματικός ανταγωνισμός γίνεται πλέον στη βάση παροχών προς τους φοιτητές-πελάτες.

Άλλοτε οι παρατάξεις «ντουμπλάρουν» τις διοικητικές υπηρεσίες: τυπώνουν το πρόγραμμα των μαθημάτων, των εξετάσεων, τις ώρες γραφείου, τα θέματα προηγούμενων εξετάσεων κτλ.

Άλλοτε προσφέρουν διευκολύνσεις που κάνουν τη ζωή των φοιτητών λιγότερο κοπιαστική αλλά ρίχνουν το επίπεδο των σπουδών: πίεση στα όργανα διοίκησης και κατ’ ιδίαν στους καθηγητές για λιγότερη ύλη, ευκολότερα θέματα, καλύτερους βαθμούς, περισσότερες αναβαθμολογήσεις, περισσότερες εξεταστικές περιόδους κτλ.

Άλλοτε υπονομεύουν ανοιχτά το ρόλο του πανεπιστημίου: αυτοσχέδιες ομιλίες την ώρα του μαθήματος παρά τις διαμαρτυρίες του καθηγητή, συστήματα μαζικής αντιγραφής στις εξετάσεις με χρήση προηγμένων τεχνολογικών μεθόδων κ.ά.

Άλλοτε οι παρατάξεις συνάπτουν συμφωνίες υποστήριξης υποψηφίων πρυτάνεων ή κοσμητόρων με αντάλλαγμα υλικά οφέλη: θέσεις εργασίας, θέσεις σε μεταπτυχιακά προγράμματα, δικαίωμα οργάνωσης πάρτυ (με εισιτήριο!) μέσα στους χώρους του πανεπιστημίου, δικαίωμα λόγου στις εργολαβίες του πανεπιστημίου (π.χ. για το κυλικείο ή το εστιατόριο) και άλλα παρόμοια.

Πράγματα δηλ. που πριν δύο μόλις δεκαετίες ήταν εντελώς αδιανόητα.

Και φυσικά όλα αυτά με φόντο τη συνεχιζόμενη ανυπαρξία της ΕΦΕΕ, το μαρασμό των διοικητικών συμβουλίων, τον εκφυλισμό των γενικών συνελεύσεων, την απουσία κοινά αποδεκτών κανόνων σχετικά με το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις.

Έχουν σημασία όλα αυτά; Νομίζω πως ναι. Οι φοιτητικές παρατάξεις αποτελούν φυσιολογικό κανάλι ανανέωσης του στελεχικού δυναμικού των κομμάτων, και όχι μόνο στη χώρα μας. Εάν αυτό το κανάλι αντί για λαμπρούς επιστήμονες με πολιτική συνείδηση αρχίσει να παράγει στελέχη με νοοτροπία φανατικού οπαδού ή εθισμένα στη συναλλαγή ή στην περιφρόνηση των δημοκρατικών κανόνων ή όλα αυτά μαζί, τότε τι ελπίδα υπάρχει;

1 Μαΐου 2009

Facing up to the culture of violence

Δημοσιεύτηκε στο συλλογικό τόμο του Hellenic Observatory (London School of Economics) με τίτλο «The return of street politics? essays on the December riots in Greece» σε επιμέλεια Spyros Economides & Vassilis Monastiriotis (Μάιος 2009)

It is probablly too soon for a full understanding of what caused the events of December 2008. All I can offer is a random reflection on the state we in Greece find ourselves in, three months later.

A policeman who uses his regulation firearm to kill (cold-bloodedly, according to most accounts) a 15-year old only because the latter shouted abuse at him is obviously an exceptional case. However, the sense of impunity of our security forces, and their perception that they are above the law, is the rule. Not all of them are murderers, certainly. But it is true that the police too often acts with gratuitous brutality (e.g. when dealing with foreign immigrants), that corruption in their ranks is too diffuse, and above all that violent and/or corrupt policemen can always count on the complicity of their colleagues and superiors, as on the “understanding” of judges. Clearly, things are more complicated when there is a dead man (and as young as that), but a way to transform a life sentence at first grade into a mere three-year imprisonment on appeal can always be found. It has happenned before (in the mid-1980s). Why think it will be different this time?

The lack of trust in the willingness and the capacity of the high ranks of the security forces to punish the guilty and take all necessary measures to ensure that no such incidences happen again fits in the context of a more general lack of trust in institutions – all of them. A quick look at the front pages of our daily papers over the past two or three years leaves no doubt. Judges protecting organised crime. Priests, nay monks, going around by helicopter (“to save time”), clinching million euro deals (“for the benefit of our monasteries”), keeping millions on offshore accounts. And, obviously, ministers who use state funds as if these were their private property. A moral degradation never seen before – and all in the reign of a prime minister who came to power with the promise to defeat powerful interests (or literally, with his characteristic elegance, “to beat the pimps”).

To this cocktail, pretty explosive as it is, one ought to add the fact that for too many youths everyday life and future prospects are rather bleak. As shown by international comparisons, our teenagers study more and learn less than most of their European counterparts. Our best universities do a decent job in extremely adverse conditions, but are left little space to breath, squeezed as they are by a suffocating state beaurocracy intent on micro-management of academic affairs on the one hand, and by the endemic contestation (often assuming violent forms) on the part of a minority of their students on the other hand. Youth unemployment is second only to certain lawless regions of the Italian South. The few who do have a job must come to terms with low wages and work insecurity. And, at the background, the asfyxiating presence of a hyper-protective family, which no longer believes in hard work as a value, but likes to cultivate unrealistically high expectations instead.

Crucially, the difficult task of integrating one million recent immigrants (in a native population of 10 million) has been shamefully neglected. Their children spend most of their time in their own ethnically homogeneous neighborhoods in Athens and elsewhere. They go to local state schools, that are gradually abandoned by Greek kids as their families move out, and where they are taught basic numeracy and literacy by increasingly demoralised (and increasingly resigned) teachers. Outside school, in workplaces and in their dealings with the state, they face hostility or, at best, indifference. They have no faith in, and feel no loyalty to, the country that hosts them – and who can blame them?

The above may help make sense of the intensity of so many adolescents’ reaction to the killing of a boy their age. But in order to explain the violence, the damage to banks, the looting of shops, as well as the destruction of state universities, public libraries and national theatres, one needs to turn elsewhere; beyond the repulsion of the middle classes, which might have been more convincing had they been less accustomed to evading taxes and ignoring rules when it suits them; and beyond the hollow words of our radicals, who christen “social revolt” (and by implication, worth our respect) every act of blind and indiscriminate violence at the expense of universities, libraries, theatres and the rest of our public (and, incidentally, defenseless) cultural institutions.

To explain the great number of youth committing acts of violence, and the even greater number of those tolerating such violence, one would have to tackle rather uncomfortable issues. Like the profound indifference (if not open complacence) of many Greeks with respect to the actions of the “17 November” terrorist group that was operative from the early 1970s to the beginning of the current decade. Like the spontaneous solidarity of an overwhelming majority of Greeks to the bloodiest regimes and leaders of our time (Slobodan Milošević, Saddam Hussein and others), on the grounds that they stood up to the Americans. Like the silence of our trade unions, and the lack of attention of our public opinion, to the victims (all foreign workers) of the many accidents at work caused by the reckless drive to complete the stadiums and supporting infrastructure in time for the 2004 Athens Olympics. Like the tacit acceptance of, and the enthusiastic participation to, the collapse of the most elementary rules of civil coexistence that is the everyday chaos of motor traffic. Like the resignation of so many in front of the regular and perfectly organised clashes between rival football fans.

Early responses to the crisis on the part of the political elite have often verged on overt or covert indulgence, of the “these-kids-have-good-reasons-to-be-violent” variety. This show of remorse is too shallow and insincere to be convincing. In any case, it will take much more than that for an exit from the current political crisis, just as the economic crisis begins to bite. The culture of violence is not easy to defeat, not by a polity that lacks the moral authority to combat it, nor in a society that refuses to acknowledge its existence. This time, no short cuts are on offer. As the saying goes, a crisis can be an opportunity to amend the bad old ways and make a fresh start. Will we Greeks be up to it?