2 Ιουνίου 1997

Η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους στην Ιταλία και οι ‘εντιμότατοι φίλοι’ μας

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 1 Ιουνίου 1997)

Πριν από λίγες εβδομάδες παραδόθηκε στην ιταλική κυβέρνηση το τελικό κείμενο της Έκθεσης της Επιτροπής Onofri, η οποία είχε συσταθεί με εντολή του πρωθυπουργού Prodi για να προτείνει κατευθύνσεις για τη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους στην Ιταλία. Μέλη της επιτροπής ήταν γνωστοί ειδικοί (Maurizio Ferrera, Massimo Paci, Nicola Rossi, Chiara Saraceno κτλ.), αναγνωρισμένοι διεθνώς για την πρωτοτυπία των αναλύσεων τους αλλά και για την ανοιχτή τους τοποθέτηση ή φανερή τους συμπάθεια με τις ιδέες της ευρωπαϊκής αριστεράς.

Το κείμενο της επιτροπής υιοθετεί πολλές από τις σύγχρονες θεωρητικές επεξεργασίες για την καταπολέμηση της ανεργίας: επιβεβαιώνει την ανάγκη ‘προσαρμογής’ της αγοράς εργασίας, προτείνει στροφή προς τις ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, δίνει έμφαση στην κατάρτιση ως επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο κτλ.

Το κείμενο εισηγείται την αποτελεσματική προστασία (ανεπαρκής ή ανύπαρκτη στο σημερινό σύστημα) από κοινωνικούς κινδύνους όπως είναι η πτώση του εισοδήματος κάτω από το όριο της φτώχειας, η μακροχρόνια ανεργία και η απώλεια ‘αυτοδυναμίας’. Για το σκοπό αυτό προτείνεται η καθιέρωση ‘ελάχιστου ζωτικού εισοδήματος’ στο οποίο να ενσωματωθεί το πλήθος ασύνδετων παροχών και επιδομάτων που είναι σήμερα σε ισχύ.

Παράλληλα, το κείμενο της επιτροπής δίνει ιδιαίτερη έμφαση στις ανισορροπίες του ιταλικού συστήματος κοινωνικής προστασίας και, ιδίως, του συστήματος συντάξεων. Η επιτροπή αναδεικνύει ως κομβικό το πρόβλημα των ανισοτήτων: ‘Η διαδοχική αποτυχία προηγουμένων μεταρρυθμιστικών προσπαθειών οφείλεται στο ότι αυτές δεν αντιμετώπισαν το πρόβλημα της ανομοιομορφίας των συνταξιοδοτικών καθεστώτων. Μόνο αφού πρώτα όλοι οι ασφαλισμένοι τοποθετηθούν σε ένα πλαίσιο ισοτιμίας θα είναι δυνατό (και πρέπον) να ζητηθούν από αυτούς θυσίες αναλογικές’.

Γι αυτό, υποστηρίζει την ολοκλήρωση της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης του ‘95, την ενοποίηση των διαφορετικών συστημάτων, την ευθυγράμμιση εισφορών και παροχών, καθώς και την εναρμόνιση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης - συμπεριλαμβανομένων των ορίων ηλικίας, τα οποία ‘πρέπει βαθμιαία να συγκλίνουν προς τα ευρωπαϊκά επίπεδα’. Το κείμενο της επιτροπής καταλήγει με τη διαπίστωση, ενδεικτική της ‘επιθετικής’ στάσης των συντακτών του και της πεποίθησης τους για την αναγκαιότητα της μεταρρύθμισης, ότι η πορεία της μεταρρύθμισης θα αποδειχθεί ευκολότερη όσο πιο καταιγιστικοί (tempestivi) είναι οι ρυθμοί εφαρμογής της και όσο πιο αποφασιστικά είναι τα πρώτα μέτρα για την υλοποίηση της’.

Οι ομοιότητες της ιταλικής και της ελληνικής περίπτωσης είναι προφανείς: και οι δύο χώρες ανήκουν στη ‘νοτιοευρωπαϊκή παραλλαγή’ κοινωνικού κράτους, που χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σημαντικών κενών στην κοινωνική προστασία, αλλά και από τη συμβίωση τους με ‘νησίδες υπερπροστασίας’. Η κυριαρχία ενός υπερτροφικού και άνισου συστήματος συντάξεων το καθιστά υποχρεωτικό στόχο κάθε σχεδίου μεταρρύθμισης που στοχεύει στην επιβεβαίωση των ιστορικών στόχων του κοινωνικού κράτους στις νέες συνθήκες.

Το ίδιο χαρακτηριστικές είναι και οι διαφορές: η αριστερή διανόηση, τα κόμματα της αριστεράς, ακόμη και τα συνδικάτα της γειτονικής μας χώρας έχουν από καιρό ξεπεράσει το εγωιστικό σύνδρομο της ‘υπεράσπισης των κεκτημένων’, το οποίο στην Ελλάδα ακόμη αποτελεί για ορισμένους το Α και το Ω μιας ‘αριστερής’ πολιτικής. Για τους Ιταλούς συντρόφους μας, από την εποχή του Pci που δήλωνε ότι υπεράσπιζε την απασχόληση, όχι κατ’ ανάγκη τις υπάρχουσες θέσεις εργασίας, το ζητούμενο δεν είναι η περιφρούρηση των προνομίων των ‘υπερ-προστατευμένων’, αλλά η ίση προστασία όλων και, φυσικά, πρώτα απ’ όλα των απροστάτευτων.

Έπειτα, ο ίδιος ο τίτλος της επιτροπής είναι εύγλωττος: ‘Επιτροπή για την ανάλυση των μακρο-οικονομικών συμβατοτήτων της κοινωνικής δαπάνης’. Βλέπετε, η ιταλική αριστερά δεν θεωρεί την αναθεώρηση της συνθήκης του Μάαστριχτ προϋπόθεση για τη συμμετοχή της στον κοινωνικό διάλογο. Σύμφωνα με τη διατύπωση των συντακτών του κειμένου: ‘Η καθυστερημένη ένταξη στην ΟΝΕ και η συνακόλουθη αύξηση των επιτοκίων όχι μόνο θα εμπόδιζε το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, αλλά και θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολη τη διατήρηση του σημερινού επιπέδου κοινωνικής προστασίας, όσο ανεπαρκές και άδικο και αν είναι’.

Η ιταλική αριστερά εργάζεται στην υπόθεση της ανάγκης συμφιλίωσης ενός ανανεωμένου κοινωνικού κράτους με μια δυναμική οικονομία που θα προσεγγίζει το στόχο της πλήρους απασχόλησης. Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε στην εκ νέου αναζήτηση του ‘τετραγωνισμού του κύκλου’ κατά Dahrendorf, μισό αιώνα μετά την εγκαινίαση του συνδυασμού κεϋνσιανής οικονομίας και κοινωνικού κράτους που χάρισε στην ευρωπαϊκή ήπειρο τη μακρύτερη περίοδο οικονομικής ευημερίας, πολιτικής ελευθερίας και κοινωνικής συνοχής που είχε μέχρι τότε γνωρίσει. Σ’ εμάς δεν μένει παρά να ευχηθούμε στην ιταλική αριστερά ‘καλή επιτυχία’ και στην καθ’ ημάς ομόλογη της ‘καλή φώτιση’.

17 Μαρτίου 1997

Η πολιτική οικονομία της εθνικής σύνταξης

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 16 Μαρτίου 1997)

Οι λόγοι που επιβάλλουν όχι την παθητική συναίνεση αλλά την ενθουσιώδη συμμετοχή της Αριστεράς στο διάλογο για τη μεταρρύθμιση του συστήματος συντάξεων είχαν εκτεθεί εν συντομία σε προηγούμενο σημείωμα στα «Ενθέματα» (2 και 9 Φεβρουαρίου 1997). Το σημερινό σύστημα δεν είναι ούτε βιώσιμο οικονομικά ούτε δίκαιο κοινωνικά: το ποσοστό του εθνικού εισοδήματος που δαπανά η χώρα μας για συντάξεις είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, παρ’ ότι το ποσοστό των ηλικιωμένων στον πληθυσμό της είναι από τα χαμηλότερα, ενώ ταυτόχρονα, η φτώχεια είναι πολύ πιο εκτεταμένη μεταξύ των ηλικιωμένων από ό,τι σε άλλες ηλικιακές ομάδες.

Μια εναλλακτική πρόταση, άξια, κατά τη γνώμη μου, υιοθέτισης από την Αριστερά, είναι η θεσμοθέτηση εθνικής σύνταξης, χρηματοδοτούμενης από τον κρατικό προϋπολογισμό (αξίας π.χ. 10 ημερομισθίων ανειδίκευτου εργάτη), η οποία θα δίνεται με τη συμπλήρωση των 65 ετών χωρίς άλλες προϋποθέσεις, σε συνδυασμό με μια συμπληρωματική σύνταξη, η οποία θα χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών, θα συνδέεται με την αξία των εισφορών που έχει πληρώσει στη διάρκεια της εργάσιμης ζωής του κάθε εργαζόμενος και οι εκάστοτε εργοδότες του, ενώ θα μειώνεται αναλογικά σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδότησης. Η εισαγωγή ενός τέτοιου συστήματος συντάξεων θα έπρεπε, ασφαλώς, να συνδυαστεί με την κατάργηση των κρατικών επιχορηγήσεων προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς (και βεβαίως των ‘κοινωνικών πόρων’, που σήμερα κατανέμονται με κριτήρια κάθε άλλο παρά ορθολογικά), πράγμα που θα επιτρέψει τη συγκέντρωση της κρατικής υποστήριξης στη χρηματοδότηση της εθνικής σύνταξης.

Το ακριβές ύψος της απαιτούμενης δαπάνης για τη χρηματοδότηση της εθνικής σύνταξης εξαρτάται από τη συγκεκριμένη μορφή της. Η πρόταση που κατατίθεται εδώ για συζήτηση εννοεί τη εθνική σύνταξη ως οικουμενική παροχή, μοναδική προϋπόθεση της οποίας είναι η ηλικία. Με άλλα λόγια, δεν θα συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των δικαιούχων ούτε το ιστορικό απασχόλησης, ούτε η προηγούμενη καταβολή εισφορών, ούτε το εισόδημα από συντάξεις ή άλλους πόρους.

Ο αντίλογος θα ανακαλούσε τα τυπικά επιχειρήματα εναντίον των οικουμενικών και υπέρ των επιλεκτικών παροχών: υψηλό κόστος, σπατάλη πόρων σε άτομα που δεν έχουν ανάγκη κρατικής υποστήριξης. Η φαινομενική στερεότητα μιας τέτοιας επιχειρηματολογίας είναι, στην πραγματικότητα, λιγότερο ακλόνητη. Ο περιορισμός της εθνικής σύνταξης σε άτομα χαμηλού εισοδήματος θα ανέβαζε το διοικητικό της κόστος, αφού θα απαιτούσε την εισαγωγή διαδικασιών εξακρίβωσης του εισοδήματος ή πολύ περισσότερο της περιουσίας των υποψηφίων δικαιούχων. Η θέσπιση κριτηρίων θα οδηγούσε, όπως συμβαίνει πάντοτε σε αυτές τις περιπτώσεις, στη μη διεκδίκηση της εθνικής σύνταξης από άτομα που βάσει των κριτηρίων τη δικαιούνται και στην απόδοση της σε άτομα που αποκρύπτουν μέρος του εισοδήματος ή της περιουσίας τους. Επιπλέον, ενώ μια οικουμενική εθνική σύνταξη θα ενίσχυε τα κίνητρα για την πληρωμή εισφορών και τη συσσώρευση ‘ενσήμων’ εν όψει της συμπληρωματικής σύνταξης, η επιλεκτική εκδοχή της θα εισήγαγε αντικίνητρα, αφού η μη παροχή της εθνικής σύνταξης σε άτομα με εισόδημα προερχόμενο από άλλες συντάξεις ισοδυναμεί με μείωση μέχρι μηδενισμού της οριακής ανταποδοτικότητας των εισφορών για τη συμπληρωματική σύνταξη. Τέλος, η δυνατότητα των μεσαίων στρωμάτων να απολαμβάνουν οικουμενικές παροχές που, ίσως, δεν χρειάζονται ενισχύει τη συναίνεση τους στο κοινωνικό κράτος και αποτρέπει φαινόμενα ‘φορολογικής εξέγερσης’. Εξ άλλου, δεδομένου του ότι η κρατική ενίσχυση στο συνταξιοδοτικό σύστημα σήμερα ευνοεί, κυρίως, ταμεία ασφάλισης ευπόρων ομάδων, η κατάργηση των ενισχύσεων αυτών για τη συγκέντρωση πόρων για τη εθνική σύνταξη θα είχε απαγορευτικό πολιτικό κόστος εάν συνοδευόταν από τον αποκλεισμό επίσης των ομάδων αυτών από τη νέα εθνική σύνταξη.

Ποιο θα ήταν, όμως, το κόστος μιας οικουμενικής εθνικής σύνταξης; Σήμερα στην Ελλάδα ζουν περίπου 1.650.000 άτομα άνω των 65 ετών. Εάν η αξία της οριζόταν σε 10 ημερομίσθια ανειδίκευτου εργάτη (60.000 δρχ. περίπου) το μήνα, και πληρωνόταν 14 φορές το χρόνο, η συνολική ετήσια δαπάνη θα έφτανε τα 1.386 δισ. δρχ. σε σημερινές τιμές.

Δεδομένου ότι η φτώχεια μεταξύ των ηλικιωμένων που ζουν μόνοι είναι σαφώς οξύτερη απ’ ό,τι μεταξύ των ηλικιωμένων ζευγαριών ή εκείνων που ζουν με νεώτερους συγγενείς τους, μια αποδεκτή παραλλαγή θα ήταν εκείνη των ‘κλιμάκων ισοδυναμίας’: δηλ. πλήρης εθνική σύνταξη για κάθε ηλικιωμένο που ζει μόνος, 3/4 του ποσού για όσους ζουν με άλλους (1,5 εθνική σύνταξη ή 90.000 δρχ. το μήνα για ένα ζεύγος ηλικιωμένων). Το κόστος αυτής της παραλλαγής εξαρτάται από την κατανομή των ηλικιωμένων σε αυτές τις δύο κατηγορίες: εάν υποτεθεί ότι από τα 700.000 άτομα που ζουν μόνα τους στη χώρα μας 550.000 είναι άνω των 65 ετών (1/3 των ηλικιωμένων), η συνολική ετήσια δαπάνη θα έφτανε τα 1.155 δισ. δρχ. σε σημερινές τιμές. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί μέρος της δαπάνης του κρατικού προϋπολογισμού για συντάξεις δημοσίων πολιτικών ή στρατιωτικών υπαλλήλων (724 δισ. δρχ. το 1997), αφού κονδύλια ύψους 175 δισ. δρχ. θα μπορούσαν να εγγραφούν ως δαπάνη για τη εθνική σύνταξη όσων εκ των σημερινών δικαιούχων είναι άνω των 65 ετών αφήνοντας άθικτο το συνολικό ύψος της σύνταξης τους.

Το ποσό των 980 δισ. δρχ. που προκύπτει είναι αναμφισβήτητα σημαντικό. Ωστόσο, το αντίστοιχο ποσό που δαπανάται (με τρόπο οικονομικά αναποτελεσματικό και κοινωνικά άδικο) για την κρατική ενίσχυση του συνταξιοδοτικού συστήματος σήμερα υπερβαίνει τα 1.100 δισ. δρχ.: ο προϋπολογισμός του 1997 έχει προβλέψει τη διάθεση του ποσού των 1.016 δισ. δρχ. ως κρατική επιχορήγηση και αποδόσεις εσόδων στην κοινωνική ασφάλιση, ενώ το κόστος δύο ‘ειδικών μέτρων κοινωνικής πολιτικής’ (αύξηση συντάξεων ΟΓΑ και Επίδομα Κοινωνικής Αλληλεγγύης Συνταξιούχων) υπολογίζεται στα 84 δισ. δρχ. Και αυτό, χωρίς να προστεθούν πόροι οι οποίοι παρ’ ότι κατ’ ουσίαν αποτελούν αφανείς και ακούσιες ενισχύσεις του κοινωνικού συνόλου θεωρούνται τυπικά και πέρα από κάθε λογική ‘εισφορές ασφαλισμένων’: π.χ. εισφορά 1% στις ‘δαπάνες εκτέλεσης Δημοσίων, Δημοτικών, Κοινοτικών και ΝΠΔΔ έργων’ υπέρ ΤΣΜΕΔΕ.

Με άλλα λόγια, πόροι για τη θεσμοθέτηση οικουμενικής εθνικής σύνταξης υπάρχουν: η κατάργηση των σημερινών ενισχύσεων του κρατικού προϋπολογισμού στο ασφαλιστικό σύστημα θα εξοικονομούσε ποσά που υπερκαλύπτουν τη δαπάνη που απαιτείται για τη χρηματοδότηση της. Τα εμπόδια για την εφαρμογή της είναι κυρίως πολιτικά: η αντίσταση των ευνοημένων από το σημερινό σύστημα, οι οποίοι υπεραντιπροσωπεύονται στα συνδικάτα και στα κόμματα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών της Αριστεράς. Η αντίσταση τους όμως αυτή όχι μόνο υπονομεύει τη βιωσιμότητα του συστήματος, αλλά και αντίκειται στις βασικές αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης, αφού στρέφεται εναντίον όσων σήμερα αποκλείονται από το συνταξιοδοτικό σύστημα. Στρέφεται, επίσης, εναντίον των νέων, οι οποίοι δεν θα μπορούν πλέον να υπολογίζουν σε αξιοπρεπείς συντάξεις μετά το τέλος της εργάσιμης ζωής τους. Όλοι αυτοί έχουν μικρή πολιτική δύναμη, ούτε συμμετέχουν στη δημόσια συζήτηση που διεξάγεται ερήμην τους παρ’ ότι κυρίως αυτούς αφορά. Αποτελούν, όμως, τους φυσικούς συμμάχους μιας Αριστεράς που επιμένει να θυμάται γιατί υπάρχει.

9 Φεβρουαρίου 1997

Συντάξεις και αναδιανομή - Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τις συντάξεις; (β' μέρος)

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 1997)

Για λόγους που έχουν αναλυθεί, πιστεύω πειστικά, μεταξύ άλλων και από τις στήλες των «Ενθεμάτων», ο ανασχεδιασμός του συστήματος των συντάξεων είναι αναπόφευκτος, αφού το σημερινό δεν είναι οικονομικά βιώσιμο. Ακόμη, όμως, και αν ήταν, η μεταρρύθμισή του θα ήταν εξ ίσου αναγκαία για τη διόρθωση των κοινωνικών ανισοτήτων τις οποίες αδυνατεί να αντιμετωπίσει (εάν δεν τις προκαλεί το ίδιο) στην παρούσα μορφή του. Η άρνηση, συνεπώς, της αναγκαιότητας ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου για τις συντάξεις προδίδει έλλειψη διορατικότητας: πολύ περισσότερο που το περιεχόμενο του παραμένει προς διαπραγμάτευση, άρα και επιδεχόμενο λύσεων με τη σφραγίδα της αριστεράς.

Η πρόκληση της μεταρρύθμισης του κοινωνικού κράτους υπό την οπτική της αριστεράς ισοδυναμεί με την αναζήτηση νέων εργαλείων για την επιδίωξη των ιστορικών του στόχων (μείωση των ανισοτήτων, εξάλειψη της φτώχειας, «κοινωνική προστασία») στις νέες συνθήκες. Στην περίπτωση του συστήματος συντάξεων, οι στόχοι της δημόσιας παρέμβασης είναι κυρίως δύο: αναδιανομή και αποταμίευση.

Οι αναδιανεμητικοί στόχοι του συνταξιοδοτικού συστήματος θα μπορούσαν να υπηρετηθούν καλύτερα με τη θεσμοθέτηση βασικής σύνταξης, χρηματοδοτούμενης όχι από εισφορές αλλά από τον κρατικό προϋπολογισμό. Μεταξύ των διαφόρων δυνατών εκδοχών, η πλέον ελκυστική είναι αυτή της Εθνικής Σύνταξης ενιαίου ύψους (αξίας π.χ. 10 ημερομισθίων ανειδίκευτου εργάτη), η οποία θα παρέχεται σε όλους τους πολίτες χωρίς άλλες προϋποθέσεις με τη συμπλήρωση των 65 ετών.

Η αποταμιευτική λειτουργία μπορεί να εξασφαλιστεί μέσω μιας συμπληρωματικής σύνταξης η οποία θα χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου από τις εισφορές των εργαζομένων και των εργοδοτών τους, καθώς και από την αξιοποίηση της περιουσίας και των αποθεμάτων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης. Το ύψος της συμπληρωματικής σύνταξης θα πρέπει να συνδέεται με σχέση ευθείας αναλογίας με την αξία των εισφορών που έχει πληρώσει στη διάρκεια της εργάσιμης ζωής του κάθε εργαζόμενος (και ο εκάστοτε εργοδότης του), ενώ θα μειώνεται αναλογικά σε περίπτωση πρόωρης συνταξιοδότησης.

Η εισαγωγή ενός συστήματος συντάξεων όπως αυτό που σκιαγραφείται παραπάνω θα έπρεπε να συνδυαστεί με την κατάργηση των διαφόρων κοινωνικών πόρων και κρατικών επιχορηγήσεων προς τους ασφαλιστικούς οργανισμούς (που σήμερα κατανέμονται με κριτήρια κάθε άλλο παρά ορθολογικά), καθώς και με τη συγκέντρωση της κρατικής υποστήριξης στη χρηματοδότηση της βασικής σύνταξης.

Είναι προφανές ότι τυχόν υιοθέτιση ενός τέτοιου σχεδίου θα συνεπαγόταν ανακατανομή πόρων και, συνεπώς, κερδισμένους και χαμένους. Οι χαμένοι θα ήταν, κυρίως, όσοι σήμερα απολαμβάνουν σκανδαλωδώς ευνοϊκούς όρους συνταξιοδότησης και εισπράττουν συντάξεις αφανώς επιδοτούμενες από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Οι κερδισμένοι θα ήταν οι χαμηλοσυνταξιούχοι, ιδίως εκείνοι με σημαντικό αριθμό ενσήμων, καθώς και όσοι σήμερα δεν λαμβάνουν καμμία σύνταξη: μακροχρόνια άνεργοι ή άτομα με διακεκομμένο ιστορικό απασχόλησης που δεν συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος, άτομα ανίκανα να εργαστούν χωρίς όμως αναπηρική σύνταξη, κοινωνικά αποκλεισμένοι κάθε είδους, αλλά και οι μη οικονομικά ενεργοί (π.χ. νοικοκυρές).

Επί πλέον, μια από τις κρισιμότερες αδυναμίες του σημερινού συστήματος είναι η υπερβολική επιβάρυνση του κόστους εργασίας από τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης, η οποία είναι υψηλότερη ως ποσοστό του μισθού στην Ελλάδα από ό,τι στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Αυτό αποτελεί κίνητρο εισφοροδιαφυγής, ή εισφοροαποφυγής (π.χ. διά της παρουσίασης σχέσεων ουσιαστικά εξαρτημένης εργασίας ως σχέσεις «υπεργολαβίας»). Η συναίνεση πολλών εργαζομένων σε μεθοδεύσεις παράκαμψης του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης και γενικά η επικράτηση χαμηλής ασφαλιστικής συνείδησης ευνοούνται επίσης και από τεχνικούς λόγους: η σχέση εισφορών και παροχών κάθε άλλο παρά ευθέως ανάλογη είναι, με αποτέλεσμα να επιδέχεται «χειραγώγησης» (π.χ. ελαχιστοποίηση των εισφορών για τη θεμελίωση ορισμένου συνταξιοδοτικού δικαιώματος).

Για αυτό, η μεταρρύθμιση θα μπορούσε να είναι παιγνίδι θετικού αθροίσματος: η μείωση του κόστους εργασίας δια της μείωσης των επιβαρύνσεων υπέρ της κοινωνικής ασφάλισης στο χαμηλότερο επίπεδο που απαιτεί η χρηματοδότηση της συμπληρωματικής σύνταξης θα μπορούσε να οδηγήσει στη μείωση της εισφοροαποφυγής και, συνεπώς, στη διεύρυνση της χρηματοδοτικής βάσης - ενώ η αποκατάσταση της ανταποδοτικότητας (στη συμπληρωματική σύνταξη) θα εμπόδιζε τη χειραγώγηση των όρων συνταξιοδότησης και θα συνέβαλε στη μείωση της εισφοροδιαφυγής.

Επιστρέφοντας στο σημείο εκκίνησης: είναι αλήθεια ότι η αριστερά που συναινεί στη θυσία του συστήματος κοινωνικής προστασίας στο βωμό της διεθνούς ανταγωνιστικότητας αυτοαναιρείται. Άλλο τόσο αλήθεια είναι όμως ότι η αριστερά που επιμένει να εθελοτυφλεί και αρνείται να συμβάλλει με ρεαλιστικές προτάσεις στη συζήτηση για τη μεταρρύθμιση δεν κάνει άλλο από το να προετοιμάζει το έδαφος για μια μελλοντική επικράτηση των εξελίξεων που απεύχεται.

Πέρα από την άχαρη υπεράσπιση της σημερινής κατάστασης, ή την παραίτηση στην εφιαλτική προοπτική μιας κοινωνίας όπου πολλοί θα είναι καταδικασμένοι στη φτώχεια και ακόμη περισσότεροι σε μια δηλητηριώδη ανασφάλεια, υπάρχει και η ιστορική πρόκληση της εγκαθίδρυσης σε στέρεες βάσεις (χωρίς περιστροφές: στα ερείπια του σημερινού κράτους παροχών) του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα.

2 Φεβρουαρίου 1997

Η ζούγκλα των συντάξεων - Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο για τις συντάξεις; (α' μέρος)

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 1997)

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το συνταξιοδοτικό ζήτημα πρόκειται να κυριαρχήσει στην πολιτική διαμάχη τα επόμενα χρόνια. Το προηγούμενο σημείωμά μου στα «Ενθέματα» (5 Ιανουαρίου 1997) δεν άνοιξε, ασφαλώς, τον διάλογο, αλλά συνέπεσε με δημοσίευμα του «Βήματος» για τις εναλλακτικές υποθέσεις πάνω στις οποίες εργάζονται οι εμπειρογνώμονες της κυβέρνησης, το οποίο προέβαλε ιδιαίτερα εκείνη περί ενιαίου συντελεστή αναπλήρωσης εισοδήματος ίσου με 60%. Ο υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων διέψευσε ότι τα σενάρια εκφράζουν τις προθέσεις της κυβέρνησης και επανέλαβε ότι το 1997 θα είναι «έτος κοινωνικού διαλόγου» ενώ το 1998 «έτος αποφάσεων». Πρόσφατα (26 Ιανουαρίου 1997), η «Καθημερινή» μετέδωσε δηλώσεις του προέδρου της Bundesbank, στις οποίες οι ευρωπαϊκές χώρες καταγγέλλονται ως δέσμιες μιας «κοινωνικής συνείδησης με ρίζες στη Γαλλική Επανάσταση» (!), συνείδηση από την οποία οφείλουν να απαλλαγούν χωρίς καθυστέρηση επειδή «το ευρωπαϊκό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης απωθεί τις επενδύσεις».

Κατά γενική παραδοχή, οι συνεχείς διορθωτικές επεμβάσεις στο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης από τις αρχές της δεκαετίας του '90 (η κυριότερη συνέπεια των οποίων υπήρξε η μεταβολή των όρων συνταξιοδότησης σε βάρος των νέων ασφαλισμένων), ανέστειλαν απλώς την κρίση βιωσιμότητας των ασφαλιστικών ταμείων, μεταθέτοντας την εκτιμώμενη χρονολογία αδυναμίας πληρωμής συντάξεων στο έτος 2010. Ωστόσο, η προοπτική δραστικών αλλαγών φαίνεται να τρομάζει την κυβέρνηση, ή τουλάχιστον τον υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ο οποίος προς το παρόν προσανατολίζεται προς νέες διορθωτικές επεμβάσεις (ενιαίο κατώτατο ασφάλιστρο, θέσπιση νέων κοινωνικών πόρων).

Δεν θα διακινδύνευε κανείς ιδιαίτερα εάν προδίκαζε ότι οι συνδικαλιστικές ηγεσίες θα συναινέσουν, τελικά, σε μια τέτοια κατάληξη του κοινωνικού διαλόγου: άλλωστε, μόνο η ουσιαστική αδυναμία λήψης αποφάσεων μπορεί να εγγυηθεί τα κεκτημένα όσων πρόκειται να συνταξιοδοτηθούν τα επόμενα 10-15 χρόνια. Όμως, το τίμημα της εκ νέου προσφυγής σε διορθωτικές επεμβάσεις θα ήταν η διατήρηση του σημερινού καθεστώτος της «ζούγκλας των συντάξεων», η μετακύλιση του κόστους της αναπόφευκτης προσαρμογής στις νεώτερες γενιές ασφαλισμένων, καθώς και η διαιώνιση της ανασφάλειας που προκαλεί η περιοδική επαναφορά του θέματος, η λύση του οποίου συνεχώς μετατίθεται και ουδέποτε αποτολμάται.

Τόσο η αντίθεση των συνδικαλιστών στη ριζική μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος όσο και οι δισταγμοί κάποιων κυβερνητικών στελεχών θα μπορούσαν να ερμηνευθούν πλήρως με όρους «μικρής» πολιτικής: διά του εγωιστικού συμφέροντος των ομάδων που ανέδειξαν και στηρίζουν τους πρώτους, αλλά και της αποστροφής έναντι κάθε (βραχυπρόθεσμου) πολιτικού κόστους που συνεχίζει, παρά τη ρητορεία, να χαρακτηρίζει τους δεύτερους. Ωστόσο, θα ήταν λάθος να αγνοηθεί ότι η στάση αυτή βασίζεται εν μέρει και σε λόγους «μεγάλης» πολιτικής: τα συστήματα συντάξεων είναι ένα είδος κοινωνικού συμβολαίου και η αλλαγή των όρων τους είναι φυσικό να αντιμετωπίζεται ως αθέτησή του.

Και όμως, η ουσία του θέματος βρίσκεται ακριβώς εδώ: το ελληνικό σύστημα συντάξεων βρίσκεται σε σημείο καμπής, αφού η επιβίωσή του υπό τη σημερινή μορφή είναι αδύνατη. Κάθε συμβατικό σύστημα συντάξεων έχει ένα κύκλο ζωής: ενώ αρχικά η ευνοϊκή αναλογία ασφαλισμένων και δικαιούχων επιτρέπει τη δημιουργία πλεονασμάτων, τελικά (εξ αιτίας της επιβράδυνσης των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και της δημογραφικής γήρανσης) όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να στηρίζουν όλο και περισσότερους συνταξιούχους.

Επί πλέον, το ελληνικό σύστημα χαρακτηρίζεται από στρεβλώσεις, όπως είναι οι υπερβολικά γενναιόδωροι όροι συνταξιοδότησης αρκετά εκτεταμένων κοινωνικών κατηγοριών, οι οποίες αυξάνουν το κόστος του. Υπό αυτές τις συνθήκες, η εξυπηρέτηση των υποχρεώσεων του συστήματος γίνεται δυσβάστακτη: το ποσοστό του εθνικού εισοδήματος που δαπανά η χώρα μας για συντάξεις είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, παρά το ότι το ποσοστό των ηλικιωμένων στον πληθυσμό της είναι από τα χαμηλότερα.

Η άναρχη συσσώρευση και επέκταση συνταξιοδοτικών προνομίων σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες πέρα από κάθε κριτήριο ανταποδοτικότητας συνοδεύτηκε και από την αποτυχία του συστήματος να εξασφαλίσει ένα αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης στις ασθενέστερες ομάδες: έτσι, το ελληνικό σύστημα συντάξεων παρά τον υπερτροφισμό του, ελάχιστα αποτελεσματικό μπορεί να θεωρηθεί ως εργαλείο κοινωνικής πολιτικής, όπως αποδεικνύει το γεγονός ότι η φτώχεια είναι περισσότερο εκτεταμένη ανάμεσα στους ηλικιωμένους από ό,τι σε άλλες ηλικιακές ομάδες.

6 Ιανουαρίου 1997

Η επερχόμενη μεταρρύθμιση

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 5 Ιανουαρίου 1997)

Το κύμα των κοινωνικών αντιδράσεων που συνόδευσε την κατάθεση του προϋπολογισμού μπορεί να έχει πλέον κοπάσει, αλλά στον ορίζοντα φαίνεται ήδη το επόμενο: σύμφωνα με τις προθέσεις της κυβέρνησης, τους πρώτους μήνες του νέου έτους πρόκειται να αρχίσει ο κοινωνικός διάλογος για το συνταξιοδοτικό ζήτημα. Εκ πρώτης όψεως, παρά την προφανή κρισιμότητα του θέματος για καθένα από μας, η προοπτική του διαλόγου αυτού καθ’ εαυτού ελάχιστο ενδιαφέρον προκαλεί: οι θέσεις των «εταίρων» φαίνεται να είναι κιόλας προδιαγεγραμμένες, κρίνοντας τουλάχιστον από την εμπειρία ανάλογων τοποθετήσεων όποτε το ζήτημα τέθηκε στο παρελθόν.

Θα διακινδύνευε λίγο, λοιπόν, κανείς εάν προδίκαζε ότι η κυβέρνηση θα επικαλεστεί την ανάγκη μακροοικονομικής προσαρμογής και τη δημογραφική γήρανση του πληθυσμού, τα συνδικάτα θα αντιπροτείνουν το δίκαιο επιμερισμό των θυσιών και την προστασία των κεκτημένων, ενώ η αριστερή αντιπολίτευση (η τουλάχιστον, στην καλύτερη περίπτωση, ένα μόνο τμήμα της) θα καταγγείλει τη νέα επίθεση στα δικαιώματα των εργαζομένων και στο κοινωνικό κράτος. Και όμως, η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού συστήματος αποτελεί μοναδική ευκαιρία να επανατεθεί στην ημερήσια διάταξη του κοινωνικού διαλόγου ένα από τα σημαντικότερα ζητούμενα της πολιτικής διαμάχης στη χώρα μας στο γύρισμα του αιώνα: τίποτε λιγότερο από το μέλλον του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα.

Ο λόγος για τον οποίο η αριστερά θα όφειλε να αναμένει το διάλογο για την μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους με ανυπομονησία παρά με ανησυχία είναι απλός: ο ατελής και αποσπασματικός τρόπος με τον οποίο αυτό οικοδομήθηκε στη χώρα μας, η έλλειψη κάθε είδους «αρχιτεκτονικού σχεδίου», η ασάφεια των στόχων του και η ανακολουθία των μέσων για την επίτευξή τους, μαρτυρούν την ελάχιστα ευγενική καταγωγή του. Πράγματι, αντίθετα με ό,τι ισχύει στις χώρες της Β. Ευρώπης (αλλά κατ’ αναλογία με την εμπειρία π.χ. της Ιταλίας), το οικοδόμημα του κοινωνικού κράτους στην Ελλάδα υπήρξε κυρίως ιστορικό προϊόν ενός ηγεμονικού όσο και κοντόφθαλμου εγχειρήματος κατακερματισμού του κοινωνικού σώματος δια της επιλεκτικής παραχώρησης προνομίων, παρά επιστέγασμα κοινωνικών κατακτήσεων τις οποίες επέβαλλαν οι αγώνες των εργαζομένων.

Πουθενά αλλού δεν γίνεται αυτό τόσο αισθητό όσο στον τομέα των συντάξεων γήρατος. Οι περισσότεροι ηλικιωμένοι (π.χ. συντριπτική πλειοψηφία των συνταξιούχων του ΙΚΑ) δεν δικαιούνται παρά την κατώτατη σύνταξη, που με δυσκολία εξασφαλίζει επιβίωση στα όρια την φτώχειας. Μεγάλο τμήμα των ηλικιωμένων (συνταξιούχων του ΟΓΑ) δεν κατέβαλε ποτέ εισφορές και ως εκ τούτου λαμβάνει μια κατ’ ευφημισμόν σύνταξη, στην ουσία ένα ανεπαρκές, αν και όχι εντελώς ασήμαντο, βοήθημα. Επιπλέον, αρκετοί ηλικιωμένοι, ο ακριβής αριθμός των οποίων παραμένει άγνωστος, δεν έχουν στοιχειοθετήσει συνταξιοδοτικό δικαίωμα (δεν έχουν «συμπληρώσει ένσημα») και συνεπώς επιβιώνουν μόνο χάρη στη βοήθεια της οικογένειας ή της κοινότητας στην οποία ανήκουν: πρόκειται για κοινωνικές ομάδες με διακεκομμένο ή «ακανόνιστο» ιστορικό απασχόλησης, π.χ. άτομα ανήμπορα να εργαστούν που για κάποιο λόγο δεν δικαιούνται αναπηρική σύνταξη, τσιγγάνοι, αλλά και μακροχρόνια άνεργοι, νοικοκυρές κ.τ.λ.

Από την άλλη, σχετικά πολυάριθμες κοινωνικές ομάδες απολαμβάνουν συνταξιοδοτικές παροχές απρόσιτες στους υπολοίπους. Κατ’ αρχήν, τα ελεύθερα επαγγέλματα: γιατροί, μηχανικοί, δικηγόροι και άλλοι, μέλη «ευγενών ταμείων», αποδέκτες στην πραγματικότητα ποικίλλων, αδιαφανών και, φυσικά, ακούσιων ενισχύσεων από τον υπόλοιπο πληθυσμό. Ύστερα, κρατικοί αξιωματούχοι σε ειδικούς ρόλους: διπλωμάτες, δικαστικοί, στρατιωτικοί, βουλευτές, αλλά και μέλη των σωμάτων ασφαλείας. Τέλος, οι συνήθεις ύποπτοι: δημόσιοι υπάλληλοι κάθε είδους, οι εργαζόμενοι στις ΔΕΚΟ, δικαιούχοι σχετικά υψηλών συντάξεων, πλουσιοπάροχων «εφ’ άπαξ» και προκλητικά ευνοϊκών όρων συνταξιοδότησης. Το στερεότυπο της δημοσίου υπαλλήλου η οποία ως μητέρα συνταξιοδοτείται πρόωρα και χρησιμοποιεί το εφ’ άπαξ για να ανοίξει μπουτίκ (ή αυτό του δικηγόρου πρώην πολιτευτή ο οποίος εισπράττει πολλαπλές συντάξεις) είναι, ίσως, άδικο στη γενικότητά του, μα κάθε άλλο παρά αβάσιμο.

Αυτή η τάξη πραγμάτων (στην Ιταλία έχει όνομα: η ζούγκλα των συντάξεων) είναι χωρίς περιστροφές απαράδεκτη για όσους εμπνέονται από οικουμενικές αξίες: εξ ορισμού τους αριστερούς, αλλά και τους πραγματικά φιλελεύθερους, είδος προς εξαφάνιση στη χώρα μας. Το γεγονός ότι οι πιο θορυβώδεις υπερασπιστές της βρίσκονται στο στρατόπεδο όσων ωφελούνται από αυτή είναι αυτονόητο. Το ότι αυτή η ιδιότυπη «εργατική αριστοκρατία» είναι ταυτόχρονα η δεξαμενή από την οποία τα εργατικά συνδικάτα και τα κόμματα της αριστεράς αντλούν τα στελέχη τους είναι σχεδόν αναπόφευκτο. Θα πρόσθετε, μάλιστα, κανείς ότι δεν αποτελεί καν, κατ’ ανάγκη, πρόβλημα: υπό την κρίσιμη, βεβαίως, προϋπόθεση ότι τα στελέχη αυτά εκπροσωπούν τα ευρύτερα συμφέροντα των εργαζομένων, όχι τα υπό τη στενή έννοια της ευνοούμενης κατηγορίας από την οποία προέρχονται.

Ποια, όμως, ακριβώς είναι αυτά τα ευρύτερα συμφέροντα; Ποια είναι η ενδεδειγμένη στάση μιας αριστεράς που θυμάται ότι αυτά ακριβώς εκπροσωπεί; Κατά την ταπεινή μου γνώμη, το θέμα απαιτεί τομές μακράς πνοής: σταδιακή κατάργηση της σημερινής ζούγκλας των εκατοντάδων ασφαλιστικών ταμείων με διαφορετικό καθεστώς εισφορών και παροχών το καθένα, εισαγωγή εθνικής σύνταξης ίσης π.χ. με το μισό του κατώτατου μισθού για κάθε πολίτη ηλικίας άνω των 65 ανεξάρτητα από το ιστορικό απασχόλησης, συμπληρωματική σύνταξη αυστηρώς ανάλογη με τις καταβληθείσες εισφορές.

Φυσικά, αυτά δεν είναι παρά αδρές γραμμές: μένει να συμπληρωθούν οι λεπτομέρειες (στις οποίες κρίνονται τα σχέδια), ενώ το πρόβλημα (στο οποίο συνήθως σκοντάφτουν τα καλύτερα από αυτά) της μετάβασης σε ένα τέτοιο σύστημα παραμένει ανοιχτό. Για αυτά, όμως, υπάρχει καιρός. Προς το παρόν προέχει η υιοθέτηση ενός τέτοιου σχεδίου. Πράγματι, κάτι τέτοιο (ριζοσπαστικό μα ρεαλιστικό, οικονομικά «εξυγιαντικό» και μαζί δίκαιο, προωθημένο αλλά και διαισθητικά κατανοητό) θα προσέφερε στην αριστερά μοναδική δυνατότητα να κερδίσει συγκαταθέσεις, δίνοντας ταυτόχρονα συγκεκριμένο δείγμα μιας «φόρμουλας» μαγικής, συχνά επικαλούμενης, μα συνήθως φευγαλέας: της προγραμματικής αντιπολίτευσης.

1 Δεκεμβρίου 1996

Επιδοτούμενοι φτωχοί ή αλληλέγγυοι πολίτες;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 1996)

Το περασμένο καλοκαίρι, την ημέρα της κηδείας του Α. Παπανδρέου, στην εκδήλωση του ομίλου “Πολιτεία” για το νόημα της Κεντροαριστεράς, ο Ν. Μουζέλης ανέδειξε ως κρίσιμο δείγμα κεντροαριστερής διακυβέρνησης στην μετακεϋνσιανή εποχή την κατάργηση των οικουμενικών παροχών και την αντικατάστασή τους με επιλεκτικές παροχές. Η ιδέα επαναπροτάθηκε από τον ίδιο στη πρόσφατη συζήτηση της “Ελευθεροτυπίας”, ενώ επίσης περιλαμβανόταν στις “συμβουλές προς εκσυγχρονιστές” (προγραμματικές ιδέες μακράς, υποτίθεται, πνοής) στις οποίες το “Βήμα” αφιέρωσε δύο σελίδες στις αρχές Νοεμβρίου.

Το θέμα, που συνίσταται στο δίλημμα μεταξύ παροχών που αποδίδονται σε όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους, και παροχών που απευθύνονται σε όσους τις έχουν περισσότερο ανάγκη, επανέρχεται τακτικά με διάφορες μορφές στη συζήτηση περί κοινωνικής πολιτικής στις χώρες της Β. Ευρώπης από τη δεκαετία του '50. Βέβαια, τότε οι επιλεκτικές παροχές αποτελούσαν ύστατο σημείο αντίστασης των συντηρητικών κομμάτων στην πλημμυρίδα των κοινωνικών προγραμμάτων του μεταπολέμου. Το ότι οι επιλεκτικές παροχές σήμερα προτείνονται από το Εργατικό Κόμμα του Τ. Blair είναι σύμπτωμα περισσότερο της καταθλιπτικής φτώχειας ιδεών και του συντηρητισμού που χαρακτηρίζει τον τελευταίο, παρά της “ριζοσπαστικής τόλμης” για την οποία διάφοροι σχολιαστές τον συγχαίρουν ad nauseam.

Εκ πρώτης όψεως, το δίλημμα δεν φαίνεται και τόσο δυσεπίλυτο: στην εγχώρια εκδοχή του, η “έμφαση στις πολιτικές στήριξης των ασθενέστερων κοινωνικά και οικονομικά στρωμάτων” στον προϋπολογισμό, αντί της “εξανέμισης πόρων προς κάθε κατεύθυνση”, δείχνει σχεδόν αυτονόητη. Ωστόσο, η υπεροχή των επιλεκτικών παροχών γίνεται λιγότερο προφανής αν ληφθεί υπ' όψιν ότι ο ακριβής προσδιορισμός των ατόμων που ανήκουν στα “ασθενέστερα στρώματα” είναι συνήθως δύσκολος, ότι ο έλεγχος των προϋποθέσεων των παροχών συχνά υπερβαίνει τις δυνατότητες της δημόσιας διοίκησης, ότι τυχόν εκτεταμένη εφαρμογή τους θα εισήγαγε αντικίνητρα (το πρόβλημα της “παγίδας της φτώχειας”).

Επί πλέον, η προτίμηση προς τις οικουμενικές παροχές υπακούει σε μια πολιτική σκοπιμότητα: η πρόσβαση των μεσαίων ή και ανώτερων στρωμάτων σε υψηλής ποιότητας κοινωνικές παροχές συμβάλλει στην απόσπαση της συναίνεσης τους στα υψηλά επίπεδα φορολογίας που επιβάλλει η χρηματοδότηση των παροχών - κλειδί της πολιτικής διευθέτησης του Σκανδιναβικού μοντέλου. Αντίθετα, η εμμονή στις επιλεκτικές παροχές οδήγησε στο “στιγματισμό” των δικαιούχων, στην υπονόμευση, ιδιαίτερα στις Η.Π.Α., της συναίνεσης στα κοινωνικά προγράμματα εκ μέρους των μη δικαιούχων (της πλειοψηφίας δηλ. του εκλογικού σώματος) και, τελικά, στη σταδιακή αφαίμαξη των προγραμμάτων από πόρους. Οι θέσεις του “επαναστατημένου Κέντρου” του Α. Ανδριανόπουλου περί εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα που συνθλίβονται από τη φορολογία “χωρίς να απολαμβάνουν κοινωνικά αγαθά, αφού δεν υπάρχει κοινωνική υποδομή” αποτελούν πρόγευση των μηχανισμών συναίνεσης εναντίον των κοινωνικών προγραμμάτων.

Ποιες είναι, όμως, οι οικουμενικές παροχές στο σύστημα κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα οι οποίες οφείλουν να καταργηθούν και να αντικατασταθούν από επιλεκτικές; Το σύστημα βασίζεται στο θεσμό της ασφάλισης, που εξαρτά το δικαίωμα στις παροχές από την προηγούμενη καταβολή εισφορών εκ μέρους του εργαζομένου. Ακόμη και μεταξύ των ασφαλιστικών παροχών, η έμφαση δίνεται στις συντάξεις (60% περίπου των δαπανών κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα, ποσοστό σχεδόν διπλάσιο από το μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε.), ενώ τα ασφαλιστικά δικαιώματα π.χ. των ανέργων εξαντλούνται στους πρώτους 12 το πολύ μήνες από την απώλεια εργασίας.

Αντίθετα, η καταπολέμηση της φτώχειας δεν υπήρξε ποτέ στόχος κοινωνικής πολιτικής του κράτους στην Ελλάδα. Οι εισοδηματικές ενισχύσεις σε άτομα χαμηλού εισοδήματος είναι ανύπαρκτες, τα οικογενειακά επιδόματα του Ο.Α.Ε.Δ. και το επίδομα τρίτου παιδιού απορροφούν λιγότερο από 1% των δαπανών κοινωνικής προστασίας, ενώ τα στεγαστικά επιδόματα, δηλ. η επιδότηση ενοικίου ή επιτοκίου στεγαστικού δανείου από τον Ο.Ε.Κ., δεν ξεπερνούν το 0,2% των κοινωνικών δαπανών.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το συνταξιοδοτικό σύστημα, παρά τη μεγέθυνσή του (ή μάλλον, εξ αιτίας του στρεβλού χαρακτήρα της) κάθε άλλο παρά αποτελεσματικό εργαλείο καταπολέμησης της φτώχειας των ηλικιωμένων είναι: το συνολικό ποσοστό των ατόμων με εισόδημα κατώτερο του 50% του διαμέσου εισοδήματος στην Ελλάδα εκτιμάται σε 21%, αλλά το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ ατόμων ηλικίας 65 ετών και άνω φτάνει το 39%. Ούτε το Ε.Κ.Α.Σ., παρά τον ευφυή σχεδιασμό του, πρόκειται να συμβάλλει σημαντικά στη μείωση του ποσοστού: ο θεσμός δεν προβλέπει την ενίσχυση των χαμηλοσυνταξιούχων του Τ.Ε.Β.Ε. ή του Ο.Γ.Α. - ούτε, πολύ περισσότερο, ηλικιωμένων που δεν έχουν θεμελιώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης από κάποιο ταμείο.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση για την Κεντροαριστερά, την αριστερά ή, απλώς, την κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα δεν προάγεται ιδιαιτέρως από τη δίχως πολλή σκέψη μεταφορά φθαρμένων ιδεών. Οικουμενικές κοινωνικές παροχές προς αντικατάσταση στη χώρα μας δεν υπάρχουν - εκτός και αν υπονοείται π.χ. η δωρεάν παροχή ανώτατης εκπαίδευσης, που είναι ένα ενδιαφέρον, μα διαφορετικό θέμα. Αντίθετα, η δημιουργία ενός κοινωνικού ιστού ασφαλείας και η εγγύηση ενός ελαχίστου επιπέδου διαβίωσης σε όλους παραμένουν τα μοναδικά άξια λόγου ζητούμενα μιας συζήτησης, η οποία κινδυνεύει να μην ανοίξει ποτέ.