11 Μαρτίου 2018

Ο απόηχος των ιταλικών εκλογών

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 11 Μαρτίου 2018).

Οι εκλογές της περασμένης Κυριακής προκάλεσαν τεκτονικά ρήγματα στο πολιτικό σύστημα της Ιταλίας. Πρώτη δύναμη με διαφορά (και 32,7% των ψήφων) αναδείχθηκε το Κίνημα Πέντε Αστέρων: ένα κόμμα κατά των κομμάτων, «πέρα από την Αριστερά και τη Δεξιά», χωρίς πολλές ιδέες που να βγάζουν νόημα, που κατηγορεί συλλήβδην όλο το υπόλοιπο κομματικό σύστημα ως διεφθαρμένο, ενώ μέχρι πρόσφατα υποσχόταν δημοψήφισμα εξόδου από το ευρώ. Από την άλλη, ο κεντροδεξιός συνασπισμός, με 37% των ψήφων, πλησίασε το όριο του 40% που θα του επέτρεπε να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση. Εάν τα κατάφερνε, ως επικεφαλής της ισχυρότερης συνιστώσας στο εσωτερικό του, της Λέγκας (17,4%), που επικράτησε της Φόρτσα Ιτάλια του Σίλβιο Μπερλουσκόνι (14%), πρωθυπουργός θα γινόταν ο Ματτέο Σαλβίνι, σύμμαχος της Μαρίν Λεπέν και του Βίκτωρ Όρμπαν. Τέλος, το Δημοκρατικό Κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Ματτέο Ρέντσι ηττήθηκε κατά κράτος (18,7%), το ίδιο και ο κεντροαριστερός συνασπισμός του οποίου ηγήθηκε (22,8%). Μετά από αυτό το αποτέλεσμα, κανείς δεν ξέρει πώς θα κυβερνηθεί η χώρα – αν και το πιθανότερο σενάριο είναι μια κυβέρνηση όλων των κομμάτων ώστε να οδηγηθεί η χώρα σε εκλογές με νέο σύστημα. Μόνο που το πρόβλημα της Ιταλίας είναι σοβαρότερο: ο κατακερματισμός είναι πραγματικός και βαθύς, οι κυριότερες πολιτικές δυνάμεις έχουν ελάχιστα κοινά σημεία, οι προτάσεις τους είναι ασύμβατες μεταξύ τους.

Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ; Νομίζω ότι οι επικρατέστερες ερμηνείες για την άνοδο του λαϊκισμού – οικονομική ανασφάλεια, πολιτισμική ανασφάλεια λόγω μετανάστευσης, και γενικευμένη αμφισβήτηση του πολιτικού κατεστημένου – έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση της Ιταλίας. Το 1998 το βιοτικό επίπεδο της χώρας ήταν στο 105,2% του μέσου όρου της Ευρώπης των 15 κρατών μελών (προ της διεύρυνσης του 2004). Είκοσι χρόνια αργότερα έχει πέσει στο 88,7%. Τα χρόνια της κρίσης η σχετική υστέρηση έγινε απόλυτη, καθώς το εθνικό εισόδημα παραμένει χαμηλότερο από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν το 2008. Όσο για τη μετανάστευση, σχεδόν έξη εκατομμύρια νόμιμοι κάτοικοι (8% του πληθυσμού) είχαν γεννηθεί στο εξωτερικό σύμφωνα με την τελευταία έκθεση του ΟΗΕ (για το 2013, δηλ. πριν από την προσφυγική κρίση). Λιγότεροι πάντως από ό,τι στη Γερμανία (12 εκατομμύρια, 15% του πληθυσμού), στη Γαλλία ή στην Ισπανία. Άγνωστος αριθμός βρίσκονταν στη χώρα χωρίς χαρτιά. Οι μισοί νόμιμοι (και όλοι οι παράνομοι) μετανάστες προέρχονταν από χώρες εκτός Ευρώπης.

Η αδυναμία του πολιτικού συστήματος να σταματήσει την οικονομική στασιμότητα και να διαχειριστεί με επιτυχία το μεταναστευτικό κύμα δεν είναι ιταλικό φαινόμενο: σχετίζεται με την απώλεια ελέγχου των εθνικών κυβερνήσεων απέναντι σε φαινόμενα που τις ξεπερνούν (παγκοσμιοποίηση της οικονομίας, μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, για να μην αναφερθούμε στην περιβαλλοντική κρίση). Εκδηλώνεται όμως σε μεγαλύτερη ένταση στην Ιταλία, λόγω της αδυναμίας των πολιτικών ελίτ της χώρας να αποβάλουν την αυτοαναφορικότητα, να επιβάλουν έναν υψηλότερο τόνο στη δημόσια ζωή, να εκπροσωπήσουν υγιέστερες δυνάμεις στην οικονομία και στην κοινωνία, να πάρουν αποστάσεις από επιμέρους συμφέροντα, να επιβληθούν στο οργανωμένο έγκλημα.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρουσιάζεται με νέα ένταση η ιστορική διαίρεση της χώρας ανάμεσα στον προηγμένο Βορρά και στον πιο καθυστερημένο Νότο. Στη Νότια Ιταλία, όπου τα εισοδήματα είναι χαμηλότερα, η ανεργία υψηλότερη, και η ποιότητα των δημοσίων υπηρεσιών χειρότερη, θριάμβευσε το Κίνημα Πέντε Αστέρων. Στη Βόρεια Ιταλία, όπου ζουν οι περισσότεροι ξένοι, αφού εκεί υπάρχουν περισσότερες δουλειές, επικράτησε ο κεντροδεξιός συνασπισμός και το κόμμα της Λέγκας. Μια άλλη διαίρεση είναι μεταξύ πόλεων και υπαίθρου: στα μεγάλα αστικά κέντρα τα πήγαν καλύτερα τα καθιερωμένα κόμματα, ενώ στην επαρχία τα αντισυστημικά. Είναι χαρακτηριστική η σύγκριση δύο πόλεων. Στο Μιλάνο, μια από τις δυναμικότερες πόλεις στον κόσμο, ατμομηχανή της ιταλικής οικονομίας, το Δημοκρατικό Κόμμα ήρθε καθαρά πρώτο, με ποσοστό μιάμιση φορά υψηλότερο από ό,τι στο σύνολο της χώρας (27%), ενώ το Κίνημα Πέντε Αστέρων έμεινε στο μισό σχεδόν του εθνικού του ποσοστού (17%). Σε επίπεδο συνασπισμών, η νίκη της κεντροδεξιάς επί της κεντροαριστεράς ήταν οριακή (37,5% έναντι 36,6%). Αντίθετα, στη Νάπολη, συνώνυμο της οικονομικής καθυστέρησης και της κυριαρχίας της Καμόρρα, όπου για τους περισσότερους νέους δεν υπάρχει καν ορατή προοπτική κανονικής δουλειάς, το Κίνημα Πέντε Αστέρων ξεπέρασε το 52% των ψήφων.

Το περιγράφει καλά σε άρθρο του στην εφημερίδα «Ρεπούμπλικα» ο Ρομπέρτο Σαβιάνο, ναπολιτάνος, συγγραφέας του βιβλίου «Γόμορρα»: «Στην Ιταλία στις 4 Μαρτίου κέρδισε η δυσφορία, δεν κέρδισε η ελπίδα και δεν κέρδισε η επιθυμία για ένα καλύτερο μέλλον. Στις 4 Μαρτίου κέρδισε η ιδέα ενός κράτους κλειστού, ενός έθνους με αδιαπέραστα σύνορα, αδιαπέραστα για τους ανθρώπους, όχι για τα κεφάλαια του εγκλήματος (για αυτά τα σύνορα είναι πάντοτε ανοιχτά). Στις 4 Μαρτίου κέρδισε ο ευρωσκεπτικισμός, στον απόηχο του Brexit και του Τραμπ, και ηττήθηκε η ιδέα μιας Ευρώπης ενωμένης και υπερήφανης για τα δικαιώματά της, που την είχαν κάνει τον καλύτερο τόπο για να ζει κανείς. Στις 4 Μαρτίου κέρδισε μια παράξενη μορφή μηδενισμού, που διακηρύσσει την ελευθερία του από κάθε λογική, την ελευθερία να είναι κανείς κακός. Αλλά ποια ήταν η εναλλακτική; Αυτή τη φορά δεν υπήρχε. Η Λέγκα και το Κίνημα Πέντε Αστέρων κέρδισαν επειδή από την άλλη πλευρά δεν υπήρχε τίποτε. Δεν υπήρχε πια τίποτε.»

6 Μαρτίου 2018

Η Ιταλία σε περιπέτειες

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Τρίτη 6 Μαρτίου 2018).

Το αποτέλεσμα των ιταλικών εκλογών της περασμένης Κυριακής έδειξε ότι οι πανηγυρισμοί για την ήττα του λαϊκισμού μετά τις ολλανδικές και ιδίως τις γαλλικές προεδρικές εκλογές ήταν τουλάχιστον πρόωροι. Δεν είναι μόνο η περηφανής πρωτιά του «Κινήματος Πέντε Αστέρων», ενός αλλοπρόσαλλου σχηματισμού που τον χαρακτηρίζει ένα ιδιότυπο μείγμα ιδεολογικής αφέλειας, πολιτικής αλαζονείας και διαχειριστικής ανικανότητας. Αλλά και η επικράτηση της «Λέγκας» του Ματτέο Σαλβίνι σε βάρος της «Φόρτσα Ιτάλια» του Σίλβιο Μπερλουσκόνι στο εσωτερικό του νικηφόρου κεντροδεξιού συνασπισμού.

Νομίζω ότι δεν έχει προσεχθεί αρκετά το γεγονός ότι η «Λέγκα» δεν είναι πια το τοπικιστικό κίνημα των μικροεπιχειρηματιών στις πόλεις και στις κωμοπόλεις της Λομβαρδίας και του Βένετο. Υπό νέα πλέον διεύθυνση έχει επεκταθεί σε ολόκληρη τη χώρα, κηρύσσοντας την αντίθεση στο ευρώ και τη δυσανεξία προς τους μετανάστες. (Οι ψηφοφόροι φαίνεται να επικροτούν: Στη Ματσεράτα, στη Ν. Ιταλία, όπου ένας υποψήφιος της «Λέγκας» σε προηγούμενες εκλογές πυροβόλησε από το αυτοκίνητό του μαύρους εργάτες γης, και όταν τον κύκλωσε η αστυνομία παραδόθηκε τυλιγμένος με την ιταλική τρικολόρε, η Λέγκα πήρε 21%, έναντι 0,6% το 2013.) Στο δε εξωτερικό ο Σαλβίνι συντονίζεται με το «Εθνικό Μέτωπο» της Μαρίν Λεπέν και βγάζει σέλφι με τον Ούγγρο πρωθυπουργό Βίκτορ Όρμπαν, θεωρητικό (και πρακτικό) της «ανελεύθερης δημοκρατίας». Ο οποίος Όρμπαν, το 2015, σαμποτάροντας το σχέδιο της Άνγκελα Μέρκελ για πιο ισόρροπη κατανομή των προσφύγων στα κράτη μέλη της ΕΕ, φόρτωσε με δυσανάλογα βάρη την Ιταλία – αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα, μπροστά στα ιδεώδη που ενώνουν τους δύο άνδρες. 

Το Δημοκρατικό Κόμμα, με ποσοστό 18,7%, υπέστη βαριά ήττα. Πλήρωσε τις υπερφίαλες υποσχέσεις του Ματτέο Ρέντσι, ο οποίος θα ξεφορτωνόταν την παλιά φρουρά του κόμματός του και μετά θα ξεμπλόκαρε μόνος του την Ιταλία. Το πρώτο το κατάφερε – και το πλήρωσε με τη διάσπαση και τη χωριστή κάθοδο στις εκλογές ενός κόμματος στα αριστερά του (το οποίο απέτυχε και αυτό, με 3,4% των ψήφων). Το δεύτερο, όχι: παρά κάποιες αξιόλογες μεταρρυθμίσεις, η Ιταλια παραμένει μια μπλοκαρισμένη χώρα, σε οικονομική στασιμότητα από τη δεκαετία του ’90, συνεπώς σε σχετική υποχώρηση έναντι των άλλων χωρών και ιδίως εκείνων του ευρωπαϊκού βορρά, που αναπτύσσεται πολύ ταχύτερα.

Και τώρα; Τόσο ο Λουίτζι Ντι Μάιο, ως υποψήφιος του πρώτου κόμματος, του «Κινήματος Πέντε Αστέρων», όσο και ο Σαλβίνι, ως ηγέτης του μεγαλύτερου κόμματος του πρώτου σε ψήφους συνασπισμού, διεκδικούν την πρωθυπουργία. Θα είναι δύσκολο να το πετύχουν. Προς το παρόν, φαίνεται πιθανότερη άλλη μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας με εντολή την αλλαγή του εκλογικού νόμου, ώστε να μπορεί ο νικητής των εκλογών να αποκτά πλειοψηφία εδρών στη Βουλή και στη Γερουσία με ποσοστό χαμηλότερο από το 40% του τωρινού νόμου.

Οι πατέρες της Ιταλικής Δημοκρατίας, οι οποίοι είχαν γράψει το Σύνταγμα του 1946 με κύρια έγνοια να εμποδίσουν έναν άλλο Μουσολίνι να κατακτήσει εύκολα την εξουσία αξιοποιώντας τις δυνατότητες που παρέχει το δημοκρατικό παιγνίδι, θα στριφογυρίζουν στους τάφους τους.

18 Ιανουαρίου 2018

«Σας είπα εγώ Γερμανοτσολιάδες;»

Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 18 Ιανουαρίου 2018).

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, ο κ. Τσακαλώτος θίχτηκε που ο Γ. Ψαριανός θύμισε στη Βουλή – χωρίς να αναφέρεται στον ίδιο - την προσφιλή ύβρι του πάλαι ποτέ αντιμνημονιακού μπλοκ. Όπως ισχυρίστηκε στην απάντησή του ο υπουργός οικονομικών, ούτε ο ίδιος ούτε άλλοι υπουργοί που βρίσκονταν εκείνη την ώρα στα έδρανα είχαν αποκαλέσει ποτέ κάποιον «γερμανοτσολιά». «Σας προκαλώ. Βρείτε έστω και μια φορά να έχω πει κάτι τέτοιο», είπε χαρακτηριστικά.

Πολύ ωραία, ας μην αμφισβητήσουμε την ειλικρίνεια του κ. υπουργού. Ας δεχθούμε ότι δεν είπε ποτέ κάτι τέτοιο ο ίδιος. Αλλά αφού μας προκαλεί ...

Γνωρίζοντας το εκλεπτυσμένο μυαλό του κ. Τσακαλώτου, υποψιάζομαι ότι το κλειδί για την ερμηνεία της φράσης του είναι η αποστροφή περί υπουργών που ήταν εκείνη την ώρα στα έδρανα. Μάλλον θα απουσίαζαν εκείνη την ώρα ο κ. Καμμένος, ο κ. Κοτζιάς και οι υπόλοιποι επαγγελματίες εθνοσωτήρες του υπουργικού συμβουλίου. Θα είχαν να φροντίσουν κάποια επείγουσα κρατική υπόθεση (π.χ. πώς να παραδώσουν στον Ερντογάν τους 8 ανθρώπους που ζήτησαν άσυλο στη χώρα μας, για να τους δικάσει στην Τουρκία, ως γνωστόν εκεί η δικαιοσύνη είναι πιο αδέκαστη). Αφού όμως δεν ήταν εκείνη την ώρα στα έδρανα, δίκιο έχει ο κ. Τσακαλώτος.

Αλλά μισό λεπτό: Ποιος είχε δηλώσει από προεκλογικό μπαλκόνι, το μακρινό 2012, αναφερόμενος στην κυβέρνηση Παπαδήμου, ότι «κάποιοι Έλληνες δεν είναι και τόσο Έλληνες: αυτοί που μας κυβερνούν»; Μήπως ο Αλέξης Τσίπρας, πολιτικός προϊστάμενος του κ. Τσακαλώτου; Αφού όμως ο πρωθυπουργός δεν είναι υπουργός, είτε ήταν στα έδρανα είτε όχι, πάλι δίκιο έχει ο κ. Τσακαλώτος.

Και ποιος επιφανής οικονομολόγος, στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, το ακόμη πιο μακρινό 2011, το καλοκαίρι της αγανάκτησης, κοσμούσε με την παρουσία του τα αυτοσχέδια/εναλλακτικά/ριζοσπαστικά πάνελ της κάτω πλατείας, για να συζητήσει μαζί με την αφρόκρεμα της αριστερής διανόησης στην Ελλάδα και παγκοσμίως τις εθνικά υπερήφανες λύσεις στην ελληνική κρίση: σεισάχθεια, διαγραφή χρέους, και διάφορα άλλα μαγικά; Μήπως ο σημερινός υπουργός οικονομικών; (Ο οποίος ως γνωστόν με το που ανέλαβε υπουργός αγωνίζεται νυχθημερόν για να υλοποιήσει τη σεισάχθεια και τη διαγραφή χρέους.) Ή πάλι τον αδικούμε;

Μπορεί να μην το θυμάται. Μπορεί να ήταν υπερβολικά απορροφημένος από την υψηλού επιπέδου ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των καλύτερων μυαλών της χώρας. (Ήταν και ο Κατρούγκαλος στο πάνελ. Και ο Καζάκης.) Τόσο απορροφημένος που δεν άκουγε τις μάζες γύρω του, τους ίδιους τους ακροατές του, Συριζαίους και αριστεριστές, σε αγαστή σύμπνοια με τους Καμμένους και τους χρυσαυγίτες της πάνω πλατείας, να ουρλιάζουν για κρεμάλες και για μπουρδέλα που πρέπει να καούν.

Ίσως πάλι όντως να τον αδικούμε. Ίσως να ενοχλήθηκε από την αισθητική του πράγματος. Δεν θα ήταν συνηθισμένος σε τέτοια, στην Οξφόρδη και στο St Paul’s. Οπότε μάλλον θα ενοχλήθηκε. Και τότε – στην πλατεία των λυντσαρισμάτων – και ύστερα – κάθε φορά που σύντροφοι ή συναγωνιστές του αντιμνημονιακού μετώπου συκοφαντούσαν τους αντιπάλους τους με χυδαιότητες και κηρύγματα μίσους. Τι καλά όμως έκρυψε όλα αυτά τα χρόνια την ενόχλησή του αυτή! Με πόση αυταπάρνηση έβαλε την ενότητα του Αγώνα πάνω από τα προσωπικά (θα τολμούσε κανείς να πει: μπουρζουάδικα) αισθήματά του! Τι θυσίες έχει κάνει για το καλό της Υπόθεσης!

Αναρωτιέμαι αν τελικά άξιζε τον κόπο. Τόσες εκπτώσεις για μια θέση στο υπουργικό συμβούλιο; Μαζί με τον Πολλάκη και τον Σπίρτζη;

Υποθέτω ότι όλα αυτά ο κ. Τσακαλώτος θα προτιμούσε να τα ξεχάσουμε. Δυστυχώς για τον ίδιο, θα τα θυμόμαστε.

29 Δεκεμβρίου 2017

Τα διλήμματα του 2018

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Παρασκευή 29 Δεκεμβρίου 2017).

Θα βγούμε από την κρίση το 2018; Η «φθινοπωρινή πρόγνωση» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τους ρυθμούς ανάπτυξης στις χώρες της ΕΕ αφήνει λίγα περιθώρια αισιοδοξίας: η επίδοση της Ελλάδας αναμένεται τελικά να διαμορφωθεί σε 1,6% το 2017 (έναντι πρόγνωσης 2,1% τον περασμένο Μάιο και 2,7% τον Φεβρουάριο). Η εκτίμηση αυτή επιβεβαιώνει κάτι που υποψιαζόμασταν ήδη: ότι δηλαδή η εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας έχει σχήμα L, όχι U. Με άλλα λόγια, μετά την τεράστια συρρίκνωση του 2010-2013, την αναιμική ανάκαμψη του 2014, και τη νέα ύφεση του 2015-2016, μας περιμένει η καθήλωση της οικονομίας σε χαμηλούς ρυθμούς ανάπτυξης φέτος και του χρόνου. Και όλα αυτά τη στιγμή που οι προβλέψεις για τις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας που είχαν πληγεί περισσότερο από την κρίση αναθεωρούνται προς τα πάνω: Πορτογαλία 2,6% (από 1,8%), Ισπανία 3,1% (από 2,8%), Ιρλανδία 4,8% (από 4,0%). Η ελληνική εξαίρεση, η απόκλιση της χώρας μας από την υπόλοιπη δυτική Ευρώπη, καλά κρατεί.

Τι φταίει και η οικονομία ασθμαίνει, η ανεργία μειώνεται αργά, οι νέες θέσεις εργασίας είναι τόσο κακοπληρωμένες; Το δομικό πρόβλημα είναι ότι μετά την κατάρρευση του προηγούμενου μοντέλου ανάπτυξης (κατανάλωση με δανεικά), η οικονομία πασχίζει να μετακινηθεί σε ένα άλλο, υγιέστερο. Το πολιτικό πρόβλημα είναι ότι ο συνασπισμός που κυβερνά τη χώρα δεν δείχνει να καταλαβαίνει καν ότι χωρίς βελτίωση της παραγωγικότητας, χωρίς επένδυση στη γνώση, χωρίς αναβάθμιση των δεξιοτήτων, χωρίς περισσότερο ανταγωνισμό στην αγορά αγαθών, χωρίς όσα άλλα υπαγορεύει η κοινή λογική (και περιέχει η εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ, στην οποία κατά τα άλλα ομνύει το οικονομικό επιτελείο), δεν πρόκειται να ξεκολλήσουμε ποτέ από τη μετριότητα.

Δεν θα έπρεπε να εκπλήσσει κανέναν η εξέλιξη αυτή. Επί Βαρουφάκη, η οικονομική πολιτική της κυβέρνησης άρχιζε και τελείωνε στην αυταπάτη ότι με την αρρενωπή και πανούργα διαπραγμάτευσή του οι ευρωπαίοι εταίροι θα μας χάριζαν τα χρέη (και μπορεί και να μας ζητούσαν και συγγνώμη που μας άφησαν να ρίξουμε την οικονομία στα βράχια). Επί Τσακαλώτου, δεν υπάρχει παρά η προσδοκία ότι κάποια στιγμή πριν από τις επόμενες εκλογές οι εταίροι μας θα κάνουν αυτό για το οποίο είχαν δεσμευθεί από το 2012. Δεν αποκλείεται να συμβεί.

Εν τω μεταξύ, σταδιακά παίρνει σάρκα και οστά ένα παραγωγικό μοντέλο που μοιάζει απελπιστικά με το προηγούμενο, αλλά είναι χειρότερο. Επιχειρηματίες με οικονομική επιφάνεια αδιευκρίνιστης προέλευσης αγοράζουν ποδοσφαιρικές ομάδες και μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποκτώντας πολιτική επιρροή, η οποία με τη σειρά της τους εξασφαλίζει πρόσβαση σε επικερδείς συμφωνίες με το κράτος σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος. Όσο για τον στρατηγικό σχεδιασμό της κυβέρνησης για την οικονομία, αυτή δείχνει να εξαντλείται στην διευκόλυνση της διείσδυσης φίλιων επιχειρηματικών δυνάμεων. Με προπέτασμα καπνού τις ιδιοτελείς κορώνες περί πάταξης της διαπλοκής, η κυβέρνηση απεργάζεται συστηματικά τη «διαπλοκή των ημετέρων».

Όλα αυτά θα ήταν αρκούντως ανησυχητικά αν αφορούσαν απλώς την οικονομία. Το πρόβλημα είναι ότι εντάσσονται στην κοσμοθεωρία της σημερινής κυβέρνησης, στη δυσανεξία της προς ό,τι δεν ελέγχει, στην ανοιχτή εχθρότητά της προς τους θεσμούς που σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία θέτουν όρια στην αυθαιρεσία της εξουσίας. Για αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσεται κανείς που ο Τσίπρας και ο Καμμένος θαυμάζουν τον Πούτιν, που νιώθουν πιο άνετα με τον Τραμπ παρά με τον Ομπάμα, ή που υπόσχονται στον Ερντογάν την απέλαση όσων φυγάδων βρήκαν άσυλο στη χώρα μας.

Με αυτά τα δεδομένα, το δίλημμα που θα αντιμετωπίσει η χώρα το 2018 μπορεί να συνοψιστεί ως επαναφορά στον ευρωπαϊκό κανόνα ή εκτροπή προς μια «ανελεύθερη δημοκρατία». Αυτό θα είναι και το διακύβευμα των επόμενων εκλογών, κατά πάσα πιθανότητα μέσα στη χρονιά που έρχεται.

Για αυτό προξενεί εντύπωση η πολιτική ίσων αποστάσεων που φαίνεται να έχει υιοθετήσει η ηγέτις της ενωμένης κεντροαριστεράς μετά τη νίκη της στις προκριματικές εκλογές του Νοεμβρίου. Κανένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να επιτρέψει να θεωρείται δεδομένη η συναίνεσή του σε μετεκλογικές συνεργασίες προτού καν προκηρυχθούν οι επόμενες εκλογές. Αλλά ακόμη και η απλή υπόνοια ότι το Κίνημα Αλλαγής, ή όπως αλλιώς θα λέγεται, μπορεί να στηρίξει κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (χωρίς ΑΝΕΛ) θα αρκούσε για να στείλει μερικές εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους στην κάλπη της ΝΔ, επιτρέποντας στην τελευταία να μονοπωλήσει τον συμπαγή χώρο του «Μένουμε Ευρώπη».

Και η πολιτική γεωγραφία; Ίσως στο μέλλον ο ΣΥΡΙΖΑ μετεξελιχθεί σε κάτι λιγότερο απεχθές, π.χ. σε ένα κανονικό κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς που απορρίπτει τη βία, καταγγέλλει τα αυταρχικά καθεστώτα, απορρίπτει τον εθνικισμό, σέβεται τους δημοκρατικούς κανόνες. Τότε και μόνο τότε, από θέση ισχύος, θα δικαιούται η κεντροαριστερά να εξετάσει το ενδεχόμενο να κυβερνήσει μαζί με έναν μεταμελημένο μετα-ΣΥΡΙΖΑ. Μέχρι τότε, οι κανόνες της πολιτικής γεωγραφίας θα παραμένουν όπως ακριβώς τους άφησε ο σημερινός ΣΥΡΙΖΑ όταν επέλεξε να συμπήξει αντιμνημονιακό μέτωπο με την ψεκασμένη ακροδεξιά: σε αναστολή.

23 Νοεμβρίου 2017

Η οικονομική πολιτική στα χρόνια των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ

Συνυπογράφεται από τους Δημήτρη Σκάλκο και Μάνο Ματσαγγάνη. Δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017).

Η κυνική παραδοχή των επικεφαλής του οικονομικού επιτελείου της κυβέρνησης ότι η φορολογική επιβάρυνση των (συνεπών) μεσαίων στρωμάτων αποτελεί συνειδητή επιλογή προκειμένου να ενισχυθούν οι περισσότερο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες αποκαλύπτει τις αντιφάσεις της οικονομικής πολιτικής στα χρόνια των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ.

Πρώτον, η υποχρέωση της επίτευξης των (μακροπρόθεσμα ανέφικτων) υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων που η ελληνική κυβέρνηση πρόθυμα έσπευσε να συμφωνήσει με τους εταίρους της (Eurogroup 15.6.2017) λειτουργεί αντι-αναπτυξιακά. Το κοινωνικό μέρισμα πρέπει να προκύπτει ως πλεόνασμα μιας δυναμικής ανάπτυξης και όχι ως αφαίμαξη αναγκαίων πόρων από την πραγματική οικονομία. Οι υψηλές φορολογικές και ασφαλιστικές επιβαρύνσεις των επιχειρήσεων αποθαρρύνουν την ανάληψη επιχειρηματικών σχεδίων σε μια οικονομία που υποφέρει από την από-επένδυση. Οι αναιμικές αναπτυξιακές επιδόσεις της οικονομίας και τα υψηλά πλεονάσματα στερούν το αναγκαίο «δημοσιονομικό μαξιλάρι» που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για τη χρηματοδότηση δημοσίων επενδύσεων και την ενίσχυση των ανεπαρκών κοινωνικών δαπανών. Το κοινωνικό κόστος της αδύναμης ανάπτυξης (επιχειρήσεις που δεν μεγάλωσαν, θέσεις εργασίας που δεν δημιουργήθηκαν, αμοιβές που δεν κερδήθηκαν) είναι απείρως μεγαλύτερο από το όποιο όφελος του «κοινωνικού πακέτου» της κυβέρνησης.

Δεύτερον, στα χρόνια της κρίσης αυξήθηκε κατακόρυφα η ανάγκη για κοινωνική προστασία καθιστώντας ολοφάνερη την αναποτελεσματικότητα του ακολουθούμενου μοντέλου κοινωνικής πολιτικής. Ωστόσο, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν επέδειξε την παραμικρή πρόθεση να προωθήσει αλλαγές στο διαχρονικά στρεβλό σύστημα κοινωνικής προστασίας που προστάτευε (και συνεχίζει εν πολλοίς να προστατεύει) τους «εντός συστήματος» εργαζόμενους σε βάρος των υπολοίπων. Στην περίοδο της «αγανακτισμένης» και αντι-μνημονιακής αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ αντιδρούσε σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταρρύθμισης του αναποτελεσματικού κοινωνικού κράτους, σπεύδοντας να ταυτιστεί με κάθε συντεχνιακό αίτημα. Και σήμερα, τα βήματα εκσυγχρονισμού της κοινωνικής πολιτικής πραγματοποιούνται υπό την πίεση των διεθνών οργανισμών (Ε.Ε., ΔΝΤ, ΟΟΣΑ, Παγκόσμια Τράπεζα) και παρά την αρχική αντίθεση της κυβέρνησης (όπως έδειξε το κωμικό και παρατεταμένο κατενάτσιο της κ. Φωτίου και άλλων στο ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, προτού τελικά το αποδεχθούν και το διεκδικήσουν ως δική τους ιδέα).

Τρίτον, τα τελευταία χρόνια στο εργασιακό και κοινωνικό περιβάλλον έχουν εμφανιστεί φαινόμενα που απαιτούν μεγάλη προσοχή, με σημαντικότερα την παιδική φτώχεια σε νοικοκυριά χωρίς κανένα εργαζόμενο, και την εργασιακή επισφάλεια του νέου «πρεκαριάτου». Για την αντιμετώπισή τους, το πολιτικό σύστημα έχει επιδείξει εγκληματική αδιαφορία: μόλις το 12,8% των ανέργων εισέπραξε κάποιο επίδομα ανεργίας το 2016. Αντίθετα, η κυβέρνηση μοιάζει μάλλον να καλοδέχεται την υπερ-απόδοση του πρωτογενούς πλεονάσματος, κάτι που της επιτρέπει να εντάσσει το «κοινωνικό μέρισμα» στους εκλογικούς σχεδιασμούς της, αλλά και να ενισχύσει εκείνες τις ομάδες που θεωρεί προνομιακούς συνομιλητές της. Σε αυτό η «γενναιοδωρία» της δεν διαφέρει από εκείνη των υπόλοιπων ανά τον κόσμο λαϊκιστών: των περονιστών στην Αργεντινή των Κίρχνερ, ή των θιασωτών της «ανελεύθερης δημοκρατίας» στην Πολωνία του Κασύνσκι και στην Ουγγαρία του Όρμπαν.

Τέταρτον, η κυβέρνηση δεν φαίνεται να αντιλαμβάνεται ορθά την σημερινή κοινωνική πραγματικότητα. Με το «κοινωνικό ασανσέρ» να βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, τα υποζύγια της μεσαίας τάξης έχουν προ πολλού εξαντλήσει την φοροδοτική τους ικανότητα (όπως άλλωστε καταδεικνύεται από τα διαρκώς μειούμενα φορολογικά έσοδα). Την ίδια στιγμή, οι επιδόσεις της κυβέρνησης στον περιορισμό της ξέφρενης φοροδιαφυγής είναι απογοητευτικές (ίσως ηθελημένα απογοητευτικές, ως αντίβαρο στην αύξηση των φορολογικών συντελεστών). Αντίθετα, οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα επιβάλλουν κοινωνικές συναινέσεις και δίκαιη κατανομή των βαρών της δημοσιονομικής προσαρμογής, χωρίς αναχρονιστικές «ταξικές» προσεγγίσεις.

Στην σημερινή εποχή των παγκοσμιοποιημένων αγορών, η φορολογική και η κοινωνική πολιτική πρέπει να αλληλοσυμπληρώνονται στο πλαίσιο μιας δυναμικής, ανταγωνιστικής και εξωστρεφούς οικονομίας που στηρίζει την απασχόληση και  διανέμει με δίκαιο τρόπο το μέρισμα ευημερίας στα μέλη της κοινωνίας. Σε μια οικονομία που παραμένει καθηλωμένη σε παραλυτική στασιμότητα, τα μικροπολιτικά παιχνίδια και οι ιδεοληπτικοί σχεδιασμοί της κυβέρνησης κινούνται απελπιστικά χαμηλά – πολύ χαμηλότερα των ελάχιστων απαιτήσεων για βιώσιμη ανάκαμψη. Με τέτοιες πολιτικές θα αργήσουμε και άλλο να βγούμε από την κρίση.

13 Νοεμβρίου 2017

6 σκέψεις για τις εκλογές στην Κεντροαριστερά

Αναρτήθηκε στη σελίδα μου στο facebook (Δευτέρα 13 Νοεμβρίου 2017), ενώ στη συνέχεια δημοσιεύτηκε στην «Athens Voice» (Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017).

Δεν θέλω να παραστήσω τον βαθυστόχαστο σχολιαστή των κεντροαριστερών πραγμάτων (ιδίως από εδώ που βρίσκομαι*).

Αλλά 2-3 πράγματα μου φαίνονται αυτονόητα:

1. Η εκσυγχρονιστική / φιλελεύθερη / ευρωπαϊκή κεντροαριστερά που ονειρεύονται κάτι τύποι σαν και μένα αφενός δεν τα πηγαίνει πολύ καλά ούτε στην Ευρώπη, αφετέρου παραμένει απελπιστικά μειοψηφική υπόθεση στην Ελλάδα.

2. Το πρόβλημα εντοπίζεται τόσο στην πλευρά της "προσφοράς" (αριθμός και ικανότητα των στελεχών του χώρου, ετοιμότητά τους να ασχοληθούν με την πολιτική στα σοβαρά και όχι περιστασιακά), όσο και στην πλευρά της "ζήτησης" (αναιμικό ειδικό βάρος των εργαζομένων στους δυναμικούς τομείς της οικονομίας, τα συμφέροντα των οποίων θα έπρεπε να προάγουν οι εξωστρεφείς πολιτικές μιας εκσυγχρονιστικής κεντροαριστεράς).

3. Με δεδομένα τα παραπάνω, η αυτόνομη εκπροσώπηση αυτού του χώρου δεν έχει αποδώσει μέχρι τώρα και δεν βλέπω πώς θα αποδώσει στο εγγύς μέλλον (σε αυτό που είμαστε όλοι ακόμη ζωντανοί, με λίγη τύχη).

4. Κατά συνέπεια, δύο επιλογές ανοίγονται για το χώρο αυτό στην επόμενη περίοδο: Είτε η ιδιώτευση / παραίτηση / τήρηση χαμηλού προφίλ από τους ανθρώπους που αναγνωρίζονται σε αυτόν, που στις κάλπες των βουλευτικών εκλογών μπορεί να εκφραστεί με υποστήριξη της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη (εάν δεν τους εκνευρίσει η βαθιά δεξιά). Είτε η αποδοχή της σκληρής πραγματικότητας ότι η οργανωμένη κεντροαριστερά στην Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό σημαίνει αυτό που έχει μείνει από το πάλαι ποτέ κραταιό ΠΑΣΟΚ, που (στο βαθμό που θέλει κανείς να παραμένει κεντροαριστερός) λογικά συνεπάγεται προσχώρηση στο νέο φορέα και συνδιαμόρφωση των πολιτικών του, έστω και από θέσεις μειοψηφίας.

5. Όσοι από τους μη-ΠΑΣΟΚ ηττημένους της χθεσινής ψηφοφορίας βρουν το κουράγιο να κάνουν τη δεύτερη επιλογή, θα επανασυνδεθούν με μια ευγενή ιστορική παράδοση που υπαγορεύει στους φορείς των πιο προωθημένων ρευμάτων της παράταξης όχι απλώς μια "λαϊκότητα" αλλά και τη συστηματική εκπροσώπηση των συμφερόντων υπολογίσιμων κοινωνικών ομάδων. Η σοσιαλδημοκρατία του Πάλμε και του Μπραντ, ο ευρωκομμουνισμός του Μπερλινγκουέρ, ακόμη και ο εκσυγχρονισμός του Σημίτη, υπήρξαν μαζικά φαινόμενα - όχι ναρκισιστικές παρέες σνομπ διανοουμένων που νομίζουν ότι έχουν πάντα δίκιο.

6. Σε κάθε περίπτωση, όσοι από εμάς προερχόμαστε από την εκτός ΠΑΣΟΚ κεντροαριστερά, και υποστηρίξαμε έναν από τους ηττημένους της χθεσινής ψηφοφορίας, οφείλουμε απέραντο και ειλικρινή σεβασμό στους 210 χιλ. ανθρώπους που στήθηκαν ώρες στην ουρά για να ψηφίσουν. Αυτός είναι ο λαός της κεντροαριστεράς στην Ελλάδα, σήμερα - όχι σε κάποια άλλη χώρα και άλλη εποχή. Και αν αυτός ο λαός μέχρι τώρα δεν δείχνει να μας έχει εμπιστευθεί πολύ, μάλλον κάτι θα πρέπει να κάνουμε αν θέλουμε να κερδίσουμε την εμπιστοσύνη του.

(6 πράγματα έγραψα τελικά. Αλλά ποιος μετράει ...)


* Αυτό το κείμενο γράφτηκε στις ΗΠΑ: την περίοδο εκείνη ήμουν επισκέπτης ερευνητής στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης.

12 Νοεμβρίου 2017

Σε τι χρησιμεύει η κεντροαριστερά;

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Κυριακή 12 Νοεμβρίου 2017).

Φαίνεται τελευταία να πληθαίνουν όσοι ισχυρίζονται ότι η κεντροαριστερά δεν έχει λόγο ύπαρξης. Σε δύο κατηγορίες ανήκουν οι περισσότεροι. Οι μεν θεωρούν ότι η «μετριοπαθής» και «ευρωπαϊκή» στροφή του ΣΥΡΙΖΑ θα καλύψει το χώρο αυτό. Οι δε ανησυχούν ότι η ανάκαμψη της κεντροαριστεράς θα καθυστερούσε ή θα δυσκόλευε το μείζονα στόχο της απαλλαγής από τη σημερινή κυβέρνηση.

Νομίζω ότι και οι μεν και οι δε κάνουν λάθος. Ο ΣΥΡΙΖΑ μόνο τριτοκοσμικού τύπου κεντροαριστερά μπορεί να γίνει, και για να συμβεί αυτό πρέπει η χώρα να συνεχίσει να απομακρύνεται από τις δυτικοευρωπαϊκές νόρμες, μοιάζοντας όλο και περισσότερο με τις «ανελεύθερες δημοκρατίες» τύπου Ουγγαρίας ή Τουρκίας. Όσο για τη ΝΔ, το ερώτημα δεν είναι εάν μπορεί να μας απαλλάξει από τη σημερινή κυβέρνηση, αλλά από τις παθογένειες που την έφεραν στην εξουσία.

Και όμως, δεν αποκλείεται οι εξελίξεις να τους δικαιώσουν. Εάν από τις κάλπες για την εκλογή ηγέτη του νέου φορέα προκύψει η απλή αναπαραγωγή ή αναπαλαίωση ενός «μικρού ΠΑΣΟΚ» που μνησικακεί για τη συρρίκνωσή του χωρίς να έχει διδαχθεί πολλά από αυτήν, η οριστική έκλειψή του θα είναι θέμα χρόνου.

Όλα αυτά λίγο θα ενδιέφεραν όσους πολίτες δεν εμπλέκονται οι ίδιοι στην πολιτική, εάν δεν ήταν τόσο στενά συνυφασμένα με τα πιο κρίσιμα ερωτήματα για το μέλλον της χώρας. Πώς θα είναι τα σχολεία και οι σχολές όπου σπουδάζουν τα παιδιά μας. Εάν θα βρουν δουλειά όταν τελειώσουν, σε τι είδους επιχειρήσεις, με τι αμοιβές. Πόσο αξιοπρεπή θα είναι τα νοσοκομεία, πόσο αξιόπιστες οι συγκοινωνίες, πόσο εξυπηρετικές οι δημόσιες υπηρεσίες. Πόσο ήρεμη και ασφαλής θα είναι η καθημερινότητά μας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, για να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών η πολιτική τάξη της χώρας θα πρέπει να δώσει απαντήσεις σε τέτοια ερωτήματα. Με έργα, όχι με λόγια – αν και η αρχή των έργων είναι πάντοτε τα λόγια, αρκεί να είναι πειστικά.

Εάν σε κάτι συμφωνούν οι οικονομολόγοι είναι ότι ούτε οι φυσικοί πόροι, ούτε η ένδοξη ιστορία, ούτε οι διεθνείς συμμαχίες αρκούν για να εγγυηθούν την ευημερία μιας χώρας. Μεσοπρόθεσμα, το βιοτικό επίπεδο εξαρτάται αποκλειστικά από την παραγωγικότητα της οικονομίας.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Κατ’ αρχάς, ότι η επάνοδος στη μοντέλο της φτηνής ανάπτυξης δεν είναι λύση. Τόσο επειδή ο παροξυσμός του (ιδίως την περίοδο 2004-2009) μας οδήγησε στην κρίση. Όσο και επειδή η επανεμφάνισή του τα τελευταία χρόνια εξηγεί γιατί η ανάκαμψη της παραγωγής είναι τόσο αναιμική, η πτώση της ανεργίας τόσο αργή, οι νέες θέσεις εργασίες τόσο κακοπληρωμένες. Η ελληνική οικονομία φαίνεται να επιστρέφει σε ένα παραγωγικό πρότυπο χαμηλής τεχνολογίας, χαμηλής ειδίκευσης, και κατά συνέπεια χαμηλών αμοιβών. (Όχι χωρίς επιτυχίες: η ποιότητα π.χ. των εστιατορίων έχει βελτιωθεί πολύ σε όλη τη χώρα. Και όχι χωρίς εξαιρέσεις – αν και ο διωγμός καινοτόμων επιχειρήσεων όπως π.χ. η Beat επιβεβαιώνει τον κανόνα που θέλει το κράτος να συντάσσεται με τους εκπροσώπους των πιο παρωχημένων επιχειρηματικών συμφερόντων - σε αυτή την περίπτωση, των ταξιτζήδων – αρκεί να φέρνουν ψήφους.)

Ούτε αρκεί η μείωση των μισθών για να γίνει ανταγωνιστική η ελληνική οικονομία. Όχι μόνο επειδή εξακολουθεί να είναι πανάκριβο το κόστος των ασφαλιστικών εισφορών, του δανεισμού, της ενέργειας. Αλλά επειδή το πόσο ελκυστικό για τον καταναλωτή είναι ένα προϊόν εξαρτάται από τη σχέση τιμής-ποιότητας. Συνεπώς, για να εξάγουν περισσότερο οι ελληνικές επιχειρήσεις δεν αρκεί να πουλάνε φτηνά (εξ άλλου πάντοτε θα υπάρχει κάποιος που πουλά φτηνότερα): θα πρέπει να πουλάνε προϊόντα υψηλής ποιότητας, σε σχέση πάντοτε με το κόστος. Και εάν αρκετές ελληνικές επιχειρήσεις δεν καταφέρουν να εξάγουν αρκετά, το μέλλον όλων μας είναι προδιαγεγραμμένο: θα ζούμε σε μια χώρα αποκομμένη από τις «αλυσίδες αξίας», στο περιθώριο της διεθνούς οικονομίας, ολοένα φτωχότερη.

Κάπου εδώ η μάλλον ανιαρή για πολλούς συζήτηση περί παραγωγικότητας συνδέεται με το θέμα μας, που είναι η χρησιμότητα (ή μη) της κεντροαριστεράς. Η ζωτικής σημασίας αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας απαιτεί σημαντικές επενδύσεις στις υποδομές και ιδίως στο ανθρώπινο κεφάλαιο, δηλ. στις δεξιότητες των μελλοντικών εργαζομένων (και επιχειρηματιών). Απαιτεί αλλαγή παραδείγματος στην παιδεία – από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς μέχρι τα ερευνητικά κέντρα, περνώντας από την τεχνική εκπαίδευση και την επαγγελματική κατάρτιση. Απαιτεί κοινωνικές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας και προσβάσιμες από όλους, επειδή αυτό υπαγορεύει όχι μόνο μια πολιτισμένη κοινωνία αλλά και μια δυναμική οικονομία. Απαιτεί κρατικούς θεσμούς που να διευκολύνουν την υγιή επιχειρηματικότητα αντί να την δυσκολεύουν. Απαιτεί συνδικάτα που να προστατεύουν τους εργαζόμενους χωρίς να υποσκάπτουν τις προοπτικές των επιχειρήσεων που τους απασχολούν.

Τίποτε από όλα αυτά δεν πρόκειται να συμβεί «αυθόρμητα». Δεν θα τα φέρουν μόνες τους οι δυνάμεις της αγοράς. Ούτε η μείωση του φορολογικού βάρους (όσο αναγκαία και εάν είναι μια διόρθωση). Η ανάκαμψη της οικονομίας περνά από τον εκσυγχρονισμό του κράτους.

Αυτός είναι ο ιστορικός ρόλος της κεντροαριστεράς. Πάντοτε ήταν. Καμμιά άλλη πολιτική παράταξη δεν μπορεί να την υποκαταστήσει σε αυτό. Μπορεί βέβαια να αποτύχει η ίδια. Σύντομα θα ξέρουμε.

2 Νοεμβρίου 2017

Μια όχι και τόσο ξεχωριστή μέρα στο Μιλάνο

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Πέμπτη 2 Νοεμβρίου 2017).

Στο μυθιστόρημα του Πρίμο Λέβι «Αν όχι τώρα, πότε;», ο ωρολογοποιός Μέντελ, ο απρόθυμος πολεμιστής, που μαζί με τους συντρόφους του Εβραίους παρτιζάνους πολεμά συνεχώς σε μια άνιση μάχη εναντίον των ναζιστικών στρατευμάτων στις στέππες της ανατολικής Ευρώπης, θυμάται ότι πίσω στη Ρωσία, τον καιρό της ειρήνης, συχνά του συνέβαινε να τον σταματούν άγνωστοι στο δρόμο και να τον ρωτάνε πώς θα βρουν την τάδε οδό ή πλατεία. Φαίνεται ότι το πρόσωπό του ενέπνεε εμπιστοσύνη.

Ο ανταποκριτής σας δεν είναι ωρολογοποιός, ούτε - ακόμη λιγότερο - πολεμιστής (απρόθυμος ή μη), και δεν έχει ιδέα αν το πρόσωπό του εμπνέει εμπιστοσύνη. Αλλά και εμένα μου τυχαίνει συχνά να με σταματούν στον δρόμο και να μου ζητούν πληροφορίες. Ζώντας σε ξένη πόλη, χωρίς καλή αίσθηση προσανατολισμού, συχνά οι κατευθύνσεις που δίνω αποδεικνύονται εκ των υστέρων εσφαλμένες. Όχι όμως σήμερα το πρωί. Αυτό που με ρώτησε η καλοντυμένη κυρία μέσης ηλικίας, σταματώντας με ενώ ετοιμαζόμουν να μπω στο σταθμό του μετρό, με τον χαρακτηριστικά διστακτικό τρόπο του ξένου, ήταν πώς θα βρει την Λεωφόρο Χριστόφορου Κολόμβου. Δεδομένου ότι εκεί τυχαίνει να κατοικώ, αυτή τη φορά οι πληροφορίες μου ήταν πιο αξιόπιστες από ό,τι συνήθως.

Εάν αντίθετα η άγνωστη Ισπανίδα (όπως αποδείχθηκε) κυρία με ρωτούσε να της εξηγήσω το δημοψήφισμα για την αυτονομία του Βένετο και της Λομβαρδίας της περασμένης Κυριακής, και πόση σχέση είχε με το αντίστοιχο δημοψήφισμα-οπερέττα της Καταλωνίας, θα είχα λιγότερα να της πω. Ίσως το πιο ενδιαφέρον δεδομένο ήταν η πολύ μικρότερη συμμετοχή στις πόλεις (26% στο Μιλάνο) σε σχέση με την ύπαιθρο (63% στην επαρχία της Βιτσέντσα), ενώ η πιο ενδιαφέρουσα δήλωση, μέσα στον ορυμαγδό δηλώσεων, ήταν σίγουρα εκείνη του Ολιβιέρο Τοσκάνι (φωτογράφου μόδας, γνωστού από τις διαφημιστικές καμπάνιες της Benetton): «Στο Μιλάνο οι άνθρωποι είναι κοσμοπολίτες, δεν ενδιαφέρονται για τέτοια πράγματα. Ενώ οι χωρικοί με τους περιορισμένους ορίζοντες τι θέλετε να ψηφίσουν;» Κατά τα άλλα, η απαίτηση των πιο πλούσιων περιοχών της Ιταλίας για «περισσότερο έλεγχο» (δηλ. λιγότερη αλληλεγγύη με τις φτωχότερες περιφέρειες της χώρας) μου φαίνεται κυνική, όπως άλλωστε και η αντίστοιχη των Καταλανών. Απλώς οι τελευταίοι έχουν (μέχρι στιγμής) καταφέρει να προσδώσουν μια πατίνα μοντερνισμού ή προοδευτικότητας στον παρωχημένο επαρχιωτισμό τους.

Στο βαγόνι του μετρό, όπως σχεδόν κάθε μέρα, μπήκαν να παίξουν μουσικοί, τσιγγάνοι μάλλον. Ξεκίνησαν κανονικά, με μια από τις δακρύβρεχτες μελωδίες του γνωστού ρεπερτορίου. Η συνέχεια ήταν απρόσμενη: «Παραλλαγές και φούγκα σε ένα θέμα του Purcell» του Μπέντζαμιν Μπρίττεν, στο περίπου, σε σόλο βιολί. Πώς τους ήρθε; Πριν λίγες μέρες, ένας κιθαρίστας με φάτσα μαχαιροβγάλτη (του έλειπαν μερικά δόντια), για τον οποίον όμως θα ήταν περήφανος ο Django Reinhardt, άρχισε ξαφνικά να παίζει γελώντας σατανικά τη μελωδία από το «Cheap thrills», με συνοδεία ακορντεόν. Το βλέμμα μου διασταυρώθηκε με αυτό ενός άλλου επιβάτη, με μαλλί κοτσίδα και γενειάδα hipster (σωσία του φίλου μου του Δ.): αρχίσαμε και οι δύο να γελάμε, προτού αφήσουμε μερικά κέρματα ο καθένας στο πουγγί του ακορντεονίστα.

Στην έξοδο από το μετρό, στο σταθμό του πανεπιστημίου, ευγενικοί και καλοντυμένοι νεαροί πούλαγαν την εφημερίδα «Lotta comunista». «Θα αγοράσετε κύριε;» «Όχι παιδιά, ευχαριστώ.» Πριν λίγες δεκαετίες, οι σύντροφοί τους τραμπούκιζαν τους καθηγητές (ειδικά τους μετριοπαθείς αριστερούς), ενώ κάποιοι από αυτούς – υπερβολικά πολλοί – είχαν πάρει το δρόμο της «ένοπλης πάλης». Αρκετά χρόνια, πολλές βαριές καταδίκες των ενόχων, και πολύ χυμένο αίμα (των θυμάτων) αργότερα, τα πράγματα έχουν ηρεμήσει. Αν και ο τελευταίος νεκρός καθηγητής, ο Marco Biagi, εργατολόγος διεθνούς κύρους, δολοφονήθηκε μόλις το 2002, στη φιλήσυχη Modena, καθώς επέστρεφε στο σπίτι, με το ποδήλατό του. Αλλά αυτή είναι μια άλλη (φριχτή) ιστορία.

14 Οκτωβρίου 2017

Ο Προκόφιεφ και η Οκτωβριανή επανάσταση

Δημοσιεύτηκε στη στήλη «Ξένος ανταποκριτής» της «Athens Voice» (Σάββατο 14 Οκτωβρίου 2017).

Ο ανταποκριτής σας συμμετείχε κανονικά στους εορτασμούς για την 100ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης στο Μιλάνο παρακολουθώντας σε μια σπάνια εκτέλεση – πρώτη στην Ιταλία – την «Καντάτα» του Σεργκέι Προκόφιεφ.

Παράξενο φρούτο αυτή η Καντάτα-που-δεν-τραγουδιέται (“Cantata non cantata”). Τεράστια χωρωδία που καταλαμβάνει τον χώρο εκτοπίζοντας μέρος της ορχήστρας (στη συναυλία του Μιλάνου τα χάλκινα είχαν σκαρφαλώσει στα θεωρεία, μαζί τους και η γκραν κάσα που στο κρεσέντο του φινάλε τρόμαξε τους ανύποπτους φιλόμουσους που κάθονταν κοντά της). Σύνολο ακορντεόν δίπλα στην ορχήστρα. Ηχητικά εφφέ που ακούγονται μαγνητοφωνημένα: σειρήνες συναγερμού, κανονιοβολισμοί, βήματα πλήθους που παρελαύνει, και η φωνή του Βλαντιμίρ Ίλιτς να διαβάζει το διάγγελμα της νίκης.

Έπειτα η δομή της: δέκα μέρη, πάνω σε κείμενα των κλασσικών του μαρξισμού-λενινισμού-σταλινισμού. Μια μικρή γεύση: «1. Εισαγωγή, Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Ευρώπη» κτλ. «2. Φιλόσοφοι, Κ. Μαρξ, Ενδέκατη θέση πάνω στον Φώυερμπαχ. Μέχρι τώρα οι φιλόσοφοι ερμήνευαν τον κόσμο, το ζήτημα είναι να τον αλλάξουμε» κ.ο.κ. μέχρι το τελευταίο μέρος «10. Ι. Στάλιν, Εισήγηση στο 8ο Έκτακτο Συνέδριο των Σοβιέτ» και περνώντας από το μνημείο ναυτίας «8. Ι. Στάλιν, Ομιλία στο συνέδριο των Σοβιέτ, αφιερωμένο στη μνήμη του Β.Ι. Λένιν. Όταν μας άφησε ο σύντροφος Λένιν μας διέταξε να υπερασπιζόμαστε όπως τα μάτια μας την ενότητα του κόμματός μας. Ορκιζόμαστε σύντροφε Λένιν ότι θα εκπληρώσουμε με τιμή και αυτή την εντολή σου.» Όλα αυτά απαγγέλλονται ρυθμικά από τη χωρωδία (εξ ου και «Καντάτα-που-δεν-τραγουδιέται»), ενώ φυσικά στην εποχή μας το κοινό μπορεί να τα διαβάσει με την ησυχία του ως υπέρτιτλους στα μόνιτορ. Ταυτόχρονα, η ορχήστρα επιδίδεται στους υπνωτιστικούς ρυθμούς που θυμίζουν τον ήχο των εμβόλων στα εργοστάσια της βαριάς βιομηχανίας, μια τεχνική καινοτομία που βρήκε το απόγειο της στον περίφημο «Χορό των Ιπποτών» από το μπαλέττο «Ρωμαίος και Ιουλιέττα» του 1935.

Τι συμβαίνει εδώ; Παρότι ο συνθέτης είχε πανηγυρίσει το ξέσπασμα της επανάστασης και τον θρίαμβο των μπολσεβίκων, και μπορούσε χωρίς προβλήματα να κάνει περιοδείες στη Σοβιετική Ένωση μετά από επίσημη πρόσκληση του καθεστώτος, είχε στη συνέχεια επιλέξει να ζήσει στο εξωτερικό, στην Ευρώπη και στην Αμερική, όπως ο Στραβίνσκυ, ο Ραχμάνινοφ, και πολλοί άλλοι διάσημοι Ρώσοι συνθέτες της εποχής. Η μοναδική εξαίρεση, ο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς, είχε πέσει σε δυσμένεια, καθώς η πρεμιέρα της περίφημης «Λαίδης Μάκβεθ του Μτσενσκ», στις 26 Ιανουαρίου 1936, είχε εκνευρίσει τον Στάλιν που καθόταν στη πρώτη σειρά καθισμάτων στο θέατρο Μπολσόι. Δύο μέρες αργότερα, η εφημερίδα «Πράβδα» δημοσιεύει έναν λίβελλο εναντίον του Σοστακόβιτς («Σύγχυση αντί μουσικής»). Την ίδια ακριβώς μέρα (σε μια από τις πολλές συμπτώσεις αυτής της ιστορίας), ο Προκόφιεφ δηλώνει σε συνέντευξη την πρόθεσή του να συνθέσει ένα έργο για την 20ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης, και να επιστρέψει οριστικά στη Ρωσία. Όπως πράγματι συνέβη, το καλοκαίρι του 1936, δηλ. δυο χρόνια μετά τη δολοφονία του Κίρωφ και άλλα τόσα πριν τις Δίκες της Μόσχας, καθώς κορυφώνεται ο σταλινικός παροξυσμός.

Γιατί επέστρεψε στη Ρωσία ο Προκόφιεφ, ενδίδοντας στις επιθέσεις φιλίας του καθεστώτος ήδη από το 1923; Από ιδιοτελή υπολογισμό (ότι μετά την πτώση του Σοστακόβιτς του ανήκε δικαιωματικά ο τίτλος του μεγαλύτερου Σοβιετικού συνθέτη); Από ανιδιοτελή νοσταλγία για την πατρίδα του (όπως ισχυρίστηκε ο Όλεγκ Καετάνι, διευθυντής ορχήστρας στη συναυλία του Μιλάνου); Μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση, η Καντάτα του δεν έγινε δεκτή με τον ενθουσιασμό που ο ίδιος περίμενε. Όταν την έπαιξε στο πιάνο παρουσιάζοντάς την στην Επιτροπή Καλλιτεχνικών Υποθέσεων, ο Πλάτων Κερζέντσεφ, πρόεδρος της επιτροπής, την απέρριψε, θεωρώντας απαράδεκτη τη χρήση φράσεων του Λένιν: «Και τι νομίζεις ότι κάνεις, Σεργκέι Σεργκέϊβιτς, παίρνοντας κείμενα που ανήκουν στο λαό, και κάνοντας τα στίχους για τόσο ακαταλαβίστικη μουσική;»

Ο Προκόφιεφ απέσυρε αμέσως την «Καντάτα για την 20ή επέτειο της Οκτωβριανής Επανάστασης» και δεν έμελλε να την ακούσει ποτέ. Παίχτηκε για πρώτη φορά το 1966, δεκατρία ολόκληρα χρόνια μετά το θάνατο του συνθέτη (στις 5 Μαρτίου 1953, τη μέρα που πέθανε ο Στάλιν). Όμως στην πρώτη της εκτέλεση η Καντάτα παίχτηκε ακρωτηριασμένη, παραλείποντας δύο μέρη (το όγδοο και το δέκατο) βασισμένα σε κείμενα του Στάλιν, που είχε εν τω μεταξύ πέσει και ο ίδιος σε δυσμένεια από το σοβιετικό καθεστώς. Τελικά η παγκόσμια πρεμιέρα της Καντάτας σε ακέραιη μορφή πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 1992. Στο κοινό εκείνης της συναυλίας είχε βρεθεί και ο ανταποκριτής σας, σε μια άλλη ζωή, πριν από ένα τέταρτο του αιώνα.

Αλλά αυτή, όπως λένε, είναι μια άλλη ιστορία.

14 Σεπτεμβρίου 2017

Το τέλος της αρχής

Δημοσιεύτηκε στα «ΝΕΑ» (Πέμπτη 14 Σεπτεμβρίου 2017).

Οι προκριματικές εκλογές για την ανάδειξη του επόμενου ηγέτη της κεντροαριστεράς έχουν αναθερμάνει το ενδιαφέρον για όσα συμβαίνουν σε έναν χώρο που μέχρι πρόσφατα φαινόταν να είναι σε κώμα. Ιδίως όσων πολιτών – και είναι πολλοί – απορρίπτουν τη σημερινή κυβέρνηση για τη διαχειριστική μετριότητα και τη διχαστική ρητορική (και πρακτική) της, χωρίς να αναγνωρίζονται στο κόμμα της Νέας Δημοκρατίας (η κυβέρνηση του οποίου, ας μην ξεχνάμε, χρεωκόπησε τη χώρα, επιδιδόμενη σε ένα όργιο σπατάλης που εκτόξευσε το έλλειμμα του προϋπολογισμού από 6,7% του ΑΕΠ το 2007 σε 15,1% το 2009). Ευλόγως λοιπόν η διαφαινόμενη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς έχει αναπτερώσει τις ελπίδες όσων είχαν υποστηρίξει εγκαίρως την ενότητα και ανανέωση του χώρου (στόχος, θυμίζω, της «Πρωτοβουλίας των ‘58» το μακρινό 2013).

Ο «ενδιάμεσος χώρος» πλήρωσε τα σπασμένα της βαθιάς και παρατεταμένης οικονομικής κρίσης της τελευταίας δεκαετίας. Εν μέρει δικαίως. Το ΠΑΣΟΚ – ιδίως της προ Σημίτη εποχής – συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωση της πεποίθησης ότι για να γίνει πλουσιότερος ένας λαός αρκεί να εκλέξει μια αρκούντως κιμπάρικη κυβέρνηση. Ανεξαρτήτως του εάν η οικονομία της λειτουργεί, εάν οι επιχειρήσεις της παράγουν αγαθά και υπηρεσίες καλής ποιότητας σε συμφέρουσες τιμές, ώστε να θέλουν αρκετοί καταναλωτές (από την Ελλάδα και κυρίως το εξωτερικό) να τα αγοράσουν. Και ανεξαρτήτως του εάν τα σχολεία λειτουργούν, ή εάν τα πανεπιστήμια μορφώνουν ανθρώπους ικανούς να σταθούν στην σύγχρονη εποχή. Πρόκειται για ένα είδος μαζικής παράκρουσης, η οποία δύσκολα θα μπορούσε να επικρατήσει σε ένα έθνος λιγότερο πεισμένο για τη φυλετική ανωτερότητά του, πεδίο στο οποίο το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα διακρίθηκε ιδιαιτέρως.

Αλλά φυσικά δεν φταίει μόνο το ΠΑΣΟΚ. Εάν η κυβέρνηση ΓΑΠ μπορεί να κατηγορηθεί για τα αργά ανακλαστικά και τις σπασμωδικές αντιδράσεις της, η ευθύνη για τη χρεωκοπία βαραίνει την κυβέρνηση Καραμανλή. Κάθε άλλο παρά αθώα είναι και η αριστερά, παρότι δεν είχε κυβερνήσει (μέχρι το 2015): σε ολόκληρη τη μεταπολίτευση, κάθε χρόνο καταψήφιζε τελετουργικά τον προϋπολογισμό της κυβέρνησης ως «αντιλαϊκό και αντιαναπτυξιακό», ζητώντας λιγότερους φόρους και περισσότερες δαπάνες (δηλ. ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα). Όσο για την «ευγενή μας τύφλωσι», αυτή απλώνεται σε όλο το πολιτικό φάσμα.

Κάποιοι αναγνώστες ίσως σκέφτονται: «Παλιά είναι αυτά. Τώρα τι κάνουμε.» Να με συμπαθάνε, μα κάνουν λάθος. Η περιθωριοποίηση της κεντροαριστεράς (σε όλες της τις εκδοχές) τα χρόνια της κρίσης βασίστηκε στην αποσιώπηση του τι πραγματικά συνέβη. Μια εναλλακτική πραγματικότητα εδραιώθηκε, όπου την κρίση την έφερε το Μνημόνιο και όχι το αντίθετο, και όπου για τα προβλήματά μας δεν φταίει ούτε ο Καραμανλής (ο οποίος παραμένει «κεφάλαιο για τη χώρα»), ούτε ο Χατζηγάκης με τις παράνομες αγροτικές αποζημιώσεις, ούτε ο Παυλόπουλος με τους αθρόους διορισμούς συμβασιούχων και τις αντισυνταγματικές μονιμοποιήσεις ημετέρων, αλλά ο Παπακωνσταντίνου και ο Γεωργίου. Όλα αυτά θέλουν να τα ξεχάσουμε τόσο οι ίδιοι ενδιαφερόμενοι (η καραμανλική δεξιά), όσο και οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ (που έριξαν την προηγούμενη κυβέρνηση για να κάνουν Πρόεδρο της Δημοκρατίας τον υπουργό εσωτερικών του Καραμανλή). Κοινός στόχος τους: η κατασυκοφάντηση της κεντροαριστεράς ως εθνικού μειοδότη. Για αυτό πρέπει να τα θυμόμαστε.

«ΟΚ. Και τώρα τι κάνουμε;» Είναι προφανές τι πρέπει να κάνουμε όσοι από εμάς αναγνωριζόμαστε στον ενδιάμεσο χώρο: ό,τι περνά από το χέρι του καθενός ώστε να γίνει η εκλογή του Νοεμβρίου απαρχή για την ανάκαμψή του. Κάτι τέτοιο προϋποθέτει κυρίως δύο πράγματα: υψηλού επιπέδου επιχειρηματολογία εκ μέρους των υποψηφίων, και στη συνέχεια μαζική συμμετοχή στις κάλπες εκ μέρους των πολιτών. 

Το πώς θα επιχειρήσουν να ανακόψουν την ανάκαμψη του ενδιάμεσου χώρου οι αντίπαλοί του, φαίνεται ήδη: διαβάλλοντας την κεντροαριστερά ως «δεκανίκι της ΝΔ». Αμφίβολο εάν θα τα καταφέρουν. Όχι μόνο επειδή δεκανίκι του ΣΥΡΙΖΑ είναι οι υπερ-συντηρητικοί ακραίοι εθνικιστές των ΑΝΕΛ (με τον πρόεδρό τους και τον πρωθυπουργό να συνδέονται με φανερή «χημεία»), κόντρα σε ό,τι θα υπαγόρευε η λογική της πολιτικής γεωγραφίας που τώρα επικαλούνται. Αλλά επειδή τα πολιτικά κόμματα έχουν το δικαίωμα να πορεύονται με αυτονομία, προτάσσοντας κάθε φορά τη μια ή την άλλη προτεραιότητα, κρίνοντας εάν προέχει η κανονικότητα της πολιτικής γεωγραφίας ή αντίθετα κάποιος εθνικός στόχος (π.χ. η υπεράσπιση του κράτους δικαίου). Αυτό εξ άλλου δεν έκανε ο ενιαίος Συνασπισμός, με το ΚΚΕ του Χαρίλαου Φλωράκη μέσα, επιλέγοντας το 1989 να οδηγήσει τον Ανδρέα Παπανδρέου στο Ειδικό Δικαστήριο συμμαχώντας με τη ΝΔ του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη;

Ο εθνικός στόχος σήμερα είναι η επαναφορά της χώρας στην ομαλότητα: επιστροφή στην Ευρώπη, υπεράσπιση του κράτους δικαίου, αποκατάσταση της σταθερότητας (χωρίς την οποία δεν μπορεί να βγει η οικονομία από την κρίση), απομόνωση των θιασωτών της «ανελεύθερης δημοκρατίας» τύπου Ουγγαρίας ή Βενεζουέλας (κάποιοι εκ των οποίων κατέχουν υψηλά κυβερνητικά πόστα). Με το βλέμμα στο στόχο αυτό θα πολιτευθεί ο ηγέτης της κεντροαριστεράς που θα αναδειχθεί από τις προκριματικές εκλογές του Νοεμβρίου. Γνωρίζοντας ότι η επίτευξή του προϋποθέτει τη στρατηγική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, καθώς και την αποφασιστική απόρριψη της εναλλακτικής πραγματικότητας που τον έφερε στην εξουσία. Το ότι η ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι επίσης προϋπόθεση για την ανάκαμψη της κεντροαριστεράς θα διευκολύνει τις επιλογές του, αφού ευθυγραμμίζει το στενό συμφέρον της παράταξης με το ευρύτερο συμφέρον του τόπου.

Είδα πρόσφατα την «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν, οπότε ας μου συγχωρέσουν οι αναγνώστες την κάπως βαρύγδουπη κατάληξη. Αλλά σκέφτομαι ότι με λίγη τύχη, στη φάση στην οποία θα βρισκόμαστε μετά τον Νοέμβριο θα ταιριάζουν τα λόγια του Γουίνστον Τσώρτσιλ μετά τη μάχη του Ελ Αλαμέιν. Δεν θα είναι το τέλος της ελληνικής κρίσης. Δεν θα είναι καν η αρχή του τέλους. Αλλά θα είναι, ίσως, το τέλος της αρχής.