1 Σεπτεμβρίου 1999

«Η αναποδογυρισμένη ουτοπία» του Norberto Bobbio

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κοινωνία Πολιτών» (τεύχος 3, φθινόπωρο 1999)


Η αναποδογυρισμένη ουτοπία

Δέκα χρόνια από την πτώση του τείχους του Βερολίνου, δημοσιεύουμε ένα κείμενο του ιταλού φιλοσόφου Norberto Bobbio (γνωστού στην Ελλάδα κυρίως μετά την επιτυχία του βιβλίου του με τίτλο "Αριστερά και Δεξιά"), το οποίο γράφτηκε εν θερμώ και δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του τρομερού 1989, στη μόνιμη στήλη που μέχρι πρόσφατα διατηρούσε ο συγγραφέας στην καθημερινή εφημερίδα του Τορίνο La Stampa.

O Bobbio, που δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής αλλά ανήκε πάντοτε στην Αριστερά, ισχυρίζεται στο κείμενο που ακολουθεί ότι η πτώση του κομμουνισμού έθεσε τέρμα στο μεγάλο εργαστήριο ενός ανθρώπινου ιδεώδους αιώνων που αντιτάχθηκε στην ατομική ιδιοκτησία.


Δεν υπάρχει τίποτε καινούργιο στην τάση συσχέτισης φασισμού και κομμουνισμού και από κοινού καταγγελίας τους. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η λέξη "ολοκληρωτισμός" επινοήθηκε ως ιστορικός και πολιτικός όρος για να καλύψει και τους δύο. Ήταν φυσικό το θέμα να επανέλθει και να καταστεί αντικείμενο νέων και έντονων συζητήσεων με την καταστροφική κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ευρώπη. Εκείνοι που κάποτε επετίθεντο εναντίον του "σοσιαλφασιστικού" ή "εθνικοσοσιαλιστικού" εχθρού είναι προορισμένοι με τη σειρά τους να δεχθούν επίθεση από τους σημερινούς εχθρούς του "κομμουνιστοφασισμού".

Το εκπληκτικό είναι, όμως, ότι ενώ πολλοί υπογραμμίζουν τις αναμφισβήτητες αναλογίες όσον αφορά τις δομές εξουσίας -περισσότερο κατεστρεπτικές μάλιστα στην περίπτωση της Σοβιετικής Ένωσης αφού το σύστημα εκεί διήρκεσε περισσότερο από τα 12 χρόνια των Nαζί- λησμονούν ότι, αντίθετα με το φασισμό, ο κομμουνισμός υπήρξε ως ιδανικό για 2.000 χρόνια στην Iστορία του δυτικού κόσμου. Εάν δεν ληφθεί υπ' όψιν αυτή η διαφορά, είναι δύσκολη η κατανόηση της τεράστιας ιστορικής σημασίας του τι συνέβη, καθώς και πολλών από τις αντιδράσεις που το γεγονός αυτό θα συνεχίσει να προκαλεί.

Για κάποιον που κοιτάζει το θέμα από τη σκοπιά της Iστορίας της ανθρώπινης σκέψης, ο φασισμός και ο κομμουνισμός δεν μπορούν να συγκριθούν καθόλου. Μπορεί κανείς να γράψει μια ιστορία των κομμουνιστικών ιδεών πηγαίνοντας μέχρι τον Πλάτωνα - μερικές τέτοιες ιστορίες έχουν ήδη γραφτεί. Αλλά μια ιστορία των φασιστικών ιδεών δεν θα μπορούσε να πάει πολύ μακρύτερα από την καταγωγή του εθνικισμού και των ρατσιστικών θεωριών του 19ου αιώνα.

Το κομμουνιστικό ιδεώδες αφορά το σχηματισμό μιας κοινωνίας ριζικά διαφορετικής από όσες προηγήθηκαν, μιας κοινωνίας βασισμένης στην κατάργηση της ιδιωτικής περιουσίας. Η τελευταία κατηγορείται ως η αιτία όλων των κακών που πλήττουν την ανθρωπότητα, από τις ελάσσονες αντιδικίες έως τους μεγάλους πολέμους που αναστάτωσαν τον κόσμο. Αφορά επίσης την εγκαθίδρυση ενός καθεστώτος βασισμένου στην κοινοκτημοσύνη, αν όχι όλων των αγαθών, τουλάχιστον εκείνων που αποτελούν τις κύριες πηγές πλούτου και κυριαρχίας του ανθρώπου στον άνθρωπο. Καλώς ή κακώς, αυτό είναι ο κομμουνισμός.

Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι ο κομμουνισμός είναι ένα ιδανικό το οποίο αναζητήθηκε για αιώνες από φιλόσοφους, πολιτικούς, συγγραφείς, ακόμη και θεολόγους, ούτε ότι ήταν το κύριο θέμα σε όλες τις φανταστικές ουτοπικές πόλεις που πολλοί ονειρεύτηκαν κατά την Αρχαιότητα, στη διάρκεια της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Oύτε μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι είναι αδύνατο να πεις το ίδιο για το φασισμό και το ναζισμό.

Πριν από το 1917, το κομμουνιστικό ιδανικό δεν είχε ποτέ τεθεί σε εφαρμογή, παρά μόνο σε μικρές κοινότητες, όπως σε μονές, όπου τα άτομα υποτάσσονταν εθελοντικά σε καθεστώς κοινοκτημοσύνης. Η Ρωσική Επανάσταση σημάδεψε την αρχή της πρώτης μείζονος απόπειρας να οικοδομηθεί μια κομμουνιστική κοινωνία με την αυθεντική σημασία του όρου: μια κοινωνία όπου η ατομική ιδιοκτησία θα καταργείτο και θα αντικαθίστατο με τη σχεδόν πλήρη κολλεκτιβοποίηση σε μια χώρα με πληθυσμό εκατομμυρίων.

Tα παραπάνω εξηγούν τόσο τον ενθουσιασμό που εκδηλώθηκε για τον κομμουνισμό σε όλο τον κόσμο όσο και την απόλυτα εξαιρετική σημασία της αποτυχίας του κομμουνισμού, η οποία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να συγκριθεί με την πτώση του φασισμού. Η ήττα του φασισμού και του ναζισμού ήταν απλώς ένα επεισόδιο, αν και δραματικό, σε αυτό που ονομάστηκε ευρωπαϊκός εμφύλιος πόλεμος και διήρκεσε το μεγαλύτερο μέρος του αιώνα, από το 1914 έως το 1991. Eνώ για όσους θεωρούν την ήττα του κομμουνισμού ως μόνιμη, αποτελεί κοσμοϊστορικό γεγονός. Αντιπροσωπεύει το τέλος ενός ανθρώπινου, κοινωνικού και ιστορικού ιδεώδους το οποίο για αιώνες ενέπνευσε ιδιαίτερα προγράμματα ριζικής μεταρρύθμισης, καθώς και τα συλλογικά επαναστατικά κινήματα τα οποία σχηματίστηκαν για να τα επιβάλουν. Το ιδεώδες αυτό δεν είχε δοκιμαστεί ποτέ στην πράξη μέχρι την Oκτωβριανή Επανάσταση.

Η πτώση των φασιστικών καθεστώτων θέτει μερικά σοβαρά ερωτήματα στους ιστορικούς, ωστόσο όχι τόσο σοβαρά ώστε να εγείρουν ζητήματα οικουμενικής φύσης. Όμως, η πτώση του κομμουνισμού θέτει σειρά ερωτημάτων που αφορούν θέματα οικουμενικά: είναι πράγματι εφικτή μια κοινωνία βασισμένη στην κοινοκτημοσύνη; Kαι εάν είναι εφικτή, είναι επιθυμητή; Mπορεί να θεωρηθεί ότι η πτώση των κομμουνιστικών καθεστώτων αποτελεί απόδειξη ότι ίσως να ήταν εφικτά, αλλά δεν ήταν τόσο επιθυμητά; Για όσους επιμένουν ότι δεν ήταν επιθυμητά, το ερώτημα παραμένει: είναι το μόνο δυνατό είδος κομμουνισμού ο κομμουνισμός που εφαρμόστηκε; Και γενικότερα, τι θέση υπάρχει για ουτοπικά οράματα στην Iστορία του πραγματικού κόσμου;

Έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι τα ουτοπικά οράματα δεν είναι εφαρμόσιμα ή ότι μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη βία -"τη μαμμή της Iστορίας"- και με τίμημα τη θυσία της ατομικής ελευθερίας. Αλλά αυτή ήταν μια αντίρρηση βασισμένη σε μια υποτιθέμενη γνώση της ανθρώπινης φύσης. Μετά από όσα συνέβησαν, αφού μια -ίσως άνευ προηγουμένου- βίαιη και δεσποτική εξουσία κυβέρνησε μια απέραντη χώρα για τόσο καιρό στο όνομα του κομμουνισμού, ίσως δεν είναι πλέον καθαρή θεωρία να διαπιστώσει κανείς ότι ο ριζικός μετασχηματισμός μιας κοινωνίας δεν είναι ούτε εφικτός ούτε επιθυμητός. Η ανθρώπινη φύση αποδείχθηκε αληθινά αδάμαστη.

Έχουν υπάρξει χιλιάδες αντιρρήσεων σε αυτό το ιδεώδες, και όχι μόνο στη σύγχρονη εποχή. Στην Oυτοπία του Thomas Moor, ο ταξιδιώτης που ανακάλυψε το ευτυχισμένο νησί, όπου η κοινοκτημοσύνη εφαρμόζεται πιστά, ερωτάται: "Δεν μπορείς να ζήσεις καλά σε έναν τόπο όπου τα πάντα είναι κοινά. Πώς μπορείς να έχεις αφθονία προϊόντων εάν όλοι προσπαθούν να αποφύγουν την εργασία, επειδή δεν παρακινούνται από σκέψεις προσωπικού οφέλους και επειδή η πίστη στην εργατικότητα των άλλων τους κάνει οκνηρούς;" Η ερώτηση είναι δόλια. Αλλά ο ταξιδιώτης δεν δυσκολεύεται να δώσει απάντηση: "Μιλάς έτσι επειδή δεν έχεις δει αυτό που θα έβλεπες εάν ήσουν μαζί μου στην Oυτοπία" λέει.

Εδώ βρίσκεται η πραγματική αλλαγή που επήλθε από τότε που το μεγαλειώδες και τραγικό πείραμα του κομμουνισμού τέθηκε σε εφαρμογή. Είναι αδύνατο πλέον να δώσει κανείς τέτοια απάντηση. Αντιμέτωπος με την αντίρρηση "μπορεί να είναι έτσι, αλλά δεν το πιστεύω", κανείς από όσους επισκέφθηκαν μια κομμουνιστική χώρα δεν μπορεί πλέον να πει "έλα να δεις και μετά μιλάς".

Στο παρελθόν, πολλοί πίστευαν ότι έβλεπαν πράγματα που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Πολλοί συνέχισαν να πιστεύουν ακόμη και αφού είχαν δει. Πολλοί είδαν και σταμάτησαν να πιστεύουν, αλλά παρηγορούσαν τον εαυτό τους λέγοντας: "Δεν υπήρξε ποτέ κομμουνισμός στη Σοβιετική Ένωση". Κανείς μα κανείς δεν μπορεί τώρα να μιμηθεί τον ταξιδιώτη και να πει "Εάν ήσουν στην Oυτοπία μαζί μου, θα ήσουν οπωσδήποτε πρόθυμος να παραδεχτείς ότι δεν είδες πουθενά ένα λαό που κυβερνάται τόσο καλά". Που κυβερνάται τόσο καλά! O ταξιδιώτης ήταν σε θέση να δώσει μια τέτοια απάντηση γιατί το ευτυχισμένο νησί ήταν φανταστικό.

Μετά από όσα συνέβησαν, δεν αρκεί να πεις ότι δεν υπήρξε ποτέ κομμουνισμός στη Σοβιετική Ένωση. Αυτό παραείναι εύκολο. Πρέπει να πεις γιατί, και να προτείνεις άλλους δρόμους που πρέπει να πάρεις ώστε να αποφύγεις παλιά λάθη. Δεν ξέρω αν υπάρχει κανείς σήμερα που να μπορεί να δώσει απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα. Πάντως, για να γυρίσω εκεί απ' όπου άρχισα, ένα πράγμα μου φαίνεται βέβαιο: είναι τελείως άχρηστο να προσπαθεί κανείς να καταργήσει τέτοιες αβεβαιότητες συγκρίνοντας τον κομμουνισμό με το φασισμό.

18 Ιουλίου 1999

Τα αεροπλάνα ανήκουν στους επιβάτες τους!

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 18 Ιουλίου 1999)

Τα πρώτα πράγματα που δημιουργεί ένα νέο κράτος είναι μια σημαία, ένας εθνικός ύμνος και μια αεροπορική εταιρεία – είχε γράψει κάποτε ο Eric Hobsbawm, ο μεγαλύτερος κατά πάσα πιθανότητα εν ζωή ιστορικός. Το ελληνικό κράτος δεν είναι πια νέο, όμως η συμβολική φόρτιση του ζητήματος της Ολυμπιακής παραμένει αρκετά μεγάλη ώστε να δυσκολεύει μια νηφάλια συζήτηση για το μέλλον της εταιρείας. Και όμως, ακριβώς μια νηφάλια συζήτηση (θα πρόσθετα: μεταξύ ενηλίκων) είναι σήμερα περισσότερο απαραίτητη από ποτέ.

Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά: χρειαζόμαστε στα αλήθεια έναν ‘εθνικό αερομεταφορέα’; θα ήταν πράγματι καταστροφή αν δεν υπήρχε Ολυμπιακή; και εάν υπάρχει, πρέπει υποχρεωτικά να είναι δημόσια; Νομίζω ότι οποιοσδήποτε μη κρατιστής αριστερός με στοιχειώδεις γνώσεις οικονομικών θα έδινε τις εξής μονολεκτικές απαντήσεις: ‘μάλλον όχι’, ‘σίγουρα όχι’ και ‘όχι κατ’ ανάγκη’ (με τη σειρά εκφώνησης).

Το καλό με τις μονολεκτικές απαντήσεις είναι ότι επιτρέπουν σε αναγνώστες των Ενθεμάτων που παραμένουν κρατιστές αριστεροί (ή κρατιστές σκέτο) να γυρίσουν σελίδα μέχρι να βρουν κάτι περισσότερο του γούστου τους. Στους υπόλοιπους, όσους κατάφεραν να φθάσουν μέχρι εδώ, χρωστώ μια κάπως πιο αναλυτική απάντηση.

Λοιπόν, ζήτημα πρώτο (για να είμαστε στο κλίμα των ημερών). Σε τι χρησιμεύει ένας εθνικός αερομεταφορέας; Εδώ συνήθως γράφονται και λέγονται οι πιο απίστευτες ανοησίες, όπως και προ ετών με το θέμα του ΟΤΕ: ότι δήθεν διακυβεύεται η εθνική άμυνα, η κρατική ασφάλεια, κ.ο.κ. Η ιδέα ότι η ΕΥΠ ή δεν ξέρω ποιος άλλος (πρέπει να) παρακολουθεί τα τηλέφωνά μας και ενδεχομένως (πρέπει να) τα χρησιμοποιεί για λόγους (αντι-)κατασκοπείας μου προκαλεί ένα μείγμα αποστροφής μα και ιλαρότητας (δικά τους συστήματα επικοινωνιών δεν έχουν;). Παρομοίως, η ιδέα ότι τα αεροπλάνα της Ολυμπιακής επιτελούν κάποιο αδιευκρίνηστο έργο στρατιωτικής φύσεως την ώρα που εμείς νομίζουμε ότι απλώς πετάμε από το σημείο Α στο σημείο Β, μάλλον πλήττει (και άλλο) την αξιοπιστία της ως αερομεταφορέα χωρίς άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς: δεν νομίζω ότι ο μέσος επιβάτης θα συναινούσε σε κάτι τέτοιο στην απίθανη περίπτωση που ζητούσε κανείς τη γνώμη του.

Εάν αφήσουμε τους δήθεν ‘εθνικούς’ λόγους τι άλλο μένει; Κατ’ αρχήν ο παραπλήσιος λόγος του εθνικού φιλότιμου, τον οποίο αντιπαρέρχομαι ως ελαφρώς διεστραμμένο: οι Αμερικανοί δεν έχουν εθνικό αερομεταφορέα (εκτός των F-16), ούτε και οι πιο φιλήσυχοι Σκανδιναβοί που μοιράζονται μεταξύ τους μια και μόνο αεροπορική εταιρεία (την SAS). Όμως, πέρα από αυτά τα μάλλον αφελή επιχειρήματα (μπορεί και αντεπιχειρήματα), υπάρχει ένα πιο σοβαρό: η ανάγκη συγκοινωνιακής σύνδεσης των απομακρυσμένων περιοχών, συνήθως νησιών.

Πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα. Ωστόσο, η συχνή αεροπορική σύνδεση με την Αθήνα δεν είναι περισσότερο ζωτική από ό,τι η εύκολη πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία, κέντρα υγείας κτλ. επί τόπου ή σε κάποιο γειτονικό νησί. Ούτως ή άλλως, το πρόβλημα της αεροπορικής σύνδεσης με απομακρυσμένα νησιά λύνεται και με προγραμματικές συμβάσεις, επιδοτήσεις ναύλων κ.ο.κ. προς όποια αεροπορική εταιρεία κερδίσει το σχετικό διαγωνισμό ακόμη και χωρίς εθνικό αερομεταφορέα. Το ίδιο ισχύει πολύ περισσότερο για τις ακτοπλοϊκές συνδέσεις: καλό το αεροπλάνο, αλλά εάν το καράβι έρχεται μια φορά την εβδομάδα … Επί πλέον, η μέθοδος των επιδοτήσεων είναι περισσότερο διαφανής: εάν το ζήτημα είναι η άγονη γραμμή ευχαρίστως να πληρώσουμε, αλλά να ξέρουμε και πόσο μας κοστίζει.

Ζήτημα δεύτερο. Η κυβέρνηση διαβεβαιώνει ότι η ανάθεση της διαχείρισης στη Speedwing στοχεύει στην εξυγίανση και ανάπτυξη της Ολυμπιακής, όχι στη συρρίκνωσή της, και δεν έχω λόγο να αμφιβάλλω για τις προθέσεις. Όμως, εάν ανάπτυξη σημαίνει πάση θυσία αγκίστρωση στο σημερινό, ελαφρώς ‘μεγαλοϊδεατικό’ πρόγραμμα πτήσεων (‘ΟΑ των 5 ηπείρων’, ‘γέφυρα 18 εκατομμυρίων Ελλήνων’ και τα συναφή), μου φαίνεται πολύ προτιμότερη η συρρίκνωση. Πράγματι, θεωρώ ελκυστικότερη την ιδέα μιας εταιρείας που επικεντρώνεται σε γραμμές που είναι κερδοφόρες, ή τουλάχιστον κοινωνικά επωφελείς (βλέπε προηγούμενο επιχείρημα περί απομακρυσμένων νησιών). Μια μικρή πλην τίμια Ολυμπιακή, μέρος μιας διεθνούς συμμαχίας αεροπορικών εταιρειών, έχει μια ευκαιρία να επιβιώσει. Αν δεν την αξιοποιήσει ούτε αυτή, θα πρέπει να αρχίσουμε να συνηθίζουμε στην ιδέα μιας Ελλάδας χωρίς Ολυμπιακή. Σε τέτοια περίπτωση, ο ιστορικός του μέλλοντος θα διαπιστώσει ότι στη ‘μακρά διάρκεια’ η υπόθεση του εθνικού αερομεταφορέα ήταν απλώς μια ολιγόχρονη παρένθεση – κατά κοινή ομολογία μάλιστα, όχι ιδιαίτερα ευτυχής.

Ζήτημα τρίτο και τελευταίο: ακόμη και εάν η Ολυμπιακή εξακολουθήσει να υπάρχει, πρέπει υποχρεωτικά να είναι δημόσια; Η επιχειρηματική δράση του κράτους σπανίως είναι επιτυχής, εκτός εάν επικρατούν συνθήκες ‘φυσικού μονοπωλίου’, οπότε η κρατική ιδιοκτησία (μπορεί να) εξασφαλίζει καλύτερα την προστασία του καταναλωτή και την πληρέστερη αξιοποίηση των παραγωγικών πόρων. Για αυτό και η ιδιωτικοποίηση των σιδηροδρόμων σχεδόν σίγουρα θα οδηγούσε σε ακριβότερα εισιτήρια ή και χειρότερη εξυπηρέτηση – εξ άλλου, τα τραίνα δεν κάνουν προσπεράσεις. Τέτοιοι περιορισμοί, όμως, δεν υφίστανται στην αγορά αεροπορικών μετακινήσεων, ή είναι λιγότερο … περιοριστικοί. Πράγματι, σε συνθήκες ανταγωνισμού και ανοιχτής αγοράς μια ιδιωτική εταιρεία συνήθως τα καταφέρνει καλύτερα, όπως δείχνει και το παράδειγμα της ίδιας της British Airways άλλωστε. Ούτε βέβαια λείπουν από την άλλη και τα αντίστοιχα παραδείγματα καλών αεροπορικών εταιρειών που παραμένουν δημόσιες. Προσοχή όμως: για να επιβιώσουν εταιρείες όπως π.χ. η Air France χρειάστηκε να λειτουργήσουν με κριτήρια σχεδόν αμιγώς ‘ιδιωτικοοικονομικά’, υπερνικώντας από τη μια τους πειρασμούς για πελατειακή ‘αξιοποίηση’ της εταιρείας από την εκάστοτε κυβέρνηση, και από την άλλη την επιμονή του προσωπικού στην υπεράσπιση αδικαιολόγητων εργασιακών και ασφαλιστικών προνομίων. Η ανάγκη συμβιβασμών μπορεί να εξασφάλισε την εργασιακή ειρήνη (και την ομαλή διεξαγωγή του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου πέρυσι το καλοκαίρι), αλλά πέραν αυτού μετέθεσε απλώς το πρόβλημα για αργότερα.

Ωστόσο, αν και το δίλημμα ‘δημόσιες ή ιδιωτικές αεροπορικές εταιρείες’ παραμένει σχετικά ανοιχτό σε θεωρητικό επίπεδο, η συγκεκριμένη εμπειρία της Ολυμπιακής δεν αφήνει πολλά περιθώρια για δισταγμούς. Η ιστορική διαδρομή της δείχνει πώς μια εταιρεία που αρχικά είχε κρατικοποιηθεί στο όνομα του δημοσίου συμφέροντος, μετατράπηκε πρώτα σε προνομιακό πεδίο όλο και πιο ξέφρενων πελατειακών πρακτικών, για να καταλήξει μετά σε ‘κράτος εν κράτει’, με δικούς της κανόνες λειτουργίας, αδιάφορη αν όχι εχθρική προς τους επιβάτες – η εξυπηρέτηση των οποίων υποτίθεται ότι είναι ο λόγος ύπαρξής της.

Η παρατεταμένη κρίση της Ολυμπιακής φαίνεται να μπαίνει πλέον σε ένα δρόμο ‘επίλυσης’, με την έννοια της μετάβασης από τη σημερινή κατάσταση αργής μα σταθερής παρακμής προς κάποια άλλη, τα χαρακτηριστικά της οποίας προς το παρόν παραμένουν άγνωστα. Η έκβαση της κρίσης είναι αβέβαιη αλλά όχι και ανεξέλεγκτη, αφού συναρτάται με τις στρατηγικές των εμπλεκομένων μερών και συνεπώς επιδέχεται χειρισμών και παρεμβάσεων.

Όσον αφορά τη στάση του συνδικάτου, οι στρατηγικές επιλογές που ανοίγονται είναι σε γενικές γραμμές δύο. Από τη μια, αγκίστρωση στο σημερινό καθεστώς και τυφλή καταγγελία κάθε μεταβολής. Από την άλλη, παραδοχή της αναγκαιότητας βαθιών αλλαγών και συμμετοχή σε μια συμφωνημένη πορεία αναμόρφωσης. Η πρώτη στρατηγική ίσως εξασφαλίσει βραχυπρόθεσμα τη διατήρηση των ‘κεκτημένων’ τμήματος του προσωπικού, αλλά οδηγεί μακροπρόθεσμα στην πιο γρήγορη – και πιο οδυνηρή για το σύνολο των εργαζομένων – παρακμή της εταιρείας. Η δεύτερη δίνει στο συνδικάτο το διαπραγματευτικό πλεονέκτημα αλλά και το ηθικό δικαίωμα να διεκδικήσει ελαχιστοποίηση και δίκαιη κατανομή του κόστους προσαρμογής μεταξύ των εργαζομένων. Η ευθύνη της απόφασης βαρύνει τους ίδιους, αλλά οι συνέπειές της μας αφορούν όλους.

6 Ιουλίου 1999

Εικονικές απεργίες

Γράφτηκε για την «Αυγή» (Ιούλιος 1999) - δεν δημοσιεύτηκε ποτέ

Συμβαίνουν και εις Παρισίους, ή τουλάχιστον εις … Ρώμην: μια σειρά απεργιών, στην αρχή των οδηγών ταξί και στη συνέχεια των οδηγών λεωφορείων, προκάλεσαν, όπως αναμενόταν, συμφόρηση στις κυκλοφοριακές αρτηρίες της πόλης. Ο δήμαρχος Rutelli, εκλεγμένος με τα ψηφοδέλτια της Αριστεράς (όλης της Αριστεράς), αντέδρασε στην αναγγελία νέας απεργίας, αυτή τη φορά λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων, εκφράζοντας την δυσαρεσκειά του: ‘κανείς δεν δικαιούται να θέτει υπό ομηρία την πόλη’. Ο αρμόδιος νομάρχης φάνηκε να κλίνει προς μια νομική πράξη η οποία θα υποχρέωνε τους εργαζομένους να αναβάλουν την κινητοποίηση για μετά τις γιορτές. Το θέμα βρίσκεται σε εξέλιξη.

Στο σημείο αυτό σταματούν οι αναλογίες με όσα συμβαίνουν στη χώρα μας: μεσούσης της κρίσης, η εργατική συνομοσπονδία της Αριστεράς (όλης της Αριστεράς) CGIL παρενέβη με δηλώσεις του περιφερειακού γραμματέα του συνδικάτου κοινής ωφελείας Ottavi. Ο εν λόγω συνδικαλιστής, σε ελεύθερη απόδοση, είπε ότι οι απεργίες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δεν πλήττουν τόσο την ‘εργοδοσία’ όσο τους πολίτες που χρησιμοποιούν δημόσιες υπηρεσίες, και για αυτό κινδυνεύουν να αποξενώνουν τους απεργούς από την κοινή γνώμη. Εάν το δικαίωμα των εργαζομένων στην απεργία είναι ιερό, άλλο τόσο ιερό είναι το δικαίωμα των κατοίκων στη συγκοινωνία, των ασθενών στην περίθαλψη, των μαθητών στην εκπαίδευση κ.ο.κ. Κατά συνέπεια, το συνδικάτο αναζητά μορφές διεκδίκησης που να του επιτρέπουν να ασκεί πίεση στις αρμόδιες αρχές κερδίζοντας ταυτόχρονα την υποστήριξη της κοινής γνώμης.

Μα υπάρχουν στ’ αλήθεια τέτοιες μορφές διεκδίκησης; Ο Ιταλός συνδικαλιστής επανέφερε μια ιδέα που είχε ρίξει νωρίτερα στη συζήτηση ο γενικός γραμματέας της CGIL Cofferati περί ‘εικονικής απεργίας’. Λοιπόν, η ιδέα αυτή εξειδικεύεται για την κοινή ωφέλεια ως εξής: (α) οι εργαζόμενοι θα απεργούν δουλεύοντας κανονικά (β) κατά τη διάρκεια της απεργίας ο μισθός τους θα καταβάλλεται όχι στους ίδιους αλλά σε ένα κοινό ταμείο (γ) η διοίκηση της δημόσιας επιχείρησης θα υποχρεώνεται να καταβάλει στο ίδιο κοινό ταμείο το τριπλάσιο του ποσού που κατέβαλαν οι ‘εικονικά’ απεργούντες.

Με το νέο ‘σύστημα’, είπε ο Ottavi, η διαμάχη μπορεί να επιλυθεί σε ήρεμη ατμόσφαιρα, το κύρος του συνδικάτου στην κοινή γνώμη αυξάνεται, ενώ οι εργαζόμενοι έχουν την ευκαιρία να επιδείξουν λίγη έμπρακτη αλληλεγγύη με τα έσοδα του κοινού ταμείου. Πώς δηλαδή; Για παράδειγμα, αγοράζοντας ένα ασθενοφόρο, ένα πυροσβεστικό όχημα, ένα λεωφορείο κτλ. με χορηγία του οιονεί ‘απεργιακού ταμείου’. Μάλιστα.

Υποθέτω ότι στη σπάνια περίπτωση που κάποιο από τα συνδικαλιστικά στελέχη της εγχωρίου Αριστεράς (τα οποία άλλωστε, κατά διαβολική σύμπτωση, προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τον ευρύτερο δημόσιο τομέα) διαβάζει αυτές τις γραμμές θα κουνάει με περιφρόνηση το κεφάλι του: ορίστε που οδηγούν δεκαετίες και δεκαετίες ρεβιζιονισμού. Πράγματι, μια τέτοια καινοτόμα μορφή διεκδίκησης δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την κουλτούρα του συνδικαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα, όπου η επιτυχία μιας κινητοποίησης κρίνεται κυρίως από το βαθμό κατά τον οποίο καταφέρνει να βυθίσει στο χάος την πόλη (ή τη χώρα).

Έτσι κάνουν όλοι: οι αγρότες κλείνουν τους δρόμους, οι τελωνειακοί τα σύνορα, οι δημοτικοί υπάλληλοι απειλούν να απεργήσουν στη διάρκεια των εκλογών, οι καθηγητές στη διάρκεια των εξετάσεων, οι ελεγκτές εναερίου κυκλοφορίας κατεβάζουν τους διακόπτες στην περίοδο των γιορτών, η ΓΕΝΟΠ κόβει το ρεύμα το χειμώνα κ.ο.κ. ‘Όλοι’ τρόπος του λέγειν δηλαδή: στη χώρα μας απεργούν μόνο όσοι έχουν εκ των προτέρων εξασφαλίσει ατιμωρησία - αυτοί που άλλοι, πιο κακοήθεις από εμένα, ονομάζουν ‘τζάμπα μάγκες’.

Κάπως έτσι αδειάζει από περιεχόμενο μια λέξη. Κάποτε όσοι απεργούσαν ρίσκαραν το άτομό τους στο όνομα μιας κοινής υπόθεσης. Τώρα - στο όνομα του άκρατου εγωισμού της ομάδας - ρισκάρουν μόνο τον εξευτελισμό μιας ιδέας: του κοινού συμφέροντος, της συλλογικότητας. Πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήνει κανείς στα χέρια ‘επαναστατών’ του γλυκού νερού.

23 Μαΐου 1999

Κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα - Ο μύθος της υστέρησης και η επικαιρότητα της μεταρρύθμισης

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 23 Μαΐου 1999)

Όπως τόσα άλλα πράγματα στη χώρα μας, η δημόσια συζήτηση για την κοινωνική πολιτική συχνά καταφεύγει σε ‘βεβαιότητες’ που με προσεκτικότερη εξέταση αποδεικνύονται απλώς μύθοι. Ένας από τους ευρύτερα διαδεδομένους και βαθύτερα ριζωμένους μύθους είναι αυτός της ‘υστέρησης’ της κοινωνικής δαπάνης στην Ελλάδα έναντι της αντίστοιχης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο μύθος μετατρέπεται σε μια πραγματική ‘ιεροτελεστία της άνοιξης’ κάθε Απρίλη, όταν η Eurostat (στατιστική υπηρεσία της Ε.Ε.) δημοσιεύει τις σχετικές συγκρίσεις. Αυτό που ακολουθεί έχει όλα τα γνωρίσματα μιας τελετουργίας: έγκυρες εφημερίδες τιτλοφορούν τα σχετικά ρεπορτάζ με φράσεις όπως ‘ουραγοί στην Ευρώπη’, η (αριστερή, αλλά όχι μόνο) αντιπολίτευση τρίβει τα χέρια της και κατακεραυνώνει την ‘κοινωνική αναλγησία’ της κυβέρνησης, ενώ η τελευταία απαντά με αναδρομές στις ιστορικές και άλλες ιδιαιτερότητες της χώρας (‘όταν οι άλλοι έχτιζαν κράτος πρόνοιας εμείς είχαμε εμφύλιο’) και απαριθμεί τις πρωτοβουλίες που έχει (ή πρόκειται να) αναλάβει για να μειώσει την απόσταση που μας χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη. Κάθε χρόνο, με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, έτσι που αν κάποιος έχει ξαναδεί το ‘έργο’ να μπορεί να προφέρει τα λόγια των πρωταγωνιστών προτού αυτά βγουν από τα χείλη τους.

Το ότι πρόκειται περί μύθου, πράγμα που μερικοί υποψιάζονταν από καιρό, το επιβεβαιώνουν τα ίδια τα στοιχεία της Eurostat στην τελευταία τους έκδοση, για το 1996, όπου οι στατιστικές για την Ελλάδα προκύπτουν από την εφαρμογή (για πρώτη φορά …) της κοινής μεθοδολογίας που ακολουθούν οι άλλες χώρες. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα στοιχεία, η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα το 1996 έφθασε το 23.3% του εθνικού εισοδήματος, κάτω από το μέσο όρο των 15 κρατών μελών (28.7%) αλλά πάνω από την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, ακόμη και την Ισλανδία (που δεν είναι στην Ε.Ε., αλλά στέλνει στοιχεία ως μέλος της ‘Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ζώνης’), δηλ. χώρες σαφώς πλουσιότερες από τη δική μας. Απίστευτο και όμως αληθινό; Ίσως, μα καλύτερα να το ‘χωνέψουμε’ όλοι ώστε να ξέρουμε για τι ακριβώς μιλάμε.

Η επίδραση των νέων στοιχείων στη δημόσια συζήτηση για την κοινωνική πολιτική προς το παρόν δείχνει μηδαμινή: οι ανακοινώσεις των κομμάτων και τα ρεπορτάζ των ανταποκριτών φαίνεται να διαπνέονται ακόμη από την παλιά, γνώριμη εικόνα της ‘καθυστέρησης’. Δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς αυτή τη στάση: εάν η ‘σταθερά’ της αντιπολιτευτικής γραμμής κομμάτων και συνδικάτων είναι ‘πιο πολλά λεφτά για την …’ (συμπληρώστε την κοινωνική πολιτική της αρεσκείας σας), η ανακάλυψη ότι τα λεφτά που ήδη δαπανώνται είναι κάθε άλλο παρά αμελητέα προκαλεί δικαιολογημένη αμηχανία.

Ωστόσο, η επίδραση των νέων στατιστικών στη συζήτηση για την κοινωνική πολιτική μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα (δηλ. πέρα από την προεκλογική ‘αξιοποίησή’ τους) θετική, αφού συμβάλλει στη τοποθέτηση του ζητήματος της κοινωνικής δαπάνης στη σωστή του διάσταση, της κατανομής της και όχι του επιπέδου της.

Είναι λοιπόν καιρός να αφήσουμε κατά μέρος το μύθο της ‘χαμηλής’ δαπάνης για κοινωνική προστασία και να ασχοληθούμε με το πολύ σοβαρότερο πρόβλημα της χαμηλής κοινωνικής της αποτελεσματικότητας. Και τότε, πολύ πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα ανακύπτουν από το εάν η κυβέρνηση έχει ή δεν έχει ‘κοινωνικό πρόσωπο’. Όπως: Γιατί η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα συμβάλλει λιγότερο στη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας από ό,τι σε όλες τις άλλες χώρες της Ε.Ε. (εκτός από την Πορτογαλία); Πώς γίνεται να δαπανούμε για συντάξεις μεγαλύτερο μέρος του εθνικού μας εισοδήματος από τη Σουηδία – μια όχι μόνο πλουσιότερη αλλά και ‘γηραιότερη’ χώρα – και ταυτόχρονα να έχουμε το μεγαλύτερο δείκτη φτώχειας των ηλικιωμένων (μετά την Πορτογαλία); Είναι λογικό να επιδοτείται η συνταξιοδότηση σχετικά υψηλομίσθων υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ηλικίας κάτω των 60 (καμιά φορά και κάτω των 50), όταν από την άλλη το επίδομα ανεργίας διακόπτεται μετά από 12 μήνες; Σε ποια αρχή κοινωνικής δικαιοσύνης βασίζεται η διανομή κοινωνικών παροχών όχι σε αυτούς που τις χρειάζονται περισσότερο αλλά σε αυτούς που φωνάζουν πιο πολύ;

Με αυτή την έννοια, η μετατροπή του μύθου της ‘χαμηλής’ κοινωνικής δαπάνης στην Ελλάδα σε ‘μη ζήτημα’ καθιστά περισσότερο επίκαιρο το αίτημα της μεταρρύθμισης του σημερινού κράτους πελατειακών παροχών και της οικοδόμησης στη θέση του ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματος. Τα ‘συστατικά’ του νέου κοινωνικού κράτους είναι θέμα μιας άλλης μεγάλης συζήτησης. Πάντως, δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν: Λιγότερη επιδότηση από το κοινωνικό σύνολο σε ‘συνταξιούχους-βρέφη’, περισσότερη ενίσχυση σε πραγματικά βρέφη. Όχι μόνο προστασία στους ‘υπερ-προστατευμένους’, αλληλεγγύη στις φτωχές οικογένειες και στους άνεργους νέους. Όχι μόνο επιδόματα, περισσότερη έμφαση στις υπηρεσίες. Κατάργηση των κάθε είδους ‘εξαιρέσεων’ και ‘ειδικών ρυθμίσεων’, αποκατάσταση της ισοτιμίας και της νομιμότητας. Και βέβαια, τέλος στην ‘Ελληνική ιδιομορφία’ και εναρμόνιση με την υπόλοιπη Ευρώπη στις πολιτικές, όχι μόνο στις δαπάνες – αλλά περί αυτών κάποια άλλη φορά.

21 Μαρτίου 1999

Πατρίς, θρησκεία – τώρα και οικογένεια;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 21 Μαρτίου 1999)

“Όλες οι χώρες έχουν εξωτερική πολιτική, εμείς έχουμε εθνικά θέματα” λέει ένας καλός μου φίλος. “Όλες οι χώρες έχουν επίδομα παιδιού, εμείς έχουμε πολυτεκνικά επιδόματα” θα πρόσθετα εγώ. Όχι, δεν προσπαθώ να εφεύρω με κάθε τρόπο αναλογίες μεταξύ των θεμάτων που μονοπωλούν την επικαιρότητα των τελευταίων εβδομάδων και αυτών για τα οποία γράφω συνήθως στα ‘Ενθέματα’. Οι αναλογίες υπάρχουν, το ίδιο και ο κίνδυνος να αποκτήσουν και αυτά μια εκρηκτική επικαιρότητα στις εβδομάδες που έρχονται.

Υπερβολές; Η πρόσφατη εξαγγελία της Ιεράς Συνόδου για τη χορήγηση από την Εκκλησία επιδόματος τρίτου παιδιού στις χριστιανικές οικογένειες (και μάλιστα κατά προτεραιότητα σε εκείνες των ‘ακριτικών περιοχών’), καθώς και η βιαιότητα της αντίδρασης του εκπροσώπου της Αρχιεπισκοπής στην εύλογη (και όπως πάντα διατυπωμένη με νηφαλιότητα) διαμαρτυρία του Μουσταφά Μουσταφά, βουλευτή Θράκης του Συνασπισμού, λίγα περιθώρια αισιοδοξίας περί του αντιθέτου αφήνουν.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο ατροφικός χαρακτήρας των οικογενειακών παροχών είναι μια σοβαρή δομική ανισορροπία του συστήματος κοινωνικής προστασίας της χώρας μας. Πράγματι, η κρατική ενίσχυση για οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά (δηλ. για τη συντριπτική πλειοψηφία) είναι ασήμαντη, εκτός και εάν ο γονέας εργάζεται στο Δημόσιο. Η βοήθεια για το τρίτο παιδί είναι κάπως πιο ουσιαστική, λόγω του ομώνυμου επιδόματος. Από εκεί και πέρα τα πράγματα αλλάζουν. Το τέταρτο παιδί αποτελεί το εισιτήριο για το status του πολύτεκνου και για έναν πρωτοφανή για Ευρωπαϊκή χώρα κατακλυσμό ενισχύσεων: γενναία χρηματικά βοηθήματα, προτίμηση σε προσλήψεις στο Δημόσιο, άδειες ταξί, φοροαπαλλαγές (ακόμη και από το φόρο εισαγωγής πολυτελών αυτοκινήτων) κ.ο.κ.

Αν και η πολιτική αυτή συνήθως εμφανίζεται ως ‘κοινωνική’, μια προσεκτικότερη ανάγνωση πείθει για το αντίθετο. Για παράδειγμα, η ισόβια σύνταξη πολύτεκνης μητέρας και το μηνιαίο πολυτεκνικό επίδομα δίνονται σε μητέρες που έφεραν στον κόσμο τέσσερα ή περισσότερα παιδιά, ανεξαρτήτως από το εάν αυτά ζουν με τους γονείς τους – και από το εάν ζουν γενικώς. Πράγματι, ο σχετικός νόμος (εν ισχύ από την εποχή του εμφυλίου), αναγνωρίζει το status του πολύτεκνου ακόμη και σε όσους είχαν ήδη δύο παιδιά και μετά γέννησαν δίδυμα τα οποία έζησαν μόνο μια ημέρα. Το ελαφρώς μακάβριο αυτό παράδειγμα είναι διδακτικό: για το νομοθέτη, αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα αυξημένα οικογενειακά βάρη τα οποία θέλει να ανακουφίσει η αρωγή της Πολιτείας, αλλά η τεκμηριωμένη πρόθεση (πολυ)τεκνοποίησης.

Από την άλλη, αγνοούνται οι εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά που έχουν ανάγκη κοινωνικής προστασίας – ιδίως εάν η ανάγκη αυτή οριστεί με ευρύ πνεύμα, όπως στις ‘κοινωνικά προηγμένες’ χώρες του Ευρωπαϊκού βορρά όπου η ενεργοποίηση του μηχανισμού της κοινωνικής ενίσχυσης αρκείται στην ύπαρξη παιδιών στο νοικοκυριό. Κατά συνέπεια, τα επιδόματα παιδιού παρέχονται ανεξαρτήτως εισοδήματος, στη βάση της αρχής της οριζόντιας δικαιοσύνης, η οποία δέχεται ότι μεταξύ δύο οικογενειών με ίσο χρηματικό εισόδημα, εκείνη με τα περισσότερα παιδιά είναι φτωχότερη σε σχέση με τις ανάγκες διαβίωσης.

Εάν τα παραπάνω είναι σωστά, τότε το συμπέρασμα για την ακολουθητέα πολιτική προκύπτει αβίαστα: η οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού κράτους, άξιου του ονόματός του, θα πρέπει να περιλαμβάνει την εκλογίκευση και την επέκταση των οικογενειακών παροχών. Κατ’ αρχήν τη θεσμοθέτηση ενός ενιαίου ‘επιδόματος παιδιού’, σταθερού για κάθε παιδί μέχρι την ηλικία των 18 και κατά προτίμηση ανεξάρτητου από το οικογενειακό εισόδημα. Και ταυτόχρονα την ‘ύφανση’ ενός πλέγματος υπηρεσιών (προσιτοί βρεφονηπιακοί σταθμοί, ‘φύλαξη’ σε όλα τα δημόσια σχολεία, παιδότοποι στους χώρους δουλειάς κτλ.) που να επιτρέπει στις σύγχρονες γυναίκες να συνδυάζουν όσο το δυνατόν αρμονικότερα τις υποχρεώσεις της εργασίας με τις ευθύνες της οικογένειας.

Έστω - θα πει ο υπομονετικός αναγνώστης - αλλά πού είναι η αναλογία με τα εθνικά θέματα; Όπως έλεγα στην αρχή, το σύστημα των πολυτεκνικών επιδομάτων είναι κοινωνική πολιτική μόνο κατ’ επίφαση. Η πραγματική νομιμοποίησή τους γίνεται με τη (ρητή ή υπονοούμενη) σύνδεση του ζητήματος με τη ρητορική περί δημογραφικής απειλής, και μάλιστα στη γνωστή ‘εθνικόφρονα’ εκδοχή της. Πράγματι, το κλειδί για την κατανόηση της κατά τα άλλα μάλλον ασυνάρτητης πολιτικής του Ελληνικού κράτους για την οικογένεια είναι ακριβώς αυτό. Η αντίληψη της φροντίδας των παιδιών ως (τουλάχιστον εν μέρει) κοινωνικού ζητήματος και όχι (αποκλειστικά) ιδιωτικού συνεπάγεται την υιοθέτηση μιας πολιτικής όπως είναι αυτή που σκιαγραφείται παραπάνω. Αντίθετα, η αντίληψη της τεκνοποίησης ως ‘εθνικού καθήκοντος’ δίνει στο ισχύον σύστημα των τιμητικών παροχών σε πολυτέκνους μια κάποια λογική – που όμως μοιάζει απελπιστικά με τη λογική που χαρακτήριζε την πολιτική για την οικογένεια στη φασιστική Ιταλία, στην Ισπανία του Φράνκο, στην Πορτογαλία του Σαλαζάρ και (για να μην ξεχνιόμαστε) στην Ελλάδα της 4ης Αυγούστου και αργότερα των συνταγματαρχών.

Προφανώς, στο θεσμικό πλαίσιο ενός (έστω και απρόθυμα) πολυεθνοτικού κράτους όπως το Ελληνικό το πράγμα περιπλέκεται. Ενώ οι πολυτεκνικές παροχές δίνονται πρωτίστως ως μέσο για την ενίσχυση της άμυνας και την αποτροπή όσων ‘επιβουλεύονται τον ελληνισμό’, πολλοί δυνάμει δικαιούχοι ανήκουν στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Θράκης, με τα μεγάλα ποσοστά γονιμότητας και τις πολυμελείς οικογένειες.

Μέχρι πρόσφατα η παραπάνω αντίφαση ‘λυνόταν’ με έμμεσο τρόπο. Η ελλιπής ενημέρωση των μειονοτικών πληθυσμών για τα κοινωνικά δικαιώματά τους ως Έλληνες πολίτες και η αδιαφορία (αν όχι ανοικτή εχθρότητα) των διοικητικών αρχών που χορηγούν τις παροχές εξασφαλίζουν την ‘εθνική προτίμηση’ την οποία δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να θεσμοθετήσει ο νομοθέτης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο οικογένειες που λαμβάνουν πολυτεκνικά επιδόματα είναι περισσότερες στο νομό Έβρου (5.177) παρά στους νομούς Ξάνθης (4.804) και Ροδόπης (3.237). Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της Ιεράς Συνόδου απειλεί να αποτελέσει ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα για την πληρέστερη ‘εθνοκάθαρση’ της πολιτικής μας για την οικογένεια.

Σε μια άλλη εποχή θα μπορούσε κανείς απλώς να επισημάνει την υποκρισία της ‘χριστιανικής αγάπης’ που εκδηλώνεται με αποκλεισμό των αλλοθρήσκων, καθώς και τον παραλογισμό της χρηματοδότησης μιας επιλεκτικής ενίσχυσης με χρήματα των φορολογουμένων (όλων: ακόμη και των μουσουλμάνων) στο σημερινό καθεστώς κρατικής προστασίας που απολαμβάνει η Εκκλησία μας και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος. Σήμερα αυτό δεν είναι αρκετό: το εκρηκτικό δυναμικό μιας ακόμη διχαστικής παρέμβασης στις λεπτές ισορροπίες των τοπικών κοινωνιών της Θράκης πρέπει να απενεργοποιηθεί έγκαιρα, προτού αφεθεί να δηλητηριάσει με μια ακόμη δόση ρατσισμού και μισαλλοδοξίας το ήδη άρρωστο σώμα της κοινωνίας μας.

7 Φεβρουαρίου 1999

Δημόσια αθλιότητα - ιδιωτική ευδαιμονία

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 1999)

“Η οικογένεια που θα βγει για βόλτα με το ολοκαίνουργιο μωβ-κόκκινο αυτοκίνητό της (μεγάλου κυβισμού, με κλιματιστικό και υδραυλικά φρένα) θα περάσει από πόλεις χωρίς πεζοδρόμια και γεμάτες σκουπίδια, από φθαρμένα κτίρια, από διαφημιστικά πλαίσια και από στύλους για σύρματα που θα έπρεπε από καιρό να ήταν υπόγεια. Θα φτάσουν σε μια ύπαιθρο που έχει γίνει σχεδόν τελείως αόρατη, κρυμμένη από την ‘εμπορική τέχνη’. (Τα αγαθά που η τελευταία διαφημίζει έχουν απόλυτη προτεραιότητα στο σύστημα αξιών μας. Συνεπώς, αισθητικές ανησυχίες όπως η θέα της εξοχής έρχονται δεύτερες. Σε τέτοια ζητήματα είμαστε συνεπείς.) Θα γευματίσουν με θαυμάσια συσκευασμένα φαγητά από ένα φορητό ψυγείο δίπλα σε ένα μολυσμένο ρυάκι και θα προχωρήσουν για να περάσουν τη νύχτα σε ένα πάρκο που προσβάλλει δημόσια υγεία και ήθη. Λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος στο φουσκωτό στρώμα, κάτω από τη νάυλον τέντα, μέσα στη δυσοσμία των σκουπιδιών που αποσυντίθενται, ίσως θολά αναλογιστούν την παράξενη ασυμμετρία της επιτυχίας τους.”

Αυτά έγραφε πριν από σαράντα χρόνια ο καθηγητής Galbraith, τελευταίος των φιλελεύθερων αμερικανών στοχαστών, στο βιβλίο του ‘Η κοινωνία της αφθονίας’ (το οποίο επανεκδόθηκε μάλιστα πέρυσι με μια νέα εισαγωγή του συγγραφέα). Εάν εξαιρέσει κανείς τις προδιαγραφές του αυτοκινήτου και τις εκδρομικές συνήθειες της τυπικής οικογένειας του αποσπάσματος, θα μπορούσε να μιλά για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’90. Αυτό τουλάχιστον έρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που περνώ με το δικό μου αυτοκίνητο από κάποια τυπικά Αθηναϊκή (ή μήπως Ελληνική;) ‘νέα περιοχή’ στα όρια των παλιών προαστίων (π.χ. ανάμεσα στο Μαρούσι και τα Βριλήσσια ή ανάμεσα στο Χαλάνδρι και την Αγία Παρασκευή), που μέχρι πρόσφατα ήταν χωράφια, βοσκοτόπια (!), καταυλισμοί τσιγγάνων. Σήμερα έχουν κτιστεί οι κατοικίες με τα ‘πολυτελή’ μεγάλα διαμερίσματα που στεγάζουν την ανερχόμενη μεσαία τάξη, από κάτω είναι παρκαρισμένα τα BMW, τα τζιπ και τα άλλα αυτοκίνητα-σύμβολο της τάξης αυτής – όμως, οι δρόμοι που οδηγούν στα σπίτια τους είναι μετά βίας ασφαλτοστρωμένοι, ή γεμάτοι βαθιές λακκούβες. ‘Δημόσια αθλιότητα - ιδιωτική ευδαιμονία’ αλά ελληνικά.

Η ‘φυγή από το κράτος’ – για την οποία έγραφε πρόσφατα από τις σελίδες αυτές ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος – είναι σχεδόν πλήρης: οι ευκατάστατοι μεσοαστοί (και, όλο και περισσότερο, όχι μόνο αυτοί) στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο, έχουν δικό τους γιατρό, δεν θα πήγαιναν ποτέ σε δημόσιο νοσοκομείο, δεν χρησιμοποιούν δημόσια μέσα συγκοινωνίας και αθλούνται σε ιδιωτικό γυμναστήριο. Την ίδια στιγμή, καταφέρονται εναντίον του ‘ανίκανου κράτους’ και επαίρονται για την αυτάρκειά τους, καθησυχάζοντας ενδεχομένως τη συνείδησή τους για τα εισοδήματα που δεν δήλωσαν στην εφορία.

Οι πολιτικές επιπτώσεις της αυτο-εξαίρεσης συνεχώς περισσοτέρων από την κατανάλωση και τη χρηματοδότηση των λεγόμενων ‘συλλογικών αγαθών’ είναι, νομίζω, προφανείς. Όταν η τάση αυτή φθάσει στη λογική της κατάληξη, θα έχουμε οδηγηθεί σε μια βαλκανική εκδοχή της ‘άγριας δύσης’, όπου όλοι στρέφονται εναντίον όλων μέσα σε μια κατάσταση αμοιβαίας εχθρότητας ή καχυποψίας. Μια ‘μεταμοντέρνα’ αποδόμηση της μοντέρνας ‘αφήγησης’ ενός κράτους δημοκρατικού, αποτελεσματικού, στην υπηρεσία του πολίτη, το οποίο χρησιμοποιεί φορολογικά έσοδα για να καταπολεμά τα κοινωνικά προβλήματα και για να παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Με άλλα λόγια, το τέλος του ονείρου της ρεφορμιστικής (σε μετάφραση: μεταρρυθμιστικής) αριστεράς, που σε μια ορισμένη γωνιά του πλανήτη μια ορισμένη εποχή έγινε σχεδόν πραγματικότητα: στη βόρεια Ευρώπη των ‘χρυσών’ μεταπολεμικών δεκαετιών.

Και τώρα τι γίνεται; Στη μπερδεμένη Ελλάδα του τέλους του αιώνα, η αποκατάσταση – αν όχι εξ αρχής οικοδόμηση – του κύρους και της δημόσιας εικόνας των συλλογικών αγαθών (του εκπαιδευτικού μας συστήματος, του ΕΣΥ, των συγκοινωνιών, αλλά και της πολεοδομίας, της προστασίας των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος, της δημόσιας ασφάλειας κτλ.) δεν μπορεί παρά να είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η ανάκτηση από την αριστερά της ηγεμονίας στο επίπεδο των ιδεών και των αξιών. Στο όνομα της πολιτισμένης συμβίωσης όλων σε μια κοινωνία συνοχής. Σε πείσμα του κομφορμισμού που θεωρεί βαθύτατα ντεμοντέ κάθε αναφορά στο ρόλο του κράτους που δεν εμπνέεται από ανοικτή περιφρόνηση. Σε πείσμα και όσων ενώ στα λόγια ορκίζονται στο δημόσιο χαρακτήρα του (συμπληρώστε τον τομέα της αρεσκείας σας), με τις πράξεις τους πριονίζουν το κλαδί που κάθονται.

Είναι ήδη πολύ αργά; Μπορεί, αλλά έχουμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε; Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε θυμίζοντας στους συμπολίτες μας (και στους εαυτούς μας) ότι μετά το ιδιωτικό σχολείο, το ιδιωτικό νοσοκομείο, το ιδιωτικό γυμναστήριο και το ιδιωτικό αυτοκίνητο (κατά συρροή και εξακολούθηση), έρχεται η διαμονή σε ‘πρότυπα συγκροτήματα’, φρουρούμενα από ιδιωτική αστυνομία. Και δεν είναι μόνο ότι το όραμα αυτό είναι αποκρουστικό, είναι επίσης εξ ορισμού μόνο για λίγους. Οι οποίοι μπορεί και αυτοί μια μέρα να ξυπνήσουν βλέποντας με οδύνη ότι η μονοκατοικία που είχαν κτίσει μέσα στο πράσινο, μεταφέρθηκε ξαφνικά στην κορυφή ενός κατάμαυρου λόφου, με θέα ένα απέραντο καμένο δάσος. Και τότε “ίσως θολά αναλογιστούν την παράξενη ασυμμετρία της επιτυχίας τους” – μα ίσως πάλι όχι.

21 Δεκεμβρίου 1998

Κουπόνια για βιβλία

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 1998)

Το πρότυπο του homo universalis που οραματίστηκαν οι αναγεννησιακοί, αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ (το πρωί κυνηγός, το μεσημέρι χειροτέχνης και το βράδυ φιλόσοφος), δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από το πνεύμα αυτής της εποχής της ακραίας εξειδίκευσης – όσο και αν οι ειδικοί επιμένουν ότι το μέλλον ανήκει στην ευελιξία και την προσαρμοστικότητα. Ήδη θα πρέπει να θεωρούνται τυχεροί όσοι απλώς καταφέρνουν να κάνουν μια δουλειά που τους αρέσει. Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου όσο οι φοιτητές μου παρουσίαζαν τις εργασίες τους στο σεμινάριο ‘Οικονομικής του Κοινωνικού Κράτους’ στο Ρέθυμνο.

Ο υπομονετικός αναγνώστης θα αναρωτιέται τι ακριβώς έθεσε σε κίνηση αυτή την οκνηρή και ελαφρώς γλυκανάλατη περιπλάνηση του εν λόγω μυαλού. Σπεύδω λοιπόν να διευκρινίσω ότι η αφορμή δόθηκε από τη συζήτηση στην αίθουσα πάνω στο ζήτημα της δωρεάν παιδείας. Μετά από μια σύντομη ανασκόπηση στις εναλλακτικές επιλογές (ιδιωτικοποίηση, δίδακτρα για τους γόνους ευπόρων οικογενειών κτλ.) καταλήξαμε ότι η δωρεάν φοίτηση ακόμη και στα πανεπιστήμια υποστηρίζεται από ισχυρά επιχειρήματα όχι μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και οικονομικής αποδοτικότητας. Και τι γίνεται με τους γιους γιατρών που σπουδάζουν στην Ιατρική με έξοδα των φορολογουμένων, μόνο και μόνο για να γίνουν και οι ίδιοι γιατροί ώστε να μπορούν να φοροδιαφεύγουν και αυτοί; Συμφωνήσαμε - ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε - ότι η λιγότερο κακή λύση είναι ο ‘φόρος πτυχίου’, ώστε να συνεισφέρει κανείς αναδρομικά στο κόστος των σπουδών του με τρόπο που να μην υψώνει ταξικούς φραγμούς στη μόρφωση αποθαρρύνοντας τους λιγότερο εύπορους.

Σε ένα σημείο, ωστόσο, υπήρξε γενική καταδίκη του ισχύοντος συστήματος: στο ζήτημα της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων, η οποία - όπως πολλές άλλες σκανδαλώδεις πρακτικές στη χώρα μας - εμφανίζεται ως ‘φιλολαϊκό’ μέτρο. Βέβαια, στην πράξη οι μόνοι που ωφελούνται από αυτό είναι οι ίδιοι οι καθηγητές-συγγραφείς, οι οποίοι εκμεταλλεύονται μια κυριολεκτικά ‘αιχμάλωτη’ αγορά που εγγυάται την απορρόφηση εκατοντάδων αντιτύπων ετησίως – ανεξαρτήτως, φυσικά, της ποιότητας των ίδιων των συγγραμμάτων. Το πρόβλημα, άλλωστε, αναγνωρίζεται από αρκετούς εκ των άμεσα ενδιαφερομένων, οι οποίοι ζητούν την κατάργηση του μέτρου.

‘Ωραία, να καταργηθούν λοιπόν τα δωρεάν συγγράμματα, για να αντικατασταθούν από τι;’ – θα αναρωτιούνται τώρα οι ακόμη πιο υπομονετικοί αναγνώστες που κατάφεραν να φθάσουν μέχρι εδώ. ‘Δεν θέλουμε, φυσικά, αριστεροί άνθρωποι, να πληρώνουν οι ίδιοι οι φοιτητές για τα βιβλία τους’. Η λύση είναι απλή: κουπόνια για βιβλία.

Λοιπόν, το σύστημα λειτουργεί ως εξής: Αντί να διανέμονται 20 κιλά πανεπιστημιακά βιβλία στην αρχή κάθε εξαμήνου σε κάθε φοιτητή διανέμεται απλώς ένα κουπόνι, μια ‘δωροεπιταγή’ ας πούμε, εξαργυρώσιμη στα βιβλιοπωλεία. Η αξία της μπορεί να είναι ίση με τη μέχρι τώρα δημόσια δαπάνη για συγγράμματα ανά διδασκόμενο, ενδεχομένως ανά Σχολή (τα βιβλία της Ιατρικής κοστίζουν περισσότερο). Για λόγους που θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναλυτικά οι φοιτητές μου, η ιδέα να δίνεται το κουπόνι μόνο σε απόρους ή λιγότερο ευπόρους φοιτητές είναι μάλλον κακή, αν και αυτό δεν εμποδίζει μια κυβέρνηση που περνά κρίση γενναιοδωρίας να ορίσει υψηλότερη αξία κουπονιού για κατηγορίες φοιτητών οι οποίες κρίνει ότι χρήζουν πρόσθετης ενίσχυσης.

Από την άλλη, οι συγγραφείς θα βρεθούν σε μια κατάσταση η οποία θα τους υποχρεώνει να γράφουν για την αγορά, δηλ. για πληροφορημένους καταναλωτές που πριν αγοράσουν ένα βιβλίο το ξεφυλλίζουν, συμβουλεύονται την αμέσως προηγούμενη γενιά φοιτητών και τελικά ‘ψηφίζουν’ με το κουπόνι τους τα συγγράμματα με τη μεγαλύτερη διδακτική αξία στην πλέον συμφέρουσα τιμή. Έτσι πετυχαίνει κανείς με τον σμπάρο του κουπονιού και το τρυγόνι των πλεονεκτημάτων του ανταγωνισμού και αυτό της προαγωγής της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν χρειάζεται να διδάσκει κανείς Δημόσια Οικονομική για να το δει, αν και βοηθάει.

Βοηθάει, επίσης, να έχει υπάρξει κανείς μέλος του Ρήγα: θυμάμαι ως πρωτοετής φοιτητής να διαβάζω τις θέσεις του Δημοκρατικού Αγώνα για ‘πανεπιστήμιο ανοιχτό στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της’ (αυτό το τελευταίο ακόμη δεν το έχω καταλάβει πολύ καλά: ‘αντιθέσεις’ εντάξει, αλλά ‘αντιφάσεις’;) και να εντυπωσιάζομαι με τη φρεσκάδα των προτάσεων της παράταξης στην οποία μόλις είχα ενταχθεί - και κατ’ αρχήν της ιδέας για ‘κουπόνια βιβλίων’. Έχω άδικο να πιστεύω ότι έτσι κέρδιζε 15% στις φοιτητικές εκλογές ένα εξωκοινοβουλευτικό κόμμα; Ή ότι ο Ρήγας Φεραίος και όλη η ανανεωτική αριστερά στην Ελλάδα εκπροσωπούσε πέρα από κάθε τι άλλο μια βαθιά φιλελεύθερη στάση σε μια βαθιά κρατικολαϊκή κοινωνία;

29 Νοεμβρίου 1998

Μια νέα ώθηση για το ΕΣΥ


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 29 Νοεμβρίου 1998). Η γελοιογραφία του Ανδρέα Πετρουλάκη, σχόλιο για το προεκλογικό debate εκείνων των ημερών, δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Παρασκευή 30 Μαρτίου 2000).

Τα τελευταία 15 χρόνια, από την ίδρυση δηλ. του ΕΣΥ, η ελληνική κοινωνία έχει κάνει μια μεγάλη επένδυση πόρων στο δημόσιο τομέα της υγείας. Ως αποτέλεσμα, ο τελευταίος σήμερα διαθέτει περισσότερα νοσοκομεία με περισσότερες κλίνες, αλλά και περισσότερους και καλύτερα αμειβόμενους ιατρούς από ό,τι ποτέ στο παρελθόν. Τι αποκομίζουμε ως κοινωνία από αυτή τη μεγάλη επένδυση πόρων; Αν και είμαστε υγιέστεροι από τους περισσότερους άλλους Ευρωπαίους, οι πολίτες της χώρας μας είναι πολύ λιγότερο ικανοποιημένοι από το δημόσιο σύστημα υγείας από ό,τι εκείνοι από το δικό τους.

Η αναντιστοιχία πόρων και αποτελέσματος μπορεί να έχει διάφορες αιτίες: οι πρόσθετοι πόροι σπαταλώνται, ή απορροφώνται από όσους δουλεύουν στο (ή με το) ΕΣΥ χωρίς να φθάνουν στους ασθενείς - ή απλώς οι προσδοκίες των τελευταίων αυξάνονται τόσο πολύ που το ΕΣΥ όσο και αν ‘τρέχει’ δεν μπορεί να τις προφτάσει. Τι από αυτά συμβαίνει στα αλήθεια; Μάλλον και τα τρία, δηλ. ένας συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων.

Η δυσαρέσκεια των πολιτών εκδηλώνεται με μια τάση εγκατάλειψης του ΕΣΥ από τα εύπορα (και λιγότερο εύπορα) στρώματα, έτσι ώστε ο δημόσιος τομέας της υγείας να κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράρτημα της πρόνοιας. Το ότι δύο στις τρεις γεννήσεις στην Αθήνα γίνονται σε ιδιωτικά μαιευτήρια και όχι στο ‘Αλεξάνδρα’ ή στο ‘Έλενα’ (τα οποία μάλιστα είναι καλύτερα εξοπλισμένα) είναι ένα ακραίο και μη γενικεύσιμο παράδειγμα. Είναι όμως αποκαλυπτικό μιας επικίνδυνης τάσης αποξένωσης του μέσου πολίτη από το ΕΣΥ. Τυχόν επαλήθευση αυτής της τάσης στο μέλλον θα σήμαινε οριστική διάψευση της προσδοκίας για ένα οικουμενικό ΕΣΥ, το οποίο να παρέχει περίθαλψη υψηλής ποιότητας σε κάθε πολίτη, ανεξαρτήτως ηλικίας, εισοδήματος, φορέα ασφάλισης κτλ.

Και όμως, ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας άξιο του ονόματος παραμένει η κοινωνικά δικαιότερη και οικονομικά αποτελεσματικότερη μορφή οργάνωσης του τομέα υγείας. Η επίτευξη αυτού του στόχου, άρα και αποτροπή του κινδύνου περιθωριοποίησης του δημόσιου τομέα της υγείας, προϋποθέτει μια νέα ώθηση στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που άρχισε το 1983: επέκταση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, ισονομία στην κοινωνική ασφάλιση, οριοθέτηση από τον ιδιωτικό τομέα, αποκατάσταση του δημοσίου χαρακτήρα του ΕΣΥ - και, κυρίως, αύξηση της αποδοτικότητας, έτσι ώστε οι πρόσθετοι πόροι να μεταφράζονται σε βελτιώσεις αισθητές από τους ασθενείς.

26 Οκτωβρίου 1998

Το ΕΣΥ δεν νιώθει και τόσο καλά

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998)

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των νοσοκομειακών γιατρών ενίσχυσαν την εικόνα που έχει ο μέσος πολίτης για το δημόσιο σύστημα υγείας ως ‘κακό Λεβιάθαν’, από τον οποίο ασθενείς και επισκέπτες δεν έχουν να περιμένουν παρά μικρο-γραφειοκρατική ταλαιπωρία, δυσάρεστο περιβάλλον και κυνική αδιαφορία εκ μέρους του προσωπικού. Πράγματι, τα νοσοκομεία μας καταφέρνουν να διαψεύδουν πολλούς μύθους ταυτοχρόνως.

Κατ’ αρχήν, εκείνον που θέλει τη φυλή μας να αποτελείται από πονετικούς ανθρώπους, έτοιμους ανά πάσα στιγμή να νιώσουν τη δυστυχία του (αγνώστου) διπλανού τους, σε αντίθεση με τους ψυχρούς και υπολογιστικούς Βόρειους. Δεν συνεχίζω άλλωστε το θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα άλλων συνεργατών των ‘Ενθεμάτων’.

Ο δεύτερος μύθος είναι εκείνος του ιατρικού επαγγέλματος ως λειτουργήματος. Οι γιατροί-συνδικαλιστές που απώθησαν δυναμικά άτυχους ασθενείς και τους συγγενείς τους στις τελευταίες κινητοποιήσεις δεν εκφράζουν παρά την ‘μπρουτάλ’ εκδοχή μιας πεποίθησης ενδεχομένως ανομολόγητης αλλά ευρύτατα διαδεδομένης μεταξύ των συναδέλφων τους: ότι δηλ. το ΕΣΥ υπάρχει για να προσφέρει μια αρκετά άνετη και σχετικά καλοπληρωμένη ζωή σε όσους εργάζονται σε αυτό – ένα σχήμα στο οποίο οι ασθενείς χωρούν μόνο ως ενοχλητικοί παρείσακτοι, όπως άλλωστε δείχνει και ο τρόπος με τον οποίο κατά κανόνα αντιμετωπίζονται.

Οι απεργοί, βεβαίως, ισχυρίζονται ότι θέλουν να σώσουν το ΕΣΥ από την ‘κυβέρνηση του Σημίτη’ και τη ‘λογιστική’ της αντίληψη. Αυτός είναι ο κίνδυνος όμως; Αν και η τελική ευθύνη για την κατάσταση του δημοσίου συστήματος υγείας σε μια δημοκρατία βαρύνει τον αρμόδιο υπουργό και την κυβέρνηση στο σύνολό της (ενώ, επί πλέον, τα δεινά του ΕΣΥ οφείλονται εν μέρει και στις αποφάσεις ή παραλείψεις στη φάση του σχεδιασμού και της υλοποίησης του συστήματος), ωστόσο η κρίση του ΕΣΥ δεν είναι κρίση υποχρηματοδότησης. Κάθε άλλο: από το 1983 μέχρι σήμερα, η δημόσια δαπάνη για την υγεία αυξάνεται συνεχώς και μάλιστα ταχύτερα από το ρυθμό αύξησης του εθνικού μας εισοδήματος (προ-ΕΣΥ ήταν 4% του ΑΕΠ, σήμερα είναι 5%). Το πρόβλημα είναι άλλο: πώς δαπανώνται αυτά τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά.

Μια γρήγορη απάντηση είναι: άσχημα! Σύμφωνα με ένα πρόσφατο ‘Ευρωβαρόμετρο’ για το βαθμό ικανοποίησης του κοινού από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, οι Έλληνες είναι οι πλέον δυσαρεστημένοι Ευρωπαίοι. Φυσικά, αν είσαι γιατρός το πράγμα αλλάζει: παρά το γεγονός ότι έχουμε να θρέψουμε περισσότερους γιατρούς ανά κάτοικο από ό,τι οι περισσότερες άλλες χώρες της Ευρώπης, τα εισοδήματα των Ελλήνων γιατρών (σε σύγκριση πάντοτε με τα μέσα εισοδήματα) είναι μάλλον υψηλά. Όχι ότι αυτό εμποδίζει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των γιατρών να θεωρούν ότι υποχρέωση του κράτους είναι να προσλαμβάνει στο ΕΣΥ όλους τους αποφοίτους ανά τον κόσμο ιατρικών σχολών και μετά να τους πληρώνει πλαστές εφημερίες.

Η κρίση του ΕΣΥ είναι κυρίως κρίση ταυτότητας. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή του, με προγραμματικό στόχο την ‘αποεμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία’, το εν λόγω αγαθό παραμένει περισσότερο εμπορευματοποιημένο παρά ποτέ - ακόμη και μέσα στα ίδια τα κρατικά νοσοκομεία, όπου συνήθως το πιο στοιχειώδες ενδιαφέρον γιατρών και νοσοκόμων εξασφαλίζεται με ‘φακελάκι’ (και με ‘μέσον’, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Επί πλέον, όλο και περισσότεροι χρήστες υπηρεσιών υγείας εγκαταλείπουν το ΕΣΥ και στρέφονται προς τον ιδιωτικό τομέα που ευημερεί. Το τέρμα αυτού του δρόμου είναι ορατό: η βαθμιαία μετάλλαξη του ΕΣΥ από ‘εθνικό σύστημα’ με σκοπό την παροχή δωρεάν υπηρεσιών υγείας σε κάθε πολίτη που τις χρειάζεται, σε υπηρεσία-παράρτημα της Πρόνοιας για όσους δεν ‘αντέχουν’ το κόστος της ιδιωτικής ιατρικής.

Πώς μπορεί να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο; Αυτό που έχει ανάγκη το ΕΣΥ δεν είναι τόσο περισσότερα χρήματα, αλλά μια ένεση ζωτικότητας - και αυτό, παραδόξως, κάνει το πράγμα περίπλοκο. Χρειαζόμαστε μια πολιτική υγείας που έχει ως επίκεντρο την υγεία των πολιτών και όχι τα εργασιακά των γιατρών. Χρειαζόμαστε διοικητές (και ‘μάνατζερ’) αφοσιωμένους στο δημόσιο συμφέρον, άρα αποφασισμένους να σταματήσουν τη διαφθορά. Χρειαζόμαστε γιατρούς και νοσοκόμους διατεθειμένους να εργαστούν σκληρά με αντάλλαγμα έναν απλώς αξιοπρεπή μισθό και ένα μεγαλύτερο κοινωνικό κύρος από αυτό που σήμερα απολαμβάνουν. Ουτοπικό; Μπορεί. Τίποτε λιγότερο, όμως, δεν αξίζει την υποστήριξή μας.

12 Ιουλίου 1998

3+1 μελαγχολικές σκέψεις για τον θερμό Ιούνιο του ‘98

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 12 Ιουλίου 1998)

1. ‘Το όραμα μιας θέσης στο Δημόσιο είναι το μόνο που μπορεί να κατεβάσει ανθρώπους στο δρόμο σήμερα’ είπε κάποιος αυτές τις μέρες με αφορμή τις κινητοποιήσεις για το διαγωνισμό πρόσληψης εκπαιδευτικών και την απεργία της Ιονικής. Η θέση στο Δημόσιο υπήρξε πάντοτε στη χώρα μας το κερασάκι στην τούρτα των οικογενειακών στρατηγικών απασχόλησης και προνομιακό πεδίο σύναψης πελατειακών σχέσεων (κι όχι μόνο από βουλευτές και υπουργούς: τώρα διορισμούς κάνουν και οι συνδικαλιστές). Αυτό που κάνει τόσο ελκυστικό το διορισμό σπανίως αναφέρεται, ίσως επειδή θεωρείται από όλους δεδομένο: η προοπτική μιας ήσυχης ζωής, η θαλπωρή της μονιμότητας, η θεσμοθετημένα πρόωρη συνταξιοδότηση, άλλα λιγότερο σημαντικά μα συχνά προκλητικά προνόμια. ‘Κεκτημένα’ για τους άμεσα ενδιαφερομένους, ανήκουστα για την πλειοψηφία των εργαζομένων. Είναι ακριβώς το χάσμα μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα που εξηγεί τη βιαιότητα των πρόσφατων διαδηλώσεων. Συνεπώς, εκείνοι που προσπαθούν να ξεδιαλύνουν τις σκέψεις τους πάνω στο ζήτημα θα πρέπει να ξεκινήσουν από το εξής: είναι οι συνθήκες εργασίας στο δημόσιο τομέα πρότυπο προς γενίκευση, ή είναι αντίθετα μέρος του κρίσιμου προβλήματος της αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς της κρατικής μηχανής; Όποιος - πέρα από κάθε λογική - υποστηρίζει το πρώτο θα πρέπει να το δηλώσει. Όποιος αποδέχεται το δεύτερο, είναι υποχρεωμένος να δεχθεί και την αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού (και πιθανότατα περικοπής) των ‘κεκτημένων’.

2. Οι ίδιοι οι διαδηλωτές δεν τρέφουν αυταπάτες περί του γενικεύσιμου ή μη του στόχου τους - αντίθετα, αγωνίζονται για να μην ενταχθούν στο ΙΚΑ (Ιονική) και για να μην κριθούν μαζί με τους υπόλοιπους υποψηφίους (αναπληρωτές). Και οι μεν και οι δε αποδέχονται πλήρως τις διαιρέσεις στην αγορά εργασίας και μάχονται απλώς για να περάσουν (ή να παραμείνουν) στη σωστή πλευρά. Πέρα από την ανάρμοστη βία, αυτό που κάνει απεχθή τον αγώνα τους στα μάτια ενός ‘ουδέτερου’ παρατηρητή είναι η απροκάλυπτη μερικότητα των διεκδικήσεων. Και για αυτό το λόγο, η πεποίθηση με την οποία οι διαδηλωτές περιβάλλουν τις απόψεις τους (και το πάθος με το οποίο τις εκφράζουν) δεν θα πρέπει να παρασύρει σε λυρικές εξάρσεις περί συλλογικότητας, υπερηφάνειας, αξιοπρέπειας και τα παρόμοια. Όλα αυτά υπήρξαν πράγματι. Αλλά αν πρέπει για αυτό να τύχουν της υποστήριξής μας, γιατί δεν συνέβη το ίδιο και με τα συλλαλητήρια εναντίον των ‘Σκοπιανών σκυλιών’ όπου περίσσευε το (ελληνορθόδοξο) πάθος και η (εθνικιστική) ενότητα; Φυσικά, για πολλούς (ανάμεσά τους και μερικοί που νομίζουν ότι είναι αριστεροί) αυτό συνέβη και τότε – όμως εγώ απευθύνομαι στους άλλους.

3. Για λόγους που δεν χρειάζεται να αναλύσω εδώ, η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ και υπαγορεύουν την πολιτική της. Η φωνή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, που δεν διαθέτουν την άνεση να συνδικαλίζονται εκ του ασφαλούς αλλά συχνά αγωνίζονται για την κατάκτηση στοιχειωδών εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, δεν φθάνει στα αυτιά της συνδικαλιστικής ηγεσίας του τόπου, η οποία δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για το εάν οι αεροσυνοδοί μπορούν να παίρνουν άδεια ή όχι την ημέρα της ονομαστικής τους εορτής. Η κρίση αντιπροσώπευσης και η μείωση της επιρροής των συνδικάτων δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα τα ίδια. Θα έπρεπε όμως να ανησυχεί την Αριστερά.

4. Η περί ου ο λόγος Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα - ή μάλλον σταυροδρόμι. Από τη μια είναι ο δρόμος της θορυβώδους υποστήριξης κάθε διαμαρτυρίας από όπου και εάν προέρχεται ανεξαρτήτως περιεχομένου. Είναι ένας δρόμος εύκολος, αλλά όπως είναι επόμενο υπάρχει αρκετός συνωστισμός. Από την άλλη είναι ο δρόμος της κοπιαστικής αναζήτησης προωθητικών λύσεων για τη μείωση των ανισοτήτων και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων. Είναι ένας δρόμος δύσβατος, αλλά εκεί ο αέρας είναι καθαρότερος.