23 Μαΐου 1999

Κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα - Ο μύθος της υστέρησης και η επικαιρότητα της μεταρρύθμισης

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 23 Μαΐου 1999)

Όπως τόσα άλλα πράγματα στη χώρα μας, η δημόσια συζήτηση για την κοινωνική πολιτική συχνά καταφεύγει σε ‘βεβαιότητες’ που με προσεκτικότερη εξέταση αποδεικνύονται απλώς μύθοι. Ένας από τους ευρύτερα διαδεδομένους και βαθύτερα ριζωμένους μύθους είναι αυτός της ‘υστέρησης’ της κοινωνικής δαπάνης στην Ελλάδα έναντι της αντίστοιχης στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο μύθος μετατρέπεται σε μια πραγματική ‘ιεροτελεστία της άνοιξης’ κάθε Απρίλη, όταν η Eurostat (στατιστική υπηρεσία της Ε.Ε.) δημοσιεύει τις σχετικές συγκρίσεις. Αυτό που ακολουθεί έχει όλα τα γνωρίσματα μιας τελετουργίας: έγκυρες εφημερίδες τιτλοφορούν τα σχετικά ρεπορτάζ με φράσεις όπως ‘ουραγοί στην Ευρώπη’, η (αριστερή, αλλά όχι μόνο) αντιπολίτευση τρίβει τα χέρια της και κατακεραυνώνει την ‘κοινωνική αναλγησία’ της κυβέρνησης, ενώ η τελευταία απαντά με αναδρομές στις ιστορικές και άλλες ιδιαιτερότητες της χώρας (‘όταν οι άλλοι έχτιζαν κράτος πρόνοιας εμείς είχαμε εμφύλιο’) και απαριθμεί τις πρωτοβουλίες που έχει (ή πρόκειται να) αναλάβει για να μειώσει την απόσταση που μας χωρίζει από την υπόλοιπη Ευρώπη. Κάθε χρόνο, με μαθηματική σχεδόν ακρίβεια, έτσι που αν κάποιος έχει ξαναδεί το ‘έργο’ να μπορεί να προφέρει τα λόγια των πρωταγωνιστών προτού αυτά βγουν από τα χείλη τους.

Το ότι πρόκειται περί μύθου, πράγμα που μερικοί υποψιάζονταν από καιρό, το επιβεβαιώνουν τα ίδια τα στοιχεία της Eurostat στην τελευταία τους έκδοση, για το 1996, όπου οι στατιστικές για την Ελλάδα προκύπτουν από την εφαρμογή (για πρώτη φορά …) της κοινής μεθοδολογίας που ακολουθούν οι άλλες χώρες. Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα στοιχεία, η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα το 1996 έφθασε το 23.3% του εθνικού εισοδήματος, κάτω από το μέσο όρο των 15 κρατών μελών (28.7%) αλλά πάνω από την Ιρλανδία, την Πορτογαλία, την Ισπανία, ακόμη και την Ισλανδία (που δεν είναι στην Ε.Ε., αλλά στέλνει στοιχεία ως μέλος της ‘Ευρωπαϊκής Οικονομικής Ζώνης’), δηλ. χώρες σαφώς πλουσιότερες από τη δική μας. Απίστευτο και όμως αληθινό; Ίσως, μα καλύτερα να το ‘χωνέψουμε’ όλοι ώστε να ξέρουμε για τι ακριβώς μιλάμε.

Η επίδραση των νέων στοιχείων στη δημόσια συζήτηση για την κοινωνική πολιτική προς το παρόν δείχνει μηδαμινή: οι ανακοινώσεις των κομμάτων και τα ρεπορτάζ των ανταποκριτών φαίνεται να διαπνέονται ακόμη από την παλιά, γνώριμη εικόνα της ‘καθυστέρησης’. Δεν είναι δύσκολο να ερμηνεύσει κανείς αυτή τη στάση: εάν η ‘σταθερά’ της αντιπολιτευτικής γραμμής κομμάτων και συνδικάτων είναι ‘πιο πολλά λεφτά για την …’ (συμπληρώστε την κοινωνική πολιτική της αρεσκείας σας), η ανακάλυψη ότι τα λεφτά που ήδη δαπανώνται είναι κάθε άλλο παρά αμελητέα προκαλεί δικαιολογημένη αμηχανία.

Ωστόσο, η επίδραση των νέων στατιστικών στη συζήτηση για την κοινωνική πολιτική μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα (δηλ. πέρα από την προεκλογική ‘αξιοποίησή’ τους) θετική, αφού συμβάλλει στη τοποθέτηση του ζητήματος της κοινωνικής δαπάνης στη σωστή του διάσταση, της κατανομής της και όχι του επιπέδου της.

Είναι λοιπόν καιρός να αφήσουμε κατά μέρος το μύθο της ‘χαμηλής’ δαπάνης για κοινωνική προστασία και να ασχοληθούμε με το πολύ σοβαρότερο πρόβλημα της χαμηλής κοινωνικής της αποτελεσματικότητας. Και τότε, πολύ πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα ανακύπτουν από το εάν η κυβέρνηση έχει ή δεν έχει ‘κοινωνικό πρόσωπο’. Όπως: Γιατί η κοινωνική δαπάνη στην Ελλάδα συμβάλλει λιγότερο στη μείωση της φτώχειας και της ανισότητας από ό,τι σε όλες τις άλλες χώρες της Ε.Ε. (εκτός από την Πορτογαλία); Πώς γίνεται να δαπανούμε για συντάξεις μεγαλύτερο μέρος του εθνικού μας εισοδήματος από τη Σουηδία – μια όχι μόνο πλουσιότερη αλλά και ‘γηραιότερη’ χώρα – και ταυτόχρονα να έχουμε το μεγαλύτερο δείκτη φτώχειας των ηλικιωμένων (μετά την Πορτογαλία); Είναι λογικό να επιδοτείται η συνταξιοδότηση σχετικά υψηλομίσθων υπαλλήλων του ευρύτερου δημόσιου τομέα ηλικίας κάτω των 60 (καμιά φορά και κάτω των 50), όταν από την άλλη το επίδομα ανεργίας διακόπτεται μετά από 12 μήνες; Σε ποια αρχή κοινωνικής δικαιοσύνης βασίζεται η διανομή κοινωνικών παροχών όχι σε αυτούς που τις χρειάζονται περισσότερο αλλά σε αυτούς που φωνάζουν πιο πολύ;

Με αυτή την έννοια, η μετατροπή του μύθου της ‘χαμηλής’ κοινωνικής δαπάνης στην Ελλάδα σε ‘μη ζήτημα’ καθιστά περισσότερο επίκαιρο το αίτημα της μεταρρύθμισης του σημερινού κράτους πελατειακών παροχών και της οικοδόμησης στη θέση του ενός κοινωνικού κράτους άξιου του ονόματος. Τα ‘συστατικά’ του νέου κοινωνικού κράτους είναι θέμα μιας άλλης μεγάλης συζήτησης. Πάντως, δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν: Λιγότερη επιδότηση από το κοινωνικό σύνολο σε ‘συνταξιούχους-βρέφη’, περισσότερη ενίσχυση σε πραγματικά βρέφη. Όχι μόνο προστασία στους ‘υπερ-προστατευμένους’, αλληλεγγύη στις φτωχές οικογένειες και στους άνεργους νέους. Όχι μόνο επιδόματα, περισσότερη έμφαση στις υπηρεσίες. Κατάργηση των κάθε είδους ‘εξαιρέσεων’ και ‘ειδικών ρυθμίσεων’, αποκατάσταση της ισοτιμίας και της νομιμότητας. Και βέβαια, τέλος στην ‘Ελληνική ιδιομορφία’ και εναρμόνιση με την υπόλοιπη Ευρώπη στις πολιτικές, όχι μόνο στις δαπάνες – αλλά περί αυτών κάποια άλλη φορά.

21 Μαρτίου 1999

Πατρίς, θρησκεία – τώρα και οικογένεια;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 21 Μαρτίου 1999)

“Όλες οι χώρες έχουν εξωτερική πολιτική, εμείς έχουμε εθνικά θέματα” λέει ένας καλός μου φίλος. “Όλες οι χώρες έχουν επίδομα παιδιού, εμείς έχουμε πολυτεκνικά επιδόματα” θα πρόσθετα εγώ. Όχι, δεν προσπαθώ να εφεύρω με κάθε τρόπο αναλογίες μεταξύ των θεμάτων που μονοπωλούν την επικαιρότητα των τελευταίων εβδομάδων και αυτών για τα οποία γράφω συνήθως στα ‘Ενθέματα’. Οι αναλογίες υπάρχουν, το ίδιο και ο κίνδυνος να αποκτήσουν και αυτά μια εκρηκτική επικαιρότητα στις εβδομάδες που έρχονται.

Υπερβολές; Η πρόσφατη εξαγγελία της Ιεράς Συνόδου για τη χορήγηση από την Εκκλησία επιδόματος τρίτου παιδιού στις χριστιανικές οικογένειες (και μάλιστα κατά προτεραιότητα σε εκείνες των ‘ακριτικών περιοχών’), καθώς και η βιαιότητα της αντίδρασης του εκπροσώπου της Αρχιεπισκοπής στην εύλογη (και όπως πάντα διατυπωμένη με νηφαλιότητα) διαμαρτυρία του Μουσταφά Μουσταφά, βουλευτή Θράκης του Συνασπισμού, λίγα περιθώρια αισιοδοξίας περί του αντιθέτου αφήνουν.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Ο ατροφικός χαρακτήρας των οικογενειακών παροχών είναι μια σοβαρή δομική ανισορροπία του συστήματος κοινωνικής προστασίας της χώρας μας. Πράγματι, η κρατική ενίσχυση για οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά (δηλ. για τη συντριπτική πλειοψηφία) είναι ασήμαντη, εκτός και εάν ο γονέας εργάζεται στο Δημόσιο. Η βοήθεια για το τρίτο παιδί είναι κάπως πιο ουσιαστική, λόγω του ομώνυμου επιδόματος. Από εκεί και πέρα τα πράγματα αλλάζουν. Το τέταρτο παιδί αποτελεί το εισιτήριο για το status του πολύτεκνου και για έναν πρωτοφανή για Ευρωπαϊκή χώρα κατακλυσμό ενισχύσεων: γενναία χρηματικά βοηθήματα, προτίμηση σε προσλήψεις στο Δημόσιο, άδειες ταξί, φοροαπαλλαγές (ακόμη και από το φόρο εισαγωγής πολυτελών αυτοκινήτων) κ.ο.κ.

Αν και η πολιτική αυτή συνήθως εμφανίζεται ως ‘κοινωνική’, μια προσεκτικότερη ανάγνωση πείθει για το αντίθετο. Για παράδειγμα, η ισόβια σύνταξη πολύτεκνης μητέρας και το μηνιαίο πολυτεκνικό επίδομα δίνονται σε μητέρες που έφεραν στον κόσμο τέσσερα ή περισσότερα παιδιά, ανεξαρτήτως από το εάν αυτά ζουν με τους γονείς τους – και από το εάν ζουν γενικώς. Πράγματι, ο σχετικός νόμος (εν ισχύ από την εποχή του εμφυλίου), αναγνωρίζει το status του πολύτεκνου ακόμη και σε όσους είχαν ήδη δύο παιδιά και μετά γέννησαν δίδυμα τα οποία έζησαν μόνο μια ημέρα. Το ελαφρώς μακάβριο αυτό παράδειγμα είναι διδακτικό: για το νομοθέτη, αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα αυξημένα οικογενειακά βάρη τα οποία θέλει να ανακουφίσει η αρωγή της Πολιτείας, αλλά η τεκμηριωμένη πρόθεση (πολυ)τεκνοποίησης.

Από την άλλη, αγνοούνται οι εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες με ένα ή δύο παιδιά που έχουν ανάγκη κοινωνικής προστασίας – ιδίως εάν η ανάγκη αυτή οριστεί με ευρύ πνεύμα, όπως στις ‘κοινωνικά προηγμένες’ χώρες του Ευρωπαϊκού βορρά όπου η ενεργοποίηση του μηχανισμού της κοινωνικής ενίσχυσης αρκείται στην ύπαρξη παιδιών στο νοικοκυριό. Κατά συνέπεια, τα επιδόματα παιδιού παρέχονται ανεξαρτήτως εισοδήματος, στη βάση της αρχής της οριζόντιας δικαιοσύνης, η οποία δέχεται ότι μεταξύ δύο οικογενειών με ίσο χρηματικό εισόδημα, εκείνη με τα περισσότερα παιδιά είναι φτωχότερη σε σχέση με τις ανάγκες διαβίωσης.

Εάν τα παραπάνω είναι σωστά, τότε το συμπέρασμα για την ακολουθητέα πολιτική προκύπτει αβίαστα: η οικοδόμηση ενός νέου κοινωνικού κράτους, άξιου του ονόματός του, θα πρέπει να περιλαμβάνει την εκλογίκευση και την επέκταση των οικογενειακών παροχών. Κατ’ αρχήν τη θεσμοθέτηση ενός ενιαίου ‘επιδόματος παιδιού’, σταθερού για κάθε παιδί μέχρι την ηλικία των 18 και κατά προτίμηση ανεξάρτητου από το οικογενειακό εισόδημα. Και ταυτόχρονα την ‘ύφανση’ ενός πλέγματος υπηρεσιών (προσιτοί βρεφονηπιακοί σταθμοί, ‘φύλαξη’ σε όλα τα δημόσια σχολεία, παιδότοποι στους χώρους δουλειάς κτλ.) που να επιτρέπει στις σύγχρονες γυναίκες να συνδυάζουν όσο το δυνατόν αρμονικότερα τις υποχρεώσεις της εργασίας με τις ευθύνες της οικογένειας.

Έστω - θα πει ο υπομονετικός αναγνώστης - αλλά πού είναι η αναλογία με τα εθνικά θέματα; Όπως έλεγα στην αρχή, το σύστημα των πολυτεκνικών επιδομάτων είναι κοινωνική πολιτική μόνο κατ’ επίφαση. Η πραγματική νομιμοποίησή τους γίνεται με τη (ρητή ή υπονοούμενη) σύνδεση του ζητήματος με τη ρητορική περί δημογραφικής απειλής, και μάλιστα στη γνωστή ‘εθνικόφρονα’ εκδοχή της. Πράγματι, το κλειδί για την κατανόηση της κατά τα άλλα μάλλον ασυνάρτητης πολιτικής του Ελληνικού κράτους για την οικογένεια είναι ακριβώς αυτό. Η αντίληψη της φροντίδας των παιδιών ως (τουλάχιστον εν μέρει) κοινωνικού ζητήματος και όχι (αποκλειστικά) ιδιωτικού συνεπάγεται την υιοθέτηση μιας πολιτικής όπως είναι αυτή που σκιαγραφείται παραπάνω. Αντίθετα, η αντίληψη της τεκνοποίησης ως ‘εθνικού καθήκοντος’ δίνει στο ισχύον σύστημα των τιμητικών παροχών σε πολυτέκνους μια κάποια λογική – που όμως μοιάζει απελπιστικά με τη λογική που χαρακτήριζε την πολιτική για την οικογένεια στη φασιστική Ιταλία, στην Ισπανία του Φράνκο, στην Πορτογαλία του Σαλαζάρ και (για να μην ξεχνιόμαστε) στην Ελλάδα της 4ης Αυγούστου και αργότερα των συνταγματαρχών.

Προφανώς, στο θεσμικό πλαίσιο ενός (έστω και απρόθυμα) πολυεθνοτικού κράτους όπως το Ελληνικό το πράγμα περιπλέκεται. Ενώ οι πολυτεκνικές παροχές δίνονται πρωτίστως ως μέσο για την ενίσχυση της άμυνας και την αποτροπή όσων ‘επιβουλεύονται τον ελληνισμό’, πολλοί δυνάμει δικαιούχοι ανήκουν στους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Θράκης, με τα μεγάλα ποσοστά γονιμότητας και τις πολυμελείς οικογένειες.

Μέχρι πρόσφατα η παραπάνω αντίφαση ‘λυνόταν’ με έμμεσο τρόπο. Η ελλιπής ενημέρωση των μειονοτικών πληθυσμών για τα κοινωνικά δικαιώματά τους ως Έλληνες πολίτες και η αδιαφορία (αν όχι ανοικτή εχθρότητα) των διοικητικών αρχών που χορηγούν τις παροχές εξασφαλίζουν την ‘εθνική προτίμηση’ την οποία δεν θέλησε ή δεν μπόρεσε να θεσμοθετήσει ο νομοθέτης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο οικογένειες που λαμβάνουν πολυτεκνικά επιδόματα είναι περισσότερες στο νομό Έβρου (5.177) παρά στους νομούς Ξάνθης (4.804) και Ροδόπης (3.237). Σε αυτό το πλαίσιο, η απόφαση της Ιεράς Συνόδου απειλεί να αποτελέσει ένα ακόμη αποφασιστικό βήμα για την πληρέστερη ‘εθνοκάθαρση’ της πολιτικής μας για την οικογένεια.

Σε μια άλλη εποχή θα μπορούσε κανείς απλώς να επισημάνει την υποκρισία της ‘χριστιανικής αγάπης’ που εκδηλώνεται με αποκλεισμό των αλλοθρήσκων, καθώς και τον παραλογισμό της χρηματοδότησης μιας επιλεκτικής ενίσχυσης με χρήματα των φορολογουμένων (όλων: ακόμη και των μουσουλμάνων) στο σημερινό καθεστώς κρατικής προστασίας που απολαμβάνει η Εκκλησία μας και μετά την αναθεώρηση του Συντάγματος. Σήμερα αυτό δεν είναι αρκετό: το εκρηκτικό δυναμικό μιας ακόμη διχαστικής παρέμβασης στις λεπτές ισορροπίες των τοπικών κοινωνιών της Θράκης πρέπει να απενεργοποιηθεί έγκαιρα, προτού αφεθεί να δηλητηριάσει με μια ακόμη δόση ρατσισμού και μισαλλοδοξίας το ήδη άρρωστο σώμα της κοινωνίας μας.

7 Φεβρουαρίου 1999

Δημόσια αθλιότητα - ιδιωτική ευδαιμονία

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 1999)

“Η οικογένεια που θα βγει για βόλτα με το ολοκαίνουργιο μωβ-κόκκινο αυτοκίνητό της (μεγάλου κυβισμού, με κλιματιστικό και υδραυλικά φρένα) θα περάσει από πόλεις χωρίς πεζοδρόμια και γεμάτες σκουπίδια, από φθαρμένα κτίρια, από διαφημιστικά πλαίσια και από στύλους για σύρματα που θα έπρεπε από καιρό να ήταν υπόγεια. Θα φτάσουν σε μια ύπαιθρο που έχει γίνει σχεδόν τελείως αόρατη, κρυμμένη από την ‘εμπορική τέχνη’. (Τα αγαθά που η τελευταία διαφημίζει έχουν απόλυτη προτεραιότητα στο σύστημα αξιών μας. Συνεπώς, αισθητικές ανησυχίες όπως η θέα της εξοχής έρχονται δεύτερες. Σε τέτοια ζητήματα είμαστε συνεπείς.) Θα γευματίσουν με θαυμάσια συσκευασμένα φαγητά από ένα φορητό ψυγείο δίπλα σε ένα μολυσμένο ρυάκι και θα προχωρήσουν για να περάσουν τη νύχτα σε ένα πάρκο που προσβάλλει δημόσια υγεία και ήθη. Λίγο πριν τους πάρει ο ύπνος στο φουσκωτό στρώμα, κάτω από τη νάυλον τέντα, μέσα στη δυσοσμία των σκουπιδιών που αποσυντίθενται, ίσως θολά αναλογιστούν την παράξενη ασυμμετρία της επιτυχίας τους.”

Αυτά έγραφε πριν από σαράντα χρόνια ο καθηγητής Galbraith, τελευταίος των φιλελεύθερων αμερικανών στοχαστών, στο βιβλίο του ‘Η κοινωνία της αφθονίας’ (το οποίο επανεκδόθηκε μάλιστα πέρυσι με μια νέα εισαγωγή του συγγραφέα). Εάν εξαιρέσει κανείς τις προδιαγραφές του αυτοκινήτου και τις εκδρομικές συνήθειες της τυπικής οικογένειας του αποσπάσματος, θα μπορούσε να μιλά για την Ελλάδα της δεκαετίας του ’90. Αυτό τουλάχιστον έρχεται στο μυαλό μου κάθε φορά που περνώ με το δικό μου αυτοκίνητο από κάποια τυπικά Αθηναϊκή (ή μήπως Ελληνική;) ‘νέα περιοχή’ στα όρια των παλιών προαστίων (π.χ. ανάμεσα στο Μαρούσι και τα Βριλήσσια ή ανάμεσα στο Χαλάνδρι και την Αγία Παρασκευή), που μέχρι πρόσφατα ήταν χωράφια, βοσκοτόπια (!), καταυλισμοί τσιγγάνων. Σήμερα έχουν κτιστεί οι κατοικίες με τα ‘πολυτελή’ μεγάλα διαμερίσματα που στεγάζουν την ανερχόμενη μεσαία τάξη, από κάτω είναι παρκαρισμένα τα BMW, τα τζιπ και τα άλλα αυτοκίνητα-σύμβολο της τάξης αυτής – όμως, οι δρόμοι που οδηγούν στα σπίτια τους είναι μετά βίας ασφαλτοστρωμένοι, ή γεμάτοι βαθιές λακκούβες. ‘Δημόσια αθλιότητα - ιδιωτική ευδαιμονία’ αλά ελληνικά.

Η ‘φυγή από το κράτος’ – για την οποία έγραφε πρόσφατα από τις σελίδες αυτές ο Δημήτρης Σωτηρόπουλος – είναι σχεδόν πλήρης: οι ευκατάστατοι μεσοαστοί (και, όλο και περισσότερο, όχι μόνο αυτοί) στέλνουν τα παιδιά τους σε ιδιωτικό σχολείο, έχουν δικό τους γιατρό, δεν θα πήγαιναν ποτέ σε δημόσιο νοσοκομείο, δεν χρησιμοποιούν δημόσια μέσα συγκοινωνίας και αθλούνται σε ιδιωτικό γυμναστήριο. Την ίδια στιγμή, καταφέρονται εναντίον του ‘ανίκανου κράτους’ και επαίρονται για την αυτάρκειά τους, καθησυχάζοντας ενδεχομένως τη συνείδησή τους για τα εισοδήματα που δεν δήλωσαν στην εφορία.

Οι πολιτικές επιπτώσεις της αυτο-εξαίρεσης συνεχώς περισσοτέρων από την κατανάλωση και τη χρηματοδότηση των λεγόμενων ‘συλλογικών αγαθών’ είναι, νομίζω, προφανείς. Όταν η τάση αυτή φθάσει στη λογική της κατάληξη, θα έχουμε οδηγηθεί σε μια βαλκανική εκδοχή της ‘άγριας δύσης’, όπου όλοι στρέφονται εναντίον όλων μέσα σε μια κατάσταση αμοιβαίας εχθρότητας ή καχυποψίας. Μια ‘μεταμοντέρνα’ αποδόμηση της μοντέρνας ‘αφήγησης’ ενός κράτους δημοκρατικού, αποτελεσματικού, στην υπηρεσία του πολίτη, το οποίο χρησιμοποιεί φορολογικά έσοδα για να καταπολεμά τα κοινωνικά προβλήματα και για να παρέχει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες. Με άλλα λόγια, το τέλος του ονείρου της ρεφορμιστικής (σε μετάφραση: μεταρρυθμιστικής) αριστεράς, που σε μια ορισμένη γωνιά του πλανήτη μια ορισμένη εποχή έγινε σχεδόν πραγματικότητα: στη βόρεια Ευρώπη των ‘χρυσών’ μεταπολεμικών δεκαετιών.

Και τώρα τι γίνεται; Στη μπερδεμένη Ελλάδα του τέλους του αιώνα, η αποκατάσταση – αν όχι εξ αρχής οικοδόμηση – του κύρους και της δημόσιας εικόνας των συλλογικών αγαθών (του εκπαιδευτικού μας συστήματος, του ΕΣΥ, των συγκοινωνιών, αλλά και της πολεοδομίας, της προστασίας των δασών και του φυσικού περιβάλλοντος, της δημόσιας ασφάλειας κτλ.) δεν μπορεί παρά να είναι το σημείο από το οποίο ξεκινά η ανάκτηση από την αριστερά της ηγεμονίας στο επίπεδο των ιδεών και των αξιών. Στο όνομα της πολιτισμένης συμβίωσης όλων σε μια κοινωνία συνοχής. Σε πείσμα του κομφορμισμού που θεωρεί βαθύτατα ντεμοντέ κάθε αναφορά στο ρόλο του κράτους που δεν εμπνέεται από ανοικτή περιφρόνηση. Σε πείσμα και όσων ενώ στα λόγια ορκίζονται στο δημόσιο χαρακτήρα του (συμπληρώστε τον τομέα της αρεσκείας σας), με τις πράξεις τους πριονίζουν το κλαδί που κάθονται.

Είναι ήδη πολύ αργά; Μπορεί, αλλά έχουμε τίποτε καλύτερο να κάνουμε; Θα μπορούσαμε να αρχίσουμε θυμίζοντας στους συμπολίτες μας (και στους εαυτούς μας) ότι μετά το ιδιωτικό σχολείο, το ιδιωτικό νοσοκομείο, το ιδιωτικό γυμναστήριο και το ιδιωτικό αυτοκίνητο (κατά συρροή και εξακολούθηση), έρχεται η διαμονή σε ‘πρότυπα συγκροτήματα’, φρουρούμενα από ιδιωτική αστυνομία. Και δεν είναι μόνο ότι το όραμα αυτό είναι αποκρουστικό, είναι επίσης εξ ορισμού μόνο για λίγους. Οι οποίοι μπορεί και αυτοί μια μέρα να ξυπνήσουν βλέποντας με οδύνη ότι η μονοκατοικία που είχαν κτίσει μέσα στο πράσινο, μεταφέρθηκε ξαφνικά στην κορυφή ενός κατάμαυρου λόφου, με θέα ένα απέραντο καμένο δάσος. Και τότε “ίσως θολά αναλογιστούν την παράξενη ασυμμετρία της επιτυχίας τους” – μα ίσως πάλι όχι.

21 Δεκεμβρίου 1998

Κουπόνια για βιβλία

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 1998)

Το πρότυπο του homo universalis που οραματίστηκαν οι αναγεννησιακοί, αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ (το πρωί κυνηγός, το μεσημέρι χειροτέχνης και το βράδυ φιλόσοφος), δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από το πνεύμα αυτής της εποχής της ακραίας εξειδίκευσης – όσο και αν οι ειδικοί επιμένουν ότι το μέλλον ανήκει στην ευελιξία και την προσαρμοστικότητα. Ήδη θα πρέπει να θεωρούνται τυχεροί όσοι απλώς καταφέρνουν να κάνουν μια δουλειά που τους αρέσει. Τέτοιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό μου όσο οι φοιτητές μου παρουσίαζαν τις εργασίες τους στο σεμινάριο ‘Οικονομικής του Κοινωνικού Κράτους’ στο Ρέθυμνο.

Ο υπομονετικός αναγνώστης θα αναρωτιέται τι ακριβώς έθεσε σε κίνηση αυτή την οκνηρή και ελαφρώς γλυκανάλατη περιπλάνηση του εν λόγω μυαλού. Σπεύδω λοιπόν να διευκρινίσω ότι η αφορμή δόθηκε από τη συζήτηση στην αίθουσα πάνω στο ζήτημα της δωρεάν παιδείας. Μετά από μια σύντομη ανασκόπηση στις εναλλακτικές επιλογές (ιδιωτικοποίηση, δίδακτρα για τους γόνους ευπόρων οικογενειών κτλ.) καταλήξαμε ότι η δωρεάν φοίτηση ακόμη και στα πανεπιστήμια υποστηρίζεται από ισχυρά επιχειρήματα όχι μόνο κοινωνικής δικαιοσύνης αλλά και οικονομικής αποδοτικότητας. Και τι γίνεται με τους γιους γιατρών που σπουδάζουν στην Ιατρική με έξοδα των φορολογουμένων, μόνο και μόνο για να γίνουν και οι ίδιοι γιατροί ώστε να μπορούν να φοροδιαφεύγουν και αυτοί; Συμφωνήσαμε - ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε - ότι η λιγότερο κακή λύση είναι ο ‘φόρος πτυχίου’, ώστε να συνεισφέρει κανείς αναδρομικά στο κόστος των σπουδών του με τρόπο που να μην υψώνει ταξικούς φραγμούς στη μόρφωση αποθαρρύνοντας τους λιγότερο εύπορους.

Σε ένα σημείο, ωστόσο, υπήρξε γενική καταδίκη του ισχύοντος συστήματος: στο ζήτημα της δωρεάν διανομής συγγραμμάτων, η οποία - όπως πολλές άλλες σκανδαλώδεις πρακτικές στη χώρα μας - εμφανίζεται ως ‘φιλολαϊκό’ μέτρο. Βέβαια, στην πράξη οι μόνοι που ωφελούνται από αυτό είναι οι ίδιοι οι καθηγητές-συγγραφείς, οι οποίοι εκμεταλλεύονται μια κυριολεκτικά ‘αιχμάλωτη’ αγορά που εγγυάται την απορρόφηση εκατοντάδων αντιτύπων ετησίως – ανεξαρτήτως, φυσικά, της ποιότητας των ίδιων των συγγραμμάτων. Το πρόβλημα, άλλωστε, αναγνωρίζεται από αρκετούς εκ των άμεσα ενδιαφερομένων, οι οποίοι ζητούν την κατάργηση του μέτρου.

‘Ωραία, να καταργηθούν λοιπόν τα δωρεάν συγγράμματα, για να αντικατασταθούν από τι;’ – θα αναρωτιούνται τώρα οι ακόμη πιο υπομονετικοί αναγνώστες που κατάφεραν να φθάσουν μέχρι εδώ. ‘Δεν θέλουμε, φυσικά, αριστεροί άνθρωποι, να πληρώνουν οι ίδιοι οι φοιτητές για τα βιβλία τους’. Η λύση είναι απλή: κουπόνια για βιβλία.

Λοιπόν, το σύστημα λειτουργεί ως εξής: Αντί να διανέμονται 20 κιλά πανεπιστημιακά βιβλία στην αρχή κάθε εξαμήνου σε κάθε φοιτητή διανέμεται απλώς ένα κουπόνι, μια ‘δωροεπιταγή’ ας πούμε, εξαργυρώσιμη στα βιβλιοπωλεία. Η αξία της μπορεί να είναι ίση με τη μέχρι τώρα δημόσια δαπάνη για συγγράμματα ανά διδασκόμενο, ενδεχομένως ανά Σχολή (τα βιβλία της Ιατρικής κοστίζουν περισσότερο). Για λόγους που θα μπορούσαν να εξηγήσουν αναλυτικά οι φοιτητές μου, η ιδέα να δίνεται το κουπόνι μόνο σε απόρους ή λιγότερο ευπόρους φοιτητές είναι μάλλον κακή, αν και αυτό δεν εμποδίζει μια κυβέρνηση που περνά κρίση γενναιοδωρίας να ορίσει υψηλότερη αξία κουπονιού για κατηγορίες φοιτητών οι οποίες κρίνει ότι χρήζουν πρόσθετης ενίσχυσης.

Από την άλλη, οι συγγραφείς θα βρεθούν σε μια κατάσταση η οποία θα τους υποχρεώνει να γράφουν για την αγορά, δηλ. για πληροφορημένους καταναλωτές που πριν αγοράσουν ένα βιβλίο το ξεφυλλίζουν, συμβουλεύονται την αμέσως προηγούμενη γενιά φοιτητών και τελικά ‘ψηφίζουν’ με το κουπόνι τους τα συγγράμματα με τη μεγαλύτερη διδακτική αξία στην πλέον συμφέρουσα τιμή. Έτσι πετυχαίνει κανείς με τον σμπάρο του κουπονιού και το τρυγόνι των πλεονεκτημάτων του ανταγωνισμού και αυτό της προαγωγής της κοινωνικής δικαιοσύνης. Δεν χρειάζεται να διδάσκει κανείς Δημόσια Οικονομική για να το δει, αν και βοηθάει.

Βοηθάει, επίσης, να έχει υπάρξει κανείς μέλος του Ρήγα: θυμάμαι ως πρωτοετής φοιτητής να διαβάζω τις θέσεις του Δημοκρατικού Αγώνα για ‘πανεπιστήμιο ανοιχτό στην κοινωνία και τις αντιφάσεις της’ (αυτό το τελευταίο ακόμη δεν το έχω καταλάβει πολύ καλά: ‘αντιθέσεις’ εντάξει, αλλά ‘αντιφάσεις’;) και να εντυπωσιάζομαι με τη φρεσκάδα των προτάσεων της παράταξης στην οποία μόλις είχα ενταχθεί - και κατ’ αρχήν της ιδέας για ‘κουπόνια βιβλίων’. Έχω άδικο να πιστεύω ότι έτσι κέρδιζε 15% στις φοιτητικές εκλογές ένα εξωκοινοβουλευτικό κόμμα; Ή ότι ο Ρήγας Φεραίος και όλη η ανανεωτική αριστερά στην Ελλάδα εκπροσωπούσε πέρα από κάθε τι άλλο μια βαθιά φιλελεύθερη στάση σε μια βαθιά κρατικολαϊκή κοινωνία;

29 Νοεμβρίου 1998

Μια νέα ώθηση για το ΕΣΥ


Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή» (Κυριακή 29 Νοεμβρίου 1998). Η γελοιογραφία του Ανδρέα Πετρουλάκη, σχόλιο για το προεκλογικό debate εκείνων των ημερών, δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Παρασκευή 30 Μαρτίου 2000).

Τα τελευταία 15 χρόνια, από την ίδρυση δηλ. του ΕΣΥ, η ελληνική κοινωνία έχει κάνει μια μεγάλη επένδυση πόρων στο δημόσιο τομέα της υγείας. Ως αποτέλεσμα, ο τελευταίος σήμερα διαθέτει περισσότερα νοσοκομεία με περισσότερες κλίνες, αλλά και περισσότερους και καλύτερα αμειβόμενους ιατρούς από ό,τι ποτέ στο παρελθόν. Τι αποκομίζουμε ως κοινωνία από αυτή τη μεγάλη επένδυση πόρων; Αν και είμαστε υγιέστεροι από τους περισσότερους άλλους Ευρωπαίους, οι πολίτες της χώρας μας είναι πολύ λιγότερο ικανοποιημένοι από το δημόσιο σύστημα υγείας από ό,τι εκείνοι από το δικό τους.

Η αναντιστοιχία πόρων και αποτελέσματος μπορεί να έχει διάφορες αιτίες: οι πρόσθετοι πόροι σπαταλώνται, ή απορροφώνται από όσους δουλεύουν στο (ή με το) ΕΣΥ χωρίς να φθάνουν στους ασθενείς - ή απλώς οι προσδοκίες των τελευταίων αυξάνονται τόσο πολύ που το ΕΣΥ όσο και αν ‘τρέχει’ δεν μπορεί να τις προφτάσει. Τι από αυτά συμβαίνει στα αλήθεια; Μάλλον και τα τρία, δηλ. ένας συνδυασμός όλων αυτών των παραγόντων.

Η δυσαρέσκεια των πολιτών εκδηλώνεται με μια τάση εγκατάλειψης του ΕΣΥ από τα εύπορα (και λιγότερο εύπορα) στρώματα, έτσι ώστε ο δημόσιος τομέας της υγείας να κινδυνεύει να μετατραπεί σε παράρτημα της πρόνοιας. Το ότι δύο στις τρεις γεννήσεις στην Αθήνα γίνονται σε ιδιωτικά μαιευτήρια και όχι στο ‘Αλεξάνδρα’ ή στο ‘Έλενα’ (τα οποία μάλιστα είναι καλύτερα εξοπλισμένα) είναι ένα ακραίο και μη γενικεύσιμο παράδειγμα. Είναι όμως αποκαλυπτικό μιας επικίνδυνης τάσης αποξένωσης του μέσου πολίτη από το ΕΣΥ. Τυχόν επαλήθευση αυτής της τάσης στο μέλλον θα σήμαινε οριστική διάψευση της προσδοκίας για ένα οικουμενικό ΕΣΥ, το οποίο να παρέχει περίθαλψη υψηλής ποιότητας σε κάθε πολίτη, ανεξαρτήτως ηλικίας, εισοδήματος, φορέα ασφάλισης κτλ.

Και όμως, ένα Εθνικό Σύστημα Υγείας άξιο του ονόματος παραμένει η κοινωνικά δικαιότερη και οικονομικά αποτελεσματικότερη μορφή οργάνωσης του τομέα υγείας. Η επίτευξη αυτού του στόχου, άρα και αποτροπή του κινδύνου περιθωριοποίησης του δημόσιου τομέα της υγείας, προϋποθέτει μια νέα ώθηση στη μεταρρυθμιστική προσπάθεια που άρχισε το 1983: επέκταση στην πρωτοβάθμια περίθαλψη, ισονομία στην κοινωνική ασφάλιση, οριοθέτηση από τον ιδιωτικό τομέα, αποκατάσταση του δημοσίου χαρακτήρα του ΕΣΥ - και, κυρίως, αύξηση της αποδοτικότητας, έτσι ώστε οι πρόσθετοι πόροι να μεταφράζονται σε βελτιώσεις αισθητές από τους ασθενείς.

26 Οκτωβρίου 1998

Το ΕΣΥ δεν νιώθει και τόσο καλά

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 25 Οκτωβρίου 1998)

Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις των νοσοκομειακών γιατρών ενίσχυσαν την εικόνα που έχει ο μέσος πολίτης για το δημόσιο σύστημα υγείας ως ‘κακό Λεβιάθαν’, από τον οποίο ασθενείς και επισκέπτες δεν έχουν να περιμένουν παρά μικρο-γραφειοκρατική ταλαιπωρία, δυσάρεστο περιβάλλον και κυνική αδιαφορία εκ μέρους του προσωπικού. Πράγματι, τα νοσοκομεία μας καταφέρνουν να διαψεύδουν πολλούς μύθους ταυτοχρόνως.

Κατ’ αρχήν, εκείνον που θέλει τη φυλή μας να αποτελείται από πονετικούς ανθρώπους, έτοιμους ανά πάσα στιγμή να νιώσουν τη δυστυχία του (αγνώστου) διπλανού τους, σε αντίθεση με τους ψυχρούς και υπολογιστικούς Βόρειους. Δεν συνεχίζω άλλωστε το θέμα εμπίπτει στην αρμοδιότητα άλλων συνεργατών των ‘Ενθεμάτων’.

Ο δεύτερος μύθος είναι εκείνος του ιατρικού επαγγέλματος ως λειτουργήματος. Οι γιατροί-συνδικαλιστές που απώθησαν δυναμικά άτυχους ασθενείς και τους συγγενείς τους στις τελευταίες κινητοποιήσεις δεν εκφράζουν παρά την ‘μπρουτάλ’ εκδοχή μιας πεποίθησης ενδεχομένως ανομολόγητης αλλά ευρύτατα διαδεδομένης μεταξύ των συναδέλφων τους: ότι δηλ. το ΕΣΥ υπάρχει για να προσφέρει μια αρκετά άνετη και σχετικά καλοπληρωμένη ζωή σε όσους εργάζονται σε αυτό – ένα σχήμα στο οποίο οι ασθενείς χωρούν μόνο ως ενοχλητικοί παρείσακτοι, όπως άλλωστε δείχνει και ο τρόπος με τον οποίο κατά κανόνα αντιμετωπίζονται.

Οι απεργοί, βεβαίως, ισχυρίζονται ότι θέλουν να σώσουν το ΕΣΥ από την ‘κυβέρνηση του Σημίτη’ και τη ‘λογιστική’ της αντίληψη. Αυτός είναι ο κίνδυνος όμως; Αν και η τελική ευθύνη για την κατάσταση του δημοσίου συστήματος υγείας σε μια δημοκρατία βαρύνει τον αρμόδιο υπουργό και την κυβέρνηση στο σύνολό της (ενώ, επί πλέον, τα δεινά του ΕΣΥ οφείλονται εν μέρει και στις αποφάσεις ή παραλείψεις στη φάση του σχεδιασμού και της υλοποίησης του συστήματος), ωστόσο η κρίση του ΕΣΥ δεν είναι κρίση υποχρηματοδότησης. Κάθε άλλο: από το 1983 μέχρι σήμερα, η δημόσια δαπάνη για την υγεία αυξάνεται συνεχώς και μάλιστα ταχύτερα από το ρυθμό αύξησης του εθνικού μας εισοδήματος (προ-ΕΣΥ ήταν 4% του ΑΕΠ, σήμερα είναι 5%). Το πρόβλημα είναι άλλο: πώς δαπανώνται αυτά τα διόλου ευκαταφρόνητα ποσά.

Μια γρήγορη απάντηση είναι: άσχημα! Σύμφωνα με ένα πρόσφατο ‘Ευρωβαρόμετρο’ για το βαθμό ικανοποίησης του κοινού από τις δημόσιες υπηρεσίες υγείας, οι Έλληνες είναι οι πλέον δυσαρεστημένοι Ευρωπαίοι. Φυσικά, αν είσαι γιατρός το πράγμα αλλάζει: παρά το γεγονός ότι έχουμε να θρέψουμε περισσότερους γιατρούς ανά κάτοικο από ό,τι οι περισσότερες άλλες χώρες της Ευρώπης, τα εισοδήματα των Ελλήνων γιατρών (σε σύγκριση πάντοτε με τα μέσα εισοδήματα) είναι μάλλον υψηλά. Όχι ότι αυτό εμποδίζει τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των γιατρών να θεωρούν ότι υποχρέωση του κράτους είναι να προσλαμβάνει στο ΕΣΥ όλους τους αποφοίτους ανά τον κόσμο ιατρικών σχολών και μετά να τους πληρώνει πλαστές εφημερίες.

Η κρίση του ΕΣΥ είναι κυρίως κρίση ταυτότητας. Δεκαπέντε χρόνια μετά τη θεσμοθέτησή του, με προγραμματικό στόχο την ‘αποεμπορευματοποίηση του αγαθού υγεία’, το εν λόγω αγαθό παραμένει περισσότερο εμπορευματοποιημένο παρά ποτέ - ακόμη και μέσα στα ίδια τα κρατικά νοσοκομεία, όπου συνήθως το πιο στοιχειώδες ενδιαφέρον γιατρών και νοσοκόμων εξασφαλίζεται με ‘φακελάκι’ (και με ‘μέσον’, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία). Επί πλέον, όλο και περισσότεροι χρήστες υπηρεσιών υγείας εγκαταλείπουν το ΕΣΥ και στρέφονται προς τον ιδιωτικό τομέα που ευημερεί. Το τέρμα αυτού του δρόμου είναι ορατό: η βαθμιαία μετάλλαξη του ΕΣΥ από ‘εθνικό σύστημα’ με σκοπό την παροχή δωρεάν υπηρεσιών υγείας σε κάθε πολίτη που τις χρειάζεται, σε υπηρεσία-παράρτημα της Πρόνοιας για όσους δεν ‘αντέχουν’ το κόστος της ιδιωτικής ιατρικής.

Πώς μπορεί να αποτραπεί αυτό το ενδεχόμενο; Αυτό που έχει ανάγκη το ΕΣΥ δεν είναι τόσο περισσότερα χρήματα, αλλά μια ένεση ζωτικότητας - και αυτό, παραδόξως, κάνει το πράγμα περίπλοκο. Χρειαζόμαστε μια πολιτική υγείας που έχει ως επίκεντρο την υγεία των πολιτών και όχι τα εργασιακά των γιατρών. Χρειαζόμαστε διοικητές (και ‘μάνατζερ’) αφοσιωμένους στο δημόσιο συμφέρον, άρα αποφασισμένους να σταματήσουν τη διαφθορά. Χρειαζόμαστε γιατρούς και νοσοκόμους διατεθειμένους να εργαστούν σκληρά με αντάλλαγμα έναν απλώς αξιοπρεπή μισθό και ένα μεγαλύτερο κοινωνικό κύρος από αυτό που σήμερα απολαμβάνουν. Ουτοπικό; Μπορεί. Τίποτε λιγότερο, όμως, δεν αξίζει την υποστήριξή μας.

12 Ιουλίου 1998

3+1 μελαγχολικές σκέψεις για τον θερμό Ιούνιο του ‘98

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 12 Ιουλίου 1998)

1. ‘Το όραμα μιας θέσης στο Δημόσιο είναι το μόνο που μπορεί να κατεβάσει ανθρώπους στο δρόμο σήμερα’ είπε κάποιος αυτές τις μέρες με αφορμή τις κινητοποιήσεις για το διαγωνισμό πρόσληψης εκπαιδευτικών και την απεργία της Ιονικής. Η θέση στο Δημόσιο υπήρξε πάντοτε στη χώρα μας το κερασάκι στην τούρτα των οικογενειακών στρατηγικών απασχόλησης και προνομιακό πεδίο σύναψης πελατειακών σχέσεων (κι όχι μόνο από βουλευτές και υπουργούς: τώρα διορισμούς κάνουν και οι συνδικαλιστές). Αυτό που κάνει τόσο ελκυστικό το διορισμό σπανίως αναφέρεται, ίσως επειδή θεωρείται από όλους δεδομένο: η προοπτική μιας ήσυχης ζωής, η θαλπωρή της μονιμότητας, η θεσμοθετημένα πρόωρη συνταξιοδότηση, άλλα λιγότερο σημαντικά μα συχνά προκλητικά προνόμια. ‘Κεκτημένα’ για τους άμεσα ενδιαφερομένους, ανήκουστα για την πλειοψηφία των εργαζομένων. Είναι ακριβώς το χάσμα μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού τομέα που εξηγεί τη βιαιότητα των πρόσφατων διαδηλώσεων. Συνεπώς, εκείνοι που προσπαθούν να ξεδιαλύνουν τις σκέψεις τους πάνω στο ζήτημα θα πρέπει να ξεκινήσουν από το εξής: είναι οι συνθήκες εργασίας στο δημόσιο τομέα πρότυπο προς γενίκευση, ή είναι αντίθετα μέρος του κρίσιμου προβλήματος της αναποτελεσματικότητας και διαφθοράς της κρατικής μηχανής; Όποιος - πέρα από κάθε λογική - υποστηρίζει το πρώτο θα πρέπει να το δηλώσει. Όποιος αποδέχεται το δεύτερο, είναι υποχρεωμένος να δεχθεί και την αναγκαιότητα επαναπροσδιορισμού (και πιθανότατα περικοπής) των ‘κεκτημένων’.

2. Οι ίδιοι οι διαδηλωτές δεν τρέφουν αυταπάτες περί του γενικεύσιμου ή μη του στόχου τους - αντίθετα, αγωνίζονται για να μην ενταχθούν στο ΙΚΑ (Ιονική) και για να μην κριθούν μαζί με τους υπόλοιπους υποψηφίους (αναπληρωτές). Και οι μεν και οι δε αποδέχονται πλήρως τις διαιρέσεις στην αγορά εργασίας και μάχονται απλώς για να περάσουν (ή να παραμείνουν) στη σωστή πλευρά. Πέρα από την ανάρμοστη βία, αυτό που κάνει απεχθή τον αγώνα τους στα μάτια ενός ‘ουδέτερου’ παρατηρητή είναι η απροκάλυπτη μερικότητα των διεκδικήσεων. Και για αυτό το λόγο, η πεποίθηση με την οποία οι διαδηλωτές περιβάλλουν τις απόψεις τους (και το πάθος με το οποίο τις εκφράζουν) δεν θα πρέπει να παρασύρει σε λυρικές εξάρσεις περί συλλογικότητας, υπερηφάνειας, αξιοπρέπειας και τα παρόμοια. Όλα αυτά υπήρξαν πράγματι. Αλλά αν πρέπει για αυτό να τύχουν της υποστήριξής μας, γιατί δεν συνέβη το ίδιο και με τα συλλαλητήρια εναντίον των ‘Σκοπιανών σκυλιών’ όπου περίσσευε το (ελληνορθόδοξο) πάθος και η (εθνικιστική) ενότητα; Φυσικά, για πολλούς (ανάμεσά τους και μερικοί που νομίζουν ότι είναι αριστεροί) αυτό συνέβη και τότε – όμως εγώ απευθύνομαι στους άλλους.

3. Για λόγους που δεν χρειάζεται να αναλύσω εδώ, η εκπροσώπηση των εργαζομένων από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις είναι ασυνήθιστα ετεροβαρής στη χώρα μας: τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ και των τραπεζών κυριαρχούν στη ΓΣΕΕ και υπαγορεύουν την πολιτική της. Η φωνή εκατοντάδων χιλιάδων εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, που δεν διαθέτουν την άνεση να συνδικαλίζονται εκ του ασφαλούς αλλά συχνά αγωνίζονται για την κατάκτηση στοιχειωδών εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, δεν φθάνει στα αυτιά της συνδικαλιστικής ηγεσίας του τόπου, η οποία δείχνει να ενδιαφέρεται περισσότερο για το εάν οι αεροσυνοδοί μπορούν να παίρνουν άδεια ή όχι την ημέρα της ονομαστικής τους εορτής. Η κρίση αντιπροσώπευσης και η μείωση της επιρροής των συνδικάτων δεν φαίνεται να ανησυχεί ιδιαίτερα τα ίδια. Θα έπρεπε όμως να ανησυχεί την Αριστερά.

4. Η περί ου ο λόγος Αριστερά βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα - ή μάλλον σταυροδρόμι. Από τη μια είναι ο δρόμος της θορυβώδους υποστήριξης κάθε διαμαρτυρίας από όπου και εάν προέρχεται ανεξαρτήτως περιεχομένου. Είναι ένας δρόμος εύκολος, αλλά όπως είναι επόμενο υπάρχει αρκετός συνωστισμός. Από την άλλη είναι ο δρόμος της κοπιαστικής αναζήτησης προωθητικών λύσεων για τη μείωση των ανισοτήτων και τη βελτίωση του βιοτικού επιπέδου όλων. Είναι ένας δρόμος δύσβατος, αλλά εκεί ο αέρας είναι καθαρότερος.

31 Μαΐου 1998

Δίχτυ ασφαλείας;

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 31 Μαΐου 1998)

‘Μπορεί να μην έχουμε κοινωνικό κράτος άξιο του ονόματός του, αλλά ευτυχώς που υπάρχει και η οικογένεια’. Το επιχείρημα λανθάνει παλαιόθεν, ενώ τώρα τελευταία ακούγεται όλο και συχνότερα. Ο συλλογισμός δεν στερείται εντελώς λογικής βάσης, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνα τα συμπεράσματα πολιτικής στα οποία σιωπηρά οδηγεί: ‘η κοινωνική πολιτική μπορεί να έχει χαμηλή προτεραιότητα όσο η οικογένεια απορροφά τους κραδασμούς’.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η οικογένεια στην Ελλάδα αναδιανέμει εισόδημα, προστατεύει τα άνεργα μέλη της, περιθάλπτει τους ηλικιωμένους, φροντίζει τα παιδιά. Βέβαια, όλα αυτά μόνο όταν υπάρχει και όταν είναι πρόθυμη να συνεισφέρει. Διαφορετικά, εκτός οικογενείας (καμιά φορά και εντός) συχνά βασιλεύει η σκληρότητα: απέναντι σε παιδιά με ειδικές ανάγκες, σε διανοητικά ανάπηρους, σε ανθρώπους με προβλήματα που μας φέρνουν σε δύσκολη θέση. Άλλες κοινωνίες παρέχουν προστασία στα αδύναμα μέλη τους μέσω του κράτους αλλά και των εθελοντικών οργανώσεων, οι οποίες στην Ελλάδα βρίσκονται ακόμη σε νηπιακό στάδιο.

Ακόμη και όταν η οικογένεια υπάρχει και προσφέρεται να βοηθήσει, το τίμημα είναι μεγάλο: το βάρος της φροντίδας των παιδιών και των ηλικιωμένων πέφτει στους ώμους των γυναικών, οι οποίες υποχρεώνονται να παραιτηθούν από την επαγγελματική σταδιοδρομία τους για λίγο ή για πάντα, αλλά και από ολόκληρο σχεδόν τον ελεύθερο χρόνο που απαιτεί η ανάπτυξη της προσωπικότητας, η καλλιέργεια κοινωνικών σχέσεων, η αναψυχή.

Η επιστροφή (ή παραμονή) της γυναίκας στο σπίτι δεν είναι το μοναδικό προαπαιτούμενο για τη λειτουργία του ‘οικογενειακού διχτυού ασφαλείας’: η παράταση της εξάρτησης των νέων από την οικογένεια είναι το άλλο.

Πράγματι, η οικοδόμηση των θεσμών αγοράς εργασίας και κοινωνικής προστασίας γύρω από το μοντέλο του ‘άνδρα κουβαλητή’ με ‘εξαρτημένα μέλη οικογενείας’ έχει σημαντικές παρενέργειες. Ο συνδυασμός ‘οικογενειακού μισθού’ (αρκετού για τη στήριξη ολόκληρης της οικογένειας), υψηλών κοινωνικών εισφορών και ανελαστικών ωραρίων μπορεί να ωφελεί τους ‘από μέσα’, αλλά δυσκολεύει την ένταξη των ‘απ’ έξω’: η ανεργία των ‘αρχηγών νοικοκυριού’ είναι κάτω από 3%, μα το αντίστοιχο ποσοστό μεταξύ των νέων φθάνει το 30%.

Η καθυστερημένη απόκτηση οικονομικής (δηλ. επαγγελματικής και στεγαστικής) αυτονομίας εκ μέρους των νέων δεν είναι απλώς ο βασικότερος λόγος για τις δυσμενείς δημογραφικές τάσεις των τελευταίων ετών. Είναι επίσης ένα μείζον κοινωνικό και πολιτικό πρόβλημα και ως τέτοιο θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται από τα συνδικάτα και τα κόμματα της αριστεράς: οι Ιταλοί σύντροφοί μας το έχουν καταλάβει καλά, όπως φάνηκε στην περυσινή ομιλία του D’Alema στο ‘Κάραβελ’.

Ανακεφαλαιώνω: το ‘οικογενειακό δίχτυ ασφαλείας’, αν και καλύτερο από το τίποτε, είναι το ίδιο πηγή σημαντικών προβλημάτων. Η επιτάχυνση της διαδικασίας αυτονόμησης των νέων, η χειραφέτηση των γυναικών από την οικιακή δουλεία και η συμμετοχή τους στη δημόσια ζωή, η υπεράσπιση της αξιοπρέπειας των ηλικιωμένων, όλα αυτά τα εξόχως πολύτιμα για την Αριστερά προϋποθέτουν την (αν)οικοδόμηση ενός σύγχρονου, δίκαιου και αποτελεσματικού κοινωνικού κράτους. Το οποίο, μεταξύ άλλων, οφείλει να προστατεύει τα άτομα και από την οικογένειά τους, ακόμη και όταν αυτή έχει τις καλύτερες προθέσεις - ή μάλλον ειδικά τότε!

24 Μαΐου 1998

Κριτική στον δημοσιονομικό σφετερισμό

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή» (Κυριακή 24 Μαΐου 1998)

Παρά τα επιφαινόμενα, με βάση το βιοτικό επίπεδο και τη δημογραφική σύνθεση της χώρας, έχουμε ένα υπερβολικά γενναιόδωρο σύστημα συντάξεων, το οποίο μάλιστα στερεί πόρους από άλλα, κοινωνικά χρησιμότερα, προγράμματα κοινωνικής πολιτικής. Ο υπερτροφισμός των συντάξεων και τα κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα σε άλλους τομείς της κοινωνικής πολιτικής είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Ο καλοπροαίρετος αναγνώστης θα αναρωτάται: είναι δυνατό να αποκαλείται γενναιόδωρο ένα σύστημα που, κατά τη φράση του συνδικαλιστικού συρμού, δίνει ‘συντάξεις πείνας’; Και όμως είναι: Κατ’ αρχήν επειδή εκτός από γενναιόδωρο είναι και κακοσχεδιασμένο, αφού δίνει κίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης και εισφοροδιαφυγής. Αφ’ ετέρου επειδή για κάθε χαμηλοσυνταξιούχο (και για κάθε ηλικιωμένο χωρίς καμιά σύνταξη) υπάρχουν ένας ή περισσότεροι συνταξιούχοι με συντάξεις που δεν πλήρωσαν ποτέ οι ίδιοι.

Ο κατακερματισμός του συστήματος σε μια πληθώρα ταμείων, το καθένα με τους δικούς του κανόνες, συσκοτίζει - και για αυτό διευκολύνει - τη διαιώνιση προνομίων. Η λέξη είναι φορτισμένη, για αυτό θα ήταν καλό να την ορίσουμε. Προτείνω τον εξής ορισμό: ‘ρυθμίσεις που ωφελούν επιλεγμένες κοινωνικές ομάδες ενώ επιβαρύνουν το κοινωνικό σύνολο’.

Τα δεδομένα του προβλήματος πρέπει (ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε) να είναι γνωστά σε όλους: Ελλείψει μεταλλωρύχων, στα ‘βαρέα και ανθυγιεινά’ επαγγέλματα εντάσσονται κομμωτές και παρουσιαστές της τηλεόρασης. Συντάξεις αναπηρίας χορηγούνται με ελαστικά κριτήρια, συχνά με χρηματικά ή και πολιτικά ανταλλάγματα. Πώς αλλιώς εξηγείται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό συντάξεων αναπηρίας στην Ελλάδα εκδίδεται στην υγιέστερη περιφέρεια της Ευρώπης (την Κρήτη); Οι ασφαλισμένοι των ‘ειδικών ταμείων’ συνταξιοδοτούνται με πλήρη δικαιώματα έως και δέκα χρόνια νωρίτερα από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ.

Η συσσώρευση πολλών προνομίων στο ίδιο άτομο οδηγεί σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως καθαρές παραβιάσεις της αρχής της ισότητας των πολιτών μπροστά στο νόμο: μια εργάτρια κλωστοϋφαντουργίας, ηλικίας 60 ετών, δεν στοιχειοθετεί δικαίωμα για σύνταξη εάν έχει ‘ένσημα’ για λιγότερα από 15 χρόνια, όμως μια δημόσια υπάλληλος με δύο παιδιά συνταξιοδοτείται στα 45 (δηλ. όταν τα παιδιά της είναι πλέον στο λύκειο).

Σύμφωνα με μια σε ανύποπτο χρόνο διατυπωμένη φράση του σημερινού πρωθυπουργού, ‘το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα οικοδομήθηκε άναρχα’ ως ‘προϊόν συνεχών συμβιβασμών με ομάδες πίεσης ή περιστασιακής αντιμετώπισης κρίσεων’. Αυτή η διαδικασία, από την οποία προέκυψε το σημερινό ‘εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων’, κάνει την Ελληνική περίπτωση μοναδική και της δίνει το χαρακτηρισμό του ‘κράτους πελατειακών παροχών’. Ο σημερινός ‘χάρτης’ των κοινωνικών παροχών στην Ελλάδα φέρνει τα σημάδια μιας ιστορικής διαδικασίας, κατά την οποία η προνομιακή πρόσβαση ορισμένων ομάδων στην πολιτική εξουσία τους έχει δώσει τη δύναμη να αποσπούν και να διατηρούν ευνοϊκές ρυθμίσεις για λογαριασμό των μελών τους.

Η εξάπλωση των πελατειακών παροχών σίγουρα δεν αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου και είναι επικίνδυνη για την αξιοπιστία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Επί πλέον, οι ισχυρές πολιτικά ομάδες συνήθως διαθέτουν και οικονομική ισχύ: συνεπώς, τα προνόμια καταλήγουν να ωφελούν ομάδες κατά κανόνα πιο εύπορες από αυτές τις οποίες επιβαρύνουν.

Ο μηχανισμός της μεταβίβασης πόρων από το κοινωνικό σύνολο στις ομάδες που ευνοούνται από τα προνόμια είναι συχνά αδιαφανής. Το έλλειμμα του ΙΚΑ ανακοινώνεται κάθε χρόνο, αλλά το ‘έλλειμμα’ των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων όχι. Το κόστος των προνομίων των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ μετακυλίεται στο φορολογούμενο, αλλά και στον καταναλωτή των υπηρεσιών τους. Το ‘άνοιγμα’ μεταξύ επιτοκίου χορηγήσεων και επιτοκίου καταθέσεων έχει σωστά διαγνωσθεί ως σύμπτωμα της ολιγοπωλιακής δομής του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, αλλά λησμονείται ότι μέρος της ‘προσόδου’ διανέμεται στους εργαζομένους των Τραπεζών (ιδίως των κρατικών), με τη μορφή υψηλών συντάξεων σε χαμηλή ηλικία.

Άλλες φορές, η ιδιοποίηση κοινωνικών πόρων γίνεται με μια απροκάλυπτη ωμότητα που θα σόκαρε όποιον δεν έχει εξοικειωθεί καλά με τα πολιτικά ήθη της χώρας μας. Η εξαίρεση του Ταμείου Νομικών από την υποχρέωση συνεισφοράς στο Λογαριασμό Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης του ν.2084/92 έγινε από τη Βουλή - με διακομματική συναίνεση. Το ΤΣΜΕΔΕ, το ταμείο των μηχανικών, εισπράττει 1% της δαπάνης εκτέλεσης δημοσίων έργων με αποτέλεσμα να πρέπει τώρα να αποφασίσει εάν είναι προτιμότερο να επενδύσει τα κέρδη από τα πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ (και τα μελλοντικά από την Ολυμπιάδα του 2004) σε δικό του νοσοκομείο, δική του τράπεζα ή σε συνδυασμό και των δύο. Το ΤΣΑΥ, το ταμείο των γιατρών, εισέπραττε μέχρι πέρυσι ένα ποσοστό της τιμής κάθε φαρμάκου, ώστε οι υψηλές συντάξεις αυτής της κατά τεκμήριο εύπορης κοινωνικής ομάδας να χρηματοδοτούνται από τους αγοραστές φαρμάκων, δηλαδή κυρίως από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ και του ΟΓΑ.

Όταν πέρυσι, στα πλαίσια της νέας τιμολογιακής πολιτικής για το φάρμακο, αποφασίστηκε η κατάργηση αυτής της επιβάρυνσης, το υπουργείο Οικονομικών (κέρβερος, κατά τα άλλα, του δημοσίου χρήματος) έσπευσε να αποζημιώσει το πλεονασματικό ΤΣΑΥ με μια επιχορήγηση ύψους 12 δις. δρχ., δηλ. 2,5 φορές μεγαλύτερη από την αντίστοιχη επιχορήγηση του ΙΚΑ ανά συνταξιούχο του κάθε ταμείου.

Πάνω σε αυτό το φαινόμενο που ο Maurizio Ferrera αποκαλεί ‘δημοσιονομικό σφετερισμό’ και που εμείς κατ’ ευφημισμό ονομάζουμε ‘κοινωνικούς πόρους’ λίγα έχω να προσθέσω σε αυτά που ο σημερινός πρωθυπουργός έγραφε πριν από εννέα χρόνια: ‘Το σύστημα των πολλαπλών ταμείων και κοινωνικών πόρων, το οποίο έχει ως συνέπεια να φορολογεί ο κάθε Έλληνας τους υπολοίπους και να αναδιανέμονται οι εισφορές σε όφελος της ισχυρότερης πολιτικά ομάδας, είναι ανάγκη να αντικατασταθεί’.

7 Μαΐου 1998

Τα διλήμματα της μεταρρύθμισης της κοινωνικής ασφάλισης

Oμιλία σε συνάντηση του Ομίλου Προβληματισμού για τον Εκσυγχρονισμό της Κοινωνίας (ΟΠΕΚ) (Αθήνα 7 Μαΐου 1998)

Θα ξεκινήσω με μια κοινή διαπίστωση: ο διάλογος για το μέλλον της κοινωνικής ασφάλισης περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τα προβλήματα του συστήματος συντάξεων. Αυτό ισχύει τόσο για τον επίσημο - ‘κοινωνικό’ - διάλογο, όσο και για τον ανεπίσημο (και, κατά κανόνα, πιο διαφωτιστικό) δημόσιο διάλογο που διεξάγεται με άρθρα και εκθέσεις, ή με ομιλίες σε συνέδρια και εκδηλώσεις όπως η σημερινή.

Η μια μονομέρεια (της συζήτησης) αντανακλά πιστά μιαν άλλη: τη μονομέρεια της δομής του συστήματος κοινωνικής προστασίας στη χώρα μας. Οι συντάξεις απορροφούν το 60% της κοινωνικής δαπάνης του κράτους και των φορέων κοινωνικής ασφάλισης. Το φαινόμενο αυτό είναι Ελληνική πρωτοτυπία: το ειδικό βάρος των συντάξεων είναι σε όλες τις χώρες της Ευρώπης μεγάλο, πουθενά όμως τόσο μεγάλο.

Σπεύδω να προλάβω τη συνηθισμένη ένσταση: ότι το ποσοστό των συντάξεων στη συνολική κοινωνική δαπάνη είναι υψηλό επειδή η τελευταία είναι χαμηλή. Θα συμφωνήσω εν μέρει. Η δαπάνη για κοινωνική προστασία στην Ελλάδα είναι σίγουρα χαμηλότερη από το μέσο Ευρωπαϊκό όρο. Όμως, αφού η χώρα μας είναι η λιγότερο πλούσια μεταξύ των εταίρων της, το αντίθετο θα ήταν παράδοξο. Και πάλι, η κοινωνική δαπάνη είναι υψηλότερη στην Ελλάδα από ό,τι στην Πορτογαλία - και στο ίδιο περίπου επίπεδο όπως στην Ιρλανδία.

[Παρένθεση: γνωρίζω ότι οι στατιστικές που κυκλοφορούν δίνουν μια διαφορετική εικόνα, αλλά αυτό αφορά περισσότερο τις ίδιες τις στατιστικές παρά την πραγματικότητα την οποία υποτίθεται ότι περιγράφουν. Η συμφιλίωση στατιστικών και πραγματικότητας είναι το έργο μιας ομάδας της ΕΣΥΕ, η οποία αναμένεται να παραδώσει το Σεπτέμβριο. Ήδη, όμως, είναι ενδεικτικό ότι η αμέσως επόμενη σειρά πινάκων που πρόκειται να δημοσιεύσει η Eurostat θα περιλαμβάνει ολόκληρα προγράμματα κοινωνικής προστασίας, συνολικού ύψους ούτε λίγο ούτε πολύ 5% του ΑΕΠ, τα οποία είχαμε παραλείψει να προσμετρήσουμε τις προηγούμενες φορές. Αν όλα πάνε καλά, η απόσταση στατιστικών και πραγματικότητας θα κυμαίνεται στο μέλλον σε λογικότερα επίπεδα από ό,τι στο παρελθόν.]

Επιστρέφουμε στο θέμα. Ένα σύστημα συντάξεων είναι ένα σύνολο ρυθμίσεων, με τις οποίες μια κοινωνία διανέμει τους διαθέσιμους πόρους μεταξύ εργαζομένων και συνταξιούχων. Το πώς γίνεται αυτή η διανομή είναι μάλλον τεχνικό ζήτημα, με ουσιαστικές όμως προεκτάσεις, μερικές από τις οποίες θα θίξω στη συνέχεια. Το πόσο, το μερίδιο του εθνικού εισοδήματος το οποίο απορροφάται από τις συντάξεις, είναι θέμα επιλογής. Στην Ελλάδα, το ποσοστό του ΑΕΠ το οποίο διανέμουμε στους συνταξιούχους είναι γύρω στο 12%.

Πολύ είναι αυτό ή λίγο; Μπορούμε να πάρουμε μια ιδέα βλέποντας τι κάνουν άλλες χώρες. Η Ιταλία δαπανά περισσότερο, η Σουηδία περίπου το ίδιο, η Γερμανία και η Γαλλία λιγότερο. Εάν σκεφθεί κανείς ότι πρόκειται για χώρες όχι μόνο πλουσιότερες από τη δική μας αλλά και με μεγαλύτερο ποσοστό ηλικιωμένων, τότε μάλλον δαπανούμε πολύ. Με βάση τις σημερινές τάσεις, όταν η δημογραφική πυραμίδα της Ελλάδας πάρει τη μορφή της υπόλοιπης Ευρώπης θα δαπανούμε περισσότερο από κάθε άλλη χώρα.

Όπως ανέφερα πριν, το πόσο δαπανά μια χώρα για συντάξεις είναι σε μεγάλο βαθμό θέμα επιλογής. Τίποτε δεν μας εμποδίζει να είμαστε περισσότερο γενναιόδωροι προς τους δικούς μας συνταξιούχους από ό,τι είναι άλλοι λαοί προς τους δικούς τους. Αρκεί βέβαια να είμαστε έτοιμοι να πληρώσουμε το τίμημα: ως γνωστόν, δωρεάν γεύματα δεν υπάρχουν. Μια δραχμή παραπάνω για τις συντάξεις σημαίνει μια δραχμή λιγότερο για κάτι άλλο.

Μεταξύ των θυμάτων του υπερτροφισμού του συστήματος συντάξεων στη χώρα μας είναι τα υπόλοιπα κοινωνικά προγράμματα. Τα επιδόματα ανεργίας στην Ελλάδα είναι μικρότερης αξίας και διάρκειας από ό,τι σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Οι μισοί σχεδόν άνεργοι είναι νέοι, αλλά μόνο πρόσφατα άρχισαν να εφαρμόζονται μαζικά προγράμματα ένταξης στην αγορά εργασίας. Τα οικογενειακά επιδόματα είναι μόνο για τους δημοσίους υπαλλήλους, για τους υπόλοιπους υπάρχουν μόνο ‘πολυτεκνικά’. Για να αποκτήσει ένα νέο ζευγάρι στεγαστική αυτονομία θα πρέπει να προικοδοτηθεί αγρίως και από τις δύο οικογένειες. Και όλα αυτά σε μια χώρα που υποτίθεται ότι ανησυχεί για το ότι όλο και λιγότεροι νέοι σχηματίζουν όλο και μικρότερες οικογένειες σε όλο και μεγαλύτερη ηλικία.

Και λοιπόν; Άραγε τα κενά στην κοινωνική προστασία οφείλονται στο ότι δαπανούμε τόσο πολύ για συντάξεις; Σε μεγάλο βαθμό, ναι! Όπως ανέφερα πριν, στη χώρα μας η συνολική κοινωνική δαπάνη είναι σε συγκρίσιμα επίπεδα με αυτά συγκρίσιμων χωρών, ενώ η δαπάνη για συντάξεις είναι πολύ υψηλότερη από ό,τι σε πλουσιότερες χώρες με μεγαλύτερο ποσοστό ηλικιωμένων. Η χρηματοδότηση των υπολοίπων κοινωνικών προγραμμάτων δεν είναι φτωχή επειδή το ύψος της κοινωνικής δαπάνης στην Ελλάδα είναι χαμηλό, αλλά επειδή η κατανομή της είναι μονομερής. Θα πρέπει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε μήπως το ‘μείγμα’ κοινωνικών πολιτικών που θα είχαμε εάν εξοικονομούσαμε πόρους που σήμερα απορροφώνται από το σύστημα συντάξεων έχει μεγαλύτερη κοινωνική αξία από το σημερινό μείγμα. Αυτό είναι το πρώτο δίλημμα που προτείνω στη σημερινή συζήτηση:

Συντάξεις και ‘ξερό ψωμί’, ή ένα ισορροπημένο σύστημα κοινωνικής προστασίας για όλες τις ηλικίες και για όλους τους κοινωνικούς κινδύνους;

Η ομιλία μου μέχρι αυτό το σημείο συνοψίζεται ως εξής: Με βάση το βιοτικό επίπεδο και τη δημογραφική σύνθεση της χώρας, έχουμε ένα υπερβολικά γενναιόδωρο σύστημα συντάξεων. Ο υπερτροφισμός των συντάξεων και τα κενά του συστήματος κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα σε άλλους τομείς της κοινωνικής πολιτικής είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.

Φαντάζομαι ότι ένα μέρος του ακροατηρίου δεν θα πιστεύει στα αυτιά του: πώς είναι δυνατό να αποκαλείται γενναιόδωρο ένα σύστημα που, κατά τη φράση του συνδικαλιστικού συρμού, δίνει ‘συντάξεις πείνας’; Και όμως είναι: Κατ’ αρχήν επειδή εκτός από γενναιόδωρο είναι και κακοσχεδιασμένο, αφού δίνει κίνητρα πρόωρης συνταξιοδότησης και εισφοροδιαφυγής. Αφ’ ετέρου επειδή για κάθε χαμηλοσυνταξιούχο (και για κάθε ηλικιωμένο χωρίς καμιά σύνταξη) υπάρχουν ένας ή περισσότεροι συνταξιούχοι με συντάξεις που δεν πλήρωσαν ποτέ οι ίδιοι.

Ο κατακερματισμός του συστήματος σε μια πληθώρα ταμείων, το καθένα με τους δικούς του κανόνες (όσον αφορά όρους ασφάλισης, ύψος εισφορών, προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, υπολογισμό σύνταξης), συσκοτίζει - και για αυτό διευκολύνει - τη διαιώνιση προνομίων. Η λέξη είναι φορτισμένη, για αυτό θα ήταν καλό να την ορίσουμε. Προτείνω τον εξής ορισμό: ‘ρυθμίσεις των οποίων το όφελος κατανέμεται μόνο σε ορισμένες κοινωνικές ομάδες, ενώ το κόστος διαχέεται στο κοινωνικό σύνολο’.

Τα δεδομένα του προβλήματος πρέπει (ή, τουλάχιστον, θα έπρεπε) να είναι γνωστά σε όλους: Ελλείψει μεταλλωρύχων, στα ‘βαρέα και ανθυγιεινά’ επαγγέλματα εντάσσονται κομμωτές και παρουσιαστές της τηλεόρασης. Συντάξεις αναπηρίας χορηγούνται με ελαστικά κριτήρια, συχνά με χρηματικά ή και πολιτικά ανταλλάγματα. Πώς αλλιώς εξηγείται ότι το μεγαλύτερο ποσοστό συντάξεων αναπηρίας στην Ελλάδα εκδίδεται στην υγιέστερη περιφέρεια της Ευρώπης (την Κρήτη); Συντάξεις χηρείας απονέμονται χωρίς κριτήρια ηλικίας. Οι γυναίκες συνταξιοδοτούνται νωρίτερα από τους άνδρες και οι μητέρες ανηλίκων νωρίτερα από τις γυναίκες χωρίς παιδιά. Οι ασφαλισμένοι των ‘ειδικών ταμείων’ συνταξιοδοτούνται με πλήρη δικαιώματα έως και δέκα χρόνια νωρίτερα από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ.

Η συσσώρευση πολλών προνομίων στο ίδιο άτομο οδηγεί σε καταστάσεις που θα μπορούσαν να ερμηνευθούν ως καθαρές παραβιάσεις της αρχής της ισότητας των πολιτών μπροστά στο νόμο: μια εργάτρια κλωστοϋφαντουργίας, ηλικίας 60 ετών, δεν στοιχειοθετεί δικαίωμα για σύνταξη εάν έχει ‘ένσημα’ για λιγότερα από 15 χρόνια, όμως μια δημόσια υπάλληλος με δύο παιδιά συνταξιοδοτείται στα 45 (δηλ. όταν τα παιδιά της είναι πλέον στο λύκειο).

Σύμφωνα με την εύστοχη και σε ανύποπτο χρόνο διατυπωμένη φράση ενός πρώην υπουργού Εθνικής Οικονομίας, ‘το κοινωνικό κράτος στην Ελλάδα οικοδομήθηκε άναρχα’ ως ‘προϊόν συνεχών συμβιβασμών με ομάδες πίεσης ή περιστασιακής αντιμετώπισης κρίσεων’. Αυτή η διαδικασία, από την οποία προέκυψε το σημερινό ‘εντυπωσιακό μωσαϊκό ρυθμίσεων’, κάνει την Ελληνική περίπτωση μοναδική και της δίνει το χαρακτηρισμό του ‘κράτους πελατειακών παροχών’. Πράγματι, ο σημερινός ‘χάρτης’ των κοινωνικών παροχών στην Ελλάδα φέρνει τα σημάδια μιας ιστορικής διαδικασίας, κατά την οποία η προνομιακή πρόσβαση ορισμένων ομάδων στην πολιτική εξουσία τους έχει δώσει τη δύναμη να αποσπούν και να διατηρούν ευνοϊκές ρυθμίσεις για λογαριασμό των μελών τους.

Ως πολίτης, θα περιοριστώ στη διαπίστωση ότι η εξάπλωση των πελατειακών παροχών είναι επικίνδυνη για την αξιοπιστία του δημοκρατικού πολιτεύματος και σίγουρα δεν αρμόζει σε ένα κράτος δικαίου. Ως ‘ειδικός’ σε θέματα κοινωνικής πολιτικής, θα προσθέσω απλώς ότι οι ισχυρές πολιτικά ομάδες συνήθως διαθέτουν και οικονομική ισχύ: συνεπώς, τα προνόμια καταλήγουν να ωφελούν ομάδες κατά κανόνα πιο εύπορες από αυτές τις οποίες επιβαρύνουν.

Ο μηχανισμός της μεταβίβασης πόρων από το κοινωνικό σύνολο στις ομάδες που ευνοούνται από τα προνόμια είναι συχνά αδιαφανής. Το έλλειμμα του ΙΚΑ ανακοινώνεται κάθε χρόνο, αλλά το ‘έλλειμμα’ των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων όχι. Το κόστος των προνομίων των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ μετακυλίεται στο φορολογούμενο, αλλά και στον καταναλωτή των υπηρεσιών τους. Το ‘άνοιγμα’ μεταξύ επιτοκίου χορηγήσεων και επιτοκίου καταθέσεων έχει σωστά διαγνωσθεί ως σύμπτωμα της ολιγοπωλιακής δομής του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος, αλλά λησμονείται ότι μέρος της ‘προσόδου’ διανέμεται στους εργαζομένους των Τραπεζών (ιδίως των κρατικών), με τη μορφή υψηλών συντάξεων σε χαμηλή ηλικία.

Άλλες φορές, η ιδιοποίηση κοινωνικών πόρων γίνεται με μια απροκάλυπτη ωμότητα που θα σόκαρε όποιον δεν έχει εξοικειωθεί καλά με τα πολιτικά ήθη της χώρας μας. Η εξαίρεση του Ταμείου Νομικών από την υποχρέωση συνεισφοράς στο Λογαριασμό Αλληλεγγύης Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης του ν.2084/92 έγινε από τη Βουλή - με διακομματική συναίνεση. Το ΤΣΜΕΔΕ, το ταμείο των μηχανικών, εισπράττει 1% της δαπάνης εκτέλεσης δημοσίων έργων με αποτέλεσμα να πρέπει τώρα να αποφασίσει εάν είναι προτιμότερο να επενδύσει τα κέρδη από τα πακέτα Ντελόρ και Σαντέρ (και τα μελλοντικά από την Ολυμπιάδα του 2004) σε δικό του νοσοκομείο, δική του τράπεζα ή σε συνδυασμό και των δύο. Το ΤΣΑΥ, το ταμείο των γιατρών, εισέπραττε μέχρι πέρυσι ένα ποσοστό της τιμής κάθε φαρμάκου, ώστε οι υψηλές συντάξεις αυτής της κατά τεκμήριο εύπορης κοινωνικής ομάδας να χρηματοδοτούνται από τους αγοραστές φαρμάκων, δηλαδή κυρίως από τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ και του ΟΓΑ. Όταν πέρυσι, στα πλαίσια της νέας τιμολογιακής πολιτικής για το φάρμακο, αποφασίστηκε η κατάργηση αυτής της επιβάρυνσης, το υπουργείο Οικονομικών (κέρβερος, κατά τα άλλα, του δημοσίου χρήματος) έσπευσε να αποζημιώσει το πλεονασματικό ΤΣΑΥ με μια επιχορήγηση ύψους 12 δις. δρχ., δηλ. 863.000 δρχ. ανά συνταξιούχο του ταμείου.

Πάνω σε αυτό το φαινόμενο, που ένας Ιταλός συνάδελφός μου αποκαλεί ‘δημοσιονομικό σφετερισμό’ και που εμείς κατ’ ευφημισμό ονομάζουμε ‘κοινωνικό πόρο’, δεν έχω τίποτε να προσθέσω σε αυτό που ο ίδιος πρώην υπουργός Εθνικής Οικονομίας έγραφε πριν από εννέα ολόκληρα χρόνια: ‘Το σύστημα των πολλαπλών ταμείων και κοινωνικών πόρων, το οποίο έχει ως συνέπεια να φορολογεί ο κάθε Έλληνας τους υπολοίπους και να αναδιανέμονται οι εισφορές σε όφελος της ισχυρότερης πολιτικά ομάδας, είναι ανάγκη να αντικατασταθεί’. Αυτό είναι το δεύτερο δίλημμα που προτείνω στους ομιλητές που θα μας διαδεχθούν:

Πελατειακή επιλεκτικότητα και κατακερματισμός, ή ισονομία και ενιαίοι κανόνες για όλους τους πολίτες ανεξαρτήτως ταμείου ασφάλισης;

Προλαβαίνω την επόμενη ένσταση (‘μα εξίσωση προς τα κάτω θα κάνουμε;’) και σπεύδω να διευκρινήσω ότι η ισονομία δεν ταυτίζεται με την ισοπεδωτική ομοιομορφία. Κανένα άτομο δεν θα πρέπει να εμποδίζεται να συνταξιοδοτηθεί στην ηλικία των 55 εάν το επιθυμεί. Όμως, ένα δίκαιο σύστημα θα έδινε σημαντικά χαμηλότερη σύνταξη σε μια τέτοια περίπτωση από ό,τι εάν το άτομο συνέχιζε να εργάζεται και να πληρώνει εισφορές μέχρι την ηλικία των 65.

Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν είναι εάν τα όρια ηλικίας θα ανέβουν ή όχι, αλλά το ποιος θα πληρώνει τις συντάξεις εκείνων που σήμερα έχουν δικαίωμα να συνταξιοδοτούνται νωρίτερα από τους υπόλοιπους. Είναι και πάλι θέμα επιλογής. Μπορεί κάλλιστα να αποφασίσουμε ότι κάποια ομάδα καλώς συνταξιοδοτείται νωρίτερα από τις υπόλοιπες και ότι καλώς η κοινωνία αναλαμβάνει το κόστος. Για παράδειγμα, οι μητέρες ανηλίκων. Ίσως, όμως, διαπιστώσουμε ότι η συνταξιοδότηση μιας 45χρονης με παιδιά 16-17 ετών είναι μάλλον άστοχη ως πολιτική για την οικογένεια (αν όχι επιζήμια για την ευημερία των παιδιών). Ο διπλασιασμός σε διάρκεια της άδειας μητρότητας για όλες τις εργαζομένες θα κόστιζε απείρως λιγότερο από την πρόωρη συνταξιοδότηση και θα ωφελούσε απείρως περισσότερο τις οικογένειες με παιδιά.

Μπορεί να αποφασίσουμε ότι στον κατάλογο όσων καλώς συνταξιοδοτούνται νωρίτερα από τους υπόλοιπους (και με έξοδα των υπολοίπων) ανήκουν π.χ. και οι τραπεζικοί υπάλληλοι; Τίποτε δεν είναι απίθανο, αλλά νομίζω ότι δύσκολα μια κοινωνία, όσο και εάν αντιστέκεται στον ορθολογισμό, θα αποφάσιζε συνειδητά να ενισχύσει κατά προτεραιότητα μια κοινωνική ομάδα μάλλον υψηλού εισοδήματος με τη συγκέντρωση πόρων από το κοινωνικό σύνολο.

Το κλειδί του προβλήματος είναι η λέξη ‘συνειδητά’: κάτι τέτοιο είναι δυνατό στο σημερινό σύστημα ακριβώς επειδή στη συζήτηση για το λεγόμενο ‘ασφαλιστικό’ έχει επικαθήσει μια ομίχλη που μειώνει την ορατότητα. Αν και απεχθάνομαι τις θεωρίες συνωμοσίας, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω ότι η ομίχλη αυτή είναι τόσο βολική για ορισμένους που τους εξωθεί σε αντιδράσεις δυσανάλογης βιαιότητας κάθε φορά που μια πνοή φρέσκου αέρα καθαρίζει το τοπίο, έστω και για λίγο - όπως συνέβη με τη δημοσίευση της Έκθεσης Σπράου.

Έστω λοιπόν ότι αποφασίζουμε (με νηφαλιότητα και κανενός είδους εκδικητικότητα) ότι στο εξής τα προνόμια των προνομιούχων θα χρηματοδοτούνται από τους ίδιους. Θα λυθεί έτσι το ‘ασφαλιστικό’; Ως προς το ένα σκέλος, αυτό της δικαιοσύνης μεταξύ διαφορετικών ομάδων, ναι! Η επίλυση του άλλου σκέλους του προβλήματος, αυτού της δικαιοσύνης μεταξύ γενεών, απαιτεί πρόσθετη προσπάθεια: θα αντισταθούμε στον πειρασμό να επιρρίψουμε το κόστος των σημερινών αποφάσεών μας στις περίφημες ‘επερχόμενες γενεές’, οι οποίες δεν είναι σε θέση να πάρουν μέρος στον κοινωνικό διάλογο;

Εδώ διακυβεύονται πολύ περισσότερα από ό,τι υπαινίσσεται ένα τεχνικό ζήτημα διαγενεακής κατανεμητικής δικαιοσύνης: διακυβεύεται η αξιοπιστία (και, συνεπώς, η βιωσιμότητα) του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης. Εάν οι εργαζόμενοι του μέλλοντος βρεθούν αντιμέτωποι με ένα ‘κοινωνικό συμβόλαιο’ το οποίο προβλέπει για αυτούς δυσβάσταχτες υποχρέωσεις και αβέβαια δικαιώματα, μπορεί κάλλιστα να αποφασίσουν ότι τους εξαπατήσαμε. Και τότε; Τότε μπορεί να αρνηθούν να τηρήσουν τους όρους αυτού του ‘κοινωνικού συμβολαίου’ που δεν έλαβε υπόψη τα δικά τους συμφέροντα, ενώ για τους όρους του δεν ρωτήθηκαν ποτέ. Δεν πρόκειται για κινδυνολογία: η συναίνεση στο κοινωνικό κράτος δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη, αλλά εξαρτάται από το κατά πόσον τα συμβαλλόμενα μέρη δέχονται τις ισχύουσες ρυθμίσεις ως δίκαιες. Αυτό είναι το τελευταίο δίλημμα που θέτω στη συζήτηση:

‘Μετά από εμάς ο κατακλυσμός’, ή υπεύθυνες λύσεις που υπερασπίζονται τα συμφέροντα και της επόμενης γενιάς;

Η απόρριψη της εύκολης λύσης της ελλειμματικής χρηματοδότησης με δανεισμό δεν αφήνει παρά τρεις δυνατότητες: ή αύξηση των εσόδων, ή μείωση των συντάξεων, ή επιμήκυνση του χρόνου καταβολής εισφορών σε σχέση με το χρόνο πληρωμής της σύνταξης. Όσοι (αρκετά δικαιολογημένα) απεύχονται το δεύτερο και (λιγότερο δικαιολογημένα) αρνούνται το τρίτο, αρπάζονται από το πρώτο όπως ο ναυαγός από μια σανίδα σωτηρίας: ‘αντί να μειωθούν οι συντάξεις μας ή να δουλεύουμε περισσότερο, ας αυξηθούν οι πόροι του συστήματος’.

Η συλλογιστική αυτή προδίδει την αρκετά διαδεδομένη, δυστυχώς, αντίληψη ότι για ό,τι δεν πάει καλά φταίει πάντα κάποιος άλλος, στην προκειμένη περίπτωση ‘τα μονοπώλια’ που δεν πληρώνουν φόρους και εισφορές. Το πρόβλημα με τη συλλογιστική αυτή είναι ότι ακόμη και η εισφοροδιαφυγή, για την πάταξη της οποίας δεν θα διαφωνήσει ποτέ κανείς, οφείλεται και στο ότι η αύξηση των εσόδων είχε θεωρηθεί στο παρελθόν η εύκολη λύση που θα επιτρέψει σε όλους να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους. Το αποτέλεσμα είναι ότι έχουμε εισφορές που ως ποσοστό του μισθού είναι από τις υψηλότερες στην Ευρώπη και που δυσκολεύουν (όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη) την καταπολέμηση της ανεργίας, από την οποία μεταξύ άλλων εξαρτάται και η βιωσιμότητα του ίδιου του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης.

Το να κατακρίνει κανείς την εισφοροδιαφυγή ως αντικοινωνική και μυωπική συμπεριφορά είναι αναγκαίο αλλά δεν αρκεί: θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι όταν οι εισφορές είναι υψηλές, ενώ για μια μακρά περίοδο του εργάσιμου βίου δεν λαμβάνονται καν υπόψη στον καθορισμό του ύψους της σύνταξης, η εισφοροδιαφυγή γίνεται ορθολογική συμπεριφορά. Η διαπίστωση αυτή συνεπάγεται ότι για να είναι αποτελεσματική και δίχως παρενέργειες η αναζήτηση νέων πόρων πρέπει να στηριχθεί όχι στην αύξηση των συντελεστών ή στην επιβολή νέων φόρων, αλλά στην ενίσχυση της ανταποδοτικότητας των εισφορών.

Με άλλα λόγια, δεν υπάρχουν μαγικές λύσεις: μόνο στο εσωτερικό του συστήματος μπορούν να βρεθούν πρόσθετοι πόροι. Ένα δίκαιο σύστημα συντάξεων, το οποίο συνδέει το ύψος της σύνταξης με την αξία των καταβληθέντων εισφορών, θα είναι επίσης ένα σύστημα διαφανές: θα μεταφέρει στον ίδιο τον ασφαλισμένο τόσο το όφελος από την καταβολή εισφορών, όσο και το κόστος από την εισφοροδιαφυγή. Τεχνικές που να συνδυάζουν την ανταποδοτικότητα με την αλληλεγγύη σε δοσολογία αντίστοιχη με τις κοινωνικές προτιμήσεις είναι εύκολο να επινοηθούν. Το δύσκολο είναι να πάρουμε ως κοινωνία τη ‘μεγάλη απόφαση’.

Θα ολοκληρώσω την ομιλία μου με μια διευκρίνηση. Δεν θα ήθελα να δώσω την εντύπωση ότι θεωρώ την απάντηση σε αυτά τα διλήμματα εύκολη ή αυτονόητη. Κάθε άλλο: τα οφέλη της αναγκαίας μεταρρύθμισης διαχέονται σε κοινωνικές ομάδες με μικρή πολιτική δύναμη, ενώ αντίθετα το κόστος της επικεντρώνεται σε κοινωνικές ομάδες που είναι διατεθειμένες να υπερασπιστούν το status quo με νύχια και με δόντια - και έχουν τη δύναμη να το κάνουν. Οι επερχόμενες γενεές δεν ψηφίζουν - και είναι γνωστό ότι ο χρόνος για πολλούς πολιτικούς και ακόμη περισσότερους συνδικαλιστές δεν μετράται με ‘γενεές’ αλλά με χρόνια (αν όχι μήνες). Θα πρόσθετα μόνο ότι από τον τρόπο που απαντά κανείς σε παρόμοια διλήμματα κρίνεται το αν θα γράφουν για αυτόν οι εφημερίδες της επόμενης εβδομάδας, ή τα βιβλία ιστορίας του επόμενου αιώνα.