5 Δεκεμβρίου 2008

Ποιοι ωφελούνται από την φοροδιαφυγή;

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2008)

«Αν οι φτωχοί είχαν περισσότερες ευκαιρίες φοροδιαφυγής από ό,τι οι πλούσιοι, ή ήταν ικανότεροι σε αυτήν, τότε ο προοδευτικός πολιτικός [the egalitarian policy maker] θα είχε έναν καλό λόγο να αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή με χαμόγελο επιείκειας: μέχρι ενός σημείου τουλάχιστον». Τάδε έφη Frank Cowell, καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στη London School of Economics.

Ενδιαφέρουσα ιδέα. Πράγματι, γνωρίζουμε τις αρνητικές παρενέργειες της φοροδιαφυγής: στερεί πολύτιμα έσοδα από το κράτος, διατηρεί τεχνητά στη ζωή μη βιώσιμες επιχειρήσεις, στρεβλώνει την αγορά εργασίας ωθώντας προς δραστηριότητες με μεγαλύτερες δυνατότητες απόκρυψης εισοδημάτων, εισάγει «οριζόντιες» ανισότητες διαφοροποιώντας το καθαρό εισόδημα φορολογουμένων με το ίδιο προ φόρου εισόδημα.

Γνωρίζουμε, επίσης, τις ευρύτερες τοξικές επιδράσεις της – ή θα έπρεπε: εάν είχε δίκιο ο Φ. Ρούζβελτ, ότι «οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας», τότε η φοροδιαφυγή (αγαπημένο χόμπυ των τζαμπατζήδων που ενώ απαιτούν τα προνόμια αρνούνται να πληρώσουν τα «τέλη συνδρομής») υποσκάπτει τα θεμέλια μιας τέτοιας κοινωνίας.

Μήπως, όμως, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η φοροδιαφυγή έχει τουλάχιστον αυτό το καλό: ότι βοηθά τους φτωχούς να τα βγάλουν πέρα, πράγμα δύσκολο ή αδύνατο εάν επρόκειτο να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούν;

Ομολογουμένως, το ερώτημα έχει λογική βάση. Ανήκει στην κατηγορία των επιστημονικών ερωτημάτων, εκείνων δηλ. που μπορούν να επαληθευτούν ή να διαψευστούν διά της εμπειρικής έρευνας. Βέβαια, για να συμβεί αυτό θα πρέπει ο ερευνητής να έχει πρόσβαση σε δυσπρόσιτα ή / και εμπιστευτικά δεδομένα, π.χ. τις φορολογικές δηλώσεις των ατόμων.

Αυτό ακριβώς είναι το ερώτημα που προσπαθήσαμε να απαντήσουμε – ο υπογράφων μαζί με την κ. Μαρία Φλεβοτόμου, ερευνήτρια της Τράπεζας της Ελλάδος και διδακτορική φοιτήτρια στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών – με την πρόσφατη έρευνά μας για τις «διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής». Η έρευνα είχε το πλεονέκτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από 27.414 φορολογικές δηλώσεις (41.283 φορολογούμενοι συν 12.203 παιδιά και άλλα «εξαρτημένα μέλη») του οικονομικού έτους 2005, τα οποία μας παραχώρησε η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων σε ανώνυμη μορφή, αφού πρώτα αφαίρεσε οποιαδήποτε πληροφορία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την ταυτοποίηση των φορολογουμένων.

Η εκτίμηση του μεγέθους και της κατανομής της φοροδιαφυγής προϋποθέτει γνώση του δηλωθέντος στην Εφορία εισοδήματος αλλά και του πραγματικού εισοδήματος των φορολογουμένων, περιλαμβανουμένου και του τμήματος που αποκρύπτεται. Έστω ότι το δείγμα μας (0,53% του συνόλου των φορολογουμένων) ήταν αρκετά αντιπροσωπευτικό ώστε να επιτρέπει την εκτίμηση του δηλωθέντος εισοδήματος με ικανοποιητική ακρίβεια. Γνωρίζουμε το πραγματικό εισόδημα για να το συγκρίνουμε με αυτό;

Εδώ η απάντηση είναι «και ναι και όχι». Χρησιμοποιήσαμε την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της ΕΣΥΕ, η οποία αποτελεί την κύρια πηγή πληροφόρησης για την κατανομή του εισοδήματος, και συνεπώς για την εκτίμηση της φτώχειας και της ανισότητας. Ναι μεν γνωρίζαμε ότι δεν υπάρχει καμμιά εγγύηση για το αληθές των εισοδημάτων που δηλώνει εκεί κάθε νοικοκυριό, αλλά δεχθήκαμε ως εύλογη την υπόθεση ότι τα κίνητρα απόκρυψης του εισοδήματος σε μια στατιστική έρευνα είναι ασθενή, ίσως και ανύπαρκτα, αφού τα οφέλη της απόκρυψης δεν είναι άμεσα και υλικά όπως με τη δήλωση στην Εφορία. Σε κάθε περίπτωση, το μόνο σίγουρο είναι ότι η ΕΟΠ μας παρέχει μια ελάχιστη εκτίμηση των πραγματικών εισοδημάτων, τα οποία παραμένουν άγνωστα. Συνεπώς, προχωρήσαμε εν πλήρει συνειδήσει ότι κάθε εκτίμηση (όπως η δική μας) που βασίζεται στη σύγκριση ΕΟΠ και φορολογικών δηλώσεων μοιραία υποτιμά το πραγματικό μέγεθος της φοροδιαφυγής.

Συγκρίναμε, λοιπόν, το δείγμα μας των φορολογικών δηλώσεων του 2005 με δεδομένα για 17.386 άτομα σε 6.555 νοικοκυριά από την τελευταία ΕΟΠ του 2004/5, η οποία καλύπτει την ίδια χρονική περίοδο απόκτησης των εισοδημάτων. Συγκεκριμένα, χωρίσαμε τον πληθυσμό σε 16 σχετικά ομοιογενείς κατηγορίες, ανάλογα με την κύρια πηγή εισοδήματος και τη γεωγραφική περιφέρεια. Στη συνέχεια, συγκρίναμε το εισόδημα της κάθε κατηγορίας όπως αναφέρεται σε κάθε μια από τις δύο βάσεις δεδομένων. Τέλος, χρησιμοποιήσαμε τον λόγο των δύο μεγεθών για να χωρίσουμε τα εισοδήματα που αναφέρονται στην ΕΟΠ στο τμήμα που δηλώνεται στην Εφορία και στο τμήμα που αποκρύπτεται. Με άλλα λόγια, δίπλα στην ήδη διαθέσιμη κατανομή του (υποτιθέμενου) «πραγματικού» εισοδήματος κατασκευάσαμε μια «συνθετική» κατανομή εισοδήματος: την κατανομή του δηλωθέντος εισοδήματος.

Τα αποτελέσματα, παρότι αναμενόμενα, ήταν μάλλον εντυπωσιακά. Πραγματικά και δηλωθέντα εισοδήματα ταυτίζονται κατά 100% στην περίπτωση των συντάξεων και κατά 99,5% σε εκείνη των μισθών. Αντίθετα, το ποσοστό των αγροτικών εισοδημάτων που δηλώνεται στην Εφορία μετά βίας φτάνει το 47%, ενώ εκείνο των εισοδημάτων από ελεύθερο επάγγελμα δεν υπερβαίνει το 76%. Όσον αφορά τη γεωγραφική περιφέρεια, το δηλωθέν εισόδημα υπολογίστηκε σε 94% του συνολικού στην Αττική, και από 84% έως 88% στην υπόλοιπη Ελλάδα. Τέλος, ο συνολικός λόγος δηλωθέντος και πραγματικού εισοδήματος εκτιμήθηκε σε 90,1%.

Με βάση τα παραπάνω, και χωρίς να ληφθεί υπόψη ότι μαζί με το εισόδημα αυξάνεται και το κίνητρο για φοροδιαφυγή, προέκυψε μια συνθετική κατανομή δηλωθέντος εισοδήματος που υπολείπεται της κατανομής του πραγματικού εισοδήματος κυρίως στα άκρα, και μάλιστα περισσότερο στην κορυφή παρά στη βάση. Το ποσοστό απόκρυψης εισοδήματος ήταν 15% στο πλουσιότερο 10% του πληθυσμού (και έφτανε το 24% στο πλουσιότερο 1%). Αμέσως μετά, το φτωχότερο 30% του πληθυσμού απέκρυπτε το 10-11% του εισοδήματός του. Τα δεκατημόρια 4 και 5 απέκρυπταν το 5-6%, και τα δεκατημόρια 6 έως 9 το 7-8% του εισοδήματος.

Χρησιμοποιώντας το υπόδειγμα φόρων-παροχών Euromod «μεταφράσαμε» την απόκρυψη του εισοδήματος σε χρηματικό όφελος μείωσης φόρου. Λόγω της συγκεκριμένης κατανομής του δηλωθέντος εισοδήματος, σε συνάρτηση με την άνοδο των φορολογικών συντελεστών καθώς αυξάνεται το εισόδημα, η απόκρυψη του κατά μέσο όρο 10% του εισοδήματος προκαλεί απώλεια ίση με το 35% των σημερινών εσόδων από το φόρο εισοδήματος. Τέλος, όσον αφορά τις διανεμητικές επιδράσεις της φοροδιαφυγής, εξ αιτίας της η κατανομή εισοδήματος γίνεται ανισότερη (κατά 3-9%), η φτώχεια υψηλότερη (κατά 1-2%), και η προοδευτικότητα του φορολογικού συστήματος ασθενέστερη (κατά 10-24%, ανάλογα με τον δείκτη που χρησιμοποιείται).

Ας σταματήσουμε εδώ – άλλωστε η έρευνα είναι ακόμη σε εξέλιξη. Όλα όσα, όμως, μας έμαθε για τη φοροδιαφυγή επιβεβαιώνουν την αρχική υποψία μας ότι όχι, ο προοδευτικός πολιτικός δεν έχει κανένα λόγο να αντιμετωπίζει τη φοροδιαφυγή με χαμόγελο επιείκειας. Αντίθετα, έχει κάθε λόγο να εργαστεί μεθοδικά για την καταπολέμηση αυτού του ευρύτατα διαδεδομένου αλλά βαθύτατα αντικοινωνικού χόμπυ.

1 Νοεμβρίου 2008

Vittorio Foa, 1910-2008

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Νοέμβριος 2008)

Vittorio Foa, uno dei padri nobili della sinistra italiana, è morto il 20 ottobre a sua casa a Formia. Spirito lucido e irrequieto, lontano anni luce dalla politica delle poltrone e appassionato alla politica delle idee, ha unito amici e avversari (da Napolitano e Veltroni fino a Fini e Alemanno) in un saluto di congedo caloroso e pieno di stima profonda che è sembrato andare ben oltre le solite formule di circostanza. Quello che più colpiva in lui, al di là della sua originalità di pensiero e della capacità di sorprendere l’interlocutore con punti di vista sempre nuovi, erano soppratutto le sue qualità umane: la fiducia nelle persone e nella loro capacità di pensare e vivere in libertà, la simpatia spontanea che ispirava ai giovani, l’ottimismo, la buona fede che sfiorava – agli occhi dei più cinici – l’ingenuità.

Nato a Torino 98 anni fa, Foa è rimasto torinese tutta la vita. «Erano tanti gli amici», ricorda Pietro Marcenaro, già "ragazzo di bottega" della Fiom e Flm di Bruno Trentin, oggi senatore Pd, «che ancora pochi anni fa ogni autunno partivamo insieme per andare a trovarlo a Formia, carichi di peperoni cardi e topinambour, per fare una grande bagna cauda». Tipicamente torinese fu anche la sua formazione politica, all’insegna del socialismo liberale di Gobetti e di Rosselli, una tradizione ideale trascurata e sottovalutata ma non per questo meno ammirevole e meritevole di attenzione. Critico nei confronti dei comunisti, di cui sospettava la loro tentazione autoritaria e dottrinaria, con loro condivideva quella concezione di dignità operaia altrettanto tipicamente torinese, e insieme a loro ha lottato senza riserve nella Resistenza e nel sindacato.

Il suo percorso politico si può riassumere così. Frequenta il leggendario liceo D' Azeglio, non a torto definito «scuola di antifascismo» dell’élite democratica torinese. Studia Giurisprudenza, e a 21 anni si laurea nella stessa sessione di Norberto Bobbio. Nel 1933 dopo entra nel movimento Giustizia e Libertà. Nel 1935 viene arrestato e poi condannato a 15 anni di reclusione – «perchè distribuiva dei volantini», come ha ricordato a chi non riusciva a concepire cosa fosse il fascismo molti anni dopo Bobbio. Esce dal carcere di Castelfranco Emilia appena dopo il 25 luglio 1943, e entra subito nelle file del Partito d’Azione e le sue brigate Giustizia e Libertà. Diventa uno dei massimi esponenti del PdA, con Carlo Levi, Emilio Lussu, Guido Dorso, Ugo La Malfa, Altiero Spinelli e Ferruccio Parri, primo Presidente del Consiglio dell’Italia Repubblicana. Dopo lo scioglimento del Partito d’Azione stenta a trovare una collocazione soddisfacente nei ranghi di questo o di quel partito, e si dedica invece al lavoro sindacale nella Cgil. Nei 45 anni della Prima Repubblica attraversa quasi tutto l’arco della sinistra italiana, entrando, fondando a uscendo dai vari partiti. Incredibilmente, lo fa senza nessun calcolo di vantaggio personale, sempre coerente alla sua concezione della politica, per cui quello che conta è la fedeltà ai contenuti ideali e non l’attaccamento alla forma-partito. Successivamente parlamentare del Psi e fondatore del Psiup, nella stagione terribile degli «anni di piombo» passa al Partito di unità proletaria e poi a Democrazia proletaria nel tentativo dichiarato di sottrare la sinistra radicale alla tentazione della violenza. Ogni tanto abbandona senza rimpianti qualsiasi attività politica per dedicarsi alla stesura di vari libri, alla riflessione o all’insegnamento alle università di Modena e Torino. Nel 1987 viene eletto senatore come indipendente nelle liste del Pci. Segue con interesse la nascita del Pds e dei Ds, si schiera a favore della trasformazione dell’Ulivo come somma di partiti a un nuovo soggetto, sostiene il progetto del Pd.

Nei primi anni Novanta Foa venne accusato, da sinistra, di guardare con troppa ingenuità e fiducia alla proclamata trasformazione di An. «Ma Lei si fida delle parole di Fini?» gli venne chiesto. «L'appartenenza politica» rispose Foa «è un dato culturale non genetico. Se uno dichiara di volersi liberare dal mito fascista, io sono contento. Se mi fido? Nella storia della sinistra italiana l'espressione non mi fido è stata una delle regole più perverse». Allo stesso tempo, rimane lontano dal revisionismo storico che va tanto di moda oggi, per cui fascisti e antifascisti sarebbero equivalenti o almeno ugualmente meritevoli di rispetto. In una trasmissione televisiva Pisanò, uno dei fondatori del Movimento Sociale, che allora era senatore, gli si è rivolto dicendo: «Lei sa quanto me che avevamo degli ideali tutti e due. Diversi, certo. Ma la patria era un valore per lei e per me». Foa gli ha risposto: «Senta, sarà pure come dice Lei. Però se vinceva Lei io sarei ancora in prigione. Avendo vinto io, Lei è senatore della Repubblica e parla qui con me».

18 Οκτωβρίου 2008

Φιλελευθερισμός και αριστερά

Ομιλία στο συνέδριο της «Φιλελεύθερης Συμμαχίας» (Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2008)

Είμαι πράγματι επίκουρος καθηγητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, αλλά φαντάζομαι ότι δεν με καλέσατε στο πάνελ για αυτό – εάν ναι, τότε είμαι σε λάθος πάνελ. Υποθέτω ότι ο λόγος που με προσκαλέσατε να σας μιλήσω για το θέμα αυτού του πάνελ («φιλελευθερισμός και αριστερά») οφείλεται μάλλον στο πολιτικό βιογραφικό μου. Και αυτό λέει ότι στη δεκαετία του ’80 ως στέλεχος του Ρήγα Φεραίου συμμετείχα στην ίδρυση του κόμματος της Ελληνικής Αριστεράς (Ε.ΑΡ.), ότι στη δεκαετία του ’90 όπως και πολλοί «ανανεωτές αριστεροί» της γενιάς μου παρακολούθησα με ενδιαφέρον το κατά Σημίτη εκσυγχρονιστικό εγχείρημα (και αρκετή συμπάθεια ώστε να δεχθώ την κολακευτική πρόταση του επιτελείου του να εργαστώ ως σύμβουλος του Πρωθυπουργού σε θέματα κοινωνικής πολιτικής), καθώς και ότι τώρα (μετά από μια παρένθεση υψηλής πολιτικής ως πρόεδρος του Συλλόγου Γονέων της Ιταλικής Σχολής Αθηνών), από πέρυσι που αποφάσισα να ασχοληθώ με τον πανεπιστημιακό συνδικαλισμό, είμαι μέλος της Διοικούσας Επιτροπής της τρομερής ΠΟΣΔΕΠ, αν και, σπεύδω να σας καθησυχάσω, στην παράταξη της μειοψηφίας.

Να με συμπαθάτε που περιαυτολογώ, αλλά πιστεύω ότι οι άνθρωποι συνεννοούνται καλύτερα όταν παίζουν με ανοιχτά χαρτιά.

Είμαι, λοιπόν, αριστερός (κανείς δεν είναι τέλειος) – αν και φοβάμαι ότι δεν εκπροσωπώ παρά τον εαυτό μου, αφού η ιστορική τροχιά του ρεύματος της μεταρρυθμιστικής δημοκρατικής αριστεράς στο οποίο πάντοτε ανήκα φαίνεται να έχει εξαντληθεί οριστικά. Για παράδειγμα, ως αριστερός, αντίθετα από ό,τι εσείς, προσυπογράφω την περίφημη φράση του Φ. Ρούζβελτ ότι «οι φόροι είναι τα τέλη συνδρομής που πληρώνουμε για τα προνόμια που απολαμβάνουμε ως μέλη μιας οργανωμένης κοινωνίας». Είμαι, λοιπόν, αριστερός. Το ερώτημα είναι: είμαι και φιλελεύθερος; Ή μάλλον, για να πάψω στα αλήθεια να περιαυτολογώ, μπορεί ένας αριστερός να είναι ταυτόχρονα και φιλελεύθερος;

Τα ιστορικά (αλλά και γεωγραφικά) προηγούμενα δεν λείπουν. Όπως γνωρίζετε, το τελευταίο βιβλίο του – νομπελίστα πλέον – Paul Krugman τιτλοφορείται «The conscience of a liberal» που στη γλώσσα μας μεταφράστηκε «Η συνείδηση ενός προοδευτικού». Στη Βρετανία, το Φιλελεύθερο Κόμμα για πολύ καιρό εκπροσώπησε ολόκληρη την προοδευτική κοινή γνώμη και οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις του είχαν την υποστήριξη του Εργατικού Κόμματος (του οποίου, άλλωστε, οι πρώτοι βουλευτές είχαν εκλεγεί το 1906 με τα ψηφοδέλτια των Φιλελευθέρων). Και ο Beveridge και ο Keynes, οι θεμελιωτές του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου, ήταν φιλελεύθεροι – και μάλιστα με κεφαλαίο Φ, αφού αυτό το κόμμα εκπροσωπούσαν στη Βουλή των Λόρδων. Μετά από μια μακρά περίοδο παρακμής, οι Βρετανοί Φιλελεύθεροι στήριξαν την κυβέρνηση μειοψηφίας των Εργατικών το 1976-79, ενώ στην τελευταία δεκαετία τοποθετούνται μάλλον στα αριστερά των Νέων Εργατικών, ασκώντας εύστοχη κριτική στις κυβερνήσεις Blair και Brown ιδίως σε θέματα συνταγματικών ελευθεριών.

Στη Γαλλία, η κυριαρχία του γκωλλισμού στη δεξιά και του γιακωβινισμού στην αριστερά δεν επέτρεψε την άνθιση μιας παρόμοιας κουλτούρας. Όχι μόνο επειδή και οι μεν και οι δε συμμερίζονται την dirigiste πολιτική παράδοση της χώρας αυτής, αλλά και για ιστορικούς λόγους: επειδή οι Φιλελεύθεροι του 19ου αιώνα ήταν συντηρητικοί, αντίπαλοι της δημοκρατικής επανάστασης του 1848, ο όρος «libéral» είναι σήμερα πλήρως απαλλαγμένος από θετικές συνδηλώσεις για ένα Γάλλο αριστερό.

Σε χώρες με μαζικά σοσιαλδημοκρατικά και χριστιανοδημοκρατικά κόμματα οι φιλελεύθεροι ήταν ιστορικά το κόμμα των επιχειρηματιών, το οποίο συμμαχούσε πότε με το ένα και πότε με το άλλο μεγάλο κόμμα, όπως συνέβη στη Σουηδία και τη Γερμανία. Αντίθετα, στην Ιταλία το Φιλελεύθερο Κόμμα υπήρξε ο πιο συντηρητικός εταίρος των μεταπολεμικών κυβερνήσεων (σαφώς στα δεξιά της Χριστιανικής Δημοκρατίας), έως την ανάδειξή του σε πρωταθλητή της διαφθοράς και τη διάλυσή του με το τέλος της Πρώτης Δημοκρατίας.

Και όμως, το εργαστήρι για την καλλιέργεια της έντιμης αλλά και παραγνωρισμένης παράδοσης του σοσιαλφιλελευθερισμού ήταν ακριβώς η γειτονική Ιταλία. Η οργάνωση «Giustizia e Libertà» (από την ίδρυσή της το 1929 μέχρι τη δολοφονία των αδελφών Rosselli από πράκτορες του φασιστικού καθεστώτος στη Γαλλία το 1937) είχε αναπτύξει έντονη αντιφασιστική δράση στην Ιταλία και στο εξωτερικό. Μέλη της πολέμησαν ως εθελοντές στο πλευρό της νόμιμης κυβέρνησης στην Ισπανία, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τους «ψευδοεθελοντές» του Mussolini στη μάχη της Γκουανταλαχάρα και τους νίκησαν. Αργότερα τη σκυτάλη πήρε το «Κόμμα της Δράσης», το οποίο συγκέντρωνε πολλούς νέους που πολέμησαν το φασισμό ως παρτιζάνοι στα βουνά της βόρειας Ιταλίας και διακρίθηκαν στη δημόσια ζωή της μεταπολεμικής περιόδου όπως ο φιλόσοφος Norberto Bobbio και ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας Carlo Azeglio Ciampi.

Σήμερα, οι φιλελεύθεροι αριστεροί αποτελούν ένα μικρό κύκλο γύρω από το περιοδικό «Micromega» που πολέμησε το λαϊκισμό του Craxi και του Berlusconi, υπερασπίστηκε με πάθος την επιχείρηση «Καθαρά Χέρια» εναντίον της διαφθοράς και υπέρ της αποκατάστασης της νομιμότητας, ενώ παρόμοιες απόψεις υιοθετεί η «τάση» των liberal (sic, στα αγγλικά!) στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος του Walter Veltroni, η οποία μάλιστα προέρχεται από το πρώην Κομμουνιστικό Κόμμα και εκπροσωπείται από τον Michele Salvati, γερουσιαστή και καθηγητή πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου.

Η ανάλυση των Ιταλών σοσιαλφιλελεύθερων εστιάζει στην ανικανότητα της αστικής τάξης να φέρει σε πέρας τη φιλελεύθερη επανάσταση που χρειάζεται η χώρα (κατά Massimo D’Alema). Έτσι, το ιστορικό καθήκον του εκσυγχρονισμού των πολιτικών θεσμών, της δημόσιας διοίκησης και της οικονομίας, που ακόμη παραμένει στρεβλός και ατελής, πρέπει να περάσει σε μια ανανεωμένη αριστερά. Αυτή θα πρέπει να κάνει τους λογαριασμούς της όχι τόσο με το αυταρχικό παρελθόν της όσο με το λανθάνοντα γιακωβινισμό της, επανασυνδεόμενη με τις δυνάμεις της κοινωνίας των πολιτών που επανειλημμένα απογοητεύονται από αυτήν, αλλά από αυτήν επίσης προσδοκούν να τους εκπροσωπήσει.

Και στην Ελλάδα; Ο φιλελευθερισμός είναι ένα πολιτικό ρεύμα αδύναμο, κυρίως λόγω της ιστορικής αδυναμίας της αστικής τάξης, καθώς και της επικράτησης ενός ιδιαίτερου τύπου επιχειρηματικότητας, προσοδοθηρικής και «διαφθείρουσας» (corrupting). Μια αστική τάξη που επιδιώκει τη θαλπωρή της κρατικής προστασίας, δεν επιζητά τον ανταγωνισμό αλλά τον απεχθάνεται (και είναι διατεθειμένη να πληρώσει για να τον αποφύγει) – για να μην μιλήσουμε για τη συνήθως καχύποπτη στάση της απέναντι στα δημοκρατικά δικαιώματα και τις πολιτικές ελευθερίες. Αντίθετα, οι διακρίσεις του μετεμφυλιοπολεμικού κράτους ανάγκασαν σχεδόν τους Έλληνες αριστερούς να επανεκτιμήσουν την αξία των δημοκρατικών θεσμών και των «αστικών ελευθεριών». Ήταν ένα πολύτιμο μάθημα – αν και η ιστορία δείχνει ότι τα μαθήματα ενίοτε «ξεμαθαίνονται».

Τι παρατηρούμε σήμερα ατενίζοντας τη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα μας; Πώς κρίνουμε τα πολιτικά κόμματα με γνώμονα το κριτήριο του φιλελευθερισμού;

Βλέπουμε ένα ΚΚΕ αντιδυτικό και αντιδημοκρατικό, με την έννοια ότι η αντίληψη του για τη δημοκρατία είναι εντελώς εργαλειακή: φυσικά αξιοποιεί τους δημοκρατικούς θεσμούς για να προωθεί τις θέσεις του, αλλά η δημοκρατία ως τρόπος σκέψης το αφήνει αδιάφορο.

Βλέπουμε, επίσης, ένα ΠΑΣΟΚ που διατελεί εν πλήρει συγχύσει π.χ. όσον αφορά την οικονομική πολιτική. Βέβαια, η σύγχυση είναι γενετικό χαρακτηριστικό του κόμματος αυτού. Πράγματι – όμως τουλάχιστον επί Σημίτη είχαμε σταθερό Ευρωπαϊκό προσανατολισμό, σεβασμό του Κοινοβουλίου, εσωκομματική δημοκρατία, ανεξάρτητες διοικητικές αρχές και άλλα πολλά στα οποία ένας φιλελεύθερος δεν θα είχε να προσάψει τίποτε.

Βλέπουμε, τέλος, έναν Συνασπισμό που από τη μια είναι προς τιμήν του ο συνεπέστερος υπέρμαχος των πολιτικών ελευθεριών και των δικαιωμάτων των μεταναστών, ενώ από την άλλη εμφανίζεται ως σύμμαχος ακραίων ομάδων, το πολιτικό πρόγραμμα των οποίων (π.χ. στο πανεπιστήμιο) φαίνεται να εξαντλείται στη βίαιη κατάλυση της ελευθερίας του λόγου, χωρίς την οποία, ως γνωστόν, δεν νοείται πανεπιστήμιο.

Πάντως, εάν το «έλλειμμα φιλελευθερισμού» είναι φανερό στην αριστερά (και, υπό άλλη έννοια, στο ΠΑΣΟΚ), τι να πει κανείς για τη Νέα Δημοκρατία; Πρόκειται για έναν πολιτικό σχηματισμό στον οποίο πλέον περισσεύει ο κρατισμός, ο εθνικισμός, καθώς και η συμμαχία με την Εκκλησία της Ελλάδος και μάλιστα στην πιο σκληροπυρηνική εκδοχή της, διακηρυγμένο αντίπαλο όχι μόνο της φιλελεύθερης Δύσης αλλά ολόκληρης της παράδοσης του Ορθού Λόγου και του Διαφωτισμού.

Θυμίζω ότι αυτή ακριβώς η παράδοση αποτελεί κοινή κληρονομιά τόσο της αριστεράς όσο και του φιλελευθερισμού – και συνεπώς αριστεροί και φιλελεύθεροι θα πρέπει από κοινού να την προστατεύουν.

14 Οκτωβρίου 2008

Η ασφαλιστική μεταρρύθμιση

Συνέντευξη στο «Ηλεκτρονικό Ενημερωτικό Δελτίο» του Συνήγορου του Πολίτη (Οκτώβριος 2008) http://www.synigoros.gr/newsletters/013/index.htm#thema

1. Ο Συνήγορος του Πολίτη δέχεται σημαντικό αριθμό αναφορών οι οποίες έχουν ως αντικείμενο τη διεκδίκηση κοινωνικοασφαλιστικών παροχών. Μέσω των αναφορών αναδύεται, μεταξύ άλλων, το αίτημα διασφάλισης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης. Πιστεύετε ότι με τον νέο ασφαλιστικό νόμο ενισχύεται η κοινωνική αλληλεγγύη; Το «Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης των Γενεών» που προβλέπεται μπορεί να δώσει λύση στο υπάρχον πρόβλημα;

Το ζήτημα της διασφάλισης ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης, με την έννοια της προστασίας από τη φτώχεια, είναι πολύ ευρύτερο του ασφαλιστικού – για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχήν, η κοινωνική ασφάλιση στη χώρα μας κατά βάση παρέχει συντάξεις. Συνεπώς, οι νεότερες ηλικίες μένουν μάλλον απροστάτευτες. Ακόμη και οι συνταξιούχοι, όμως, παρά το πολύ υψηλό δημοσιονομικό κόστος των συντάξεων, δεν προστατεύονται επαρκώς από τη φτώχεια, όπως άλλωστε δείχνουν τα πολύ υψηλά ποσοστά φτώχειας των ηλικιωμένων. Εν μέρει το πρόβλημα οφείλεται στον κατακερματισμό του συστήματος συντάξεων, και ειδικότερα στην πληθώρα μέτρων υπέρ των χαμηλοσυνταξιούχων: κατώτατες συντάξεις ΙΚΑ και ταμείων, βασικές συντάξεις αγροτών, συντάξεις ανασφαλίστων, ΕΚΑΣ). Ένα συνεκτικότερο σύστημα θα μπορούσε ενδεχομένως να καλύψει καλύτερα τα σημερινά κενά προστασίας.

Όσον αφορά τις νεότερες ηλικίες, το ζήτημα της προστασίας από τη φτώχεια δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από ένα σύστημα κοινωνικής ασφάλισης. Η φτώχεια δεν είναι ‘ασφαλίσιμος κίνδυνος’ όπως η μητρότητα, η ασθένεια ή ακόμη και η ανεργία. Εκείνοι που δεν καταφέρνουν να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης στον εαυτό τους και στην οικογένειά τους, συνήθως δεν έχουν σταθερή δουλειά άρα ούτε τα απαραίτητα ένσημα για κάποιο επίδομα κοινωνικής ασφάλισης. Η διασφάλιση ενός αξιοπρεπούς επιπέδου διαβίωσης και η προστασία από τη φτώχεια στις άλλες Ευρωπαϊκές χώρες προϋποθέτει ένα ισχυρό σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, κατά κανόνα με τη μορφή ενός προγράμματος ελαχίστου εγγυημένου εισοδήματος.

Γενικά το σημερινό σύστημα συντάξεων είναι άδικο στη μεταχείριση διαφορετικών κατηγοριών συνταξιούχων, ενώ είναι επίσης σοβαρά ελλειμματικό – σε βαθμό που απειλεί τη βιωσιμότητά του. Ένα τέτοιο σύστημα συντάξεων δεν υπηρετεί ούτε την κοινωνική αλληλεγγύη ούτε την αλληλεγγύη των γενεών. Όμως, ο νέος ασφαλιστικός νόμος, με το νεοσυσταθέν «Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης των Γενεών», είναι υπερβολικά αποσπασματικός ώστε να δώσει λύση στο πρόβλημα της ανισότητας, και υπερβολικά άτολμος ώστε να δώσει λύση στο πρόβλημα της βιωσιμότητας.

2. Θεωρείτε ότι η ενοποίηση των ταμείων θα επιλύσει το πρόβλημα της βιωσιμότητας των ασφαλιστικών οργανισμών; Θα επιτύχει η ενοποίηση να οδηγήσει σε αναδιάρθρωση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης της χώρας μας όσον αφορά την οργανωτική του δομή και τον εξορθολογισμό των ασφαλιστικών καθεστώτων; Ποια πορεία ακολούθησαν άλλες ευρωπαϊκές χώρες που αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα; Μπορούν να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα από την Ευρωπαϊκή εμπειρία;

Η βιωσιμότητα των ασφαλιστικών οργανισμών είναι δομικό πρόβλημα, όχι τόσο διαχειριστικό. Πάντως, η ύπαρξη και λειτουργία εκατοντάδων ταμείων επιβαρύνει το σύστημα με περιττά διοικητικά κόστη, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι τα περισσότερα ταμεία δεν είναι ικανά καλά-καλά να συντάξουν τον προϋπολογισμό τους, πόσω μάλλον να ολοκληρώσουν σχετικά γρήγορα τη διαδικασία έκδοσης των νέων συντάξεων. Επί πλέον, ο κατακερματισμός του ασφαλιστικού συστήματος διευκολύνει επίσης την παραχώρηση ειδικών προνομίων σε κάποιες κατηγορίες ασφαλισμένων, με κριτήρια που υπακούν στην πελατειακή – και καμμιά άλλη – λογική. Συνεπώς, η ενοποίηση των ταμείων είναι απαραίτητη προϋπόθεση για τον εξορθολογισμό του συστήματος. Η Ευρωπαϊκή εμπειρία επιβεβαιώνει αυτό το συμπέρασμα, καθώς τα οικονομικώς υγιέστερα και κοινωνικώς δικαιότερα συστήματα συντάξεων εντοπίζονται σε χώρες με ενιαία ασφαλιστικά καθεστώτα.

3. Με την ενοποίηση των ταμείων ΤΣΑ, ΤΕΒΕ και ΤΑΕ στον ΟΑΕΕ δημιουργήθηκαν σοβαρά προβλήματα διοικητικής και λειτουργικής φύσης με αποτέλεσμα μεγάλες καθυστερήσεις στην καταβολή των συνταξιοδοτικών παροχών. Πώς προβλέπετε ότι θα εφαρμοστεί η πρόσφατη ενοποίηση και, σε περίπτωση που παρουσιαστούν καθυστερήσεις, υπάρχει τρόπος για να ξεπεραστεί το τυχόν πρόβλημα;

Δεδομένης της προχειρότητας με την οποία συνήθως υλοποιούνται παρόμοια μέτρα, αλλά και της απροθυμίας των ενδιαφερομένων φορέων να τα εφαρμόσουν, η εμφάνιση λειτουργικών προβλημάτων δεν θα πρέπει να εκπλήσσει κανέναν. Οι πολιτικές εξοικονόμησης πόρων είναι «ακριβές», επειδή μια καλύτερη υποδομή απαιτεί καλύτερη χρηματοδότηση και καλύτερο σχεδιασμό. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις, ακόμη και ένα απολύτως εύλογο μέτρο – όπως αυτό της ενοποίησης των ταμείων – κινδυνεύει να συκοφαντηθεί και τελικά να βαλτώσει.

4. Κρίνετε ότι ο νέος ασφαλιστικός νόμος θα συμβάλλει στην αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας των Ταμείων; Ποια είναι η γνώμη σας για το διπλασιασμό των ημερών ασφάλισης που απαιτούνται πλέον για τη χορήγηση βιβλιαρίου υγείας; Μήπως μία ασφαλιστική μεταρρύθμιση θα μπορούσε να συνδυαστεί με την αποδέσμευση των παροχών ασθένειας από τα ασφαλιστικά ταμεία;

Η διατήρηση των ταμείων υγείας παρά την ίδρυση του ΕΣΥ αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία που έχει κοστίσει ακριβά στο δημόσιο σύστημα υγείας: μεγαλύτερη ταλαιπωρία των ασθενών, περισσότερες ανισότητες μεταξύ κατηγοριών, υψηλότερα διοικητικά κόστη στο σύστημα. Οι υπηρεσίες ασθένειας των ταμείων υγείας θα έπρεπε προ πολλού να έχουν συγχωνευθεί με τις αντίστοιχες του ΕΣΥ. Ωστόσο, αν κρίνω από την παταγώδη αποτυχία όλων μέχρι τώρα των προσπαθειών προς αυτή την κατεύθυνση, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να είναι στην ημερήσια διάταξη της πολιτικής υγείας στη χώρα μας.

Εν τω μεταξύ, η σκλήρυνση των ασφαλιστικών προϋποθέσεων για την χορήγηση βιβλιαρίου υγείας μας απομακρύνει ακόμη περισσότερο από το στόχο της χωρίς φραγμούς πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας, την επίτευξη του οποίου υποτίθεται ότι εξασφάλισε η ίδρυση του ΕΣΥ πριν από 25 χρόνια. Ιδιαίτερα προβλήματα αναμένεται να δημιουργήσει σε κοινωνικές ομάδες με ελλιπές ιστορικό ασφάλισης, δηλ. λίγα ένσημα: οι άνεργοι, οι επισφαλώς απασχολούμενοι, όσοι εργάζονται σε ανασφάλιστες εργασίες, οι νέοι, οι ξένοι εργάτες. Αδυνατώ να κατανοήσω ποιον ακριβώς στόχο πολιτικής εξυπηρετεί η στέρηση στοιχειωδών δικαιωμάτων ασφάλισης υγείας από αυτές τις κοινωνικές ομάδες – ένα μέτρο με αμφίβολα (εισπρακτικά;) οφέλη και απολύτως προβλέψιμες και απολύτως αρνητικές συνέπειες στην υγεία των ενδιαφερομένων και στο ήδη διάτρητο «κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας».

6 Σεπτεμβρίου 2008

Το ασφαλιστικό πρόβλημα και το πρόβλημα με τα συνδικάτα

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008)

Η πρόσφατη αναζωπύρωση της συζήτησης για το ασφαλιστικό, με αφορμή τη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης Καραμανλή (ο όρος «μεταρρύθμιση» δείχνει ακατάλληλος για μια τόσο περιορισμένης εμβέλειας απόπειρα νοικοκυρέματος), και η πεισματική άρνηση των συνδικάτων και των κομμάτων της αντιπολίτευσης να παραδεχθούν ότι το πρόβλημα υφίσταται (και να επεξεργαστούν προτάσεις επίλυσής του στη διαφορετική κατεύθυνση για την οποία υποτίθεται ότι αγωνίζονται), φαίνεται να διαψεύδει τις ελπίδες όσων εξακολουθούν να θεωρούν ότι η ουσιαστική και ταυτόχρονα συναινετική αντιμετώπιση του ασφαλιστικού προβλήματος είναι ακόμη εφικτή.

Και, δυστυχώς, το ασφαλιστικό πρόβλημα είναι πολύ σοβαρό. Κατ’ αρχήν, λόγω των ελλειμμάτων. Ήδη η δαπάνη για συντάξεις στην Ελλάδα είναι υψηλότερη ως ποσοστό του ΑΕΠ από εκείνη άλλων χωρών, και μάλιστα χωρών πλουσιότερων, κοινωνικά προηγμένων, και με γηραιότερο πληθυσμό. Στα επόμενα 40-50 χρόνια, όπως μονότονα δείχνουν όλες οι αναλογιστικές μελέτες (και του ΙΝΕ ΓΣΕΕ), η δαπάνη αυτή σχεδόν θα διπλασιαστεί. Ένα τέτοιο βάρος καμιά κοινωνία δεν μπορεί να το αντέξει. Ιδιαίτερα μια κοινωνία όπως η δική μας, με τεράστια υστέρηση στις πολιτικές κοινωνικής προστασίας. Η δαπάνη για συντάξεις δεν μπορεί να αυξάνεται με τρόπο ανεξέλεγκτο. Η χρηματοδότηση ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους – αλλά και η χρηματοδότηση της έρευνας, της παιδείας κτλ. – αυτό απαιτεί.

Δεν πρόκειται, όμως, για μια θυσία της κοινωνικής αλληλεγγύης στο βωμό της μείωσης των ελλειμμάτων. Η αποκατάσταση της βιωσιμότητας είναι ζήτημα κοινωνικής αλληλεγγύης, έναντι της γενιάς των παιδιών μας ή των παιδιών των παιδιών μας. Τα ανεξέλεγκτα ελλείμματα που το σύστημα κληροδοτεί στις επόμενες γενεές εργαζομένων υποσκάπτουν την αλληλεγγύη των γενεών. Επί πλέον, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι πελατειακό και κατακερματισμένο, έτσι ώστε άτομα με όμοια κατά τα άλλα χαρακτηριστικά να έχουν εντελώς διαφορετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Τα πολύ υψηλά ποσοστά ανισότητας και φτώχειας των ηλικιωμένων δείχνουν ότι το σημερινό σύστημα κάθε άλλο παρά υπηρετεί την κοινωνική αλληλεγγύη στο εσωτερικό της τωρινής γενιάς συνταξιούχων, παρά τους τεράστιους πόρους που απορροφά.

Το ερώτημα που τίθεται είναι: αφού το ασφαλιστικό είναι οικονομικά και, θα πρόσθετα, ηθικά χρεωκοπημένο, γιατί το υπερασπίζονται τα συνδικάτα; Η απάντηση που προτείνω είναι ότι οι ανισότητες στην πολιτική ισχύ και εκπροσώπηση των συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων αντανακλούν και αναπαράγουν τις ανισότητες στα συνταξιοδοτικά δικαιώματα που παρατηρούνται στο σημερινό σύστημα.

Να διευκρινίσω προκαταβολικά ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τους μισθωτούς. Όπως άλλωστε φάνηκε στις κινητοποιήσεις εναντίον του ασφαλιστικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης, οι σθεναρότεροι υπερασπιστές των «κεκτημένων» ήταν το τεχνικό επιμελητήριο και οι δικηγορικοί και ιατρικοί σύλλογοι. Όμως, η στάση των συνδικάτων είναι κρίσιμη, επειδή τα τελευταία χρόνια δεν απειλείται τόσο η αυτονομία των συνδικάτων από τα κόμματα, αλλά η αυτονομία των κομμάτων από τα συνδικάτα.

Είναι επίσης λιγότερο αυτονόητη από ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως, αφού η διεθνής εμπειρία διαψεύδει την αντίληψη ότι τα συνδικάτα αποτελούν «φυσικό» εμπόδιο στη μεταρρύθμιση των συντάξεων. Πράγματι, τα σημαντικότερα παραδείγματα τέτοιας μεταρρύθμισης στη δεκαετία του ‘90, και σε «εξισωτική» μάλιστα κατεύθυνση (Ιταλία και Σουηδία), δείχνουν τι μπορεί να επιτευχθεί όταν τα συνδικάτα είναι σε θέση να εκπροσωπούν τα συμφέροντα του συνόλου των εργαζομένων, σημερινών και αυριανών, αντί απλώς να υπερασπίζονται τα «κεκτημένα» των μελών τους.

Αντίθετα, εάν κάτι απέδειξε η πρόσφατη διαμάχη για το ασφαλιστικό είναι ότι η επιρροή των συνδικάτων δεν οφείλεται στην οργανωτική τους δύναμη, στην παρουσία τους στους χώρους δουλειάς και στην ικανότητά τους να υπερασπίζονται τους εργαζομένους απέναντι σε εργοδότες σκληρούς και άπληστους – άλλωστε, εκεί όπου οι εργοδότες είναι όντως σκληροί και άπληστοι, τα συνδικάτα απουσιάζουν. Η αλήθεια, και πρόκειται για μια αλήθεια γνωστή όσο και πικρή, είναι ότι η επιρροή των συνδικάτων εξαρτάται από την εμμονή της εκάστοτε κυβέρνησης στην εξασφάλιση της συναίνεσής τους – είτε για λόγους πεποίθησης, όπως συνέβαινε επί κυβερνήσεων Σημίτη, είτε για λόγους ανάγκης, όπως συμβαίνει επί κυβερνήσεων ΝΔ. Εάν για κάποιο λόγο η κυβέρνηση πάψει να αναζητά ή να χρειάζεται τη συναίνεσή τους, τα συνδικάτα αποκαλύπτονται στην πραγματικότητα αδύναμα.

Η αδυναμία των συνδικάτων οφείλεται κυρίως στην ουσιαστική απουσία τους από τους περισσότερους χώρους δουλειάς. Ο συνδικαλισμός στη χώρα μας αναπτύσσεται κυρίως στη σχετική ασφάλεια της δημόσιας απασχόλησης: όχι μόνο στο Δημόσιο αυτό καθεαυτό, αλλά και στο χώρο των δημοσίων επιχειρήσεων και των (μέχρι πρόσφατα επίσης κρατικών) τραπεζών. Οι δύο τελευταίοι κλάδοι απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών που οργανώνονται στη ΓΣΕΕ, όμως η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ διαθέτουν απόλυτη πλειοψηφία στα όργανα της συνομοσπονδίας. Αντιστρόφως, η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 10%.

Γενικά, η οργανωτική διείσδυση των συνδικάτων είναι χαμηλότερη στα πιο δυναμικά τμήματα της μισθωτής απασχόλησης. Η ισχνή παρουσία τους στις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα αναφέρθηκε ήδη. Το 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η «φυλετική» αναλογία στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι μικρότερη κατά 5 φορές από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών. Τέλος, με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά συνδικαλιστική οργάνωση δεν έχει οργανώσει τους ξένους εργάτες ή έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.

Το γεγονός ότι η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή (άνδρας, μεσήλικας, με μονιμότητα, 100% Έλληνας) μοιάζει όλο και λιγότερο με την εικόνα του μέσου μισθωτού (νεότερος, χωρίς μονιμότητα, με πιθανότητα 40% να είναι γυναίκα και 12% να είναι ξένος) δεν είναι άσχετο με τη μείωση της επιρροής των συνδικάτων. Ενώ εκείνα δίνουν μάχες οπισθοφυλακής για την διατήρηση της μονιμότητας και του «κεκτημένου δικαιώματος» όσων εργάζονται στις ΔΕΚΟ και στις τράπεζες να συνταξιοδοτούνται 10 ή και 20 χρόνια νωρίτερα από τους υπόλοιπους, η συντριπτική πλειονότητα των εργαζόμενων αντιμετωπίζει εντελώς διαφορετικά προβλήματα: απλήρωτες υπερωρίες, ανασφάλιστη εργασία, χαμηλότερες αμοιβές, αβέβαιες προοπτικές.

Πρόκειται για δύο διαφορετικούς κόσμους. Όσο η πολιτική των συνδικάτων κυριαρχείται από την «ατζέντα» των εργαζομένων του προστατευμένου τομέα, τόσο δυσκολότερη θα είναι η αύξηση της επιρροής τους μεταξύ των γυναικών, των ξένων εργατών, των νέων – και τόσο δυσκολότερη θα είναι η συναινετική επίλυση του ασφαλιστικού στην κατεύθυνση της εξίσωσης των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των εργαζομένων, σημερινών και αυριανών.

7 Ιουλίου 2008

Κίνητρα, δράσεις και δημόσια πολιτική


Δημοσιεύτηκε στην «Ελευθεροτυπία» (Κυριακή 6 Ιουλίου 2008)

Κάποτε, στη δυτική και βόρεια Ευρώπη της πρώτης μεταπολεμικής «χρυσής τριακονταετίας», για τους υπεύθυνους της δημόσιας πολιτικής καθώς και για τους θεωρητικούς της (βλέπε τη χαρισματική περίπτωση του Richard Titmuss, καθηγητή κοινωνικής πολιτικής στη London School of Economics), τα πράγματα ήταν καθαρά. Οι γιατροί του εθνικού συστήματος υγείας ή οι δάσκαλοι και οι καθηγητές κάθε βαθμίδας της δημόσιας εκπαίδευσης ήταν «ιππότες», δηλ. υψηλόφρονες δημόσιοι λειτουργοί, προσηλωμένοι σε μια απαιτητική δεοντολογία, με αυταπάρνηση ταγμένοι στο λειτούργημά τους και στην εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος – όπως, φυσικά, το ερμήνευαν οι ίδιοι. Εκείνοι ήταν οι ειδικοί, «ήξεραν καλύτερα», άρα για τους ασθενείς ή τους μαθητές και φοιτητές τους δεν έμενε παρά ο ρόλος του ευγνώμονα αποδέκτη αυτής της ιπποτικής «αρχοντιάς». Σύμφωνα με την κρατούσα τότε αντίληψη, οι χρήστες των δημόσιων υπηρεσιών ήταν – και ορθώς – άβουλα «πιόνια».

Όλα αυτά άλλαξαν γύρω στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’70: πρώτα στο επίπεδο των θεωρητικών επεξεργασιών, μετά στο επίπεδο της πολιτικής αλλαγής. Η σαρωτική νίκη της Margaret Thatcher το 1979 τερμάτισε τη μεταπολεμική συναίνεση στη Βρετανική πολιτική και αμφισβήτησε τα δύο βασικά συστατικά της: κεϋνσιανή οικονομική πολιτική και κοινωνικό κράτος. Είχε προηγηθεί μια «αλλαγή παραδείγματος» σε θεωρητικό επίπεδο, η οποία εξασφάλισε την ηγεμονία στις συντηρητικές ιδέες και προλείανε το έδαφος για τη κυριαρχία των Συντηρητικών κυβερνήσεων. Σύμφωνα με τη νέα αντίληψη, όσοι εργάζονται στο δημόσιο τομέα δεν είναι αλτρουιστές «ιππότες» αλλά εγωιστές «κατεργάρηδες», με τα δικά τους συμφέροντα και τη δική τους ατζέντα, η οποία μόνο συμπτωματικά μπορεί να περιέχει την εξυπηρέτηση των συμφερόντων του φορολογούμενου πολίτη. Μόνη λύση η κατάργηση των κρατικών μονοπωλίων στους χώρους της υγείας και της παιδείας, και η «ενδυνάμωση» των χρηστών: όχι πια ανίσχυρα «πιόνια», αλλά πανίσχυρες «βασίλισσες», όπως στο σκάκι, όπως κάθε κυρίαρχος καταναλωτής στην ελεύθερη αγορά.

Τελικά, η αντοχή των θεσμών του κοινωνικού κράτους απεδείχθη ισχυρότερη των βλέψεων της κυρίας Thatcher και των κυβερνήσεων της. Το ΕΣΥ δεν ιδιωτικοποίηθηκε, ούτε η δημόσια εκπαίδευση έγινε λιγότερο δημόσια. Ακόμη και η «Σιδηρά Κυρία» αναγκάστηκε να συμβιβαστεί με τις εισηγήσεις των αδελφών Saatchi και των άλλων μάγων της πολιτικής διαφήμισης, καθώς και του Nigel Lawson και των άλλων υπουργών οικονομικών της, που την προειδοποιούσαν για τις ανεπιθύμητες παρενέργειες της ιδιωτικοποίησης του σκληρού πυρήνα του κοινωνικού κράτους στη δημοτικότητα της κυβέρνησης και στα δημόσια οικονομικά αντιστοίχως. Η ιδιωτικοποίηση χρειάστηκε να εγκαταλειφθεί, και το Σχέδιο Β που τέθηκε σε εφαρμογή αμέσως μετά προέβλεπε απλώς τη θεσμοθέτηση «οιονεί αγορών» στο εσωτερικό της δημόσιας υγείας και της δημόσιας εκπαίδευσης: δωρεάν υπηρεσίες για όλους, δημόσια χρηματοδότηση εκείνων που τις παρέχουν, αλλά υπό τον όρο της επιλογής τους από τους χρήστες, δηλ. τους ασθενείς και τους μαθητές (ή μάλλον τους γονείς τους).

Σήμερα, τις σφοδρές θεωρητικές και πολιτικές συγκρούσεις των αρχών της δεκαετίας του ’90, όταν πρωτοτέθηκαν σε εφαρμογή οι «οιονεί αγορές», έχει διαδεχθεί ένας γενικευμένος πραγματισμός. Οι Νέοι Εργατικοί κράτησαν πολλές από τις καινοτομίες της προηγούμενης κυβέρνησης, κατήργησαν μερικές, εισήγαγαν κάποιες άλλες δικές τους. Η κοινή γνώμη δείχνει να έχει υιοθετήσει ένα επιλεκτικό μείγμα δοξασιών και από τις δύο «σχολές σκέψης»: υπηρεσίες καλύτερα δημόσιες παρά ιδιωτικές, αλλά κανένα ίχνος από το παραδοσιακό δέος μπροστά στην αυθεντία γιατρών και καθηγητών.

Το βιβλίο του Julian Le Grand, κατόχου της Έδρας Richard Titmuss στη London School of Economics, δεν περιγράφει απλώς τη «νέα συναίνεση». Από τη θέση του καθηγητή, αλλά και του αρθρογράφου και φυσικά του συμβούλου του Tony Blair, αυτός ο ακούραστος παραγωγός νέων ιδεών έχει συμβάλει όσο λίγοι στη διαμόρφωση της συναίνεσης αυτής. Το βιβλίο, γραμμένο με τρόπο συναρπαστικό και με ύφος γεμάτο χιούμορ, διερωτάται για τα κίνητρα όσων εργάζονται στο δημόσιο τομέα, και απαντά ότι πρόκειται για μείγμα όπου συνυπάρχουν «ιπποτικοί» και «κατεργάρικοι» υπολογισμοί. Για αυτό, προτείνει τον ανασχεδιασμό των δημόσιων πολιτικών ώστε να ενθαρρύνουν τους πρώτους και να περιορίζουν τους δεύτερους, αλλά και να επιτυγχάνουν την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος είτε οι πολιτικές αυτές υλοποιούνται από «ιππότες» είτε από «κατεργάρηδες». Τέλος, παρουσιάζει συγκεκριμένα παραδείγματα τέτοιων πολιτικών στους τομείς της υγείας, της παιδείας, αλλά και της φορολογίας, της κρατικής ενίσχυσης της ατομικής ασφάλισης, καθώς και των παιδικών ομολόγων ή «baby bonds» που με κρατική χρηματοδότηση εφαρμόζονται ήδη. Ένα βιβλίο που ακόμη και όταν δεν πείθει εντελώς, «ιντριγκάρει», και προσφέρει άφθονη τροφή για σκέψη. Δεν είναι και λίγο, αυτή την εποχή της ξηρασίας των ιδεών, ιδίως των ιδεών για μια προοδευτική διακυβέρνηση.

1 Φεβρουαρίου 2008

La saga della riforma pensionistica: ultima puntata

Δημοσιεύτηκε στη μηνιαία εφημερίδα «Eureka» (Φεβρουάριος 2008)

Dopo un breve, e piuttosto timido, tentativo di toccare la patata bollente della riforma pensionistica, e davanti alle proteste furiose di ingegneri, medici e avvocati, il governo greco sembra abbia deciso di rinviare a tempi migliori. Una mossa abbastanza comprensibile, visto che lo stesso governo (eletto due volte facendo della lotta implacabile alla corruzione sua bandiera principale) si sta ultimamente sprofondendo in una serie di scandali, l’uno più disgustoso dell’altro, che mostrano chiaramente non solo che la corruzione è più diffusa che mai, ma anche che i nostri governanti sono più che mai arrogantamente convinti della loro impunitá. Ma questo è un’altro discorso (forse).

Possiamo dunque tirare un collettivo sospiro di sollievo, per il pericolo scampato che le nostre pensioni siano riformate? Non direi proprio. Sta diventando sempre più difficile negare che al sistema pensionistico greco servono urgentemente delle riforme incisive e addirittura radicali. Quelli che negano (o fanno finta di negare) ancora questa necessitá suonano sempre meno convicenti, i loro argomenti sempre più assurdi. Eppure, fare la riforma rimane uno degli obiettivi politici più difficili, a centrodestra come a centrosinistra.

Cerchiamo di spiegare il perchè, a partire dalla necessitá (meglio, l’ineludabilitá) della riforma. Prima di tutto, in termini di sostenibilitá economica, quello greco è il sistema pensionistico più squilibrato d’Europa. Infatti, mentre la spesa pensionistica media nell’Ue è destinata a salire dall’ 11-12% del prodotto interno lordo oggi al 13-14% fra 40 anni, in Grecia si prevede un aumento di questa spesa dal 13% al 24% del pil in 2050. Nessuna economia può reggere un peso simile, e nessuna societá vorrebbe farlo. Negare la riforma oggi vuol dire semplicemente rendere inevitabile una riforma molto più dolorosa domani.

Dal punto di vista della giustizia sociale (o, se si preferisce, di equitá di trattamento), gli effetti distributivi del sistema pensionistico greco si rivelano piuttosto disastrosi. La spesa fuori controllo citata sopra, e gli annessi deficit, oltre a un mero problema di finanza pubblica, costituiscono sopratutto un problema di equitá - equitá intergenerazionale, come la definiscono gli esperti. In poche parole, la difesa accanita dei privilegi, spacciata come battaglia nobile per salvaguardare i diritti sociali, può più accuratamente essere interpretata come un attacco ai diritti sociali delle generazioni a venire: una graduale e unilaterale riformulazione dell’ implicito contratto sociale a loro insaputa e ovviamente a loro sfavore.

Ma anche a livello intragenerazionale, cioè fra le varie categorie dei pensionati e dei contribuenti di oggi, le disuguaglianze sono francamente scandalosi. Non si tratta di un sistema unico e minimamente coerente, ma di una vera e propria “giungla delle pensioni” (come veniva definito il vecchio sistema italiano finchè i governi tecnici a cavallo fra la prima e la seconda repubblica, sostenuti dai sindacati, non abbiano saputo riformarlo). Si tratta di un sistema che trasferisce risorse e diritti dai dipendenti ai professionisti, dai lavoratori privati a quelli pubblici, dalle donne (tranne poche che invece godono dei privilegi assurdi) ai maschi, dai giovani ai vecchi, dai poveri ai ricchi. Inevitabilmente, la povertá fra gli anziani è altissima, decisamente più alta che in molti altri paesi europei, che per le pensioni spendono meno ma la povertá degli anziani sono riusciti a quasi eliminarla.

Una storiella raccontata qualche anno fa da Anna Diamantopoulou, al tempo Commissaria europea di lavoro e affari sociali, in quota socialista, riassume bene il volto cattivo e crudele del nostro sistema pensionistico. «Nella mia circoscrizione elettorale [provincia di Kozani, nel nordovest della Grecia], si trovano le fabbriche della ΔΕΗ [l’Enel greca]. Lì si possono incontrare tre operai che lavorano l’uno a fianco all’altro. Il primo è un dipendente della ΔΕΗ: andrá in pensione a 50 anni e prenderá €1800 al mese. Il secondo è un dipendente della societá in subbappalto: andrá in pensione a 65 anni e prenderá €375 al mese. Il terzo, pure lui un dipendente della societá in subbappalto, pure lui un giorno “andrá in pensione”, nel senso che non potrá più lavorare, ma se avrá una pensione non lo può dire con certezza nessuno.»

Morale della favola: il nostro sistema pensionistico è sicuramente da riformare, e presto. Ma come insegna l’esperienza internazionale e europea, riformare le pensioni è un’ operazione complicata nei migliori dei casi. Perchè sia riuscita ha bisogno di una classe politica distinta da un alto senso dello Stato, una stampa seria e responsabile, sindacati disposti a difendere i diritti di tutti i lavoratori, presenti e futuri, e non solo gli interessi delle categorie privilegiate da cui provengono i loro dirigenti, intellettuali pronti a fare luce su veritá scomode, e infine una societá sobria e matura. I presupposti sono questi. Francamente, non mi pare che siano in vista, almeno per il momento, in questo paese – ma ovviamente mi potrei sbagliare ...

29 Ιανουαρίου 2008

Για μια αριστερή μεταρρύθμιση των συντάξεων ...

Oμιλία στην ημερίδα του ομίλου «Αριστερά Σήμερα» (ΑΡ.ΣΗ.) (Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2008)

Πόσο επείγουσα είναι η μεταρρύθμιση των συντάξεων;

Εξαιρετικά επείγουσα. Ήδη η δαπάνη για συντάξεις στη χώρα μας είναι (ως ποσοστό του ΑΕΠ) υψηλότερη από εκείνη άλλων χωρών, και μάλιστα χωρών πλουσιότερων, κοινωνικά προηγμένων, και με γηραιότερο πληθυσμό. Επί πλέον, όπως μονότονα δείχνουν όλες οι αναλογιστικές μελέτες (και του ΙΝΕ ΓΣΕΕ), η δαπάνη αυτή σχεδόν θα διπλασιαστεί στα επόμενα 40-50 χρόνια. Ένα τέτοιο βάρος καμιά κοινωνία δεν μπορεί να αντέξει. Ιδιαίτερα μια κοινωνία όπως η δική μας, με τεράστια υστέρηση στις πολιτικές για την καταπολέμηση της φτώχειας, στις πολιτικές για την προστασία των ανέργων και την προώθηση της απασχόλησης, στις πολιτικές για την υποστήριξη των οικογενειών με παιδιά, στις πολιτικές κατοικίας και ενίσχυσης της στεγαστικής αυτονομίας των νέων, στις πολιτικές κοινωνικής φροντίδας. Η δαπάνη για συντάξεις δεν μπορεί να αυξάνεται με τρόπο ανεξέλεγκτο. Η χρηματοδότηση ενός σύγχρονου συστήματος κοινωνικής προστασίας – αλλά και η χρηματοδότηση της έρευνας, της παιδείας κτλ. – αυτό απαιτεί.

Άρα θυσία της κοινωνικής αλληλεγγύης στο βωμό της μείωσης των ελλειμμάτων;

Κάθε άλλο. Κατ’ αρχήν, όπως δείχνουν τα ανεξέλεγκτα ελλείμματα που κληροδοτεί στις επόμενες γενεές εργαζομένων, το υπάρχον σύστημα υποσκάπτει αντί να προάγει την αλληλεγγύη των γενεών. Επί πλέον, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης είναι άδικο, πελατειακό και κατακερματισμένο: 155 ταμεία που δεν συνιστούν ένα ενιαίο αλλά πολλά συνταξιοδοτικά συστήματα, με διαφορετικούς ετερόκλητους κανόνες καθένα. Πάσχει από έντονες ανισορροπίες μεταξύ ασφαλισμένων και ταμείων, με αποτέλεσμα άτομα με ίδια κατά τα άλλα χαρακτηριστικά έχουν εντελώς διαφορετικά συνταξιοδοτικά δικαιώματα. Είναι τεράστιες οι διαφορές ανάμεσα στο καθεστώς της μεγάλης πλειοψηφίας (ΙΚΑ, ΟΓΑ, ΤΕΒΕ, ΝΑΤ) και στο καθεστώς των «ευγενών ταμείων», είτε αυτά ασφαλίζουν ισχυρές κοινωνικές ομάδες (νομικοί, μηχανικοί, γιατροί, στρατιωτικοί) είτε τμήματα της μισθωτής εργασίας (Δημόσιο, ΔΕΚΟ, τράπεζες). Δυσμενέστεροι, επίσης, είναι οι κανόνες για τους νεότερους και για τις περισσότερες γυναίκες. Όπως δείχνουν τα πολύ υψηλά ποσοστά φτώχειας και ανισότητας μεταξύ των ηλικιωμένων, το υπάρχον σύστημα κάθε άλλο παρά υπηρετεί την κοινωνική αλληλεγγύη.

Τόσο σημαντικές είναι οι ανισότητες στο εσωτερικό του συστήματος;

Λίγα παραδείγματα για τους πιο δύσπιστους:

Οι ενισχύσεις των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης από το κράτος, με τη μορφή είτε επιχορηγήσεων είτε «κοινωνικών πόρων», ανέρχονται σε 4% του ΑΕΠ (ένα τρίτο της συνολικής δαπάνης για συντάξεις). Πώς κατανέμεται αυτό το ποσό; Σε απόλυτους όρους η μερίδα του λέοντος πηγαίνει στο ΙΚΑ, τον ΟΓΑ και το ΝΑΤ. Σε σχετικούς όρους (λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος κάθε ταμείου) ευνοούνται οι ασφαλισμένοι στα ταμεία των ΔΕΚΟ, του Τύπου, των ελευθερίων επαγγελμάτων (ΤΣΑΥ, Νομικών και ΤΣΜΕΔΕ – που εισπράττει 1% του προϋπολογισμού των δημοσίων έργων).

Η ηλικία συνταξιοδότησης στο Δημόσιο, στα ταμεία των ΔΕΚΟ και τραπεζών μπορεί να είναι κατά 10 (ακόμη και 15) έτη χαμηλότερη από ό,τι π.χ. στο ΙΚΑ, εκτός για όσους υπάγονται στα ΒΑΕ (βλ. παρακάτω). Οι γυναίκες με ανήλικα παιδιά (δηλ. 16 ή 17 ετών) μπορούν να συνταξιοδοτηθούν στα 50 ή ακόμη και νωρίτερα, δήθεν για την προστασία της μητρότητας.

Ακόμη και στο ΙΚΑ το 40% των ασφαλισμένων (σε μια χώρα χωρίς βαριά βιομηχανία) υπάγεται στο καθεστώς των ΒΑΕ, και έτσι συνταξιοδοτείται 5 έτη νωρίτερα με πλήρη σύνταξη. Η λίστα με τα σχετικά επαγγέλματα προκαλεί θυμηδία: συνοδοί εδάφους, παρουσιαστές τηλεόρασης, κομμωτές, σερβιτόροι κ.ά. Μάλιστα, με το νόμο Ρέππα το καθεστώς αυτό επεκτείνεται και στον δημόσιο τομέα (κτηνίατροι, δεσμοφύλακες, συντηρητές έργων τέχνης). Θυμίζω ότι τα ΒΑΕ είναι ένα είδος «αποζημίωσης» για το χαμηλότερο προσδόκιμο επιβίωσης (π.χ. μεταλλωρύχοι). Αμφιβάλλω αν υπάρχει έστω και ένας κτηνίατρος ή κομμωτής που να φοβάται ότι θα ζήσει λιγότερο επειδή είναι κτηνίατρος ή κομμωτής. Εν τω μεταξύ, στις οικοδομές, στα δημόσια έργα και αλλού συνεχίζουν να πεθαίνουν κάθε χρόνο δεκάδες εργαζόμενοι, αλλά αυτοί είναι ξένοι και ανασφάλιστοι – άρα για αυτούς δεν μιλά κανείς.

Ο περίφημος ΛΑΦΚΑ θεσμοθετήθηκε το 1992 ως προσωρινό μέτρο «φορολόγησης» τών υψηλών συντάξεων προς όφελος των προβληματικών ταμείων. Ήταν σταγόνα στον ωκεανό, αλλά σταγόνα εξισωτικής αναδιανομής. Προτού ψηφιστεί από τη Βουλή εξαιρέθηκαν οι συνταξιούχοι του ταμείου νομικών. Τόσο απλά! Τελικά, ο ΛΑΦΚΑ πριν λίγα χρόνια καταργήθηκε – χωρίς να διαμαρτυρηθούν για αυτό τα συνδικάτα ή τα κόμματα της αριστεράς.

Για όλους αυτούς και πολλούς άλλους λόγους έχουμε όχι ένα αλλά πολλά συστήματα συντάξεων: άλλο καθεστώς (ευνοϊκό) για άνδρες, μεσήλικες, ασφαλισμένους ευγενών ταμείων, εργαζόμενους στο Δημόσιο, τις ΔΕΚΟ και τις τράπεζες – και άλλο καθεστώς (δυσμενέστερο) για τους νέους, τους εργαζόμενους στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα, τους ασφαλισμένους στα «λαϊκά» ταμεία, καθώς και για τις περισσότερες γυναίκες. Όπως είχε πει πριν 5 χρόνια η τότε Ευρωπαία Επίτροπος Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων: «Στην εκλογική μου περιφέρεια υπάρχουν τα εργοστάσια της ΔΕΗ. Εκεί μπορεί να συναντήσετε τρεις εργάτες να δουλεύουν μαζί. Ο πρώτος είναι μόνιμος υπάλληλος της ΔΕΗ: θα συνταξιοδοτηθεί στα 50 και θα παίρνει σύνταξη 1.800 ευρώ το μήνα. Ο δεύτερος είναι υπάλληλος του υπεργολάβου: θα συνταξιοδοτηθεί στα 65 και θα παίρνει σύνταξη 375 ευρώ το μήνα. Ο τρίτος, και αυτός υπάλληλος του υπεργολάβου, είναι μετανάστης: κάποτε θα ‘συνταξιοδοτηθεί’, με την έννοια ότι θα σταματήσει να δουλεύει, όμως δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα πάρει ποτέ σύνταξη.»

Αυτό το (κατ’ ευφημισμόν) σύστημα καλούμαστε να υπερασπιστούμε, και μάλιστα ως αριστεροί;

Συνεπώς;

Συνεπώς, για τους αριστερούς, το πρόβλημα δεν μπορεί να είναι μεταρρύθμιση ναι ή όχι, αλλά ποια μεταρρύθμιση, πότε, με ποιους όρους. Αντιστρόφως, όποιος αρνείται την ανάγκη μεταρρύθμισης και διαλόγου για το περιεχόμενό της, όποιος υπερασπίζεται το σημερινό άδικο και χρεωκοπημένο σύστημα συντάξεων, έστω και αν το κάνει βαστώντας τις σημαίες της αριστεράς, στην πραγματικότητα κάκιστες υπηρεσίες παρέχει στους εργαζόμενους, σημερινούς και αυριανούς.

Μα ούτε η κυβέρνηση Σημίτη δεν κατάφερε να περάσει τη μεταρρύθμιση – γιατί;

Επί Σημίτη/Γιαννίτση φτάσαμε πιο κοντά από ό,τι ποτέ σε μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού με κοινωνική δικαιοσύνη. Τελικά ήταν μια περίπτωση “so close and yet so far”. Πώς έγινε αυτό; Κυρίως επειδή επικρατεί η αντίληψη ότι (α) η μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι κάτι που μας το ζητούν πιεστικά οι διεθνείς οργανισμοί και τα ντόπια φερέφωνά τους από ιδεολογική εχθρότητα στις κατακτήσεις του λαού μας, και ότι (β) κατά βάθος το μόνο που χρειάζεται η κοινωνική πολιτική στην Ελλάδα είναι περισσότερα χρήματα. Η αντίληψη αυτή διαπερνά το σύνολο του πολιτικού φάσματος: από την (νεο)κομμουνιστική αριστερά έως τη λαϊκή δεξιά, με μερικές μάλλον δακτυλοδεικτούμενες εξαιρέσεις.

Φυσικά η αντίληψη αυτή είναι βαθύτατα λαθεμένη. Η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού είναι επειγόντως αναγκαία, όχι μόνο για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας αλλά και για την εξάλειψη των αδικιών του σημερινού συστήματος. Εξ άλλου, και η αποκατάσταση της βιωσιμότητας θέμα κοινωνικής δικαιοσύνης είναι: έναντι της γενιάς των παιδιών μας ή των παιδιών των παιδιών μας. Η μεταρρύθμιση χρειάζεται για αυτό, όχι λόγω Μάαστριχτ ή ΟΝΕ ή Συμφώνου Σταθερότητας.

Εξ ου και η επιλογή της κυβέρνησης Σημίτη να δώσει τη μάχη για τη μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους με τον άτολμο, σχεδόν «ένοχο» τρόπο που έγινε, εξ ου και η συνεχής επίκληση του Μάαστριχτ και της ΟΝΕ – σαν από εκεί να απέρρεε η πολιτική νομιμοποίηση της μεταρρύθμισης, όχι από τις παταγώδεις αποτυχίες του σημερινού συστήματος. Αν κάτι απέδειξε η τύχη των προτάσεων Γιαννίτση είναι κυρίως αυτό: ότι οι μάχες που δεν δίνονται ανοιχτά, τελικά χάνονται πιο εύκολα και με μεγαλύτερο πολιτικό κόστος.

Φυσικά, οι προτάσεις Γιαννίτση προσέκρουσαν στον σκόπελο των συνδικάτων, παρότι η ΠΑΣΚΕ εδώ και τουλάχιστον 15 χρόνια ελέγχει και τη ΓΣΕΕ και την ΑΔΕΔΥ.

Δηλαδή το πρόβλημα είναι τα συνδικάτα;

Γενικώς όχι – ει μη τι άλλο επειδή τα καλύτερα παραδείγματα ασφαλιστικής μεταρρύθμισης τα τελευταία 10-15 χρόνια (Ιταλία και Σουηδία) διδάσκουν τι μπορεί να επιτευχθεί όταν τα συνδικάτα μιλούν για όλη την κοινωνία, και όχι μόνο για τα μέλη τους.

Άρα γενικώς όχι, τα συνδικάτα δεν αποτελούν υποχρεωτικά πρόβλημα – ειδικώς όμως ναι.

Το κύριο πρόβλημα με τα συνδικάτα της χώρας μας είναι η στρεβλή αντιπροσώπευση των εργαζομένων από αυτά. Η αναντιστοιχία έχει διάφορες διαστάσεις:

Μεταξύ κλάδων της οικονομίας: η ΟΤΟΕ και τα συνδικάτα των ΔΕΚΟ ελέγχουν 28% των συνέδρων, 29 στα 45 μέλη ΔΕ της ΓΣΕΕ, 9 στα 15 μέλη ΕΓ και 6 στα 8 μέλη του προεδρείου (στοιχεία 2007), παρότι οι κλάδοι των τραπεζών και της κοινής ωφέλειας απασχολούν μόλις το 8% των μισθωτών (εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων που οργανώνονται στην ΑΔΕΔΥ). Η άλλη όψη του νομίσματος είναι ότι η συνδικαλιστική πυκνότητα στον υπόλοιπο ιδιωτικό τομέα είναι γύρω στο 10%.

Μεταξύ των δύο φύλων: 40% των μισθωτών είναι γυναίκες, αλλά η αναλογία τους στην Διοικούσα Επιτροπή της ΓΣΕΕ την περίοδο 1992-2004 ήταν κατά μέσο όρο 3 γυναίκες σε 45 μέλη. Το 2001 υπήρχε μία μόνο γυναίκα (επί 45 μελών!) στη ΔΕ της ΓΣΕΕ, πράγμα που ίσως εξηγεί γιατί η πρόβλεψη στις προτάσεις Γιαννίτση για 2 έτη πλασματικού χρόνου ασφάλισης (600 ένσημα) για κάθε παιδί, σημαντική ενίσχυση σε χιλιάδες εργαζόμενες που δεν κατορθώνουν να μαζέψουν τα ελάχιστα απαιτούμενα 4500 ένσημα, δεν εκτιμήθηκε (μέσα στη γενική οχλοβοή) όσο της άξιζε.

Μεταξύ ηλικιακών ομάδων: παλαιότερη δημοσκόπηση για λογαριασμό της ΓΣΕΕ διαπίστωσε ότι η συμμετοχή των νέων εργαζομένων στα συνδικάτα είναι κατά 5 φορές μικρότερη από ό,τι των μεγαλύτερων ηλικιών.

Μεταξύ εθνικών ομάδων: με την τιμητική εξαίρεση του Συνδικάτου Οικοδόμων, καμιά άλλη συνδικαλιστική οργάνωση δεν κατάφερε (ή δεν προσπάθησε;) να οργανώσει τους ξένους εργάτες, ούτε έχει εκλέξει κάποιον από αυτούς σε ΔΣ ομοσπονδίας.

Τέλος, μεταξύ ασφαλιστικών ταμείων: παρότι ως γνωστόν το ΙΚΑ ασφαλίζει πάνω από 90% των μισθωτών εκτός μονίμων δημοσίων υπαλλήλων, το ποσοστό των μελών της ΔΕ της ΓΣΕΕ που είναι ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ δεν υπερβαίνει το 30%.

Όλα αυτά έχουν δύο κρίσιμες συνέπειες. Πρώτον, η εικόνα του μέσου συνδικαλιστή όλο και λιγότερο μοιάζει με την εικόνα του μέσου μισθωτού. Δεύτερον, μια μεταρρυθμιστική πολιτική αριστερής έμπνευσης μπορεί κάλλιστα να εξυπηρετεί τα ταξικά συμφέροντα των μισθωτών, χωρίς να αποσπά την έγκριση της ΓΣΕΕ.

Εν κατακλείδι, κάποια μεταρρύθμιση του κοινωνικού κράτους είναι αναπόφευκτη, όμως το περιεχόμενό της («ποια μεταρρύθμιση;») δεν είναι δεδομένο. Το σενάριο μιας γενικής, δραστικής περικοπής κοινωνικών δικαιωμάτων όταν η κατάσταση φτάσει στο απροχώρητο ακόμη δεν είναι ρεαλιστικό, αλλά κάποτε μπορεί να είναι. Το μόνο βέβαιο είναι ότι το status quo δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολύ.

Πρόταση υπάρχει;

Είμαι πεισμένος ότι αυτό που χρειαζόμαστε δεν είναι μικρές ή μεγάλες προσαρμογές στο υπάρχον σύστημα, αλλά μια αλλαγή παραδείγματος, μια βαθμιαία μετατόπιση προς ένα εντελώς νέο σύστημα. Προφανώς δεν έχει νόημα να συζητάμε ένα λεπτομερές σχέδιο, το οποίο από τεχνική άποψη δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο. Αντίθετα, θα προσπαθήσω να δώσω το περίγραμμα ενός τέτοιου σχεδίου ώστε να δούμε καλύτερα τις πολιτικές όψεις.

Το σημείο εκκίνησης θα πρέπει κατά τη γνώμη μου να είναι η συγκέντρωση σε ένα κρατικό συνταξιοδοτικό πρόγραμμα όλων των ενισχύσεων από το κράτος στα ταμεία (με τη μορφή είτε επιχορηγήσεων είτε «κοινωνικών πόρων»), ύψους ενός τρίτου της συνολικής δαπάνης για συντάξεις ή 4% του ΑΕΠ. Σήμερα, το ποσό αυτό κατανέμεται άδικα και ανορθολογικά. Σε ένα νέο σύστημα θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μια Εθνική Σύνταξη / Σύνταξη του Πολίτη. Η σύνταξη αυτή θα μπορούσε να χορηγείται είτε σε συνταξιούχους με χαμηλό εισόδημα, είτε σε κάθε ηλικιωμένο με μόνη προϋπόθεση τη συμπλήρωση του (65ου; 60ου; 67ου;) έτους του/της. Προσωπικά προτιμώ τη δεύτερη λύση, αλλά παραδέχομαι ότι ούτε η πρώτη στερείται πλεονεκτημάτων.

Η χρηματοδότηση της σύνταξης του πολίτη με τους πόρους που σήμερα ενισχύουν τα ταμεία συνεπάγεται ότι τα τελευταία θα λειτουργούν αποκλειστικά με δικούς τους πόρους στο μέλλον (δηλ. μετά την ολοκλήρωση της περιόδου μετάβασης στο νέο σύστημα). Άρα, οι συντάξεις τους θα είναι χαμηλότερου ύψους από τις σημερινές, όμως θα προστίθενται (στα 65) στη σύνταξη του πολίτη. Υποθέτοντας ότι η σύνταξη των ταμείων θα είναι ανταποδοτική, δηλ. ανάλογη με τις συνολικές εισφορές και την ηλικία συνταξιοδότησης κάθε ατόμου, τότε το άθροισμα κρατικής σύνταξης του πολίτη και ανταποδοτικής σύνταξης των ταμείων θα διαμορφώνει υψηλότερες συντάξεις για πολλούς ηλικιωμένους που σήμερα αδικούνται, και φυσικά χαμηλότερες για τους λίγους που σήμερα απολαμβάνουν προνόμια.

Τα προτερήματα ενός τέτοιου συστήματος είναι, ελπίζω, φανερά: Πρώτον, είναι δικαιότερο: εξαλείφει τη φτώχεια των ηλικιωμένων, εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων, συνδυάζει την αναδιανομή με την ανταποδοτικότητα. Δεύτερον, θέτει τις βάσεις για τη σταθεροποίηση της κρατικής δαπάνης (στο 4% του ΑΕΠ ή σε όποιο ύψος επιλέγει κάθε φορά η κοινωνία). Τρίτον, περικλείει μια δυναμική βελτιωμένων κινήτρων – κατά της εισφοροδιαφυγής, της πρόωρης συνταξιοδότησης κτλ.

Προφανώς, μια σειρά ζητημάτων παραμένουν ανοιχτά: πώς θα υπολογίζεται η σύνταξη; σε ποια ηλικία θα δίνεται; πώς θα ρυθμίζονται τα ταμεία; Πρόκειται για θέματα σχεδιασμού ή/και επιλογής. Παραδείγματος χάριν, η σύνταξη του πολίτη θα μπορούσε να είναι ίση για όλους και να δίνεται στα 65+ χωρίς άλλες προϋποθέσεις, ενώ η ανταποδοτική σύνταξη θα μπορούσε να δίνεται στην ηλικία που επιλέγει κάθε άτομο (π.χ. από τα 50 έως τα 70 έτη), αρκεί οι συνέπειες της επιλογής αυτής να αναλαμβάνονται από το ίδιο το άτομο και όχι την κοινωνία. Υπάρχει ένα σύστημα που εξασφαλίζει κάτι τέτοιο, και μάλιστα το κάνει με τρόπο διαφανή: είναι το σύστημα της λεγόμενης «νοητής κεφαλαιοποίησης» (το οποίο μιμείται το μηχανισμό του κεφαλαιοποιητικού, παραμένοντας όμως στο πλαίσιο του διανεμητικού). Είναι αυτό που θεσμοθετήθηκε στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας στη Σουηδία, στην Ιταλία, στην Πολωνία και αλλού.

Συμπέρασμα

Προφανώς, τα παραπάνω δεν είναι παρά ασκήσεις επί χάρτου. Δείχνουν, όμως, ότι παρά τις τεχνικές όψεις του, το ασφαλιστικό είναι κυρίως πολιτικό πρόβλημα. Λύσεις υπάρχουν, και μάλιστα ικανές να οδηγήσουν σε αλματώδεις προόδους τόσο στο μέτωπο της ισότητας όσο και σε εκείνο της βιωσιμότητας. Είναι λύσεις αριστερές: και επειδή αναδιανέμουν πόρους και δικαιώματα προς τη σωστή κατεύθυνση, και επειδή εκεί όπου υιοθετήθηκαν αυτό έγινε μετά από μια υπομονετική διαπραγμάτευση με τα συνδικάτα να διαδραματίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Εξίσου προφανώς, όσα είπαμε σήμερα είναι προορισμένα να παραμείνουν ασκήσεις επί χάρτου όσο εξακολουθεί να κυριαρχεί η διασταύρωση ακραίου κοινωνικού εγωισμού και καταγγελτικής ρητορείας που στη χώρα μας περνιέται για αριστερή πολιτική. Όμως, αυτό είναι μια άλλη ιστορία – εκτός και αν είναι η ίδια ιστορία …

2 Οκτωβρίου 2007

Ελληνική Αριστερά, 1987-1992: ρέκβιεμ για ένα πολιτικό ρεύμα


Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Σύγχρονα Θέματα» (Οκτώβριος 2007)


Φέτος συμπληρώνονται 20 χρόνια από την ίδρυση της Ελληνικής Αριστεράς. Ίσως δεν είναι εντελώς περιττό να θυμίσω ότι η Ε.ΑΡ. προέκυψε από την (κατά πλειοψηφία) απόφαση του ΚΚΕ εσωτερικού στο 4ο συνέδριο το 1986 να προσχωρήσει σε ένα υπό ίδρυση «νέο κόμμα της αριστεράς». Όχι εντελώς περιττό, κυρίως επειδή η Ε.ΑΡ. διέγραψε μια μάλλον περίεργη τροχιά: μέσα σε ελάχιστα χρόνια, κατά σειρά (α) συνέταξε «κοινό πόρισμα» με το ΚΚΕ το 1988, (β) εξέλεξε βουλευτές με τα ψηφοδέλτια του Συνασπισμού στις διαδοχικές εκλογικές αναμετρήσεις του Ιουνίου 1989, Νοεμβρίου 1989 και Απριλίου 1990 (γ) συμμετείχε στις κυβερνήσεις Τζανετάκη και Ζολώτα και (δ) αυτοκαταργήθηκε προτού καλά-καλά συμπληρώσει 5 έτη ζωής, χωρίς ποτέ να διεκδικήσει με τις δικές της σημαίες την ψήφο των πολιτών, προσχωρώντας το 1992 στο κόμμα (όχι απλώς εκλογικό σχήμα) του Συνασπισμού.

Θυμάμαι πολύ καλά εκείνη την άνοιξη του 1987. Έχοντας εκλεγεί στο κεντρικό συμβούλιο του Ρήγα Φεραίου, νεολαίας του ΚΚΕ εσωτερικού, στο 5ο συνέδριο της οργάνωσης το 1985, ανήκα στην όχι τόσο μικρή μειοψηφία του Ρήγα που υποστήριζε τη μετεξέλιξη του ΚΚΕ εσωτερικού σε ένα μη κομμουνιστικό κόμμα της δημοκρατικής αριστεράς. Περίπου ex officio είχα εκλεγεί στην «κεντρική πολιτική και οργανωτική επιτροπή» που προετοίμασε το ιδρυτικό συνέδριο της μετέπειτα Ε.ΑΡ. Όπως και άλλοι, είχα βιώσει τους μήνες που προηγήθηκαν με ανάμεικτα αισθήματα, αν και η κόπωση από τις ενδοκομματικές συγκρούσεις και το τραύμα της αποχώρησης των υπερμάχων της κομμουνιστικής ταυτότητας, μέχρι χθες συντρόφων μας, δεν μετρίαζε την αίσθησή μας ότι συμμετείχαμε σε ένα μοναδικό γεγονός ιστορικής σημασίας, ούτε τον ενθουσιασμό μας για τη νέα περίοδο που βλέπαμε να ανοίγεται για την αριστερά.

Σε τι αποσκοπούσε η ίδρυση της Ε.ΑΡ.; Πώς ερμηνεύεται η απόσταση ανάμεσα στις μεγάλες προσδοκίες του Μαΐου 1987 και τις διαψεύσεις της αμέσως επόμενης περιόδου; Ποιες ήταν οι μακροπρόθεσμες συνέπειες από την «παραβολή» που διέγραψε, δηλ. την άνοδο και (κυρίως) την πτώση της; Και γιατί η ιστορία αυτή (μπορεί να) μας ενδιαφέρει ακόμη σήμερα;

Γράφω τις σκόρπιες σκέψεις που ακολουθούν χωρίς την αυταπάτη ότι μπορώ να δώσω ικανοποιητικές (δηλ. στοιχειωδώς πλήρεις) απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά, και με λιγοστές ελπίδες ότι μπορώ να προκαλέσω μια συζήτηση γύρω τους – κυρίως ως ένα είδος «μποτίλιας στο πέλαγος». Θα προσπαθήσω, τουλάχιστον, να είμαι σύντομος.

Σε μεγάλο βαθμό, η δημιουργία ενός φορέα της δημοκρατικής αριστεράς έγινε σταδιακά πεποίθηση μιας μεγάλης πλειοψηφίας μελών και στελεχών του ΚΚΕ εσωτερικού και ανένταχτων αριστερών στα όρια του, καθώς ωρίμαζε η διαπίστωση ότι τελικά το έδαφος της κομμουνιστικής αριστεράς δεν ήταν ούτε κατάλληλο ούτε αναγκαίο για την καλλιέργεια των ανανεωτικών ιδεών. Όπως και το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα (αλλά νωρίτερα από αυτό[i], και χωρίς να χρειαστεί να μεσολαβήσει η πτώση του Τείχους του Βερολίνου), αποφασίζοντας τη μετεξέλιξή του σε μη κομμουνιστικό φορέα της αριστεράς το ΚΚΕ εσωτερικού απλώς έδινε οργανωτική έκφραση σε μια άλλη μετεξέλιξη (πολιτική, προγραμματική, ιδεολογική) που είχε ήδη συντελεσθεί από καιρό.

Πράγματι, τι άλλο μπορούσε να σημαίνει η αποκρυστάλλωση του συνόλου των θέσεων που οριοθετούσαν το ΚΚΕ εσωτερικού ως διακριτό πολιτικό ρεύμα (και που ουδείς στο εσωτερικό του αμφισβητούσε στα σοβαρά) – όπως είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών ως καθολικής αξίας, το σύνθημα του «σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο», η αναζήτηση ενός «τρίτου δρόμου» μεταξύ σοσιαλδημοκρατίας και υπαρκτού σοσιαλισμού, η καταδίκη του σοβιετικού μοντέλου, η απάλειψη κάθε λενινιστικής επιβίωσης (μαρξισμός-λενινισμός, δικτατορία του προλεταριάτου, δημοκρατικός συγκεντρωτισμός), η στρατηγική επιλογή της «άρσης της ιστορικής διαίρεσης μεταξύ σοσιαλιστών και κομμουνιστών», η υιοθέτιση της Ευρωπαϊκής προοπτικής – εάν όχι την βαθμιαία αλλά οριστική μετατροπή του ΚΚΕ εσωτερικού σε μια δημοκρατική δύναμη της μεταρρυθμιστικής αριστεράς;

Με την έννοια αυτή, η ίδρυση της Ε.ΑΡ. ήταν φυσική κατάληξη της ιστορικής εμπειρίας του ΚΚΕ εσωτερικού: νομοτελειακή ίσως όχι, φυσική όμως οπωσδήποτε. Είναι γεγονός ότι μια (μικρότερη) μερίδα μελών και στελεχών του παρέμεινε προσκολλημένη στο αίτημα της κομμουνιστικής ανανέωσης και δεν προσχώρησε στο νέο κόμμα, όπως άλλωστε συνέβη με μερικά χρόνια καθυστέρηση στην ανάλογη περίπτωση της Ιταλίας. Όμως, αυτό δεν αναιρεί την παραπάνω διαπίστωση – ειδικά εάν αναλογιστεί κανείς πόσο γρήγορα η ιστορική εξέλιξη άδειασε το αίτημα της κομμουνιστικής ανανέωσης (αν και όχι το ευρύτερο αίτημα μιας ριζοσπαστικής αριστεράς) από κάθε περιεχόμενο.

Φυσικά, η συνέχεια διέψευσε παταγωδώς τις προσδοκίες για τη συγκρότηση ενός αυθεντικού φορέα της δημοκρατικής μεταρρυθμιστικής αριστεράς στην Ελλάδα, οριστικά απαλλαγμένου από ιδεολογικές αγκυλώσεις, ανταγωνιστικού (σύμφωνα με την ορολογία της εποχής) έναντι του λαϊκιστικού ΠΑΣΟΚ όσο και έναντι του δογματικού ΚΚΕ. Πόσο αναπόφευκτη, όμως, ήταν αυτή η εξέλιξη;

Είναι αλήθεια ότι η ολιγόχρονη ζωή του νέου κόμματος σημαδεύτηκε από κάτι που κανείς δεν είχε προβλέψει[ii]: την κατάρρευση των καθεστώτων του ανατολικού μπλοκ. Πράγματι, η Ε.ΑΡ. ιδρύθηκε σε συνθήκες αισιοδοξίας για την υποχώρηση της πυρηνικής απειλής και την εδραίωση της ειρήνης, καθώς και για τις πιθανότητες εκδημοκρατισμού του υπαρκτού σοσιαλισμού υπό τον Μιχαήλ Γκορμπατσώφ, ενώ διαλύθηκε σε κλίμα γενικού «μουδιάσματος» λόγω του άδοξου τέλους της ΕΣΣΔ, του (φαινομενικού;) θριάμβου του καπιταλιστικού στρατοπέδου και της ανάδυσης μιας νέας διεθνούς τάξης πραγμάτων.

Πάντως, εάν κάτι μπορεί να αμφισβητηθεί αυτό δεν είναι η ιστορική σημασία της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού, όσο η σκοπιμότητα της εγκατάλειψης της αυτόνομης προοπτικής της Ε.ΑΡ. – τη στιγμή, μάλιστα, που τα γεγονότα εμφανίζονταν να δικαιώνουν ούτε λίγο ούτε πολύ τον ιστορικό λόγο ύπαρξης της ανανεωτικής αριστεράς από τη διάσπαση του ΚΚΕ το 1968 και πέρα. Πράγματι, η προσχώρηση αρχικά στον ενιαίο (εκλογικό) Συνασπισμό, και μετά μαζί με το αποσχισθέν τμήμα του ΚΚΕ στο Συνασπισμό-κόμμα, ήταν μια πολιτική επιλογή: ενδεχομένως εύλογη, κάθε άλλο όμως παρά αναγκαστική.

Ασφαλώς, η αναδρομική αναζήτηση ευθυνών από την τότε ηγεσία της Ε.ΑΡ. σήμερα – και μάλιστα με το πλεονέκτημα της γνώσης όσων επακολούθησαν – δεν έχει νόημα[iii]. Πάντως, δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει το συμπέρασμα ότι η μονιμότερη συνέπεια της επιλογής της προσχώρησης στο Συνασπισμό (που, σημειωτέον, είχε αρχικά εκλογικευθεί στο εσωτερικό της Ε.ΑΡ. ως απόπειρα συγκρότησης μιας ευρύτερης πλατφόρμας, επί της οποίας οι ανανεωτικές ιδέες θα κέρδιζαν αργά ή γρήγορα την ηγεμονία), αποδείχθηκε ότι ήταν η αδυναμία διευθέτησης της διαμάχης που είχε διχάσει την αριστερά στην Ελλάδα επί μία ολόκληρη εικοσαετία. Πρακτικά, ένα είδος «καθωσπρεπισμού» και η επίκληση της ανάγκης ενότητας της αριστεράς (και η διάσπαση του ’68;) οδήγησε στην αποσιώπηση καίριων ζητημάτων και επέτρεψε σε σειρά στελεχών του ΚΚΕ να αποφύγουν τον αναστοχασμό για τις αιτίες της κατάρρευσης των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και να ανακυκλωθούν επιτυχώς ως «νεοκομμουνιστές» – σαν το (ευρωπαϊκό) 1989 να μην είχε συμβεί ποτέ.

Υπό αυτό το πρίσμα, η μετέπειτα πορεία του Συνασπισμού μοιάζει με αρχαία τραγωδία. Από τη μια, η ανανεωτική παράταξη αποδεικνύεται κατώτερη των περιστάσεων τη στιγμή ακριβώς της ιστορικής δικαίωσής της, αποποιείται οικειοθελώς την αυτονομία της συναινώντας στην διάλυση του κομματικού φορέα που με τόσους κόπους είχε δημιουργήσει, για να καταδικαστεί τελικά στον κατακερματισμό, στην ήττα και στην περιθωριοποίηση. Από την άλλη, οι πρώην θιασώτες του σοβιετικού μοντέλου περνούν στη νέα εποχή «αβρόχοις ποσίν», με ακμαίο ηθικό και αλώβητη αυτοπεποίθηση, ανασυγκροτούνται στα μέσα της δεκαετίας του ’90 (μαζί με τους ηττημένους του ΚΚΕ εσωτερικού) ως «αριστερό ρεύμα», για να καταφέρουν τελικά να αποκτήσουν τον απόλυτο έλεγχο του Συνασπισμού. Η πρόσφατη «αριστερή στροφή», η χωρίς ανταπόκριση πολιορκία του ΚΚΕ της Λιάνας Κανέλλη και η αγωνιώδης αναζήτηση συμμάχων ανάμεσα στις ομάδες της άκρας αριστεράς προσδίδει μια πινελιά grotesque στο γενικό περίγραμμα αυτής της τραγωδίας.

Με την έννοια αυτή, ενώ η ίδρυση της Ε.ΑΡ. ήταν μια απόπειρα να εκφραστεί οργανωτικά η αυθεντικά μεταρρυθμιστική κουλτούρα που είχε σταδιακά διαμορφώσει το ΚΚΕ εσωτερικού στην εικοσαετία της ύπαρξης του (αντλώντας και από την παράδοση της προδικτατορικής ΕΔΑ), η μοιραία απόφαση για την προσχώρηση στο Συνασπισμό αποδείχθηκε το κύκνειο άσμα του αριστερού μεταρρυθμισμού ως ανεξάρτητου πολιτικού ρεύματος στην Ελλάδα.

Πάντως, η νεοκομμουνιστική μετάλλαξη του Συνασπισμού, ο οποίος διαθέτει ακόμη έναν ζωτικό χώρο μόνο χάρη στην αντιδραστική οπισθοδρόμηση του ΚΚΕ, καθώς και στην άρνηση του τελευταίου να υποκύψει στις επιθέσεις φιλίας του πρώτου, δεν ήταν η κυριότερη συνέπεια της αυτοκατάργησης της Ε.ΑΡ. Η απουσία ενός αριστερού μεταρρυθμιστικού πολιτικού λόγου έγινε αισθητή πολύ πέρα από τα όρια της αριστεράς κυρίως την περίοδο 1996-2004, δηλ. την περίοδο της διακυβέρνησης Σημίτη.

Πράγματι, εάν αυτό που ονομάστηκε «πρόβλημα υποκειμένου» (δηλ. το μείγμα απρόθυμης ανοχής, βαθειάς καχυποψίας ή ακόμη και ανοιχτής εχθρότητας με την οποία το συντριπτικά μεγαλύτερο τμήμα του ΠΑΣΟΚ βίωσε την περίοδο Σημίτη) υπήρξε η βασικότερη αιτία που παρέμεινε ατελής η απόπειρα κεντροαριστερού εκσυγχρονισμού, η απορριπτική στάση της ηγεσίας του Συνασπισμού απέναντι στην απόπειρα αυτή δεν ήταν παρά μια (ομολογουμένως δευτερεύουσα) όψη του ίδιου προβλήματος[iv]. Καθότι η αξιολόγηση της εμπειρίας αυτής είναι ένα άλλο – τεράστιο – θέμα, κλείνω την αναφορά σημειώνοντας απλώς ότι η ιστορική κυριαρχία «αντισυστημικών» αντιλήψεων στην κομμουνιστική αριστερά αντιστοιχήθηκε από την καθυστερημένη εμφάνιση της σοσιαλιστικής συνιστώσας (μόλις το 1974 – δεδομένης της ιδιαιτερότητας της προδικτατορικής ΕΔΑ, και με την ενδιαφέρουσα αλλά μερική εξαίρεση ολιγομελών σχηματισμών, κινήσεων ή ομίλων), καθώς και από την επικράτηση στο εσωτερικό της συνιστώσας αυτής μιας μαξιμαλιστικής μάλλον παρά ρεφορμιστικής κουλτούρας.

Τέλος, μια άλλη μακροπρόθεσμη συνέπεια της έκλειψης του αριστερού μεταρρυθμισμού ως ανεξάρτητου πολιτικού ρεύματος έγινε επίσης έντονα αισθητή τον τελευταίο καιρό από όσους «Ρηγάδες» της γενιάς μου ζουν μια δεύτερη ζωή (αλλά όχι, ατυχώς, μια δεύτερη νεότητα) ως πανεπιστημιακοί. Πράγματι, όσοι από εμάς αναζητήσαμε μια ουσιαστικότερη επικοινωνία με τους σοβαρότερους και ηπιότερους από τους αριστερούς φοιτητές μας, δηλ. με τους υπό κανονικές συνθήκες φυσικούς συνεχιστές της παράδοσης του Δημοκρατικού Αγώνα και της Δημοκρατικής Ενότητας, διαπιστώσαμε ότι μας χωρίζει πλέον ένα πολιτισμικό χάσμα. Ανάμεσα στο οργισμένο μπλοκ των καταλήψεων, της ανυπακοής και της εξέγερσης, και στους «φιλήσυχους νοικοκυραίους» που λίγο μετά έσπευσαν να αυξήσουν τα ποσοστά της κυβερνητικής παράταξης, δεν υπήρξε παρά το απόλυτο κενό. Τίποτε δεν συμβολίζει τόσο ανάγλυφα την οριστική και ασφαλώς αναντίστρεπτη ρήξη της συνέχειας στην παράδοση της ανανεωτικής αριστεράς στην Ελλάδα – παράδοση που κορυφώθηκε πριν 20 χρόνια, για να αρχίσει να αναδιπλώνεται αμέσως μετά – όσο αυτή η ελάχιστα ελκυστική πραγματικότητα.

Σημειώσεις

[i] Η «στροφή της Bolognina», δηλ. η μετεξέλιξη του ΙΚΚ σε μη κομμουνιστικό κόμμα, ανακοινώθηκε από τον γραμματέα Occhetto στις 12 Νοεμβρίου 1989 (τρεις μέρες μετά την πτώση του Τείχους) στα γραφεία του κόμματος στην συνοικία αυτή. Το Δημοκρατικό Κόμμα της Αριστεράς ιδρύθηκε το 1991 στο συνέδριο του Ρίμινι. Τα σχετικά γεγονότα σχολιάζονται από αντίθετη σκοπιά στις συναρπαστικές πολιτικές αυτοβιογραφίες δύο πρωταγωνιστών της ιταλικής αριστεράς της μεταπολεμικής περιόδου που κυκλοφόρησαν πρόσφατα: του Giorgio Napolitano (“Dal Pci al socialismo europeo”) και της Rossana Rossanda (“La ragazza del secolo scorso”).

[ii] Άλλωστε, όπως σημειώνει ο Eric Hobsbawm, η πτώση του Τείχους κατέλαβε εξ απήνης τους απανταχού σοβιετολόγους, ακόμη και τους σοβαρότερους εξ αυτών – πόσο μάλλον τα στελέχη ενός μικρού κόμματος της αριστεράς στη μικρή Ελλάδα.

[iii] Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι η απόφαση για προσέγγιση με το ΚΚΕ δεν ήταν ομόφωνη. Το αποτέλεσμα της κρίσιμης ψηφοφορίας στην κεντρική επιτροπή (Δεκέμβριος 1988) ήταν 58 υπέρ της πρότασης της ηγεσίας έναντι 26 κατά. Εκ των διαφωνούντων, 18 προέρχονταν από τους ανένταχτους (Παπαγιαννάκης, Ψυχογιός, Λουλούδης, Ζορμπά και άλλοι), ενώ οι υπόλοιποι 8 από το ΚΚΕ εσωτερικού (Κωσταράκος, Βαλντέν, Γεωργακόπουλος και άλλοι). Στελέχη από τις δύο αυτές ομάδες, καθώς και από το πιο προωθημένο τμήμα του ΚΚΕ (Παπαπέτρου, Λυμπεράκη και άλλοι) συγκρότησαν αργότερα το «Ριζοσπαστικό Φόρουμ», ένα μεταρρυθμιστικό ρεύμα ιδεών που στο 1ο συνέδριο του Συνασπισμού τον Οκτώβριο 1992 εκπροσωπούσε το ένα έκτο περίπου των συνέδρων.

[iv] Πάντως, στο 2ο συνέδριο του Συνασπισμού το Μάρτιο 1996, οι ανανεωτικές διαθέσεις στο εσωτερικό του ήταν ακόμη αρκούντως ισχυρές ώστε η πολιτική ομιλία (όχι απλός χαιρετισμός) του Σημίτη – ως πρωθυπουργού αλλά όχι ακόμη προέδρου του ΠΑΣΟΚ – να γίνει δεκτή με απροκάλυπτο ενθουσιασμό από τους συνέδρους. Λίγους μήνες αργότερα, σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, το συνέδριο του ΠΑΣΟΚ έμελλε να επιφυλάξει στον ίδιο ομιλητή σαφώς χλιαρότερη αποδοχή.

8 Σεπτεμβρίου 2007

Ένα βασικό εισόδημα για όλους;

Δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (Παρασκευή 7 Σεπτεμβρίου 2007)

«"Ας δώσουμε σε όλους τους πολίτες ένα μέτριο αλλά άνευ όρων εισόδημα, και ας τους αφήσουμε να το συμπληρώσουν κατά βούληση με εισοδήματα από άλλες πηγές." Αυτή η μάλλον απλή ιδέα έχει απρόσμενα ποικίλες προελεύσεις. Στη διάρκεια των τελευταίων δύο αιώνων επινοήθηκε από πολλούς, ανεξάρτητα, με διάφορες ονομασίες: εδαφικό μέρισμα, κρατικό μπόνους, μισθός του πολίτη, καθολική παροχή και βασικό εισόδημα – χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία στις περισσότερες περιπτώσεις. Στις δεκαετίες του '60 και '70 γνώρισε μια ξαφνική δημοτικότητα στις ΗΠΑ, προτάθηκε μάλιστα από έναν από τους δύο υποψήφιους για την Προεδρία, όμως μπήκε γρήγορα στο ράφι και σχεδόν ξεχάστηκε. Όμως, στις τελευταίες δύο δεκαετίες έχει σταδιακά γίνει αντικείμενο μιας άνευ προηγουμένου και ταχύτατα αναπτυσσόμενης δημόσιας συζήτησης σε πολλές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μερικοί βλέπουν το βασικό εισόδημα ως θεραπεία-κλειδί για πολλές κοινωνικές ασθένειες, όπως η ανεργία και η φτώχεια. Άλλοι το καταγγέλλουν ως παλαβή, οικονομικά ελαττωματική, ηθικά απαράδεκτη πρόταση, που πρέπει να ξεχαστεί το συντομότερο δυνατόν, να μπει μια για πάντα στο χρονοντούλαπο της ιστορίας των ιδεών. [...] Είμαι πεισμένος ότι το βασικό εισόδημα δεν θα ξεχαστεί, και ότι δεν πρέπει να πεταχτεί στα σκουπίδια. Αντίθετα, είναι μια από εκείνες τις απλές ιδέες που πρέπει και μπορούν να διαμορφώσουν πρώτα τη συζήτηση και μετά την πραγματικότητα του νέου αιώνα.»

Με αυτά τα λόγια άρχιζε η ομιλία του Philippe Van Parijs, καθηγητή οικονομικής και κοινωνικής ηθικής στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Λουβαίν, στο συνέδριο που είχε οργανώσει η Πορτογαλική Προεδρία της Ε.Ε. στο Αλμανσίλ τον Φεβρουάριο του 2000 (και αργότερα δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Politics and Society). Το θέμα του συνεδρίου ήταν η καταπολέμηση της φτώχειας στην Ευρώπη μέσω προγραμμάτων ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, όπως εκείνου που είχε υιοθετήσει λίγο νωρίτερα η σοσιαλιστική κυβέρνηση της Πορτογαλίας, η οποία – δικαιολογημένα υπερήφανη για αυτό – δεν έχανε ευκαιρία να προβάλλει. Όμως, το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα απευθύνεται στους φτωχούς, με στόχο να συμπληρώσει τους πενιχρούς πόρους τους μέχρι κάποιο χαμηλό εγγυημένο όριο. Αντίθετα, το βασικό εισόδημα για το οποίο μιλούσε ο Van Parijs καταβάλλεται από μια πολιτική κοινότητα σε όλα τα μέλη της, σε ατομική βάση, χωρίς εισοδηματικά κριτήρια ή υποχρέωση εργασίας. Με άλλα λόγια, πηγαίνει ένα (μεγάλο) βήμα πέρα από το ελάχιστο εισόδημα, το απορροφά και το υπερβαίνει. Ακριβώς επειδή αποτελεί εγγυημένο εισόδημα, συμβάλλει στην καταπολέμηση της φτώχειας. Ακριβώς επειδή καταβάλλεται χωρίς προϋποθέσεις, αποφεύγει τις συνήθεις «παγίδες της φτώχειας» και έτσι αφήνει άθικτα τα κίνητρα για απασχόληση.

Επρόκειτο για κεραυνό εν αιθρία; Όχι ακριβώς. Η συνηγορία υπέρ ενός βασικού εισοδήματος για όλους, στη μοντέρνα του εκδοχή, ανάγεται τουλάχιστον στο σημείωμα που κυκλοφόρησε ο Philippe Van Parijs τον Μάιο του 1983 στην τρίτη συνάντηση της λεγόμενης «Ομάδας του Σεπτέμβρη», μέλη της οποίας ήταν επιφανείς μαρξιστές διανοούμενοι όπως ο G.A. Cohen, ο Jon Elster, ο Adam Przeworski και ο Erik Olin Wright. Το σημείωμα είχε τίτλο «Η καπιταλιστική μετάβαση στον κομμουνισμό: μια ριζοσπαστική αλτερνατίβα», και έγινε δεκτό με αντιδράσεις που κυμάνθηκαν από την κατάπληξη έως την απόρριψη, συχνά δε και τα δύο μαζί. Το σημείωμα ξαναγράφτηκε με τη συνεργασία του Robert J. van der Veen, του Πανεπιστημίου του Άμστερνταμ, και δημοσιεύθηκε με τίτλο «Ένας καπιταλιστικός δρόμος στον κομμουνισμό» το 1986, σε ειδικό τεύχος του περιοδικού Theory and Society, μαζί με έξη άρθρα κριτικής στην ιδέα και την ανταπάντηση των συγγραφέων.

Είκοσι χρόνια αργότερα, οι δύο συγγραφείς εξηγούν:
«Οι προοπτικές για την Αριστερά ήταν τότε ζοφερές, και εμείς θελήσαμε να τις φρεσκάρουμε. Το φιλόδοξο σημείο εκκίνησης που επιλέξαμε, εν μέρει προκλητικά, ήταν το κομμουνιστικό ιδεώδες του Μαρξ, το υποτιθέμενο σημείο κατάληξης της ανθρώπινης ιστορίας, το βασίλειο της ελευθερίας που θα συνδύαζε υλική αφθονία, εθελοντική παραγωγική συμβολή ανάλογα με τις ικανότητες του καθένα, και διανομή ανάλογα με τις ανάγκες του καθένα. Αυτό τελικά μας οδήγησε στο βασικό εισόδημα. Πώς; Τα παραδοσιακά επιχειρήματα του Μαρξ για την οικονομική ανωτερότητα του σοσιαλισμού, δηλ. της συλλογικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, έμοιαζαν λίγο πειστικά, ενώ τα ηθικά επιχειρήματα υπέρ του αμφιλεγόμενα και μετέωρα. Αντίθετα, ο μετασχηματισμός των εισοδηματικών μεταβιβάσεων του καπιταλιστικού κοινωνικού κράτους σε ένα επίδομα χωρίς προϋποθέσεις φαινόταν να μας δίνει την ευκαιρία να μετατρέψουμε την καπιταλιστική λογική της αύξησης της παραγωγικότητας μέσω της επιδίωξης του κέρδους σε έναν ισχυρό μηχανισμό για τη μείωση της διάρκειας και τη βελτίωση της ποιότητας της αμειβομένης εργασίας. Με τον τρόπο αυτό, υποστηρίζαμε, οι καπιταλιστικές κοινωνίες έχουν τη δυνατότητα της– εάν όχι ταχείας, τουλάχιστον ομαλής – μετάβασης προς το μαρξιστικό βασίλειο της ελευθερίας.»

Είχε μεσολαβήσει η ίδρυση του Basic Income European Network (διασταύρωση επιστημονικής εταιρείας και κινήματος υποστήριξης), η δημοσίευση δεκάδων βιβλίων και άρθρων στα οποία η ιδέα εξετάζεται από τους ίδιους τους υποστηρικτές της δίχως προκαταλήψεις και με συχνά ανελέητα κριτική διάθεση, καθώς και μια διαρκής δραστηριότητα σε παγκόσμια κλίμακα που έχει προκαλέσει σημαντικό ενδιαφέρον στο επίπεδο της κίνησης ιδεών, ενώ έχει επίσης επιφέρει κάποιους (πρώτους;) καρπούς στο επίπεδο της δημόσιας πολιτικής.

Όσον αφορά την πρακτική εφαρμογή του, παρότι φυσικά το βασικό εισόδημα δεν έχει εφαρμοστεί αυτούσιο πουθενά, ψήγματά του απαντώνται σε πολλά κοινωνικά συστήματα. Πράγματι, διάφορες χώρες διαθέτουν εθνική σύνταξη από τον κρατικό προϋπολογισμό (βασικό εισόδημα ηλικιωμένων), καθολικά οικογενειακά επιδόματα (βασικό εισόδημα παιδιών), αφορολόγητο όριο που μετατρέπεται σε επιστρεφόμενη πίστωση εάν ο φορολογούμενος έχει χαμηλό εισόδημα κτλ. Επί πλέον, η πολιτεία της Αλάσκας καταβάλλει ετησίως σε όλους τους κατοίκους μέρισμα από τα έσοδα των πετρελαιοπηγών – ιδέα που έπεσε για λίγο και στο τραπέζι των συζητήσεων για την ανοικοδόμηση του Ιράκ! Τέλος, σε δύο από τις πιο δυναμικές χώρες του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, στη Βραζιλία και στη Νότια Αφρική, το βασικό εισόδημα έχει αποσπάσει ευρύτατη κοινωνική και πολιτική συναίνεση, και αποτελεί επίσημη πολιτική του κράτους τουλάχιστον σε επίπεδο προθέσεων.

Όσον αφορά την κίνηση ιδεών, το βασικό εισόδημα έχει κερδίσει την υποστήριξη διαφορετικών πνευματικών παραδόσεων: από αριστερούς κάθε είδους (όπως ο Claus Offe, ο Erik Olin Wright, ο Guy Standing, ο Andrew Glyn), μέχρι φιλελεύθερους (όπως ο Samuel Britten, επί σειρά ετών editor της εφημερίδας Financial Times, στον οποίο μάλιστα ανήκει το απόφθεγμα «το πρόβλημα δεν είναι ότι το βασικό εισόδημα θα είναι εισόδημα που δεν έχει αποκτηθεί με την εργασία, είναι ότι υπερβολικά λίγοι από εμάς διαθέτουν τέτοιο εισόδημα σήμερα»). Αυτό που ο καθένας βρίσκει ελκυστικό συχνά ποικίλλει. Άλλοι το εντάσσουν στο πλαίσιο μιας οικολογικής κριτικής του παραγωγισμού, υπογραμμίζοντας την ανάγκη μετατροπής της μείωσης του κοινωνικά αναγκαίου χρόνου εργασίας λόγω της τεχνολογικής προόδου σε μείωση του χρόνου εργασίας όλων, όχι σε αλόγιστη ανάπτυξη και μαζική ανεργία. Άλλοι σημειώνουν τις ανυπέρβλητες δυσκολίες των εναλλακτικών στρατηγικών για την αντιμετώπιση του «νέου κοινωνικού ζητήματος», αφού τόσο οι παραδοσιακές κοινωνικές πολιτικές όσο και οι πρόσφατες προσεγγίσεις τύπου workfare αποτυγχάνουν ακριβώς στο κρίσιμο σημείο της καταπολέμησης και της ανεργίας και της φτώχειας ταυτόχρονα. Άλλοι θεωρούν την απλότητα, αμεσότητα και ευελιξία μιας δίχως όρους εισοδηματικής μεταβίβασης ιδεώδες προσόν στις συνθήκες ρευστότητας και κινητικότητας που έχουμε συνηθίσει να ταυτίζουμε με την παγκοσμιοποίηση. Άλλοι τέλος τονίζουν τα πλεονεκτήματα από μια ορθολογικότερη ενοποίηση του συστήματος κοινωνικών παροχών με το σύστημα φορολογίας εισοδήματος, χωρίς τα αντικίνητρα, τις ανωμαλίες, τη γραφειοκρατία και το διοικητικό κόστος του σημερινού καθεστώτος.

Φυσικά, το βασικό εισόδημα δεν είναι πανάκεια – ούτε, άλλωστε, στερείται προβληματικών πτυχών. Κάποιοι αντιτάσσουν τον κίνδυνο μιας μαζικής απόσυρσης από την αγορά εργασίας, κάτι που θα μείωνε το κοινωνικό πλεόνασμα που η χρηματοδότηση του βασικού εισοδήματος απαιτεί. Κάποιοι υπολογίζουν ότι το φορολογικό βάρος που συνεπάγεται ένα στοιχειωδώς επαρκές επίπεδο βασικού εισοδήματος είναι απλώς δυσβάσταχτο. Κάποιοι θεωρούν ηθικά επιλήψιμη την ιδέα του να υποστηρίζονται όσοι δεν συνεισφέρουν στην κοινωνία με το μόχθο των εργαζομένων. Κάποιοι αναγνωρίζουν τις πολιτικές εντάσεις που προκαλεί το τελευταίο αυτό σημείο, ενώ δέχονται επίσης έναν ευρύ ορισμό της κοινωνικής συνεισφοράς ώστε να συμπεριλαμβάνει όχι μόνο την αμειβόμενη εργασία αλλά και τη φροντίδα παιδιών ή ηλικιωμένων, τον εθελοντισμό, την κοινωνική εργασία, προτείνοντας τελικά (όπως κάνει ο επιφανής Βρετανός οικονομολόγος Tony Atkinson) μια ελαφρά παραλλαγή βασικού εισοδήματος: το «εισόδημα συμμετοχής». Και ούτω καθεξής.

Μας αφορά όλη αυτή η συζήτηση; Έχει νόημα να συζητούμε για βασικό εισόδημα στην Ελλάδα, στη χώρα δηλ. που μόνη στην Ευρώπη των 25 δεν διαθέτει ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, ούτε καν σε τοπική κλίμακα;

Νομίζω ναι. Κατ' αρχήν επειδή πρόκειται για πρωτότυπη προσπάθεια αναζήτησης λύσεων, με φαντασία και επινοητικότητα, σε επείγοντα προβλήματα της εποχής μας. Επιπροσθέτως, επειδή η πρόταση για το βασικό εισόδημα είναι πιο ρεαλιστική από ό,τι φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Επίσης, επειδή θα εξακολουθεί να ασκεί γοητεία ως ιδεώδες στο οποίο μπορεί κανείς να πλησιάσει, ακόμη και όταν δεν μπορεί να φτάσει. Τέλος, επειδή η συζήτηση αυτή διεξάγεται με χιούμορ και συναίσθηση των ορίων, χωρίς φανατισμούς και ρητορείες.